Legislator Case Law & Legislation
1872/2022 AI generated

Appeal dismissed for inadmissibility due to absence of a party and procedural defects regarding state liability grounds.

Case Number 1872/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Court of Appeals' decision, ruling the proceedings inadmissible due to the absence of the United Kingdom and procedural irregularities. The appellant argued that the lower court erred in interpreting international state liability rules and failed to provide sufficient reasoning for its findings. The court held that procedural defects render the appeal inadmissible and that arguments regarding the lack of state liability under Article 105 of the Administrative Code are unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 576 §§ 1-2 and 3(b) of the Code of Civil Procedure; Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if a party fails to appear or participate according to legal requirements, and procedural defects regarding jurisdictional rules do not constitute grounds for appeal under Article 559 § 19.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal absence of party procedural defects state liability Code of Civil Procedure legal aid costs allocation

Cited Legislation

AI generated
Article 576 §§ 1 and 2 of the Code of Civil Procedure
Article 576 § 3(b) of the Code of Civil Procedure
Article 559 § 19 of the Code of Civil Procedure
Article 105 of the Administrative Code
Article 179 of the Code of Civil Procedure
Article 8 of Law 3226/2004
Article 9 § 2 of Law 3226/2004

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2022 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1872/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Θεόδωρο Κανελλόπουλο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κυριάκο Μπαμπαλίδη, Παναγιώτη Βενιζελέα, Βρυσηίδα Θωμάτου και Γεώργιο Σχοινοχωρίτη - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 26 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Σ. του Ν., κατοίκου .... Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Μαρία Κοντογιάννη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ, η οποία διορίστηκε σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ.1 του ν. 3226/2004 και την υπ' αριθ. 155/2022 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τους κ.κ. Υπουργούς: α) των Οικονομικών και β) των Εξωτερικών, που κατοικοεδρεύουν αμφότεροι στην Αθήνα, 2) Τουρκικού Κράτους, που εδρεύει στην Άγκυρα Τουρκίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ηνωμένου Βασιλείου Βρετανίας, που εδρεύει στο Λονδίνο και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Κυπριακού Κράτους/Δημοσίου, που εδρεύει στη Λευκωσία και εκπροσωπείται νόμιμα. Το 1ο αναιρεσίβλητο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Γεωργία Παπαδάκη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ., ενώ τα 2ο, 3ο και 4ο αναιρεσίβλητα δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 2-9-2016 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4480/2017 του ίδιου Δικαστηρίου και 1575/2021 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 28-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν ο αναιρεσείων και το 1ο αναιρεσίβλητο, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανιστεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιός επισπεύδει τη συζήτηση. Αν την επισπεύδει ο απολιπόμενος διάδικος η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται αν ο απολιπόμενος ή ο μη παριστάμενος, με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, διάδικος, κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και σε καταφατική περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση, παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί, ενώ σε αποφατική περίπτωση κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση (ΟλΑΠ 14/2015, ΑΠ 548/2020).

Κατά δε την παρ. 3 εδ. β του ίδιου άρθρου, που προστέθηκε σ` αυτό με το άρθρο 62 του Ν. 4139/20.3.2013, αν στη δίκη μετέχουν περισσότεροι συνδεόμενοι με απλή ομοδικία και κάποιος από αυτούς είτε δεν κλητεύθηκε, είτε δεν εκπροσωπείται από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς (ΟλΑΠ 18/2018, ΟλΑΠ 14/2015).

Στην προκειμένη περίπτωση, από την προσκομιζόμενη με επίκληση υπ' αριθ. 10822Β/19-4-2022 έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευθαλίας Στεφανίδου, προκύπτει οτι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου με την από 9-9-2021 Apostille-Επισημείωση προκειμένου να την αποστείλει αυτός στο Υπουργείο Εξωτερικών για επίδοση στο δεύτερο αναιρεσίβλητο Τουρκικό Κράτος (134 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, η οποία κυρώθηκε στην Ελλάδα με το ν.1334/1983.

Με το υπ'αριθ. 34766/12-7-2022 έγγραφο του Υπουργείου Δικαιοσύνης διαβιβάστηκε στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου η από 23-6-2022 απάντηση του αρμόδιου τούρκου δικαστή, με την οποία αποδεικνύεται η πραγματική επίδοση του προς επίδοση δικογράφου προς τις αρμόδιες τουρκικές αρχές. Το δεύτερο αναιρεσίβλητο δεν εμφανίστηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς θα πρέπει να δικαστεί σαν να ήταν παρόν.

Περαιτέρω από την υπ'αριθ. 10820Β/19-4-2022 έκθεση επιδόσεως της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης, επιδόθηκε επιμελεία του αναιρεσείοντος στον Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου προκειμένου να την αποστείλει στο Υπουργείο Εξωτερικών για επίδοση στο τρίτο αναιρεσίβλητο Ηνωμένο Βασίλειο της Μ.Βρετανίας (134 § 3 ΚΠολΔ), σύμφωνα με την από 15 Νοεμβρίου 1965 Διεθνή Σύμβαση της Χάγης, η οποία εφαρμόζεται εν προκειμένω μετά την έξοδο του ΗΒ της Μ.Βρετανίας από την ΕΕ ( BREXIT).

Από το υπ'αριθ. πρωτ. 6548/27-7-2022 πιστοποιητικό της Εισαγγελίας του ΑΠ προκύπτει ότι το δικόγραφο της αναίρεσης με κλήση προς συζήτηση διαβιβάστηκε στις αρμόδιες αρχές του Ηνωμένου Βασιλείου της Βρετανίας στις 20-4-2022, πλην όμως αυτό επιστράφηκε ανεπίδοτο όπως προκύπτει από το υπ'αριθ. QF-2022-005555/4-8-2022 προσκομιζόμενο έγγραφο της αρμοδίας αρχής του ΗΒ.

Κατά συνέπεια, ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ηνωμένο Βασίλειο Βρετανίας, θα πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη η συζήτηση. Τέλος, από τις προσκομιζόμενες με επίκληση υπ'αριθ. 10821Β/19-4-2022 και 10624Β/16-9-2021 εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Αθηνών Ευθαλίας Στεφανίδου, προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της από 28-5-2021 αιτήσεως αναιρέσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της απόφασης επιδόθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα κατ'άρθρο 10 του Καν (ΕΚ) 1393/2007 του Ευρωπαϊκού Κοινοβουλίου και του Συμβουλίου στο τέταρτο αναιρεσίβλητο Κυπριακό Κράτος.

Το τελευταίο δεν εκπροσωπήθηκε όταν η υπόθεση εκφωνήθηκε από τη σειρά του οικείου πινακίου και συνεπώς θα δικαστεί ερήμην. Ωστόσο η υπόθεση θα συζητηθεί σαν να ήταν παρόν ( άρθ. 576 § 2 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 553 § 1 περ. β' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται μόνο κατά των αποφάσεων που δεν μπορούν να προσβληθούν με ανακοπή ερημοδικίας και έφεση και περατώνουν όλη τη δίκη ή μόνο τη δίκη για την αγωγή ή την ανταγωγή, δηλαδή απαιτείται η ύπαρξη τελεσίδικης απόφασης (άρθρο 321 ΚΠολΔ), κρίσιμος δε χρόνος από τον οποίο κρίνεται ο χαρακτήρας της απόφασης ως τελεσίδικης για την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, είναι ο χρόνος της άσκησης της αίτησης αναίρεσης με την κατάθεση του δικογράφου της στον αρμόδιο γραμματέα, όπως το άρθρο 495 §1 του ίδιου Κώδικα ορίζει (ΟλΑΠ 18/2001, ΑΠ 31/2016, ΑΠ 179/2014).

Αυτά ισχύουν και επί αποφάσεως που απορρίπτει την έφεση ερήμην του εφεσιβλήτου και τούτο διότι παρεμπίπτουσα έρευνα από τον Αρειο Πάγο της ελλείψεως εννόμου συμφέροντος ή άλλου λόγου ανυπαρξίας δικαιώματος προς άσκηση ανακοπής δεν επιτρέπεται (ΟλΑΠ 15/2001, ΑΠ 422/2013, ΑΠ 739/2019). Επομένως η ύπαρξη ερήμην απόφασης, δηλαδή απόφασης που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), ενεργοποιεί αμέσως τη δυνατότητα άσκησης απ' αυτόν ανακοπής ερημοδικίας κατά της ερήμην απόφασης (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατά της ερήμην απόφασης αίτησης αναίρεσης, η οποία, αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 § 1εδ.β' περ.β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους.

Αντίθετα, δηλαδή, με την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας, η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ' αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΑΠ 662/2006), δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων.

Συνεπώς αποκλείεται η άσκηση αναίρεσης όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, έστω και αν πιθανολογείται η απόρριψή της. Μάλιστα αν παραλειφθεί η επίδοση της ερήμην απόφασης, δεν αρχίζει καν η προθεσμία άσκησης κατ' αυτής ανακοπής ερημοδικίας, οπότε αντίστοιχα δεν υπάρχει χρονικό όριο για την άσκησή της, αφού σε σχέση μ' αυτή δεν είναι θεσπισμένη - και ούτε θα όφειλε να είναι- καταχρηστική προθεσμία αντίστοιχη με την καταχρηστική προθεσμία των άρθρων 518 § 2 και 564 § 3 ΚΠολΔ, που ισχύει για την έφεση και την αναίρεση. Έτσι όμως η παράλειψη επίδοσης της ερήμην απόφασης εμποδίζει εξακολουθητικά την άσκηση κατ' αυτής αίτησης αναίρεσης, με απότοκη συνέπεια την αναστολή και της καταχρηστικής προθεσμίας των δύο ετών που ισχύει για την αναίρεση και έχει ως αφετηρία τη δημοσίευση της προσβαλλόμενης απόφασης, αφού προϋπόθεση αυτονόητη της προθεσμίας αυτής είναι η ύπαρξη απόφασης υποκείμενης οπωσδήποτε σε αναίρεση (ΑΠ 864/2017).

Εν προκειμένω με την κρινόμενη από 28-5-2021 αίτηση αναιρέσεως, η οποία ασκήθηκε νόμιμα προ πάσης επιδόσεως της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως και εντός της καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 § 3 ΚΠολΔ, για την οποία έχει καταβληθεί το υπό του νόμου οριζόμενο υπ'αριθ. 37932387795107290055/2021 παράβολο των 450 ευρώ (άρθ. 495 § 1 § 3 Βδ ΚΠολΔ), προσβάλλεται η υπ'αριθ. 1575/2021 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, το οποίο απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος κατά της υπ' αριθ. 4480/2017 οριστικής αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, που είχε απορρίψει την από 2-9-2016 αγωγή του κατά των αναιρεσιβλήτων.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του περιεχομένου της (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), η ως άνω προσβαλλόμενη απόφαση εκδόθηκε ερήμην του δευτέρου εφεσιβλήτου (και νυν δευτέρου αναιρεσιβλήτου) Τουρκικού Κράτους και του τρίτου εφεσιβλήτου (και νυν τρίτου αναιρεσιβλήτου) Ηνωμένου Βασιλείου της Μεγ.Βρετανίας και Βορείου Ιρλανδίας και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων (πρώτου και τετάρτου).

Όμως, από τα στοιχεία της δικογραφίας δεν προκύπτει επίδοση της προσβαλλόμενης εφετειακής απόφασης στο δεύτερο των αναιρεσιβλήτων, ούτως ώστε κατά το άρθρο 503 § 2 και 3 σε συνδυασμό και με το άρθρο 144 § 2 του ΚΠολΔ, να αρχίσει γι' αυτό, που δικάστηκε στο εφετείο ερήμην, η 60νθήμερη, εν προκειμένω, προθεσμία για την άσκηση κατά της απόφασης αυτής ανακοπής ερημοδικίας, ενώ δεν προκύπτει ούτε παραίτηση από το δικαίωμα άσκησής της.

Συνεπώς, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως ασκήθηκε ως προς το δεύτερο των αναιρεσιβλήτων κατ' αποφάσεως που υπόκειται εξακολουθητικά σε ανακοπή ερημοδικίας και για το λόγο αυτό πρέπει να απορριφθεί, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτη, σύμφωνα με το άρθρο 577 §§ 1 και 2 ΚΠολΔ, Διάταξη περί δικαστικής δαπάνης υπέρ του δευτέρου αναιρεσιβλήτου δεν θα περιληφθεί, αφού, λόγω της ερημοδικίας του και ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου, δεν υπέβαλε αίτημα περί δικαστικής δαπάνης σε βάρος του αναιρεσείοντος που ηττήθηκε (άρθ. 176, 189 § 1, 191 § 2 ΚΠολΔ).

Ως προς το πρώτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, ως προς τα οποία η προσβαλλόμενη απόφαση έχει τελεσιδικήσει, καθόσον μεταξύ των αναιρεσιβλήτων υπάρχει ο δεσμός της απλής ομοδικίας και, συνεπώς, η απόφαση τελεσιδικεί για κάθε ομόδικο αυτοτελώς (ΟλΑΠ 902/1982), η αίτηση αναιρέσεως, ασκηθείσα νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 § 1 ΚΠολΔ), όπως προεκτέθηκε, είναι παραδεκτή (άρθ. 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των διαλαμβανομένων σ' αυτή λόγων (άρθ. 577 § 3 ΚΠολΔ).

Ι.Οι πολεμικές δραστηριότητες, εκδηλούμενες με ένοπλη βία, αποκηρύχθηκαν από τις σύγχρονες κοινωνίες. Διαπιστώνοντας όμως ότι η πλήρης απαγόρευσή τους είναι μεν ιδανική λύση αλλά ουσιαστικά ουτοπική, κρίθηκε σκόπιμο να ορισθούν οι προϋποθέσεις που θα έπρεπε να πληρούνται προκειμένου η προσφυγή στα όπλα να μπορεί να χαρακτηρισθεί ως δίκαιη.

Παράλληλα έπρεπε να καθοριστούν και οι σχετικοί κανόνες και περιορισμοί, οι οποίοι θα διέπουν τη διεξαγωγή ενός δίκαιου πολέμου όταν ο πόλεμος ξεκινήσει ώστε η ένοπλη αυτή βία να περιορισθεί κατά το δυνατόν μεταξύ εκείνων που μετέχουν ενεργά στις εχθροπραξίες και οι επιπτώσεις προς τους άμαχους να είναι κατά το δυνατόν ελάχιστες.

Αυτά επιχείρησε να κωδικοποιήσει το Διεθνές Δίκαιο με σειρά κανόνων οι οποίοι αρχικά μεν είχαν εθιμικό χαρακτήρα αλλά στη συνέχεια αποκρυσταλλώθηκαν σε συμβατικά κείμενα. Στις διεθνείς λοιπόν σχέσεις συγκροτήθηκε το "Δίκαιο των ενόπλων συγκρούσεων" το οποίο διακρίνεται σε δύο βασικές ομάδες διατάξεων.

Η πρώτη (jus ad bellum) σχετίζεται με τη χρήση της ένοπλης βίας, αφορά δηλαδή το σύνολο των κριτηρίων που θα πρέπει να πληρούνται προκειμένου να επιτραπεί σε ένα κράτος να ξεκινήσει έναν "νόμιμο πόλεμο" και η δεύτερη αφορά τους κανόνες που πρέπει να εφαρμόζονται αμέσως μετά την έναρξη των εχθροπραξιών προκειμένου να τεθούν περιορισμοί στη χρήση βίας και διαρκεί μέχρι την οριστική αποκατάσταση της ειρήνης (jus in bello).

To jus ad bellum συγκροτείται από ένα πλέγμα διατάξεων και συγκεκριμένα: α) Από το Σύμφωνο των Παρισίων 1928, το Σύμφωνο Kellog-Briand που καταδίκασε ολοκληρωτικά τον πόλεμο και το οποίο επικυρώθηκε από 64 χώρες συμπεριλαμβανομένης και της προπολεμικής Γερμανίας, ισχύει δε μέχρι και σήμερα, β) Από το Καταστατικό Χάρτη του Οργανισμού Ηνωμένων Εθνών (1945) ο οποίος στο άρθρο 2 παρ. 4 αναφέρει ότι "όλα τα μέλη θα απέχουν στις διεθνείς τους σχέσεις από την απειλή χρήση βίας κατά της εδαφικής ακεραιότητας ή πολιτικής ανεξαρτησίας οποιουδήποτε κράτους", γ) Από τις αποφάσεις -διακηρύξεις της Γενικής Συνέλευσης του ΟΗΕ, οι οποίες αποκτούν χαρακτήρα ταχέως αναδυόμενου εθιμικού δικαίου καθώς και από το προϋπάρχον εθιμικό δίκαιο.

Δευτερευόντως, πηγές του δικαίου των ενόπλων συγκρούσεων αποτελούν αποφάσεις του Διεθνούς Δικαστηρίου της Χάγης σε υποθέσεις που έχουν σχέση με ένοπλες συγκρούσεις καθώς και αποφάσεις των ad hoc Δικαστηρίων σε περιπτώσεις ενόπλων συγκρούσεων που έχουν δημιουργήσει νομολογία όπως τα δικαστήρια της Νυρεμβέργης και του Τόκιο, τα Δικαστήρια για την πρώην Γιουγκοσλαβία και την Ρουάντα.

Ομοίως δευτερεύουσα συμπληρωματική πηγή κανόνων αποτελούν και οι απόψεις διεθνολόγων εγνωσμένου κύρους. Το jus in bello συγκροτείται από πλέγμα 26 Συμβάσεων και Πρωτοκόλλων, μεταξύ των οποίων προεξέχουσα θέση έχουν οι συμβάσεις της Χάγης των ετών 1899, 1907 και 1923 καθώς και της Γενεύης 1949 μαζί με τα δύο Πρόσθετα σε αυτές Πρωτόκολλα του 1977.

Οι Συμβάσεις της Χάγης των ετών 1899, 1907 και 1923 βασίζονται στην αρχή της διάκρισης μεταξύ ενόπλων δυνάμεων και προσώπων που δεν λαμβάνουν μέρος στις εχθροπραξίες. Όσον αφορά στα μέσα του πολέμου κυριαρχεί ο κανόνας ότι "Το δικαίωμα των εμπολέμων να χρησιμοποιούν μέσα προς βλάβη του εχθρού δεν είναι απεριόριστο" όπως και επίσης και ότι απαγορεύεται η "χρησιμοποίηση όπλων βλημάτων ή υλών που μπορούν να προκαλέσουν περιττές σωματικές βλάβες".

Όσο αφορά στις ανθρωπιστικές αρχές που τηρούνται κατά τη διάρκεια των εχθροπραξιών αυτές δημιουργήθηκαν εθιμικά και κωδικοποιήθηκαν με μία σειρά διεθνών συμβάσεων από το 1860. Η κωδικοποίησή τους σε γραπτούς κανόνες δεν κατήργησε ούτε αντικατέστησε το εθιμικό δίκαιο. Η Σύμβαση της Χάγης ΙV της 18.10.1907, περί των Νόμων και Εθίμων του κατά ξηράν πολέμου και οι προσαρτημένος Κανονισμός, ορίζει στο άρθρο 3 ότι "Ο παραβαίνων τις διατάξεις του ρηθέντος Κανονισμού Εμπόλεμος ευθύνεται, ενδεχομένως, σε αποζημίωση.

Ευθύνεται δε διά πάσας τας πράξεις τας ενεργηθείσας υπό των προσώπων των αποτελούντων μέρος της στρατιωτικής αυτού δυνάμεως". Στον προσαρτημένο Κανονισμό περιλαμβάνονται διατάξεις του Δικαίου του Πολέμου οι οποίες προβλέπουν περιορισμούς στην πολεμική δραστηριότητα των ενόπλων δυνάμεων των εμπολέμων και στην συμπεριφορά τους κατά την άσκηση της εξουσίας σε καταληφθείσα χώρα και από τις οποίες θα μπορούσαν να προκύψουν δικαιώματα για τους μάχιμους, αιχμαλώτους και άμαχους.

ΙΙ.Tο δημόσιο διεθνές δίκαιο περιορίζει τη δικαιοδοτική δράση των κρατικών δικαστηρίων στα όρια της έννομης τάξεώς τους για να αποφευχθεί η προσβολή των κυριαρχικών δικαιωμάτων άλλων κρατών. Οι περιορισμοί της κρατικής δικαιοδοτικής εξουσίας εκ μέρους του δημοσίου διεθνούς δικαίου δεν σταματούν ωστόσο εδώ.

Κανόνες του τελευταίου εξαιρούν από τη διεθνή δικαιοδοσία των πολιτειακών δικαστηρίων αλλοδαπά κράτη, καθώς και συγκεκριμένα πρόσωπα που συνδέονται άμεσα με την κρατική δράση, διαμορφώνοντας με τον τρόπο αυτό το θεσμό της ετεροδικίας ("immunity", "Immunitat"). Με την ετεροδικία επιδιώκεται η αποφυγή επιβαρύνσεως των διακρατικών σχέσεων εξαιτίας της υπαγωγής στην κρατική δικαιοδοσία αλλοδαπών κρατών, καθώς και των διπλωματικών ή προξενικών αντιπροσώπων τους.

Σημαντικά κανονιστικά κείμενα του δημοσίου διεθνούς δικαίου τα οποία διέπουν την ετεροδικία είναι η Διεθνής Σύμβαση της Βιέννης της 18.4.1961 για τις διπλωματικές σχέσεις, η οποία κυρώθηκε με το ν.δ. 503/1970, η Διεθνής Σύμβαση της Βιέννης της 24.4.1963 για τις προξενικές σχέσεις, η οποία κυρώθηκε με το ν. 90/1975 και η Σύμβαση της Βασιλείας της 16.5.1972 για την ετεροδικία των κρατών, η οποία καταρτίσθηκε στο πλαίσιο του Συμβουλίου της Ευρώπης.

Σημαντικό για τη ρύθμιση της ετεροδικίας παραμένει και το διεθνές έθιμο, παρά την όποια αβεβαιότητα συνεπάγεται η διαπίστωση της ισχύος και του περιεχομένου του. Στη διαπίστωση του διεθνούς εθίμου είναι δυνατό να συμβάλουν και οι διεθνείς συμβάσεις που προαναφέρθηκαν, εφόσον θεωρηθεί ότι αντανακλούν μία γενικότερη πεποίθηση και πρακτική των κρατών κατά το χρόνο θέσεώς τους σε ισχύ.

Tο διεθνές συμβατικό δίκαιο είναι δυνατό να αποτελέσει τη βάση για τη δημιουργία διεθνούς εθίμου, εφόσον οι κανόνες του εφαρμοσθούν για ικανό χρονικό διάστημα και από τρίτα, μη συμβαλλόμενα κράτη. Οι κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου που διέπουν την ετεροδικία ισχύουν αμέσως στην ελληνική έννομη τάξη κατά το άρθρο 28 § 1 Σ και μάλιστα κατισχύουν κάθε αντίθετης διατάξεως τυπικού νόμου.

Συνεπώς, ο έλληνας δικονομικός νομοθέτης δεν μπορεί να επιβάλει στο θεσμό της ετεροδικίας περιορισμούς ή εξαιρέσεις άλλους από εκείνους που προκύπτουν από τη δημοσίου διεθνούς δικαίου ρύθμισή του. Τέλος, εάν ανακύψουν ερμηνευτικά ζητήματα σχετικά με την ισχύ και το περιεχόμενο των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου που διέπουν την ετεροδικία, κάτι που σε σχέση με το διεθνές έθιμο είναι αρκετά πιθανό, τότε κατά τη διάταξη του άρθρου 100 § 1στ' Σ το Ανώτατο Ειδικό Δικαστήριο αποφαίνεται για την ισχύ και το περιεχόμενο των κανόνων αυτών.

Περαιτέρω, εάν τα κρατικά όργανα αδικοπραγούν κατά τη συμμετοχή τους στην ιδιωτική συναλλακτική ζωή, με συνέπεια να πληρούται το πραγματικό τόσο της ενδοσυμβατικής όσο και της αδικοπρακτικής ευθύνης, μπορεί να γίνει δεκτό ότι δεν υφίσταται ετεροδικία. Εάν αντίθετα η κρατική αδικοπραξία διαπράττεται κατά την άσκηση δημόσιας εξουσίας, τότε είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι η ετεροδικία αποκλείει την ενάσκηση των σχετικών αξιώσεων ενώπιον των πολιτικών δικαστηρίων άλλου κράτους, εφόσον και στην περίπτωση αυτή πρόκειται για acta jure imperii.

Επισημαίνεται βέβαια ότι κατά το άρθρο 11 της Συμβάσεως της Βασιλείας για την ετεροδικία των κρατών, ένα συμβαλλόμενο κράτος στερείται ετεροδικίας σε περίπτωση ασκήσεως εναντίον του αγωγής αποζημιώσεως στα δικαστήρια άλλου συμβαλλόμενου κράτους, εφόσον τα ζημιογόνα γεγονότα συνέβησαν στο έδαφος του κράτους του forum από πρόσωπο που ήταν παρόν κατά το χρόνο επελεύσεως των ζημιογόνων γεγονότων.

Είναι χαρακτηριστικό ότι η Σύμβαση δεν δέχεται ετεροδικία σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης συμβαλλόμενου κράτους και εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις που θέτει, χωρίς σύμφωνα με το γράμμα της να διακρίνει μεταξύ πράξεων που διενεργούνται jure gestionis και πράξεων που ασκούνται jure imperii, δηλαδή κατά την εκδήλωση κυριαρχικής κρατικής δράσεως.

Τη ρύθμιση αυτή επικαλέστηκε μάλιστα μεταξύ των άλλων και η ΟλΑΠ 11/2000 για να θεμελιώσει την κρίση της περί υπάρξεως διεθνούς εθίμου το οποίο εισάγει εξαίρεση από την ετεροδικία σε περίπτωση ασκήσεως αγωγής αποζημιώσεως εναντίον κράτους εξαιτίας εγκλημάτων που διέπραξαν οι ένοπλες δυνάμεις του (αξιώσεις αποζημιώσεως κατά της Ομοσπονδιακής Δημοκρατίας της Γερμανίας, λόγω των εγκληματικών πράξεων των γερμανικών στρατευμάτων κατοχής στο Δίστομο της Βοιωτίας).

Οι απόφαση προς υποστήριξη της θέσεώς της επικαλείται και τη νομολογία των δικαστηρίων των ΗΠΑ η οποία επιτρέπει την άσκηση αδικοπρακτικών αξιώσεων κατά αλλοδαπού κράτους. Πρέπει ωστόσο να αναφερθεί ότι είναι εξαιρετικά αμφίβολη η διαμόρφωση διεθνούς εθίμου με περιεχόμενο αντίστοιχο της προαναφερόμενης ρυθμίσεως (πρβλ.

και ΑΕΔ 6/2002, η οποία εκδόθηκε στην ίδια υπόθεση των αγωγών αποζημιώσεως κατά της Ομοσπονδιακής Γερμανίας). Η νομολογία των δικαστηρίων των ΗΠΑ απορρίπτει μεν την ύπαρξη ετεροδικίας σε περίπτωση ασκήσεως αδικοπρακτικών αξιώσεων κατά ξένου κράτους, ακόμα και όταν αυτές απορρέουν από την κυριαρχική δράση του, ωστόσο η νομολογία αυτή διαμορφώθηκε κατ' εφαρμογή όχι διεθνούς εθίμου, αλλά εσωτερικού ομοσπονδιακού δικαίου, της Foreign Sovereign Immunities Act.

Συνεπώς, η νομολογία των αμερικανικών δικαστηρίων δεν είναι η πλέον κατάλληλη για τη διαπίστωση της ισχύος ενός κανόνα του διεθνούς εθιμικού δικαίου, η εμβέλεια του οποίου μάλιστα υπερβαίνει τα όρια του αμερικανικού δικαίου. Από την άλλη πλευρά η νομολογία των ευρωπαϊκών δικαστηρίων, με εξαίρεση την προαναφερόμενη απόφαση της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου, επιμένει στη διάκριση μεταξύ acta jure gestionis και acta jure imperii και κατά την ενάσκηση αδικοπρακτικών αξιώσεων.

Επίσης και το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου (ΕΔΔΑ) στην από 21.11.2001 απόφασή του στην υπόθεση Mc Elhinney κατά Ιρλανδίας (Δ 33 σ. 843) υιοθετεί την πιο πάνω διάκριση και καταφάσκει την ύπαρξη ετεροδικίας όταν η ζημία προκαλείται από κυριαρχικές πράξεις των κρατικών οργάνων. Η άσκηση δικαιοδοτικής εξουσίας προϋποθέτει τη νομική υπεροχή ενός κράτους απέναντι σε ένα άλλο.

Η υπεροχή αυτή είναι ωστόσο δυνατό να αμφισβητηθεί, όταν το αλλοδαπό κράτος ενεργεί κυριαρχικά. Εδώ τόσο το ημεδαπό όσο και το αλλοδαπό κράτος βρίσκονται σε σχέση ισότητας και η εκδίκαση της διαφοράς είναι δυνατή, μόνον εάν το αλλοδαπό κράτος αποδεχθεί τη διαιτητική επίλυσή της με την κατάρτιση σχετικής συμφωνίας, ή ενδεχομένως και τη δικαστική επίλυση παραιτούμενο από την ετεροδικία.

Αυτή είναι πλέον σήμερα ή έννοια του κανόνα "par in parem non habet imperium". Αντίθετα, όταν το αλλοδαπό δημόσιο συμμετέχει ως ιδιώτης στη συναλλακτική ζωή, δεν ενεργεί κυριαρχικά και συνεπώς υπόκειται, όπως κάθε ιδιώτης, στη δικαιοδοσία των ημεδαπών δικαστηρίων. Συνακόλουθα κρίνεται επιβεβλημένη η τελολογική συστολή της διατάξεως του άρθρου 11 της Συμβάσεως της Βασιλείας, έτσι ώστε ο αποκλεισμός της ετεροδικίας να ισχύει μόνο για την εκδίκαση αδικοπρακτικών αξιώσεων που προκύπτουν από τη συναλλακτική δραστηριότητα του αλλοδαπού δημοσίου.

Ειδικότερα για την περίπτωση της ασκήσεως αδικοπρακτικών αξιώσεων στα ημεδαπά δικαστήρια κατά αλλοδαπού κράτους εξαιτίας εγκληματικών πράξεων των ενόπλων δυνάμεών του καταφάσκεται, σύμφωνα και με όσα προαναφέρθηκαν, στην αποδοχή της υπάρξεως ετεροδικίας. Οι εγκληματικές πράξεις των στρατευμάτων ενός κράτους στο έδαφος άλλου κράτους συνιστούν πράξεις ασκήσεως κρατικής κυριαρχίας, ακόμα και όταν διενεργούνται καθ' υπέρβαση ή κατάχρηση των στρατιωτικών καθηκόντων.

Ως acta jure gestionis που εξαιρούνται της ετεροδικίας χαρακτηρίζονται πράξεις της συναλλακτικής δραστηριότητας, όπου το κράτος συμμετέχει υπό συνθήκες ισότητας, όπως συμβαίνει με κάθε ιδιώτη.

Συνεπώς, εγκληματικές πράξεις ενόπλων στρατευμάτων, οι οποίες ακριβώς θεμελιώνονται στην καταλυτική δια των όπλων υπεροχή των κρατικών οργάνων, δεν είναι δυνατό να χαρακτηρισθούν ως acta jure gestionis ώστε να αρθεί η ετεροδικία. Επισημαίνεται μάλιστα ότι και η Σύμβαση της Βασιλείας για την ετεροδικία των κρατών (άρθρο 31) ορίζει ότι οι διατάξεις της δεν θίγουν τα προνόμια και τις ασυλίες των συμβαλλομένων κρατών σε σχέση με οποιαδήποτε πράξη ή παράλειψη που έγινε από τις ένοπλες δυνάμεις τους κατά το χρόνο που αυτές ευρίσκονται στο έδαφος άλλου συμβαλλόμενου κράτους.

Συνεπώς, όποια ερμηνεία και να δοθεί στη διάταξη του άρθρου 11 της ίδιας Συμβάσεως, δεν είναι δυνατό να υποστηριχθεί με βάση τις διατάξεις της ο αποκλεισμός της ετεροδικίας σε περίπτωση αδικοπρακτικής ευθύνης αλλοδαπού κράτους λόγω παρανόμων πράξεων των ενόπλων δυνάμεών του (ΑΕΔ 6/2002) αφού το άρθρο 31 ρητά αποκλείει οποιονδήποτε περιορισμό της ετεροδικίας με βάση τη Σύμβαση στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν.

Κατά την άποψη της μειοψηφίας της υπ' αριθ. 6/2002 αποφάσεως του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, ο αποκλεισμός της ετεροδικίας στις περιπτώσεις που προαναφέρθηκαν είναι δυνατό να στηριχθεί στις διατάξεις της Συμβάσεως των Βρυξελλών και πλέον σήμερα του Κανονισμού 1215/2012 για τη διεθνή δικαιοδοσία, την αναγνώριση και την εκτέλεση αποφάσεων σε αστικές και εμπορικές υποθέσεις και ειδικότερα στη διάταξη του άρθρου 1 παρ.1 αυτού και πριν άρθ. 5 Καν 44/2001.

Η τελευταία διάταξη εκφράζει, κατά την άποψη της μειοψηφίας της ΑΕΔ 6/2002, την αρχή της εδαφικής κυριαρχίας, σύμφωνα με την οποία τα δικαστήρια του τόπου που συνέβη το ζημιογόνο γεγονός έχουν διεθνή δικαιοδοσία για την εκδίκαση των σχετικών αδικοπρακτικών αξιώσεων. Η άποψη αυτή δεν γίνεται ωστόσο δεκτή ακόμα και κάτω από το πρίσμα της υπεροχής του κοινοτικού δικαίου (ο Κανονισμός 1215/2012 αποτελεί παράγωγο κοινοτικό δίκαιο) απέναντι στο δημόσιο διεθνές δίκαιο και συνεπώς και απέναντι στους κανόνες του τελευταίου, που, όπως προαναφέρθηκε, διέπουν την ετεροδικία.

Επισημαίνεται ότι η διεθνής δικαιοδοσία διακρίνεται από τη διεθνή αρμοδιότητα των ημεδαπών δικαστηρίων. Ως διεθνής δικαιοδοσία ορίζεται η εξουσία των ημεδαπών δικαστηρίων να επιληφθούν της εκδικάσεως κάθε διαφοράς με στοιχεία αλλοδαπότητας, η οποία περιορίζεται από τους περί ετεροδικίας κανόνες του δημοσίου διεθνούς δικαίου.

Από την άλλη πλευρά τα ημεδαπά δικαστήρια έχουν διεθνή αρμοδιότητα να δικάσουν συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων με στοιχεία αλλοδαπότητας, τις οποίες προσδιορίζει το εκάστοτε εφαρμοστέο δικονομικό διεθνές δίκαιο, είτε αυτό είναι το αυτόνομο δίκαιο, είτε το διεθνές συμβατικό, είτε το σε επίπεδο Ευρωπαϊκής Ενωσης εναρμονισμένο δίκαιο.

Με βάση την πιο πάνω διάκριση είναι σαφές ότι ο Κανονισμός 44/2001 και τώρα ο 1215/2012, ρυθμίζει όχι τη διεθνή δικαιοδοσία, αλλά τη διεθνή αρμοδιότητα των δικαστηρίων των κρατών μελών να δικάσουν συγκεκριμένες κατηγορίες υποθέσεων. Είναι δηλ. σε συνέχεια και της ελληνικής υπόθεσης των γερμανικών πολεμικών αποζημιώσεων, κατ'απαίτηση της Γερμανίας, εκτός πεδίου εφαρμογής των ευρωπαϊκών δικονομικών μηχανισμών.

Την θέση αυτή είχε ήδη υιοθετήσει ρητά το ΔΕΚ στην απόφασή του της 15.12.2007, το οποίο έκρινε ότι δεν εμπίπτει στην έννοια των "αστικών υποθέσεων" αγωγή ασκούμενη από φυσικά πρόσωπα εντός ενός κράτους κατά άλλου κράτους μέλους "σκοπούσα στην αποκατάσταση της ζημίας που υπέστησαν οι έλκοντες δικαιώματα εκ των θυμάτων των ενεργειών ενόπλων δυνάμεων στο πλαίσιο πολεμικών επιχειρήσεων επι του εδάφους του πρώτου κράτους" (ΔΕΚ, 15.12.2007, Λεχουρίτου κ.α.

C-292/05, σκέψη 46). Με την ρητή προσθήκη στο άρθρο 1 παρ.1 του Κανονισμού 1215/2012 της εξαίρεσης για τα acta jure imperii υπάρχει πλήρης εναρμόνιση με τη νομολογία του Δικαστηρίου του 2007 και την παραδοσιακή μάλλον διεθνώς κρατούσα θέση ως προς το προνόμιο της ετεροδικίας. Μάλιστα είναι δυνατό να υφίσταται κατά τον Κανονισμό βάση διεθνούς αρμοδιότητας των ημεδαπών δικαστηρίων για την εκδίκαση αξιώσεως από σύμβαση ή αδικοπραξία, στρεφόμενης κατά αλλοδαπού κράτους (άρθρο 5 σημ. 1 και 3 αντίστοιχα Καν 44/2001 και 1 παρ.1 Καν 1215/2012), ωστόσο ταυτόχρονα να αποκλείεται η διεθνής δικαιοδοσία τους εξαιτίας της κατά το δημόσιο διεθνές δίκαιο υφιστάμενης ετεροδικίας, εάν οι αξιώσεις απορρέουν από κυριαρχική (jure imperii) δράση του αλλοδαπού κράτους.

Επισημαίνεται τέλος ότι η κατάφαση της ετεροδικίας ενός κράτους δεν σημαίνει αδυναμία των προσώπων, τα οποία ζημιώθηκαν από τη δράση του, να επιτύχουν την παροχή δικαστικής προστασίας. Έχουν πάντοτε τη δυνατότητα να απευθυνθούν στα δικαστήρια του κράτους αυτού. Πρόκειται για τα πολιτικά ή τα διοικητικά δικαστήρια του ζημιώσαντος κράτους ανάλογα με την οριοθέτηση της δικαιοδοσίας των πολιτικών και των διοικητικών δικαστηρίων που γίνεται αποδεκτή από την έννομη τάξη του.

Ωστόσο στην περίπτωση που τα δικαστήρια του ζημιώσαντος κράτους αρνούνται την ύπαρξη δικαιοδοσίας τους για την εκδίκαση των αξιώσεων που στρέφονται εναντίον του, είναι δυνατό να υποστηριχθεί ότι το υπερνομοθετικής ισχύος δικαίωμα δικαστικής προστασίας επιβάλλει τον περιορισμό της ετεροδικίας, ώστε να καταστεί δυνατή η παροχή δικαστικής προστασίας στα πρόσωπα που ζημιώθηκαν από την παράνομη δράση του αλλοδαπού κράτους.

Εδώ, το δικαίωμα δικαστικής προστασίας, το οποίο κατοχυρώνεται από το άρθρο 20 Σ και το άρθρο 6 § 1 ΕΣΔΑ, κατισχύει των κανόνων του δημοσίου διεθνούς δικαίου περί ετεροδικίας και επιτρέπει στα ημεδαπά δικαστήρια να δικάσουν τις αξιώσεις κατά του αλλοδαπού κράτους, παρά το γεγονός ότι αυτές απορρέουν από την κυριαρχική δράση του τελευταίου.

Προϋπόθεση ωστόσο του περιορισμού της ετεροδικίας είναι η αμετάκλητη απόρριψη της αγωγής των ζημιωθέντων από τα δικαστήρια του ζημιώσαντος κράτους με την αιτιολογία της ελλείψεως δικαιοδοσίας, ή η διαμόρφωση πάγιας νομολογίας των τελευταίων περί ελλείψεως δικαιοδοσίας, η οποία καθιστά εκ των προτέρων βέβαιη την αποτυχία κάθε προσπάθειας εκδικάσεως των αξιώσεων των ζημιωθέντων προσώπων.

ΙΙΙ.Στο άρθρο 105 του ΕισΝΑΚ ορίζεται ότι "Για παράνομες πράξεις ή παραλείψεις των οργάνων του δημοσίου κατά την άσκηση της δημόσιας εξουσίας που τους έχει ανατεθεί, το δημόσιο ενέχεται σε αποζημίωση, εκτός αν η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά παράβαση διάταξης που υπάρχει για χάρη του γενικού συμφέροντος.

Μαζί με το δημόσιο ευθύνεται εις ολόκληρον και το υπαίτιο πρόσωπο, με την επιφύλαξη των ειδικών διατάξεων για την ευθύνη των υπουργών". Η πρώτη από τις διατάξεις αυτές, ορίζοντας ως προϋπόθεση για την ευθύνη του Δημοσίου προς αποζημίωση τον παράνομο χαρακτήρα της ζημιογόνου πράξεως ή παραλείψεως έχει ευθεία εφαρμογή στην περίπτωση ζημιογόνας δράσεως οργάνων της νομοθετικής εξουσίας (νομοθέτηση ή παράλειψη νομοθετήσεως αντικείμενη σε κανόνες δικαίου υπέρτερης τυπικής ισχύος) και της εκτελεστικής εξουσίας κατά την εφαρμογή του νόμου στην ατομική περίπτωση (παράβαση της αρχής της νομιμότητας).

Οι πράξεις που συνιστούν πράξεις διαχειρίσεως της πολιτικής εξουσίας στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής και συνδέονται ευθέως με τη διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας, έχουν κυβερνητικό χαρακτήρα, μη υποκείμενες στον ακυρωτικό έλεγχο του Συμβουλίου της Επικρατείας, σύμφωνα με τα οριζόμενα στο άρθρο 45 § 5 του π.δ.18/1989.

Η κατά τα ανωτέρω δε μη υπαγωγή των κυβερνητικών πράξεων σε δικαστικό έλεγχο, που αφορά σε ελάχιστες κατηγορίες πράξεων, προσδιοριζόμενες, άλλωστε, εκάστοτε από το ίδιο το δικαστήριο, δεν τελεί υπό την αρνητική προϋπόθεση της ελλείψεως αντανακλαστικών συνεπειών από την εφαρμογή των πράξεων αυτών στην άσκηση ατομικών δικαιωμάτων.

Οι πράξεις αυτές μπορούν να έχουν, όπως κάθε πράξη, επίπτωση σε συνταγματικώς προστατευόμενα ατομικά δικαιώματα ή σε πολιτικά δικαιώματα. Η μη υπαγωγή τους σε δικαστικό έλεγχο υπαγορεύεται και δικαιολογείται μόνον από τη φύση τους, δεν συναρτάται δε με τις τυχόν επιπτώσεις και συνέπειές τους και δεν συνδέεται με την βαρύτητα καθεμιάς απ' αυτές.

Εξ άλλου, η μη υπαγωγή των πράξεων αυτών σε ευθύ ακυρωτικό έλεγχο ούτε συνεπάγεται την αποδέσμευση του οργάνου που τις εκδίδει από την υποχρέωση τηρήσεως των οικείων συνταγματικών διατάξεων ούτε αποκλείει την ανόρθωση ενδεχόμενων δυσμενών επιπτώσεών τους σε ιδιώτες κατά τρόπους και διαδικασίες που, κατά περίπτωση, προβλέπονται από την έννομη τάξη.

Έχει απλώς την έννοια ότι, για τους προεκτεθέντες λόγους, οι πράξεις αυτές δεν υπόκεινται στον συγκεκριμένο έλεγχο. Το γεγονός δε της, υπό τις ως άνω συνθήκες, αδυναμίας ακυρωτικού ελέγχου των εν λόγω πράξεων δεν προσκρούει στις διατάξεις που κατοχυρώνουν το δικαίωμα πλήρους και αποτελεσματικής δικαστικής προστασίας, δεδομένου ότι το δικαίωμα αυτό δεν είναι απόλυτο, αλλά υπόκειται και σε περιορισμούς, μεταξύ των οποίων και οι εν προκειμένω κρίσιμοι, δηλαδή εκείνοι που δικαιολογούνται από τον νόμιμο σκοπό του σεβασμού των κανόνων του διεθνούς δικαίου [ΟλΣτΕ 2615,2616/2018, ΟλΣτΕ 22/2007 σκ. 6, ΟλΣτΕ 3669/2006 σκ. 6, 1209/2014 σκ. 5-6, 1393-5/2004, ΕΔΔΑ (Μείζων Σύνθεση) απόφαση της 14.12.2006, Markovic και άλλοι κατά Ιταλίας, αριθμός προσφυγής 1398/03, ΕΔΔΑ απόφαση επί του παραδεκτού - decision - της 16.4.2009, Βλαστός κατά Ελλάδας, απόφασή του επί του παραδεκτού - decision - της 12.12.2002, Καλογεροπούλου και λοιποί κατά Ελλάδας].

Συνακόλουθα, οι ίδιες ως άνω πράξεις δεν υπόκεινται σε έλεγχο ούτε από τα πολιτικά δικαστήρια, όταν αυτά έχουν δικαιοδοσία να δικάσουν. IV.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, η απόφαση αναιρείται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο λόγος αυτός είναι δυνατόν να έχει ως περιεχόμενο την αιτίαση, ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε δεύτερο βαθμό το δικαστήριο, που εξέδωσε την προσβαλλομένη τελεσίδικη απόφαση, απορρίφθηκε ως μη νόμιμη, ενώ θα έπρεπε να κριθεί νόμιμη, σύμφωνα με τον συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 655/2010, ΑΠ 1734/2009).

Ο λόγος αυτός μπορεί να δημιουργηθεί και από την εσφαλμένη εκτίμηση του δικογράφου της αγωγής, το οποίο παραδεκτώς ελέγχεται από τον 'Αρειο Πάγο, κατ` αρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, ήτοι αν ζήτησε περισσότερα ή αρκέστηκε σε λιγότερα από τα απαιτούμενα κατά νόμο περιστατικά, τα οποία περιέχονταν στην αγωγή (ΑΠ 231/2004), ενώ αν δεν έλαβε υπόψη τα στηρίζοντα το δικαίωμα και εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, τότε ιδρύεται ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης (ΑΠ 38/2006).

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 4 του αρθ. 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, αν το δικαστήριο της ουσίας υπερέβη θετικά τη δικαιοδοσία του, δηλαδή έκρινε ότι έχει δικαιοδοσία και δίκασε υπόθεση, που κατά το νόμο ανήκε στη δικαιοδοσία άλλου δικαστηρίου, ενώ αν υπερέβη αρνητικά τη δικαιοδοσία του, κρίνοντας ότι στερείται δικαιοδοσίας, με συνέπεια να απορρίψει έτσι κατά το αρθ. 4 ΚΠολΔ την αγωγή, μολονότι είχε δικαιοδοσία, δεν υποπίπτει στην ως άνω πλημμέλεια, αλλά στην πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του αρθ. 559 ΚΠολΔ, δηλαδή της κήρυξης απαραδέκτου παρά το νόμο (ΟλΑΠ 293/1981, ΟλΑΠ 860/1984, ΑΠ 462/2021, ΑΠ 932/2005).

Η παράλειψη όμως ή η εσφαλμένη αναφορά του αριθμού ή ο εσφαλμένος χαρακτηρισμός του λόγου δεν βλάπτει, αφού ο Αρειος Πάγος είναι υποχρεωμένος να ερευνήσει αυτεπαγγέλτως την επικαλούμενη νομική πλημμέλεια βάσει των στοιχείων του πραγματικού του λόγου αναίρεσης, στον οποίο φαίνεται ότι υπάγεται, και αν πληροί τα στοιχεία αυτά να δεχθεί το λόγο ως νόμιμο (ΑΠ 1252/2017, ΑΠ 484/2010, ΑΠ 127/2006, ΑΠ 648/2009).

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση του δικογράφου της αγωγής (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.), που ασκήθηκε ενώπιον του του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ο αναιρεσείων ισχυρίστηκε τα εξής: Ότι στις 16.8.1960 η Κυπριακή Πολιτεία ανακηρύχθηκε σε ανεξάρτητη και κυρίαρχη Δημοκρατία προεδρικού συστήματος και ετέθησαν εν ισχύι η Συνθήκη Εγκαθιδρύσεως της Κυπριακής Δημοκρατίας, η Συνθήκη Εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητος και ασφαλείας της Δημοκρατίας της Κύπρου, συνομολογηθείσα μεταξύ της Κυπριακής Δημοκρατίας, του Βασιλείου της Ελλάδος, της Τουρκικής Δημοκρατίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, σύμφωνα με την οποία, η Ελλάδα, η Τουρκία και το Ηνωμένο Βασίλειο, αναλαμβάνουν δράση για τη διαφύλαξη της ανεξαρτησίας της Κύπρου, καθώς και η Συνθήκη Στρατιωτικής Συμμαχίας μεταξύ της Δημοκρατίας της Κύπρου, του Βασιλείου της Ελλάδος και της Τουρκικής Δημοκρατίας, επί τη βάσει της οποίας ( συνθήκης ) συγκροτήθηκαν από τον στρατό της Ελλάδος και τον στρατό της Τουρκίας εκατέρωθεν, αυτοτελή μάχιμα αποσπάσματα υπό την ονομασία "Ελληνική Δύναμις Κύπρου" και "Τουρκική Δύναμις Κύπρου" και εγκαταστάθηκαν αμφότερα στην νήσο προς επίτευξη του σκοπού της προστασίας της ανεξαρτησίας της Κύπρου.

Οτι στις 15.7.1974, η κυβέρνηση της Ελλάδος, με εκτελεστικά όργανα επιλαρχίες (τάγματα αρμάτων μάχης) της Εθνικής Φρουράς (Ε.Φ) δηλαδή του κυπριακού στρατού και μοίρες καταδρομέων της Ελληνικής Δυνάμεως Κύπρου (ΕΛ.ΔΥ.Κ), έθεσε σε εφαρμογή σχέδιο πραξικοπήματος και ανέτρεψε τον νομίμως εκλεγμένο Προέδρο της Κυπριακής Δημοκρατίας Αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ', ότι η Τουρκία, εξ αφορμής της καταλύσεως της συνταγματικής τάξεως και υπό το πρόσχημα εκπληρώσεως χρέους της ως εγγυήτριας δυνάμεως, υλοποίησε στρατιωτικό σχέδιο πλήρους κλίμακος εισβολής στην νήσο γνωστό ως "Επιχείρηση ΑΤΤΙΛΑΣ" ούτως ώστε στις 20.7.1974 στρατεύματά της αποβιβάσθηκαν στην Κύπρο και μέχρι τις 16.8.1974 κατέλαβαν ολόκληρο το βόρειο τμήμα της νήσου δηλαδή τα 36,2 % του εδάφους της (Αττίλας II), και ότι ένεκα, όχι μόνον της διενεργείας του ελληνικού πραξικοπήματος και της εντεύθεν τουρκικής επελάσεως, αλλά, προσέτι της παραλείψεως από το Ηνωμένο Βασίλειο προς αποτροπή τους, επήλθε η de facto διχοτόμηση της νήσου και συνάμα προσβλήθηκαν τα δικαιώματα των ελληνοκυπρίων.

Ότι ο ίδιος (αναιρεσείων) ελληνοκύπριος πρόσφυγας, κατά το έτος 1974, ότε εξ αιτίας του διαμελισμού της νήσου αποχώρησε από την κατοικία του στην παραλιακή κωμόπολη Καραβά της Επαρχίας Κερύνειας της Βόρειας Κύπρου και γενέτειρά του, είχε ηλικία 22 ετών, καθώς επίσης, ήταν επαγγελματίας χειριστής (πιλότος) πολυκινητηρίων αεροπλάνων ειδικευμένος στην χρήση οργάνων πλοηγήσεως σε συνθήκες κακοκαιρίας και εκπαιδευτής χειριστών αεροσκαφών, ότι, κατά τον ίδιο χρόνο, ανήκε σ' αυτόν κατά συγκυριότητα η κειμένη στην γενέτειρά του και περιγραφομένη στην αγωγή περιουσία αξίας 21.250.000 ευρώ και ότι αυτός, εάν δεν μεσολαβούσε ο έκτοτε συνεχής και αδιάλειπτος αναγκαστικός εκτοπισμός του, που διαρκεί μέχρι σήμερα, θα αποκόμιζε έσοδα 48.550.000 ευρώ από την τακτική συνεκμετάλλευση της περιουσίας του, συνολικές αποδοχές 5.400.000 ευρώ από την απασχόλησή του επί 42 έτη ως πιλότος των Κυπριακών Αερογραμμών και μηνιαία σύνταξη 2.400 ευρώ από της συμπληρώσεως του 65ουέτους της ηλικίας το ήτοι από 22.12.2006 και εφ' εξής συμφώνως προς τις διατάξεις της κυπριακής νομοθεσίας.

Με βάση το ανωτέρω ιστορικό, ο αναιρεσείων ζήτησε ν' αναγνωρισθεί η υποχρέωση των νυν αναιρεσιβλήτων να του καταβάλουν, εντόκως και εις ολόκληρον έκαστος, το ποσό των 21.250.000 ευρώ ως αποζημίωση προς ανόρθωση της (θετικής) ζημίας του, ίσης προς την αξία της περιουσίας του, 53.950.000 ευρώ ως διαφυγόντα εισοδήματα, 2.400 ευρώ ως μηνιαία σύνταξη από τις 22.12.2016 και εφ' εξής και 24.800.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποιήση λόγω ηθικής βλάβης.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο με την 4480/2017 οριστική απόφασή του απέρριψε την αγωγή. Κατά της ως άνω πρωτόδικης απόφασης ο αναιρεσείων άσκησε έφεση, την οποία το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε, όσον αφορά το πρώτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων (Ελληνικό Δημόσιο και Κυπριακό Δημόσιο, αντίστοιχα), με την ακόλουθη αιτιολογία, : "Κατά τα προκύπτοντα από περιεχόμενο του δικογράφου της αγωγής, ο εκκαλών (ενάγων) προς θεμελίωση της ενδίκου αξιώσεώς του στην αδικοπραξία επικαλείται ότι η αναγκαστική εγκατάλειψη από αυτόν της κατοικίας του και της περιουσίας του στο βόρειο τμήμα της νήσου οφείλεται στις πράξεις και στις παραλείψεις των οργάνων των έναντι του εις ολόκληρον συνυπευθύνων συνεφεσιβλήτων (συνεναγομένων) Κρατών, οι οποίες, κατά τους ισχυρισμούς του, συνίστανται, εν πρώτοις, στην επινόηση από την κυβέρνηση της Ελλάδος σχεδίου πραξικοπήματος εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας και στην συνεκτέλεσή του στις 15.7.1974 από επιλαρχίες της "Εθνικής Φρουράς" Κύπρου και από καταδρομείς του αποσπάσματος της "ΕΛ.ΔΥ.Κ", εκ δευτέρου, στην επακόλουθη κατάληψη, κατά την πολεμική περίοδο από τις 20.7.1974 μέχρι τις 16.8.1974, του βορείου τμήματος της νήσου από τον τουρκικό στρατό και, εκ τρίτου, στην παράλειψη από το Ηνωμένο Βασίλειο προς αποσόβηση των περιγραφεισών ενεργειών οι οποίες επέφεραν τον κατακερματισμό της νήσου.

Επί τη βάσει της εκτιμήσεως αυτής, δεν δύναται να εναχθούν ενώπιον των Ελληνικών Δικαστηρίων τα εν σχέσει προς το forum αλλοδαπά Κράτη της Κύπρου, της Τουρκίας και του Ηνωμένου Βασιλείου, αφού δεν έχει μέχρι τούδε διαμορφωθεί γενικώς παραδεδεγμένος κανόνας του διεθνούς δικαίου ο οποίος να επιτρέπει εξαίρεση από την ετεροδικία, ή, άλλως πως, την κυριαρχική ασυλία των Κρατών κατά τα εις την ηγουμένη σκέψη εκτιθέμενα.

Επομένως, η αγωγή είναι απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας και εξ αυτού του τυπικού λόγου απορριπτέα αφ' ενός μεν, κατά παραδοχήν της σχετικής ενστάσεως του...παρισταμένου τετάρτου εναγομένου (εφεσιβλήτου) "Κυπριακού Δημοσίου" το οποίο ήταν δικονομικώς απόν πρωτοδίκως, αφ' ετέρου, δε, οίκοθεν ως προς το τρίτο εναγόμενο (εφεσίβλητο) "Ηνωμένο Βασίλειο" και το δεύτερο εφεσίβλητο (εναγόμενο) "Τουρκικό Κράτος" τα οποία ερημοδίκησαν πρωτοδίκως και εκ νέου απολείπονται κατά την νυν έκκλητη δίκη.

Παρέπεται, επίσης, ότι το πρωτοβάθμιο δικαστήριο ορθώς αξιολόγησε απαράδεκτη ελλείψει δικαιοδοσίας και αυτεπαγγέλτως απέρριψε την αγωγή ως προς το δεύτερο των εφεσιβλήτων "Τουρκικό Κράτος", ο δε λόγος εφέσεως με τον οποίο προσάπτεται στην εκκαλουμένη απόφαση η αιτίαση περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής του νόμου είναι αβάσιμος και απορριπτέος....

Όπως προκύπτει από το δικόγραφο της αγωγής, προς επιστήριξη στην διάταξη του άρθρου 105 Εισ.Ν.Α.Κ της αδικοπρακτικής συνευθύνης του πρώτου των εφεσιβλήτων " Ελληνικού Δημοσίου" γίνεται επίκληση ότι η εισβολή στην νήσο των τουρκικών στρατευμάτων είχε ως αφορμή την παρανομία των οργάνων του, η οποία, κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς, συνίσταται στην εξύφανση και εκτέλεση στις 15.7.1975 σχεδίου στρατιωτικού πραξικοπήματος εναντίον της Κυπριακής Δημοκρατίας.

Εν τούτοις, οι αποδιδόμενες στα όργανα του πρώτου των εφεσιβλήτων πράξεις και υλικές ενέργειες δηλαδή η κατάστρωση και διενέργεια πραξικοπήματος, ανεξαρτήτως εάν αυτές τελέσθηκαν από όργανα του πρώτου των εφεσιβλήτων σε έδαφος της Ελλάδος ή άλλου Κράτους, όπως εν προκειμένω του κυπριακού Κράτους, δεν συνιστούν καθ' εαυτές πράξεις διοικητικών οργάνων κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτά δημοσίας εξουσίας υπό την προεκτεθείσα έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του Εισ.ΝΑΚ, αλλ' αποτελούν, ως εκ της φύσεώς τους, εκδηλώσεις της κυβερνητικής πολιτικής επί του κυπριακού ζητήματος, η οποία ασκήθηκε (ακολουθήθηκε) από τα τότε κυβερνητικά όργανα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, και συνδέονται ευθέως με την εξωτερική πολιτική και την διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας.

Ως εκ τούτου, οι ανωτέρω πράξεις και υλικές ενέργειες έχουν καθ' εαυτές κυβερνητικό χαρακτήρα και... ως κυβερνητικές πράξεις δεν υπόκεινται σε ακυρωτικό έλεγχο ευθέως από το Συμβούλιο της Επικράτειας κατά το άρθρο 45 παρ. 5 του π.δ.18/1989..., ούτε δύναται η νομιμότητά τους να ελεγχθεί παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο, εφ' όσον δεν θεμελιώνουν αστική ευθύνη του Δημοσίου επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρου 105 Εισ.Ν.ΑΚ, η οποία απαιτεί παρανομία των πράξεων ή των παραλείψεων των διοικητικών οργάνων, διότι, άλλως, τοιούτος έλεγχος θα οδηγούσε σε κρίση για την παρανομία ή μη της εκτιμήσεως της επιλογής κυβερνητικών οργάνων και, κατά συνέπειαν, θα υπεισήρχετο ανεπιτρέπτως ο δικαστής στο πεδίο αμιγώς πολιτικών εκτιμήσεων.

Υπό τα δεδομένα τούτα, η αγωγή καθ' ο μέρος στρέφεται κατά του πρώτου των εφεσιβλήτων (εναγομένων) "Ελληνικού Δημοσίου" δεν ευρίσκει νόμιμο έρεισμα στην μνημονευμένη διάταξη ειδικώς. Το πρωτοβάθμιο δικαστήριό απέρριψε την αγωγή αποφαινόμενο ότι η κατ' άρθρον 105 Εισ.Ν.Α.Κ αστική ευθύνη δεν δύναται να θεμελιωθεί επί της " Συνθήκης Εγγυήσεως της ανεξαρτησίας, της εδαφικής ακεραιότητος και ασφαλείας της Δημοκρατίας της Κύπρου " και της " Συνθήκης Στρατιωτικής Συμμαχίας", οι οποίες "...

δεν θέτουν διεθνείς νομικούς κανόνες άμεσα εφαρμοστέους στην ελληνική έννομη τάξη, των οποίων να μπορεί να γίνει επίκληση από ιδιώτες, αλλά εγκαθιδρύουν πολιτικές δεσμεύσεις των κυβερνήσεων των συμβαλλόμενων κρατών να τηρήσουν τα συμφωνηθέντα στο πλαίσιο του διεθνούς δικαίου" και των οποίων ( συνθηκών) οι διατάξεις έχουν τεθεί χάριν του γενικού συμφέροντος...

και δεν προστατεύουν αμέσως συμφέροντα των ιδιωτών". Με βάση τις ανωτέρω νομικές παραδοχές, το Εφετείο, αφού αντικατέστησε τις αιτιολογίες της εκκαλουμένης αποφάσεως (άρθ. 534 ΚΠολΔ) όσον αφορά την απόρριψη της αγωγής κατά του Ελληνικού Δημοσίου, απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος, ως προς το πρώτο και τέταρτο των αναιρεσιβλήτων, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε απορρίψει την αγωγή του αναιρεσείοντος κατ' αυτών.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, το οποίο απέρριψε την αγωγή καθό μέρος στρέφεται κατά του τετάρτου αναιρεσιβλήτου Κυπριακού Δημοσίου, δεχόμενο ότι τα ελληνικά δικαστήρια στερούνται διεθνούς δικαιοδοσίας να δικάσουν τις αξιώσεις του ενάγοντος/αναιρεσείοντος κατά του ανωτέρω αναιρεσιβλήτου, ως απολαύοντος του προνομίου της ετεροδικίας, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις προπαρατεθείσες διατάξεις, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή, το Κυπριακό Κράτος, ως imperium, δεν έπραξε όσα όφειλε και μπορούσε, για να αποτρέψει την παραβίαση των συμφωνηθέντων και κατ' επέκταση την παραβίαση των ανθρωπίνων δικαιωμάτων του, και, συνεπώς, ο περί του αντιθέτου πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η αιτίαση ότι παρά το νόμο κήρυξε ως απαράδεκτη την αγωγή για έλλειψη δικαιοδοσίας, υποπίπτοντας στην από τον αρ. 14 (κατά την προσήκουσα εκτίμηση) του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, το Εφετείο, κρίνοντας ως μη νόμιμη την αγωγή, καθό μέρος στρέφεται κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, καθόσον, υπό τα εκτιθέμενα στην αγωγή περιστατικά, οι αποδιδόμενες στα όργανα του πρώτου των αναιρεσιβλήτων πράξεις και υλικές ενέργειες, δηλαδή η κατάστρωση και διενέργεια πραξικοπήματος, ανεξαρτήτως εάν αυτές τελέσθηκαν από όργανά του στο έδαφος του Κυπριακού Κράτους, δεν συνιστούν καθ' εαυτές πράξεις διοικητικών οργάνων κατά την ενάσκηση της ανατεθειμένης σ' αυτά δημοσίας εξουσίας, υπό την προεκτεθείσα στην υπό ΙΙΙ μείζονα σκέψη έννοια της διατάξεως του άρθρου 105 του ΕισΝΑΚ, αλλ' αποτελούν, ως εκ της φύσεώς τους, εκδηλώσεις της κυβερνητικής πολιτικής επί του κυπριακού ζητήματος, η οποία ασκήθηκε από τα τότε κυβερνητικά όργανα στον τομέα της εξωτερικής πολιτικής, και συνδέονται ευθέως με την εξωτερική πολιτική και την διαχείριση των διεθνών σχέσεων της Χώρας και, συνεπώς, οι ανωτέρω πράξεις και υλικές ενέργειες έχουν καθ' εαυτές κυβερνητικό χαρακτήρα και ως τέτοιες δεν υπόκεινται ούτε σε ακυρωτικό έλεγχο ούτε δύναται η νομιμότητά τους να ελεγχθεί ευθέως ή παρεμπιπτόντως από το παρόν Δικαστήριο, εφ' όσον δεν θεμελιώνουν αστική ευθύνη του Δημοσίου επί τη βάσει της διατάξεως του άρθρου 105 ΕισΝΑΚ, η οποία απαιτεί παρανομία των πράξεων ή των παραλείψεων των διοικητικών οργάνων.

Επομένως, ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο εσφαλμένως ερμήνευσε τις προαναφερόμενες συμβάσεις και τους Διεθνείς κανόνες περί ευθύνης κρατών κατ' ενάσκηση κυβερνητικών επιλογών σε χώρο εκτός της κρατικής εμβέλειας, είναι αβάσιμος.

Κατά το άρθρο 559 αρ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Οι σχετικές με τη δικαιοδοσία των δικαστηρίων διατάξεις του ΚΠολΔ έχουν καθαρά δικονομικό χαρακτήρα, αφού δεν ρυθμίζουν τις προϋποθέσεις δημιουργίας, αλλοίωσης ή κατάργησης ουσιαστικού δικαιώματος, αλλά θεσπίζουν γενική διαδικαστική προϋπόθεση του παραδεκτού της αγωγής και συνεπώς δεν ιδρύεται λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρ. 559 ΚΠολΔ για έλλειψη ή ανεπαρκή αιτιολόγηση ως προς την εφαρμογή ή μη των ως άνω δικονομικών διατάξεων (ΑΠ 369/2021, ΑΠ 1166/2019, ΑΠ 468/2016).

Συνεπώς, οι πρώτος και δεύτερος, αμφότεροι κατά το δεύτερο σκέλος, λόγοι αναίρεσης με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, πλημμέλεια, ότι εσφαλμένα επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση, διαλαμβάνοντας αντιφατικές αιτιάσεις κατά παράβαση των Διεθνών Κανόνων και Συμβάσεων και αντικαθιστώντας τις αιτιολογίες αυτής, που είχε απορρίψει ως νόμω αβάσιμη την αγωγή του αναιρεσείοντος, καθό μέρος αυτή στρεφόταν κατά του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, είναι απαράδεκτος.

Κατ' ακολουθίαν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, και να συμψηφιστεί στο σύνολό της η δικαστική δαπάνη μεταξύ των διαδίκων λόγω του ότι η ερμηνεία των κανόνων δικαίου που εφαρμόστηκαν ήταν ιδιαίτερα δυσχερής (άρθρ.179 ΚΠολΔ). Τέλος, πρέπει, παρά την απόρριψη της αναίρεσης, να διαταχθεί η επιστροφή του προμνημονευθέντος παραβόλου στον αναιρεσείοντα ως αχρεωστήτως καταβληθέντος, καθόσον αυτός, όπως αποδεικνύεται από την υπ'αριθ. 153/2022 προσαρτώμενη πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, είναι δικαιούχος νομικής βοήθειας κατ'άρθ. 8 ν.3226/2004, σύμφωνα δε με το άρθ. 9 § 2 αυτού απαλλάσσεται από κάθε τέλος και επομένως και της καταβολής του παραβόλου για την άσκηση ενδίκου μέσου (ΑΠ 1073/2017).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δικάζει ερήμην των δευτέρου, τρίτου και τετάρτου των αναιρεσιβλήτων και αντιμωλία των λοιπών διαδίκων.

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση ως προς το τρίτο αναιρεσίβλητο Ηνωμένο Βασίλειο της Μ.Βρετανίας.

Απορρίπτει την από 28-5-2021 αίτηση του Σ. Σ. για αναίρεση της υπ'αριθ. 1575/2021 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στον αναιρεσείοντα. Και

Συμψηφίζει στο σύνολό της τη δικαστική δαπάνη μεταξύ του αναιρεσείοντος και του πρώτου αναιρεσιβλήτου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ