Supreme Court dismisses appeal for vague grounds violating mandatory clarity requirements under Greek Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appeal filed by the appellants against a final judgment of the Thessaloniki Court of Appeal. The appellants argued for a remand based on alleged violations of substantive law and procedural errors regarding evidence and compensation calculation. The court ruled that the appeal petition failed to meet statutory requirements for specificity, as it lacked clear identification of factual findings, legal rules, and the precise nature of the alleged violations.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 566(1), 577(3) of the Code of Civil Procedure; The appeal petition must clearly and concisely state the legal error to allow verification of its foundation under Article 559, and vague or general allegations of insufficiency are inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1873 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1873/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειουσών: ...., οι οποίες παραστάθηκαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αθανάσιο Αργυριάδη.
Των αναιρεσιβλήτων: ...., ως νομίμων κληρονόμων της αποβιώσασας ...., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Γεώργιο Βερβαινιώτη, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την με αριθμό έκθ. κατάθεσης 270/1988 προσφυγή των ήδη αναιρεσειουσών, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 193/2002 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3334/2003 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείουσες με την από 3 Δεκεμβρίου 2004 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 1 Μαρτίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειουσών ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αρ. 4, 566 παρ. 1 και 577 παρ. 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το έγγραφο της αναίρεσης πρέπει να περιέχει κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο τη νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναίρεσης από τους περιοριστικά αναφερόμενους στο άρθρο 559 ΚΠολΔικ.
θεμελιώνει η προβαλλόμενη αιτίαση. Ειδικότερα, όταν πλήττεται η απόφαση με την αιτίαση της παραβίασης κανόνα ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔικ.), πρέπει στο αναιρετήριο να αναφέρονται με σαφήνεια: α) οι πραγματικές διαπιστώσεις της προσβαλλομένης, β) η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, γ) ο κανόνας ουσιαστικού δικαίου που παραβιάστηκε και δ) που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση.
Επίσης για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., δεν αρκούν γενικές εκφράσεις για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα των αιτιολογιών, αλλά χρειάζεται να αναφέρονται στο αναιρετήριο α) οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή η μνεία ότι δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, γ) η εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται και αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει.
Τέλος, για το ορισμένο του λόγου από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ., για μη λήψη υπόψη αποδεικτικού μέσου που προσκομίστηκε με επίκληση στο δικαστήριο, πρέπει στο αναιρετήριο να εκτίθενται, όχι μόνο το γεγονός ότι έγινε επίκληση και προσαγωγή του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου στο Εφετείο, αλλά και τα πραγματικά γεγονότα που αποδεικνύονται απ' αυτό, καθώς και ο ισχυρισμός, το βάσιμο ή μη του οποίου θα αποδεικνυόταν από το μέσο αυτό, ο οποίος ισχυρισμός θα πρέπει να είναι ουσιώδης, δηλαδή να έχει επίδραση στο διατακτικό.
Στην προκείμενη περίπτωση οι αναιρεσείουσες με τους λόγους του αναιρετηρίου τους επικαλούνται τα εδάφια 1, 19 και 11 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και προβάλλουν την αιτίαση, ότι το Εφετείο υπέπεσε στις πλημμέλειες που προβλέπονται από τις διατάξεις αυτές, γιατί: αα) παραβίασε τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου και εσφαλμένα ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του Συντάγματος (άρθρο 17 παρ. 1) και του νόμου (για πλήρη αποζημίωσή τους για ρυμοτομηθέντα οικοπεδικά τμήματα), του πρώτου πρόσθετου πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ (άρθρο 1) και του νέου νόμου 2882/2001 για τις απαλλοτριώσεις (άρθρο 13), σε συνδυασμό με τον ειδικό νόμο 2508/1997 και το π.δ. 14/27-7-1999, με αποτέλεσμα να καθορίσει την οριστική τιμή μονάδος αποζημίωσης, για τα οικοπεδικά αυτά τμήματα που ρυμοτομούνται δυνάμει της 3/1957 πράξης τακτοποίησης και αναλογισμού αποζημίωσης του πολεοδομικού γραφείου Κατερίνης, στο μικρό ποσό των χιλίων (1.000) ευρώ ανά τετραγωνικό μέτρο, κατά παραδοχή εν μέρει της από 10-8-1988 προσφυγής τους ενώπιον του πολυμελούς πρωτοδικείου Κατερίνης, που απέχει πολύ από την πραγματική αγοραία αξία, ββ) η απόφασή του "πόρρω απέχει των διδαγμάτων της κοινής πείρας και παραβίασε τις διατάξεις του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αφού δεν περιλαμβάνονται σ' αυτή με πληρότητα τα αντίστοιχα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απαιτεί ως όρο η διάταξη του νόμου που εφαρμόστηκε, δηλαδή το άρθρο 13 του νέου νόμου 2882/2001, σε συνδυασμό και με τον ειδικό νόμο 2508/1997 και το π.δ. 14/1999, ούτε αναφέρει στο σκεπτικό της σε ποια πραγματικά περιστατικά βασίσθηκε για τον καθορισμό της τιμής σε 1000 ευρώ, αντί της πραγματικής των 5.889 ευρώ που ζητήθηκαν ανά τ.μ., ακόμη στερείται νομίμου βάσεως, καθόσον εσφαλμένως έκρινε τις μαρτυρικές αποδείξεις και δη την έκθεση του πραγματογνώμονα Ιωάννου, τυγχάνει αναιρετέα για έλλειψη και επαρκούς αιτιολογίας για την ορθή ή όχι εφαρμογή του νόμου, σχετικά με τον τρόπο προσδιορισμού της αποζημίωσης, αφού επικαλείται αναληθή και αόριστη κατάσταση μάρτυρος των αναιρεσιβλήτων, η αιτιολογία της είναι και ποιοτικά ανεπαρκής και επομένως ανύπαρκτη κατά νόμο" και γγ) δεν έλαβε υπόψη "αφενός τις έγγραφες προτάσεις τους και τους περιεχόμενους σ' αυτές ισχυρισμούς, αφετέρου τα αναφερόμενα σ' αυτές έγγραφα και εισηγητικές εκθέσεις που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν", ενώ από τις καταθέσεις των μαρτύρων τους ..... (που παρατίθενται στο αναιρετήριο) προέκυπτε ότι "η αξία την οποία προσδιόρισε το Εφετείο Θεσσαλονίκης, ως προς την οριστική τιμή αποζημίωσης, δεν καλύπτει την πραγματική τοιαύτη που επιβάλλει ο νόμος, αλλά πρόκειται περί καταβολής μηνιαίου μισθώματος".
Με αυτό το περιεχόμενο είναι φανερό, ότι όλοι οι λόγοι αναίρεσης πάσχουν από αθεράπευτη αοριστία. Σε σχέση με τους δύο πρώτους λόγους, με τα στοιχεία (αα) και (ββ), διότι στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια όλα τα παραπάνω αναγκαία για το ορισμένο τους στοιχεία που τους θεμελιώνουν και ιδίως οι κρίσιμες αναγκαίες στο σύνολό τους υπάρχουσες πραγματικές παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, η έννομη συνέπεια που με βάση αυτές διαγνώστηκε, που συγκεκριμένα βρίσκεται η παραβίαση, οι ισχυρισμοί (αγωγικοί, ενστάσεις κ.λ.π.) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για θεμελίωσή της, ως προς τους οποίους παρουσιάζεται η έλλειψη, ανεπάρκεια ή αντίφαση, και ποιά επιπλέον περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται για επαρκή αιτιολογία.
Καθόσον αφορά τον υπό στοιχεία (γγ) τρίτο λόγο αναίρεσης, διότι στο αναιρετήριο δεν προσδιορίζονται οι έγγραφες προτάσεις τους που δεν λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας, ούτε τα έγγραφα που μνημονεύονται σ' αυτές και οι εισηγητικές εκθέσεις, ούτε παρατίθενται οι περιεχόμενοι σ' αυτές κρίσιμοι ισχυρισμοί τους και επιπλέον δεν εκτίθενται εκείνα τα κρίσιμα γεγονότα που αποδεικνύονται από τα αποδεικτικά αυτά μέσα, καθώς και οι ισχυρισμοί το βάσιμο των οποίων θα αποδεικνυόταν από τα έγγραφα αυτά τα οποία για το σκοπό αυτό προσκόμισαν και επικαλέστηκαν στο εφετείο οι αναιρεσείουσες, που θα είχαν επίδραση στο διατακτικό της αναιρεσιβαλλομένης.
Συνακόλουθα οι λόγοι αυτοί πρέπει να απορριφθούν προεχόντως ως αόριστοι, οι δε αιτιάσεις τους εκείνες με τις οποίες (κατά τα οικεία μέρη), υπό το πρόσχημα της απλής επίκλησης αναιρετικών πλημμελειών, πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Οι αναιρεσείουσες θα καταδικαστούν στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, που δεν κατέθεσαν εδώ προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς -
Απορρίπτει την από 3-12-2004 αίτηση των ....., για αναίρεση της 3334/2003 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και -
Καταδικάζει τις αναιρεσείουσες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε εξακόσια πενήντα (650) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ