Legislator Case Law & Legislation
1872/2017 AI generated

1872/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1872/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1872/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Τέλος ούτε η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους ή από άλλο χρονικό σημείο αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (ΑΠ 372/2010).

Keywords

AI generated
deportation despite health issues leave for political activities withdrawal of opposition resignation of the government withdrawal of legal aid political representation
AI generated
722/2017
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 14/6/2004 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
242/2024
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Μαργέλλου - Μπουλταδάκη Ιωάννη Δουρουκλάκη, Νικόλαο Πουλάκη και Νίκη Κατσιαούνη - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1239/2018
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Πηνελόπη Ζωντανού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Απόστολο Παπαγεωργίου, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.
1617/2022
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Όλγα Σχετάκη - Μπονάτου, Θεόδωρο Μαντούβαλο, Μαρία Σιμιτσή - Βετούλα και Ελένη Χροναίου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
1576/2009
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Μαριάννας Νίκου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 18-11-1998 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1019/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 245/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 7-9-2007 αίτησή της.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2017 (Β2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1872/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β2’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, ο οποίος ορίστηκε με την 83/2017 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, κωλυομένης της Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου Ασπασίας Καρέλλου, Δήμητρα Κοκοτίνη, Γεώργιο Μιχολιά - Εισηγητή, Θεόδωρο Τζανάκη και Νικόλαο Πιπιλίγκα, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο Κατάστημά του, στις 25 Απριλίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Αγγελικής Ανυφαντή, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Δ. Α. του Μ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Συγγενιώτου, που κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών που κατοικοεδρεύει στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ιωάννα Λεμπέση, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, η οποία ανακάλεσε την από 21/4/2017 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., παραστάθηκε αυτοπροσώπως και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4/3/2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1810/2012 του ίδιου Δικαστηρίου και 5071/2015 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13/10/2016 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη του.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

1.- Με την ένδικη από 4-5-2011 αγωγή ο ενάγων και ήδη αναιρεσείων εκθέτει, ότι με την ...4-9-1996 απόφαση του Υπουργού εθνικής Οικονομίας διορίσθηκε με βαθμό αντίστοιχο Γραμματέα Πρεσβείας Α Τάξης σε θέση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία (Μ.Ε.Α.) στον ΟΟΣΑ στο Παρίσι με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου που έληγε στις 21-6-1997. Ότι η σύμβαση αυτή ανανεώθηκε για ένα χρόνο από τη λήξη της με την .../15-7-1997 Απόφαση του ιδίου ως άνω Υπουργού και στη συνέχεια ανανεώθηκε εκ νέου, για ένα έτος από τη λήξη της κάθε φορά, διαδοχικά με Υπουργικές Αποφάσεις, και την υπογραφή ισάριθμων διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, δυνάμει των οποίων παρείχε χωρίς διακοπή τις υπηρεσίες του στην ως άνω θέση μέχρι την 21-7-2007.

Ότι τον Ιούλιο του 2007 δεν ανανεώθηκε η σύμβασή του, μολονότι κάλυπτε πάγιες και διαρκείς ανάγκες της Μ.Ε.Α., επειδή Ο Επίτροπος του Ελεγκτικού Συνεδρίου έκρινε τότε παράνομη την ετήσια σύμβαση και αρνήθηκε να θεωρήσει το σχετικό ένταλμα πληρωμής του για το διάστημα από 21-7-2006 έως 21-7-2007, του οποίου εντάλματος το Ελεγκτικό Συνέδριο με την ...-7-2008 πράξη του ενέκρινε τη θεώρηση επιβεβαιώνοντας τη νομιμότητα της ετήσιας σύμβασης.

Ότι λόγω της ως άνω κατάστασης και για να καταστεί δυνατή η συνέχιση της απασχόλησής του στη Μ.Ε.Α. με πρωτοβουλία του εναγομένου διορίστηκε ως μετακλητός διοικητικός υπάλληλος στη κατηγορία ΠΕ με βαθμό Β στο Πολιτικό Γραφείο του τότε Υπουργού ... από 29-10-2007 έως τις 7-1-2009 και ακολούθως στο πολιτικό γραφείο του νέου Υπουργού του ίδιου Υπουργείου από τις 8-1-2009 έως τις 28-2-2009, ενώ με Υπουργική Απόφαση αποσπάστηκε για ένα έτος στη Μ.Ε.Α.

του ΟΟΣΑ από 30-10-2007 στη θέση που κατείχε, συνεχώς από το 1996. Ότι το Ελληνικό Δημόσιο δεν του κατέβαλε την αμοιβή του για τις παρασχεθείσες, σε εκτέλεση των συμβατικών του υποχρεώσεων, σε αυτό υπηρεσίες του το χρονικό διάστημα από 22-7-2007 έως 29-10-2007 και από την 1-3-2009 μέχρι την 12-1-2011 που αναγκάσθηκε να παρέχει σε αυτό τις υπηρεσίες του (τις οποίες το εναγόμενο αποδεχόταν) πειθόμενες στις παρελκυστικές υποσχέσεις, οπότε και αναγκάσθηκε να παραιτηθεί λόγω της συστηματικής παραβίασης των συμβατικών υποχρεώσεων του εναγομένου και της μη καταβολή της αμοιβής του, ενώ από 30-10-2007 έως και 28-2-2009 εναγόμενο δεν του κατέβαλε το επίδομα αλλοδαπής.

Ότι η ως άνω παραίτησή του στην οποία τον εξανάγκασε το Ελληνικό Δημόσιο εξομοιώνεται με καταγγελία της σύμβασης εργασίας του που είναι άκυρη διότι έγινε χωρίς σπουδαίο λόγο (άρθρα 46 επ. ΠΔ 410/1988) και χωρίς την καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης. Κατόπιν αυτών ζήτησε κατά παραδεκτό περιορισμό των καταψηφιστικών αιτημάτων σε αναγνωριστικά:

α) να αναγνωρισθεί ότι παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο από 9-6-1996 δυνάμει συμβάσεως εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου β) να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της καταγγελίας της σύμβασής του που έλαβε χώρα στις 12-1-2011, γ) να υποχρεωθεί το εναγόμενο να αποδέχεται τις νόμιμα προσφερόμενες υπηρεσίες του με απειλή χρηματικής ποινής κατ’ αυτού για κάθε ημέρα άρνησης συμμόρφωσής του και δ) να αναγνωριστεί η υποχρέωση του εναγομένου να του καταβάλει ί) το ποσό 102.136,32 ευρώ που αντιστοιχεί στο μη καταβληθέν σε αυτόν επίδομα αλλοδαπής για το διάστημα από 30-10-2007 έως 28-2-2009, ii) το συνολικό ποσό των 214.119,84 ευρώ που αντιστοιχεί σε μη καταβληθείσες δεδουλευμένες αποδοχές για τα χρονικά διαστήματα από 22-7-2007 έως 29-10-2007 και από 1-3-2009 έως 12-1-2011, iii) α:

το συνολικό ποσό των 179.143 ευρώ που αντιστοιχεί σε αποδοχές υπερημερίας από 12-1-2011 έως 12-1-2013 λόγω της άκυρης καταγγελίας β: άλλως και επικουρικώς το ποσό των 86.111,20 ευρώ ως αποζημίωση απόλυσης με το νόμιμο τόκο από τότε που οι ως άνω οφειλόμενες αποδοχές κατάστησαν ληξιπρόθεσμες και απαιτητές, άλλως από την επίδοση της αγωγής.

2. Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 1810/2012 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών με την οποία κρίθηκε μη νόμιμο το αίτημα αυτής για καταβολή μισθών υπερημερίας και απορρίφθηκε ως τέτοιο και έγινε εν μέρει μόνον δεκτή η αγωγή ως νόμιμη και βάσιμη κατ’ ουσίαν με το να αναγνωρισθεί ότι ο ενάγων παρείχε τις υπηρεσίες του στο εναγόμενο από 9-6-1996 δυνάμει σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, ενώ απορρίφθηκε κατά τα λοιπά αιτήματά της. Κατά της ως άνω απόφασης ασκήθηκαν τόσο από τον ενάγοντα όσον και από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αντίθετες εφέσεις με τις οποίες ο μεν ενάγων με την πρώτη έφεση επεδίωκε την εξαφάνιση της απόφασης κατά το μέρος που απορρίφθηκε η αγωγή του έτσι ώστε να γίνει αυτή δεκτή στο σύνολο της το δε εναγόμενο με την δεύτερη έφεση επεδίωκε να απορριφθεί στο σύνολο της η κατ’ αυτού αγωγή. Επ’ αυτών εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ’ αριθ. 5071/2012 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών με την οποία απορρίφθηκε η έφεση του ενάγοντος έγινε δεκτή η έφεση του εναγομένου, εξαφανίστηκε η εκκαλουμένη και απορρίφθηκε η αγωγή στο σύνολό της.

3- α) Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 648 και 669 Α.Κ. προκύπτει ότι σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου υπάρχει όταν οι συμβαλλόμενοι δεν έχουν συμφωνήσει ορισμένη διάρκεια για την παροχή της εργασίας, ούτε η χρονική αυτή διάρκεια συνάγεται από το είδος και το σκοπό της εργασίας. Αντίθετα η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είναι ορισμένου χρόνου όταν συνομολογείται η διάρκεια αυτής μέχρι ορισμένο χρονικό σημείο ή μέχρι την επέλευση ορισμένου μέλλοντος και βέβαιου γεγονότος ή την εκτέλεση ορισμένου έργου, μετά την περάτωση του οποίου ή την επέλευση του βέβαιου γεγονότος ή του χρονικού σημείου παύει να ισχύει αυτοδικαίως.

Επομένως η διάρκεια της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι σαφώς καθορισμένη είτε γιατί συμφωνήθηκε ρητά ή σιωπηρά, είτε γιατί προκύπτει από το είδος και το σκοπό αυτής. Χαρακτηριστικό της σύμβασης εργασίας ορισμένου χρόνου είναι ότι τα μέρη γνωρίζουν επακριβώς το χρονικό σημείο της λήξης της.

Η σύμβαση αυτή, σύμφωνα με το άρθρο 669 παρ. 1 Α.Κ., παύει αυτοδικαίως όταν λήξει ο χρόνος για τον οποίο συνομολογήθηκε, χωρίς να χρειάζεται να λάβει χώρα καταγγελία και καταβολή αποζημίωσης (ΑΠ 217/2017, ΑΠ 104/2016). Εξάλλου, με τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920, όπως αυτό έχει τροποποιηθεί και αυθεντικώς ερμηνευθεί με το άρθρο 11 του ΑΝ 547/1937, ορίζεται ότι "είναι άκυρος οιαδήποτε σύμβασις αντικείμενη εις τον παρόντα νόμον, πλην αν είναι μάλλον ευνοϊκή διά τον υπάλληλον.

Αι διατάξεις του νόμου τούτου εφαρμόζονται ωσαύτως και επί συμβάσεων εργασίας με ορισμένην χρονική διάρκειαν, εάν ο καθορισμός της διαρκείας ταύτης δεν δικαιολογείται εκ της φύσεως της συμβάσεως, αλλ’ ετέθη σκοπίμως προς καταστρατήγησιν των περί υποχρεωτικής καταγγελίας της υπαλληλικής συμβάσεως διατάξεων του παρόντος νόμου".

Από τις διατάξεις αυτές, με τις οποίες επιδιώχθηκε η αντιμετώπιση των καταχρήσεων σε βάρος των εργαζομένων με τη σύναψη συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, προκύπτει ότι, όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συνήθως συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειας τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο, που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και άρθρα 1, 3, 5 του Β.Δ/τος 16/18-7-1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας της σύμβασης και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (ΑΠ 1664/2007).

Ο ορθός δε νομικός χαρακτηρισμός της μεταξύ των μερών συμβατικής σχέσης ως σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ως κατ’ εξοχήν έργο της δικαιοδοτικής λειτουργίας, όπως αυτή οριοθετείται από τα άρθρα 26 παρ.3 και 87 παρ.2 του Συντάγματος, ανήκει στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο, μη δεσμευόμενο από τον χαρακτηρισμό που προσέδωσαν σε αυτήν τα συμβαλλόμενα μέρη ή ο νόμος, αξιολογεί τα πραγματικά περιστατικά που εκτίθενται στο δικόγραφο της αγωγής και, εφόσον στη συνέχεια ήθελαν προκύψει και από την αποδεικτική διαδικασία, προσδίδει τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό στη σύμβαση.

Η δυνατότητα δε του ορθού χαρακτηρισμού από το δικαστήριο της έννομης σχέσης ως ορισμένου ή αορίστου χρόνου δεν αποκλείεται στις εργασιακές σχέσεις του Δημοσίου, των ΟΤΑ, των ΝΠΔΔ και γενικότερα των φορέων του ευρύτερου δημόσιου τομέα (Ολ.ΑΠ 7/2011, Ολ.ΑΠ 18/2006). Με τη διάταξη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 "περί Κώδικος Δημοσίου Λογιστικού", που εφαρμόζονται αναλόγως και στους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης (Ο.Τ.Α.) ως και στα λοιπά δημοτικά και κοινοτικά νομικά πρόσωπα (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 2189/2014, ΑΠ 1047/2012), εφόσον οι ως προς αυτούς προστατευτικές διατάξεις δεν είναι ευνοϊκότερες, σύμφωνα με τα άρθρα 3 του Ν.Δ/τος 31/1968 και 304 του κατά τη κρίσιμη περίοδο ισχύοντος Π.Δ/τος 410/1995 (ΦΕΚ Α 231) με το οποίο κωδικοποιήθηκαν σε ενιαίο κείμενο οι διατάξεις του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα (ήδη άρθρο 276 Ν. 3463/2006) ορίζεται ότι για το κύρος σύμβασης του Δημοσίου (ή αναλόγως Δήμου ή Κοινότητας ή δημοτικού ΝΠΔΔ) με αντικείμενο αξίας μεγαλύτερης των τετρακοσίων χιλιάδων (400.000) δραχμών ή που γεννά διαρκή υποχρέωση αυτού, απαιτείται η κατάρτιση της να γίνει με ιδιωτικό τουλάχιστον έγγραφο και ότι το ανωτέρω ποσό μπορεί να τροποποιείται με απόφαση του Υπουργού των Οικονομικών.

Με την ίδια διάταξη (εδ. β αυτής) ορίζεται ότι επί συμβάσεως, η αποδοχή της πρότασης δύναται να γίνει και με χωριστό έγγραφο, η υπό του αντισυμβαλλομένου όμως του Δημοσίου εκπλήρωση της παροχής του αίρει την εκ της ελλείψεως του γραπτού τύπου της αποδοχής ακυρότητα της σύμβασης. Σύμφωνα δε με τη διάταξη του άρθρου 84 εδ.α του ιδίου Ν. 2362/1995 η καθοιονδήποτε τρόπο παραβίαση των διατάξεων των άρθρων 79 έως και 84 του παρόντος νόμου επάγεται ακυρότητα της σύμβασης.

Αντίστοιχη του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 είναι και η διάταξη του άρθρου 41 του Ν. Δ/τος 496/1974 "Περί λογιστικού των Νομικών Προσώπων Δημοσίου Δικαίου" (ΦΕΚ Α 204) για χρηματικά ποσά άνω των 150.000 δραχμών, που εξαιρεί όμως από το πεδίο εφαρμογής της κατά το άρθρο 56 παρ.1 αυτού τους Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και τα εξ αυτών εξαρτώμενα νομικά πρόσωπα και ιδρύματα.

Ήδη δε με τις υπ’ αριθ. 2/59649/452/0026/2001 (Φ.Ε.Κ. Β’ 1427/22.10.2001) και οικ2/42053/0094/2002 (ΦΕΚ Β 1033/7.8.2002) αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών αυξήθηκαν τα χρηματικά ποσά των 400.000 και 150.000 δραχμών, που ορίζονταν αντιστοίχως από τις διατάξεις του άρθρου 80 του Ν. 2362/1995 και του άρθρου 41 του Ν.Δ. 496/1974, στο χρηματικό ποσό των 2.500 ευρώ.

Από τις διατάξεις αυτές συνάγεται ότι ο τύπος του ιδιωτικού εγγράφου, που απαιτείται για τις καταρτιζόμενες για λογαριασμό του Δημοσίου ή αναλόγως του Δήμου ή Κοινότητας ή των δημοτικών ΝΠΔΔ ως άνω συμβάσεις, στις οποίες περιλαμβάνονται και οι συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας, είναι συστατικός και όχι αποδεικτικός, γι’ αυτό και η έλλειψη του καθιστά κατά τα άρθρα 158 και 159 παρ. 1 ΑΚ άκυρη τη σύμβαση, η οποία συνακόλουθα θεωρείται κατά το άρθρο 180 ΑΚ ως μη γενομένη.

Η ακυρότητα αυτή, η οποία είναι απόλυτη, αίρεται, σε περίπτωση εκτέλεσης της σύμβασης, μόνο όταν για τη σύμβαση προηγήθηκε χωριστή έγγραφη πρόταση χωρίς να επακολουθήσει και έγγραφη αποδοχή, όχι όμως και όταν δεν τηρήθηκε καθόλου ο έγγραφος τύπος για την πρόταση και την αποδοχή (Ολ.ΑΠ 862/1984, υπό τις ομοίου περιεχομένου ρυθμίσεις του Ν.Δ/τος 321/1969 "Περί Κώδικος δημοσίου λογιστικού", ΑΠ 58/2015, ΑΠ 430/2015, ΑΠ 1442/2014, ΑΠ 1378/2011, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 1161/2009).

Στην περίπτωση τέτοιας ακυρότητας, όπως συμβαίνει επί παροχής εξαρτημένης εργασίας σε ΝΠΔΔ δυνάμει προφορικώς καταρτισθείσας σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, ο μισθωτός διατελεί με τον εργοδότη σε απλή σχέση εργασίας και κατά συνέπεια δεν έχει αξιώσεις από τη σύμβαση εργασίας για δεδουλευμένους μισθούς ή για τη συνέχιση της σχέσης εργασίας ή την καταβολή αποδοχών υπερημερίας, σε περίπτωση τυχόν άρνησης αποδοχής των υπηρεσιών αυτού από τον εργοδότη, εφόσον η υπερημερία προϋποθέτει έγκυρη σύμβαση εργασίας (ΑΠ 911/2015, ΑΠ 131/2015, ΑΠ 24/2014, ΑΠ 622/1991), αλλά έχει μόνο όσες αξιώσεις παρέχονται σ’ αυτόν ευθέως από το νόμο, ανεξάρτητα από το κύρος της εργασιακής του σύμβασης, όπως είναι η αποζημίωση για την καταγγελία της αορίστου χρόνου σχέσης εργασίας (Ολ.ΑΠ 192/1962), τα επιδόματα (δώρα) εορτών και αδείας, οι αποδοχές αδείας και η προσαύξηση για την παροχή παράνομης υπερωριακής εργασίας, ενώ επί πλέον παρέχεται στον εργαζόμενο και η αξίωση αναζήτησης των δεδουλευμένων αποδοχών του κατά τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού, σύμφωνα με τα άρθρα 904 επόμ.

του ΑΚ (ΑΠ 58/2015, ΑΠ 1135/2010, ΑΠ 250/2006).

Ανεξαρτήτως των ανωτέρω, που αφορούν τον τύπο κατάρτισης της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας μισθωτού απασχολουμένου στο Δημόσιο, Οργανισμούς Τοπικής Αυτοδιοίκησης και ΝΠΔΔ, με τη διάταξη του άρθρου 21 παρ. 1, 2 και 3 του Ν. 2190/1994 ορίσθηκε ότι οι δημόσιες υπηρεσίες, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, οι οργανισμοί τοπικής αυτοδιοίκησης και γενικότερα τα νομικά πρόσωπα του δημόσιου τομέα που αναφέρονται στο άρθρο 14 παρ. 1 του αυτού νόμου, επιτρέπεται να απασχολούν προσωπικό με (έγκυρη) σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου, για αντιμετώπιση εποχιακών ή άλλων περιοδικών ή πρόσκαιρων αναγκών με διάρκεια απασχόλησης, η οποία δεν μπορεί να υπερβαίνει τους οκτώ μήνες, μέσα σε συνολικό χρόνο δώδεκα μηνών ενώ στις περιπτώσεις προσωρινής πρόσληψης προσωπικού για αντιμετώπιση κατεπειγουσών αναγκών, λόγω απουσίας προσωπικού ή κενώσεως θέσεων, η διάρκεια της απασχόλησης δεν μπορεί να υπερβαίνει τους τέσσερις μήνες για το ίδιο άτομο, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης κατά το αυτό ημερολογιακό έτος ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Με την παράγραφο 4 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι τα αρμόδια για την εκκαθάριση των αποδοχών όργανα υποχρεούνται να παύσουν να καταβάλλουν τις αποδοχές στο προσωπικό που συμπλήρωσε την κατά τις προηγούμενες παραγράφους διάρκεια απασχόλησης, άλλως καταλογίζονται στα ίδια οι αποδοχές που καταβλήθηκαν, ενώ στην παράγραφο 5 του ίδιου άρθρου, όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 8 παρ. 10 περ.

ε του Ν. 2225/1994, ορίζεται ότι οι προϊστάμενοι ή άλλα αρμόδια όργανα που ενεργούν κατά παράβαση των προηγούμενων παραγράφων διώκονται αυτεπαγγέλτως για παράβαση καθήκοντος κατά το άρθρο 259 Π.Κ. και παραπέμπονται υποχρεωτικά στην αρμόδια πειθαρχική δικαιοδοσία. Επίσης με τη διάταξη του άρθρου 20 παρ.1 και 2 του ιδίου νόμου προβλέφθηκε η πρόσληψη προσωπικού με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου για την αντιμετώπιση απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών μόνο σε περιπτώσεις εκτεταμένων ζημιών από σεισμούς, πλημμύρες, παγετούς και πυρκαϊές ή σε περιπτώσεις κήρυξης νομού ή συγκεκριμένης περιοχής σε κατάσταση έκτακτης ανάγκες εξ αιτίας γεγονότων από τα οποία προκύπτει άμεσος κίνδυνος ζωής ή περιουσίας και για διάστημα τεσσάρων μηνών από την επέλευση του γεγονότος ή τη κήρυξη της έκτακτης ανάγκης, χωρίς να επιτρέπεται εγκύρως ανανέωση ή παράταση ή σύναψη νέας σύμβασης ή μετατροπή αυτής σε σύμβαση αορίστου χρόνου.

Ο ίδιος νόμος (2190/1994) ορίζει στην παρ.3 του άρθρου 14 αυτού ότι ο διορισμός ή η πρόσληψη τακτικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου στις υπηρεσίες Και τα νομικά πρόσωπα της παρ. 1, γίνεται είτε με γραπτό διαγωνισμό, είτε με καθορισμένη σειρά προτεραιότητας, σύμφωνα με τους όρους και διαδικασίες που ορίζονται από τις διατάξεις του, τις οποίες ειδικότερα θεσπίζει αντίστοιχα στις διατάξεις των άρθρων 15 και 18 αυτού, αναλόγως των απαιτουμένων κατά τη κείμενη νομοθεσία τυπικών προσόντων για τις αντίστοιχες προσλήψεις, και μετά από προηγουμένη προκήρυξη, υπό την έγκριση ή τον έλεγχο και εποπτεία του Ανώτατου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού (ΑΣΕΠ).

Εξάλλου στις διατάξεις του άρθρου 103 παρ. 2 και 3 του Συντάγματος, με τις οποίες επιβάλλεται η νομοθετική πρόβλεψη οργανικών θέσεων για την κάλυψη των πάγιων και διαρκών αναγκών του Δημοσίου, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης και των άλλων νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου, ορίζονται τα εξής: "Κανένας δεν μπορεί να διοριστεί υπάλληλος σε οργανική θέση που δεν είναι νομοθετημένη.

Εξαιρέσεις μπορεί να προβλέπονται από ειδικό νόμο, για να καλυφθούν απρόβλεπτες και επείγουσες ανάγκες με προσωπικό που προσλαμβάνεται για ορισμένη χρονική περίοδο με σχέση ιδιωτικού δικαίου" (παρ.2). "Οργανικές θέσεις ειδικού επιστημονικού, καθώς και τεχνικού ή βοηθητικού προσωπικού, μπορούν να πληρούνται με προσωπικό που προσλαμβάνεται με σχέση ιδιωτικού δικαίου.

Νόμος ορίζει τους όρους για την πρόσληψη, καθώς και τις ειδικότερες εγγυήσεις τις οποίες έχει το προσωπικό που προσλαμβάνεται" (παρ.3). Με την αναθεώρηση του Συντάγματος που έλαβε χώρα με το από 6-4-2001 ψήφισμα της Ζ’ Αναθεωρητικής Βουλής (ΦΕΚ Α 84/17.4.2001) και με σκοπό τη μέγιστη δυνατή διασφάλιση των συνταγματικών αρχών της ισότητας ενώπιον του νόμου, της αξιοκρατίας και της διαφάνειας κατά τις προσλήψεις στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, προστέθηκε στο άρθρο 103 του Συντάγματος παράγραφος 7, που προβλέπει ότι: "Η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παρ. 5 (περί της οποίας δεν πρόκειται στην ένδικη υπόθεση), γίνεται είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει".

Επίσης, στο ίδιο πιο πάνω άρθρο προστέθηκε παράγραφος 8 που προβλέπει ότι: "Νόμος ορίζει τους όρους και τη χρονική διάρκεια των σχέσεων εργασίας ιδιωτικού δικαίου στο Δημόσιο και τον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, για την κάλυψη είτε οργανικών θέσεων και πέραν των προβλεπομένων στο πρώτο εδάφιο της παραγράφου 3 είτε πρόσκαιρων είτε απρόβλεπτων και επειγουσών αναγκών κατά το δεύτερο εδάφιο της παραγράφου 2.

Νόμος ορίζει επίσης τα καθήκοντα που μπορεί να ασκεί το προσωπικό του προηγούμενου εδαφίου. Απαγορεύεται η από το νόμο μονιμοποίηση προσωπικού που υπάγεται στο πρώτο εδάφιο ή η μετατροπή των συμβάσεών του σε αορίστου χρόνου. Οι απαγορεύσεις της παραγράφου αυτής ισχύουν και ως προς τους απασχολουμένους με σύμβαση έργου".

Έτσι με την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος η Ζ’ Αναθεωρητική Βουλή επέβαλε στον κοινό νομοθέτη και στη διοίκηση αυστηρούς όρους σχετικά με την πρόσληψη προσωπικού για την κάλυψη των λειτουργικών αναγκών του Δημοσίου και του ευρύτερου δημόσιου τομέα. Στους προαναφερόμενους κανόνες, τους οποίους πρώτος διατύπωσε ο κοινός νομοθέτης με τις πιο πάνω διατάξεις του Ν. 2190/1994 και οι οποίοι κατέστησαν ήδη συνταγματικού επιπέδου, υπάγεται, ενόψει της αδιάστικτης διατύπωσης του άρθρου 103 παρ. 7 και 8 του Συντάγματος, τόσο το προσωπικό που συνδέεται με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τα άλλα νομικά πρόσωπα του ευρύτερου δημόσιου τομέα με υπαλληλική σχέση δημόσιου δικαίου, όσο και το προσωπικό που προσλαμβάνεται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου για την πλήρωση οργανικών θέσεων σύμφωνα με το άρθρο 103 παρ. 3 και 8 του Συντάγματος.

Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου συναπτόμενες με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα υπό την ισχύ των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος (ήτοι από τις 17.4.2001 και εφεξής) δεν μπορούν ούτε και με νόμο να μετατραπούν σε συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, έστω και αν καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες του οικείου φορέα που προέβη στην πρόσληψη.

Ούτε καταλείπεται πλέον πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αόριστου χρόνου στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης βάσει των πιο πάνω διατάξεων δεν έχει την ευχέρεια να προβεί στη σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, χωρίς τη τήρηση της διαδικασίας και των προϋποθέσεων που θέτει ο νόμος (Ν. 2190/1994) για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού.

Δηλαδή, ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου με τις οποίες καλύπτονται πάγιες και διαρκείς ανάγκες μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική αναθεώρηση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου (Ολ ΑΠ 19, 20/2007).

Συνεπώς στις συναφθείσες μετά τις 17.4.2001 διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε φορείς του δημοσίου τομέα, δεν είναι πλέον δυνατή η εφαρμογή της ως άνω διάταξης του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν.2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος, από τις οποίες προκύπτει κατά τα ήδη προεκτεθέντα ότι όταν συνάπτονται αλλεπάλληλες συμβάσεις εργασίας ορισμένης χρονικής διάρκειας, αν ο καθορισμός της διάρκειάς τους δεν δικαιολογείται από τη φύση ή το είδος ή το σκοπό της εργασίας ή δεν υπαγορεύεται από ειδικό λόγο που ανάγεται ιδίως στις ιδιαίτερες συνθήκες λειτουργίας της επιχείρησης, αλλά έχει τεθεί με σκοπό την καταστρατήγηση των διατάξεων περί υποχρεωτικής καταγγελίας των αόριστου χρόνου συμβάσεων (άρθρα 1 και 3 του Ν. 2112/1920 και 1, 3, 5 του Β.

Δ/τος 16/18.7.1920), ανακύπτει ακυρότητα αυτών ως προς τον καθορισμό ορισμένης χρονικής διάρκειας και θεωρείται ότι τότε καταρτίστηκε ενιαία σύμβαση αόριστου χρόνου, επί της οποίας δεν είναι δυνατή η απόλυση του εργαζομένου, χωρίς έγγραφη καταγγελία και καταβολή της νόμιμης αποζημίωσης (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007). Πολλώ δε μάλλον υπό την ισχύ των ανωτέρω συνταγματικών διατάξεων δεν είναι επιτρεπτή η απευθείας σύναψη σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου από την δημόσια υπηρεσία ή τον φορέα του δημόσιου τομέα, η οποία καταρτίζεται χωρίς την τήρηση των όρων και διαδικαστικών του Ν. 2190/1994 για τη πρόσληψη τακτικού προσωπικού, δηλαδή είτε με διαγωνισμό, είτε με επιλογή βάσει καταρτιζομένου πίνακα κατάταξης υπό τον έλεγχο του ΑΣΕΠ.

Τυχόν δε κατάρτιση αυτής, χωρίς τις πιο πάνω προϋποθέσεις, επάγεται την απόλυτη ακυρότητα της σύμβασης αυτής, η οποία δεν επιφέρει τα εξ αυτής έννομα αποτελέσματα, οπότε η σε οιονδήποτε χρόνο άρνηση του δημόσιου φορέα να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του μέχρι τότε εκεί απασχoληθέντος εργαζομένου, δεν καθιστά υπερήμερο αυτόν, ο οποίος δεν υποχρεούται να αποδεχθεί τις υπηρεσίες του εργαζομένου, ούτε να καταβάλει στον εργαζόμενο μισθούς υπερημερίας, αφού η σχέση αυτή, μη αναγνωριζομένη από το νόμο, δεν μπορεί να εξακολουθήσει παρά τη θέλησή του.

Υποχρεούται όμως ο φορέας να καταβάλει την αποζημίωση απόλυσης, που κατά νόμο προϋποθέτει απλή, ως εν προκειμένω, σχέση εργασίας. Αντίθετα η τελευταία αυτή διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 281, 671 του ΑΚ και 25 παρ. 1 και 3 του Συντάγματος μπορεί να εφαρμοσθεί σε διαδοχικές συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας" ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο, τους οργανισμούς τοπικής αυτοδιοίκησης και τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, πριν από την έναρξη της ισχύος των τροποποιημένων διατάξεων του άρθρου 103 παρ.7 και 8 του Συντάγματος.

Τούτο διότι οι συμβάσεις αυτές, παρά την απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), είχαν ήδη πριν από την έναρξη της ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου κατ’ εφαρμογή το)ν διατάξεων αυτών, τον οποίο διατήρησαν και μετά ταύτα (Ολ.Α.Π.7/2011 και 8/2011).

Η δε από το νόμο (Ν. 2190/1994) κατά τα ήδη προαναφερθέντα απαγόρευση μετατροπής των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου σε αορίστου χρόνου δεν επάγεται και απαγόρευση της αναγνώρισης από το δικαστήριο του πραγματικού χαρακτήρα της συγκεκριμένης έννομης σχέσης, η οποία δεν συνιστά "μετατροπή", αλλά ορθό χαρακτηρισμό αυτής κατά την δικαστική διαδικασία (Ολ.

ΑΠ 18/2006). Στη περίπτωση αυτή η μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω συνταγματικών διατάξεων (17.4.2001) κατάρτιση σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, αντί της τυχόν εξακολούθησης της κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που είχαν όμως αρχίσει να συνάπτονται πριν την ανωτέρω συνταγματική αναθεώρηση, είναι νομικώς αδιάφορη, διότι η σύμβαση εξαρτημένης εργασίας είχε ήδη προσλάβει το χαρακτήρα της σύμβασης εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, τον οποίο και διατήρησε στη συνέχεια.

Περαιτέρω με το Π.Δ/μα 164/2004 "Ρυθμίσεις για τους εργαζομένους με συμβάσεις ορισμένου χρόνου στο δημόσιο τομέα" (ΦΕΚ Α 134) που άρχισε να ισχύει από 19 Ιουλίου 2004, θεσπίσθηκαν νομοθετικά μέτρα που λήφθηκαν στο δημόσιο τομέα, όπως αυτός οριοθετείται από τις διατάξεις του άρθρου 51 παρ.1 του Ν. 1892/1990 ή από άλλες ειδικές διατάξεις, όπως εκάστοτε ισχύουν, καθώς και για το προσωπικό δημοτικών και κοινοτικών επιχειρήσεων (άρθ. 2 παρ.1 και 3 στοιχ.

γ αυτού) με σκοπό την ενσωμάτωση στην ελληνική έννομη τάξη των ρυθμίσεων της με αριθμό 1999/70 Οδηγίας της (τότε) Ευρωπαϊκής Κοινότητας, η οποία αποβλέπει, μεταξύ άλλων, στη καθιέρωση ενός πλαισίου αποτροπής τυχόν κατάχρησης που προκαλείται από τη χρησιμοποίηση διαδοχικών συμβάσεων ή σχέσεων εργασίας ορισμένου χρόνου [για τον ιδιωτικό τομέα εκδόθηκε το με αριθ. 81/2003 Π.Δ/μα προς εφαρμογή της οδηγίας].

Η Οδηγία αυτή ειδικότερα παρέχει στα κράτη - μέλη ευρεία ευχέρεια επιλογών, μεταξύ περισσοτέρων λύσεων, προκειμένου να αποτρέψουν την καταχρηστική χρησιμοποίηση των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου, χωρίς να επιβάλλει, σε περίπτωση σύναψης τέτοιων συμβάσεων, τον χαρακτηρισμό αυτών ως συμβάσεων αορίστου χρόνου, καθόσον τούτο προβλέπεται ως μέτρο δυνητικό (ΔΕΚ C - 212/2004).

Ειδικότερα με το άρθρο 5 του εν λόγω με αριθ. 164/2004 Προεδρικού Διατάγματος, του οποίου οι ρυθμίσεις κρίθηκαν συμβατές με το κοινοτικό δίκαιο (ΔΕΕ της 23.4.2009 υποθέσεις C - 378 έως C - 380), ορίζεται ότι: " Απαγορεύονται οι διαδοχικές συμβάσεις, που καταρτίζονται και εκτελούνται μεταξύ του ίδιου εργοδότη και του ίδιου εργαζόμενου με την ίδια ή παρεμφερή ειδικότητα και με τους ίδιους η παρεμφερείς όρους εργασίας, εφόσον μεταξύ των συμβάσεων αυτών μεσολαβεί χρονικό διάστημα μικρότερο των τριών μηνών (παρ.1).

Η κατάρτιση των συμβάσεων αυτών επιτρέπεται κατ’ εξαίρεση, εφόσον δικαιολογείται από αντικειμενικούς λόγους. Αντικειμενικός λόγος υφίσταται, όταν οι επόμενες της αρχικής συμβάσεως συνάπτονται για την εξυπηρέτηση ειδικών ομοειδών αναγκών που σχετίζονται ευθέως και αμέσως με τη μορφή ή το είδος ή τη δραστηριότητα της επιχείρησης (παρ.2).

Η σύναψη διαδοχικών συμβάσεων γίνεται εγγράφως και οι λόγοι που την δικαιολογούν αναφέρονται ρητώς στη σύμβαση, εφόσον δεν προκύπτουν ευθέως από αυτήν. Κατ’ εξαίρεση ο έγγραφος τύπος δεν απαιτείται, όταν η ανανέωση της σύμβασης λόγω του ευκαιριακού χαρακτήρα της απασχόλησης δεν έχει διάρκεια μεγαλύτερη του ενός μηνός, εκτός αν ο έγγραφος τύπος προβλέπεται ρητά από άλλη διάταξη, Αντίγραφο της σύμβασης παραδίδεται στον εργαζόμενο εντός πέντε (5) εργασίμων ημερών από την έναρξη της απασχόλησής του (παρ.3).

Σε κάθε περίπτωση, ο αριθμός των διαδοχικών συμβάσεων δεν επιτρέπεται να είναι μεγαλύτερος των τριών, με την επιφύλαξη των διατάξεων της παραγράφου 2 του επόμενου άρθρου (παρ.4)". Με το άρθρο 6 παρ.1 του ιδίου Δ/τος, ορίζεται ότι οι ως άνω συμβάσεις απαγορεύεται να υπερβαίνουν τους είκοσι τέσσερις (24) μήνες σε συνολικό χρόνο διάρκειας απασχόλησης, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή προηγουμένου άρθρου, είτε συνάπτονται κατ’ εφαρμογή άλλων διατάξεων της κείμενης νομοθεσίας.

Κατ’ εξαίρεση είναι επιτρεπτή η υπέρβαση του εν λόγω ανωτάτου ορίου απασχόλησης σε περιπτώσεις ειδικών, από τη φύση και το είδος της εργασίας, κατηγοριών εργαζομένων, όπως ιδίως επί διευθυντικών στελεχών, εργαζομένων στο πλαίσιο συγκεκριμένου ερευνητικού ή επιδοτουμένου ή χρηματοδοτουμένου προγράμματος ή έργου σχετικού με την εκπλήρωση υποχρεώσεων που απορρέουν από σύμβαση με διεθνείς οργανισμούς (άρθ. 6 παρ.2).

Ως κύρωση για την περίπτωση της παράνομης, ήτοι κατά παράβαση των ως άνω κανόνων, κατάρτισης διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου προβλέφθηκε από το άρθρο 7 του ίδιου Προεδρικού Διατάγματος η αυτοδίκαιη ακυρότητά τους και η καταβολή στην εργαζόμενο τόσο των αποδοχών για την εργασία που παρέσχε, εφόσον οι άκυρες συμβάσεις εκτελέστηκαν εν όλω ή εν μέρει, όσο και αποζημίωσης ίσης με το ποσό το οποίο δικαιούται ο αντίστοιχος εργαζόμενος αόριστου χρόνου σε περίπτωση καταγγελίας της συμβάσεώς του, ενώ επίσης θεσπίστηκε ποινική και πειθαρχική ευθύνη για την παράβαση των κανόνων αυτών.

Όμως, ενόψει του ότι οι πιο πάνω διατάξεις του Π.Δ/τος 164/2004 άρχισαν να ισχύουν από τις 19 Ιουλίου 2004, το διάταγμα αυτό έπρεπε να περιλάβει και ρυθμίσεις που να εξασφαλίζουν οπωσδήποτε από τις 10 Ιουλίου 2002, οπότε έληξε η προθεσμία προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας .στην πιο πάνω Οδηγία, την προσαρμογή αυτή.

Έτσι με την μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 παρ.1 περ.α, 2 εδ.α και β, 3 και 5 του πιο πάνω Προεδρικού Διατάγματος, που κρίθηκε συνταγματικώς ανεκτή ως μεταβατική διάταξη τακτοποίησης εκκρεμών εργασιακών σχέσεων, ορίσθηκαν τα εξής: "Διαδοχικές συμβάσεις κατά την παρ.1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, οι οποίες έχουν συναφθεί πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος και είναι ενεργές έως την έναρξη ισχύος αυτού, συνιστούν εφεξής σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου, εφόσον συντρέχουν αθροιστικά οι ακόλουθες προϋποθέσεις:

α) Συνολική χρονική διάρκεια διαδοχικών συμβάσεων τουλάχιστον είκοσι τεσσάρων (24) μηνών έως την έναρξη ισχύος του διατάγματος, ανεξαρτήτως αριθμού ανανεώσεων συμβάσεων ή τρεις τουλάχιστον ανανεώσεις πέραν της αρχικής σύμβασης κατά την παρ. 1 του άρθρου 5 του παρόντος διατάγματος, με συνολικό ελάχιστο χρόνο απασχόλησης δέκα οκτώ (18) μηνών, μέσα σε συνολικό χρονικό διάστημα είκοσι τεσσάρων (24) μηνών από την αρχική σύμβαση" (παρ.1 περ.α). "Για τη διαπίστωση της συνδρομής των κατά την προηγούμενη παράγραφο προϋποθέσεων, ο εργαζόμενος υποβάλλει, εντός αποκλειστικής προθεσμίας δύο (2) μηνών από την έναρξη της ισχύος του παρόντος, αίτηση προς τον οικείο φορέα, στην οποία αναφέρει τα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συνδρομή των προϋποθέσεών αυτών.

Αρμόδιο όργανο να κρίνει αιτιολογημένα εάν συντρέχουν, κατά περίπτωση, οι προϋποθέσεις της προηγούμενης παραγράφου, είναι το οικείο Υπηρεσιακό Συμβούλιο ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό και όπου δεν υπάρχει, το Διοικητικό Συμβούλιο ή το διοικούν όργανο του οικείου νομικού προσώπου ή το όργανο που εξομοιώνεται με αυτό κατά την κείμενη νομοθεσία" (παρ.2 εδ.α και β). "Οι κατά την παρ.2 κρίσεις του αρμόδιων οργάνων, θετικές ή αρνητικές, διαβιβάζονται αμέσως στο Ανώτατο Συμβούλιο Επιλογής Προσωπικού (Α.Σ.Ε.Π.), το οποίο αποφαίνεται εντός τριών (3) μηνών από τη διαβίβαση σε αυτό των σχετικών κρίσεων" (παρ.3). "Στις διατάξεις της παρ.1 του παρόντος άρθρου συμπεριλαμβάνονται και οι συμβάσεις οι οποίες έχουν λήξει κατά το χρονικό διάστημα των τελευταίων τριών μηνών πριν την έναρξη ισχύος του παρόντος διατάγματος λογιζόμενες ως ενεργές διαδοχικές συμβάσεις ως την έναρξη ισχύος του παρόντος.

Η προϋπόθεση του εδ. α της παρ. 1 του παρόντος άρθρου πρέπει να συντρέχει κατά το χρόνο λήξης της σύμβασης" (παρ. 5). Η επιλογή από την ελληνική πολιτεία με το Π.Δ/μα 164/2004 των ανωτέρω μέτρων για την επίτευξη του στόχου της εν λόγω με αριθ. 1999/70 Οδηγίας έγινε, αφού αυτή έλαβε υπόψη, όπως ορίζει και η Οδηγία, τις ανάγκες ειδικών τομέων, όπως είναι μεταξύ άλλων και ο ευρύτερος δημόσιος τομέας, που δικαιολογεί διαφορετική ρύθμιση σε σχέση με τον ιδιωτικό τομέα, αφού υφίστανται διαφορές στη φύση της εργασίας και διαφορετικά χαρακτηριστικά του εργασιακού περιβάλλοντος και των διαδικασιών πρόσληψης στον ιδιωτικό και δημόσιο τομέα, εξού και η θέσπιση των πιο πάνω διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος.

Συνεπώς εφόσον δεν συντρέχουν οι τιθέμενες πιο πάνω προϋποθέσεις, μετατροπή των συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου σε συμβάσεις εργασίας αορίστου χρόνου δεν μπορεί να γίνει (Ολ. ΑΠ 19/2007, ΑΠ 104/2016, ΑΠ 1664/2007). Ενόψει δε των ανωτέρω συνταγματικών ρυθμίσεων και της προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας στις ρυθμίσεις της με αριθ. 1999/70 Οδηγίας, που δεν επιβάλλει τον χαρακτηρισμό των συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, ως συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου, η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 1 και 3 του Ν. 2112/1920 δεν ευρίσκει πλέον έδαφος εφαρμογής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, ούτε κατ’ επιταγή της ως άνω Οδηγίας, για το μεσοδιάστημα από 10.7.2002 (ημερομηνία λήξης της προθεσμίας προσαρμογής της ελληνικής νομοθεσίας σε αυτήν) μέχρι την έναρξη ισχύος του Π.Δ/τος 164/2004 (19.7.2004), ούτε βεβαίως μετά την έναρξη ισχύος του τελευταίου (Ολ.

ΑΠ 19/2007). Επί πλέον η ως άνω μεταβατικού χαρακτήρα διάταξη του άρθρου 11 του Π.Δ/τος 164/2004 αφορά ειδικότερα τις περιπτώσεις ανανέωσης διαδοχικών συμβάσεων εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου προσωπικού του δημοσίου τομέα, που ήσαν ενεργές μέχρι την έναρξη ισχύος του (19.7.20041) ή είχαν λήξει εντός του προηγουμένου τελευταίου τριμήνου, δηλαδή έως τις 19.4.2004 και το οποίο πληρούσε τις λοιπές τασσόμενες από τη διάταξη αυτή προϋποθέσεις και συνακόλουθα δεν μπορεί να τύχει εφαρμογής σε (ακύρως) καταρτισθείσες συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αορίστου χρόνου.).

Σύμφωνα με το άρθρο 40 παρ. 2 περίπτ. στ’ του ισχύοντος κατά το κρίσιμο διάστημα π.δ. 178/2000 "Οργανισμός του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας" αλλά προγενέστερου Οργανισμού του εν λόγω Υπουργείου, για το νόμιμο διορισμό με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στις προβλεπόμενες θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Ο.Ο.ΣΑ.

ή την ανανέωσή της, απαιτείται απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας και υπογραφή στη συνέχεια σχετικής σύμβασης διάρκειας μέχρι τριών (3) ετών με δυνατότητα ανανέωσης.

β) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ.1 εδ. α του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται μόνο, αν παραβιάσθηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή εάν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και εάν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, δηλαδή όταν το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σε αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε ως κακή εφαρμογή, ήτοι εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (Ολ.

ΑΠ 1/2016, Ολ. ΑΠ 2/2013, Ολ. ΑΠ 7/2006). Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση της νομικής βασιμότητας της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα του ανωτέρω δικαστηρίου κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ. ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ’ ουσία (ΑΠ 58/2015). Κατά δε τη διάταξη του άρθρου 578 του ΚΠολΔ αν το αιτιολογικό της προσβαλλομένης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση, εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.

Ως αιτιολογικό κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοείται η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που συγκροτούν τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού (Ολ. ΑΠ 30/1998, ΑΠ 911/2008). Η διάταξη αυτή επομένως τυγχάνει εφαρμογής και όταν με εσφαλμένη εν όλω ή εν μέρει αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης κατ’ επίκληση από αυτήν διατάξεων που δεν βρίσκουν έδαφος εφαρμογής στη συγκεκριμένη περίπτωση απορρίπτεται ως νομικά αβάσιμη η αγωγή, η οποία όμως ήταν απορριπτέα ως νομικά αβάσιμη κατ’ εφαρμογή εν όλω ή εν μέρει άλλων διατάξεων, αφού στην περίπτωση αυτή το σφάλμα ανάγεται στην νομική αιτία της προσβαλλομένης απόφασης, της οποίας το απορριπτικό συμπέρασμα είναι ορθό (Ολ.

ΑΠ 10/2007, Ολ. ΑΠ 32/2002), αλλά επίσης και όταν είναι ελλιπής η αιτιολόγηση της ερμηνευτικής εκδοχής της μείζονος πρότασης της προσβαλλομένης απόφασης (ΑΠ 1022/1992).

γ) Ο προβλεπόμενος από τον αρ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται όταν δεν προκύπτουν από το αιτιολογικό της απόφασης τα πραγματικά περιστατικά που είναι αναγκαία, για να κριθεί στη συγκεκριμένη περίπτωση αν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις εφαρμογής της διάταξης που εφαρμόστηκε ή αν δεν συντρέχουν οι όροι και οι προϋποθέσεις, που αποκλείουν την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ασαφείς, ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες ως προς τον νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών που έγιναν δεκτά και ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως αιτιολογία δε που συγκροτεί τη νόμιμη βάση της απόφασης, της οποίας η έλλειψη θεμελιώνει τον προαναφερόμενο αναιρετικό λόγο, νοείται η παραδοχή ή άρνηση των περιστατικών που θεμελιώνουν το πραγματικό μέρος της οικείας διάταξης ουσιαστικού δικαίου, και όχι οι σκέψεις, κρίσεις ή τα επιχειρήματα, με τα οποία το δικαστήριο αιτιολογεί γιατί πείθεται ή δεν πείθεται ως προς τη συνδρομή των εν λόγω περιστατικών.

Στοιχειοθετείται δηλαδή ο λόγος αυτός αναίρεσης όταν από τις ουσιαστικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, βάσει των οποίων και μόνο ελέγχεται η έλλειψη ή μη νόμιμης βάσης αυτής, δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη διάταξη ουσιαστικού νόμου. Αντίθετα, ο σχετικός λόγος αναίρεσης δεν στοιχειοθετείται όταν η προσβαλλόμενη απόφαση δεν περιέχει κρίση για την ουσία της υπόθεσης με διατύπωση σχετικού αποδεικτικού πορίσματος ή όταν πρόκειται για ασάφειες ή ελλείψεις που αφορούν απορριπτικό σκεπτικό αγωγής ή ένστασης ως μη νόμιμης ή ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, δηλαδή στην ανάλυση, αξιολόγηση και στάθμιση του αποδεικτικού υλικού, καθώς και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια και βεβαιότητα, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος (Ολ.

ΑΠ 3/97 και 13/95 Α.Π. 21/2016).

4.Α.- Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση αποφαινόμενη ότι δεν υπήρχε σύμβαση εργασίας μεταξύ του αναιρεσείοντος και του Δημοσίου για το χρονικό διάστημα από 16-3-2009 μέχρι τον Ιανουάριο του έτους 2011, οπότε κατά τον αναιρεσείοντα εξαναγκάστηκε σε παραίτηση, στέρησε εαυτή από σαφή και επαρκή αιτιολογία, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 περ. 1 και 19) και ειδικότερα τα άρθρα 648 επ. ΑΚ που διέπουν τη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας, καθώς και τα άρθρα 3, 174,679, 680 του ΑΚ σε συνδυασμό με τα άρθρα 8 του ν. 2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του Α.Ν. 537/1936, 2 παρ.1, 3 παρ. 1 και 25 παρ.2 του ν. 3239/1955 που απαγορεύουν και καθιστούν άκυρη την παραίτηση του εργαζομένου από εργασιακά του δικαιώματα, ενώ δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκε και προσκόμισε ο αναιρεσείων (Κ.Πολ.Δ. 559 αρ. 11 εδ.γ’ ).

Με την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση το Εφετείο δέχθηκε ότι: "Από την εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης της μάρτυρος απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, των προσκομιζομένων από τον ενάγοντα: α) υπ’ αρ. .../4.10.2011 ένορκων βεβαιώσεων ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών, κατόπιν νόμιμης κλήτευσης του εναγομένου και β) της υπ’ αριθμ. .../30.9.2011 ένορκης βεβαίωσης της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης...

καθώς και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και νόμιμα προσκομίζουν, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Ο ενάγων διορίστηκε δυνάμει της Α.Π. 19.585/4-6- 1996 απόφασης του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας σε θέση Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού με βαθμό αντίστοιχο Γραμματέα Πρεσβείας Α’ Τάξης, στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Ο.Ο.Σ.Α.

στο Παρίσι και ανέλαβε τα καθήκοντά του από 9-6-1996 μέχρι 21-7-1997, υπό τους ειδικότερους όρους της προς τούτο υπογραφείσας την 11-6-1996 σχετικής σύμβασης εξαρτημένης εργασίας ορισμένου χρόνου, διάρκειας ενός έτους, ήτοι μέχρι 21-7-1997, οι οποίες ανανεώθηκαν διαδοχικά. Έκτοτε, εξακολούθησε να παρέχει τις ανωτέρω υπηρεσίες του, μέχρι την 21η-7-2007, οπότε έληξε η τελευταία (ετήσια) σύμβαση εργασίας.

Ο ενάγων υπέβαλε στις 29-6-2007 αίτηση (περαιτέρω) ανανεώσεως της εργασιακής του συμβάσεως, όμως η σχετική διαδικασία δεν ευδοκίμησε. Εν συνεχεία, ο ενάγων, με την από 24-12-2007 απόφαση του Υπουργού ... Γ. Α., διορίστηκε από 29-10-2007 σε κενή θέση μετακλητού διοικητικού υπαλλήλου στο πολιτικό γραφείο του ανωτέρω Υπουργού ...

για να αποσπαστεί εν συνεχεία με απόφαση του ανωτέρω στη Μ.Ε.Α. - Παρισίων Ο.Ο.Σ.Α., για χρονικό διάστημα ενός έτους, αρχής γενομένης από 30-10-2007. Επειδή όμως απόσπαση μετακλητού υπαλλήλου στο εξωτερικό δεν προβλέπεται, το Ελεγκτικό Συνέδριο δεν θεώρησε το χρηματικό ένταλμα πληρωμής οικονομικού έτους 2008, ποσού 26.666,21 ευρώ για το επίδομα αλλοδαπής από 6-5-έως 31-8- 2008 (βλ.

την υπ’ αρ. 11/2008 Πράξη του Ελεγκτικού Συνεδρίου). Λόγω όμως της παραίτησης του ανωτέρω Υπουργού ..., αυτοδικαίως λύθηκε στις 8-1-2009 και η υπηρεσία του ενάγοντος, σύμφωνα με τις διατάξεις του αρθ. 33 παρ. 9 του Ν. 2. 190/1994. Ακολούθως ο ενάγων διορίστηκε εκ νέου από 8-1-2009 σε κενή θέση μετακλητού διοικητικού υπαλλήλου στο πολιτικό γραφείο του νέου Υπουργού ...

Ι. Π., δυνάμει της από 17-2-2009 απόφασης του άνω Υπουργού, νομίμως δημοσιευθείσης, η οποία ανακλήθηκε, δυνάμει της νεώτερης από 6-3- 2009 απόφασης του ανωτέρω Υπουργού, νομίμως δημοσιευθείσης. Έκτοτε, από 16-3-2009 και εφεξής, ο ενάγων έπαυσε να προσφέρει, καθ’ οιονδήποτε τρόπο, την εργασία του στο εναγόμενο, ούτε το εναγόμενο αποδέχτηκε τέτοιες υπηρεσίες.

Όπως αποδεικνύεται δε από υπ’ αρ. πρωτ. ...9-2009 έγγραφο του ενάγοντος προς το Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον Ο.Ο.Σ.Α. στο Παρίσι (προσκομίζεται με επίκληση από το εναγόμενο), ο τελευταίος, αφού δηλώνει πως είναι αναγκασμένος για βιοποριστικούς λόγους να αναζητήσει άλλη επαγγελματική λύση, αιτείται να του επιτραπεί, αν δεν υπάρχει αντίρρηση από τον Πρέσβη, να εξακολουθήσει να έχει πρόσβαση στο ηλεκτρονικό πληροφοριακό σύστημα του Ο.Ο.Σ.Α.

και να παρακολουθεί, αν του επιτρέπουν οι υποχρεώσεις του, ως παρατηρητής τις Επιτροπές του Ο.Ο.Σ.Α. καθαρά τεχνοκρατικού χαρακτήρα, τις οποίες παρακολουθούσε ως στέλεχος της Μ.Ε.Α., για καθαρά προσωπικούς και επιστημονικούς λόγους και προκειμένου να διευκολυνθεί η διατήρηση της επαφής του με τα δρώμενα στον Ο.Ο.Σ.Α., αλλά και στην εξεύρεση άλλης εργασιακής θέσεως, όπως ρητά επισημαίνει.

Εμφατικώς δε δηλώνει ότι αυτό αφορά πρωτίστως "το δικό του αποκλειστικό επιστημονικό ενδιαφέρον και συμφέρον [και] ...σε. καμία περίπτωση δεν θα χρησιμοποιηθεί στο μέλλον για απαίτηση οποιοσδήποτε μορφή(ς) αποζημίωσης ή ως επιχείρημα για τη διεκδίκηση άλλης μορφής χρηματικής αξίωσης από το Ελληνικό Δημόσιο".

Επομένως η όποια ενασχόληση του ενάγοντος με τις υποθέσεις της ΜΕΑ - ΟΟΣΑ κατά το διάστημα από Μάρτιο του 2009 και εφεξής εγένετο παρακλητικώς, αποσπασματικώς και για ίδιον συμφέρον του (επιστημονικό, επαγγελματικό και "ηθικό") και σε καμία περίπτωση στα πλαίσια συμβάσεως παροχής εξαρτημένης εργασίας (έγκυρης ή μη)...

Επομένως ο ενάγων ουδεμία βάσιμη αξίωση διατηρεί κατά του εναγομένου και συνεπώς η υπόκριση αγωγή, κατά το μέρος που εκρίθη νόμιμη, θα πρέπει να απορριφθεί και ως ουσιαστικά αβάσιμη, όπως και η υπό κρίση πρώτη έφεση, κατά τον πρώτο λόγο αυτής (με τον οποίο ο ενάγων- εκκαλών παραπονείται για την απόρριψη του σχετικού κονδυλίου της αγωγής του ως ουσιαστικά αβασίμου).

Ως προς δε τους λοιπούς λόγους της πρώτης έφεσης (επιδίκαση μισθών υπερημερίας, αποζημιώσεως απολύσεως) παρέλκει η εξέταση τους ως άνευ αντικειμένου ΑΠ 293/2015 ...".

Με αυτά που δέχτηκε το Εφετείο, εκτιμώντας όλα τα προσκομιζόμενα αποδεικτικά μέσα, τα περισσότερα των οποίων μάλιστα ρητώς κατονομάζει, διέλαβε στην απόφασή του με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις, το αποδεικτικό του πόρισμα, αναφορικά με το ότι ο αναιρεσείων από 16.3.2009 και εφεξής έπαυσε να προσφέρει την εργασία του στο Δημόσιο και ότι ούτε αυτό αποδέχθηκε αυτήν και ως εκ τούτου ουδεμία σύμβαση εργασίας, έγκυρη ή μη, υφίστατο από 16.3.2009 και εφεξής.

Όλα δε περί του αντιθέτου προβαλλόμενα από τον αντίδικο είναι απορριπτέα ως αβάσιμα. Επειδή, όπως συνάγεται από τα άρθρα 335, 338, 339, 340 και 346 του Κ.Πολ.Δ., το δικαστήριο για να σχηματίσει την κρίση του για πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα, τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, παράβαση δε αυτής της υποχρεώσεως θεμελιώνει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αρ. 11 περ.

γ’ του Κ.Πολ.Δ. λόγο αναιρέσεως, ο οποίος ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Σημειώνεται ότι δεν είναι ανάγκη να γίνεται ειδική μνεία στην απόφαση και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από τα αποδεικτικά μέσα. Το γεγονός ότι μνημονεύονται και τονίζονται ιδιαίτερα μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου μεγαλύτερης σημασίας τους, δεν σημαίνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα υπόλοιπα, αρκεί βέβαια να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 740/2009, 1107/2015, 1069/2015, 1622/2010).

Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τα εκτιθέμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο για να καταλήξει στην ανωτέρω κρίση του έλαβε υπόψη την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος απόδειξης, που περιέχεται στα ταυτάριθμα με την εκκαλουμένη απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδρίασης, τις προσκομιζόμενες από τον αντίδικο: α) υπ’ αρ. .../4.10.2011 ένορκες βεβαιώσεις ενώπιον του Ειρηνοδίκη Αθηνών και β) την υπ’ αριθμ. .../30.9.2011 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος απόδειξης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης, καθώς και όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα που προσκόμισαν οι διάδικοι, μεταξύ των οποίων και το υπ’ αριθμ. πρωτ. ....2009 έγγραφο του αντιδίκου προς τον Μόνιμο Αντιπρόσωπο της Ελλάδας στον Ο.Ο.Σ.Α. Το γεγονός δε ότι το Εφετείο αναφέρεται ειδικώς στο περιεχόμενο του τελευταίου αυτού εγγράφου, διότι προφανώς, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τούτο αξίζει ιδιαίτερης μνείας προκειμένου να καταλήξει στην ως άνω κρίση του, δεν μπορεί να οδηγήσει στο συμπέρασμα ότι δεν έλαβε υπόψη του τα άλλα αποδεικτικά μέσα.

Συνεπώς, το Εφετείο εκτίμησε όλα τα προσκομισθέντα έγγραφα και στοιχεία και τα όσα αντίθετα ο αναιρεσείων ισχυρίζεται, κρίνονται αβάσιμα, και ασφαλώς η αξιολόγηση αυτών αποτελεί κατ’ ουσία κρίση, που είναι ανέλεγκτη αναιρετικώς.

‘ Περαιτέρω, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος και ο ισχυρισμός του αναιρεσείοντος ότι το υπ’ αριθμ. πρωτ. ....2009 έγγραφο έχει την έννοια της παραίτησης από δικαιώματα που απορρέουν από διατάξεις αναγκαστικού δικαίου και ως τέτοια είναι άκυρη, καθόσον από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 3, 174, 679, 680 του ΑΚ με εκείνες των άρθρων 8 του ν.2112/1920, όπως ερμηνεύθηκε αυθεντικώς με το άρθρο 11 του Α.Ν. 537/1936, 2 παρ.1, 3 παρ.1 και 25 παρ. 2 του ν.3239/1955 προκύπτει σαφώς ότι δεν επιτρέπεται και είναι άκυρη κάθε συμφωνία, που συνάπτεται είτε πριν είτε μετά τη λήξη της εργασιακής σχέσης, με την οποία ο εργαζόμενος απαλλάσσει ολικώς ή μερικώς τον εργοδότη από τις υποχρεώσεις του, όπως αυτές προκύπτουν από τους αναγκαστικού χαρακτήρα κανόνες του εργατικού δικαίου. Και τούτο διότι ο ισχυρισμός αυτός του αναιρεσείοντος στηρίζεται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι όταν έληξε η εργασιακή του σχέση με το Δημόσιο στις 16.3.2009, είχε με αυτό σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου, ενώ ο αντίδικος από 29.10.2007 μέχρι 16.3.2009 είχε διορισθεί στο Δημόσιο ως μετακλητός υπάλληλος στο Γραφείο του Υπουργού (άρθρα 55 επ. του π.δ.63/2005), και συνεπώς δεν τελούσε με το Δημόσιο με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αλλά με σχέση εργασίας δημοσίου δικαίου. Και μάλιστα χωρίς να απολαμβάνει μονιμότητας, αφού ο μετακλητός υπάλληλος μπορεί να απολύεται οποτεδήποτε (άρθρο 56 του π.δ. 53/2005).

Συνεπώς εν προκειμένω δεν νοείται αναγκαστική παραίτηση του αναιρεσείοντος, με βάση τις διατάξεις που αυτός επικαλείται.

Συνακόλουθα με τα ανωτέρω, ο πρώτος λόγος της ένδικης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον δεύτερο λόγο αναιρέσεως ο αναιρεσείων ισχυρίζεται ότι η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση παραβίασε κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (Κ.Πολ.Δ. 559 περ. 1) και συγκεκριμένα τις διατάξεις των άρθρων 103 παρ. 2 του Συντάγματος, των άρθρων 648 επ. ΑΚ, του άρθρου 8 παρ.3 του ν. 2112/1920 σε συνδυασμό με τα άρθρα 281, 671 ΑΚ, 25 παρ.1 και 3 του Συντάγματος και την Οδηγία 1199/70/ΕΚ του Συμβουλίου της 28.6.1999. Ειδικότερα, με τον λόγο αυτό προβάλλεται, με την επίκληση αποφάσεων του Δικαστηρίου τούτου (ενδεικτικώς ΑΠ 602/2014), ότι το Εφετείο παραβίασε το νόμο κρίνοντας ότι το άρθρο 103 του Συντάγματος απαγορεύει τον επαναχαρακτηρισμό των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου του αναιρεσείοντος ως μιας σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου, επικαλούμενος το γεγονός ότι η αρχική σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου καταρτίστηκε το έτος 1996.

Σύμφωνα με το άρθρο 20 του ν. 1586/1986 "1. Με προεδρικό διάταγμα που εκδίδεται μετά από πρόταση των Υπουργών Προεδρίας της Κυβέρνησης, Εθνικής ..., επιτρέπεται η σύσταση επτά θέσεων ειδικού επιστημονικού προσωπικού με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου στη Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως στο Παρίσι.

Με το ίδιο διάταγμα ρυθμίζονται η διάρθρωση των θέσεων αυτών, τα προσόντα που απαιτούνται γι’ αυτές και για τις θέσεις του μόνιμου και αναπληρωτή αντιπροσώπου τα θέματα λειτουργίας και κάθε άλλη σχετική λεπτομέρεια της εν λόγω Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας...". Κατ’ εξουσιοδότηση του ανωτέρω νόμου εκδόθηκε το Π.Δ. 138/1993 "Οργανισμός του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας" στο άρθρο 51 του οποίου ορίζεται "Η Μόνιμη Ελληνική Αντιπροσωπεία στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης εδρεύει όπου και η έδρα του Οργανισμού Οικονομικής Συνεργασίας και Ανάπτυξης και έχει για αποστολή:

α) Τη γενική εκπροσώπηση της Ελληνική Κυβέρνησης στον ΟΟΣΑ σύμφωνα με την από 14 Δεκεμβρίου 1960 σύμβαση περί συστάσεως του ΟΟΣΑ. β) Τη συνεργασία με τις Αντιπροσωπείες των Κρατών που μετέχουν στον ΟΟΣΑ και τη διαχείριση των θεμάτων που ανακύπτουν, γ) Τη συνεχή παρακολούθηση, μελέτη και ταχεία ενημέρωση της Ελληνικής Κυβέρνησης για κάθε θέμα που έχει σχέση με τις τρέχουσες εργασίες του ΟΟΣΑ και ιδίως με την προπαρασκευή ή την εκτέλεση σχεδίων ή προγραμμάτων του, καθώς και για κάθε άλλο ζήτημα που ανατίθεται σ’ αυτήν από την Κυβέρνηση" και στο άρθρο 52 του ιδίου διατάγματος "1.

Οι θέσεις της Μόνιμης Αντιπροσωπείας ορίζονται ως εξής:.. Τέσσερις (4) θέσεις Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού με βαθμό αντίστοιχο Γραμματέα Πρεσβείας Α’ ή Β’ τάξης, με σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου ορισμένου χρόνου. ...2. α).... στ) Το Επιστημονικό Προσωπικό διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκεια(:

μέχρι τριών (3) ετών με δυνατότητα ανανέωσης...".

Ακολούθησε ο ισχύων τότε "Οργανισμός του Υπουργείου Εθνικής Οικονομίας" (Π.Δ. 178/2000 ΦΕΚ Α’ 156), στο άρθρο 40 του οποίου ορίζεται ότι: "2... στ. Το Επιστημονικό Προσωπικό διορίζεται με απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου διάρκειας μέχρι τριών (3) ετών με δυνατότητα ανανέωσης".

Όπως έχει κριθεί (Ολ ΑΠ 19 και 20/2007, ΑΠ 244/2015, 6/2014 κ.α.), διαδοχικές συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, συναπτόμενες υπό το κράτος ισχύος των διατάξεων του άρθρου 103 του Συντάγματος που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και του ν. 2190/1994 με το Δημόσιο, τους ΟΤΑ και όλους τους λοιπούς φορείς του ευρύτερου δημόσιου τομέα, δεν μπορούν να μετατραπούν σε συμβάσεις αόριστου χρόνου, έστω και αν αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς και όχι πρόσκαιρες ή απρόβλεπτες ανάγκες.

Ούτε καταλείπεται πεδίο εκτίμησης των συμβάσεων αυτών, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό της έννομης σχέσης κατά τη δικαστική διαδικασία, ως συμβάσεων αόριστου χρόνου, στην περίπτωση που αυτές καλύπτουν πάγιες και διαρκείς ανάγκες, αφού, έστω και αν τούτο συμβαίνει, ο εργοδότης, βάσει των πιο πάνω διατάξεων, ευχέρεια για τη σύναψη σύμβασης εργασίας αορίστου χρόνου δεν έχει.

Δηλαδή ένας τέτοιος χαρακτηρισμός είναι πλέον αλυσιτελής. Τυχόν αντίθετη ερμηνεία, ότι δηλαδή συμβάσεις εργασίας ορισμένου χρόνου, μπορούν να αναγνωρίζονται, κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, ως συμβάσεις εργασίας αόριστου χρόνου και μετά την πιο πάνω συνταγματική μεταρρύθμιση, θα είχε ως συνέπεια τη διαιώνιση ενός αποδοκιμασθέντος από τον αναθεωρητικό νομοθέτη φαινομένου.

Εξάλλου, όπως έχει κριθεί από το Δικαστήριο αυτό (Ολ. ΑΠ 7 και 8/2011, ΑΠ 244/2015, 79/2013 κ.α.), επί διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου που καταρτίσθηκαν με το Δημόσιο κ.λπ. πριν από την έναρξη ισχύος της ως άνω Οδηγίας 1999/70/ΕΚ, των παραγράφων 7 και 8 του άρθρου 103 του Συντάγματος, που προστέθηκαν κατά την αναθεώρηση του έτους 2001 και ισχύουν από 18-4-2001 (Α’ 85), συνεχίζονται δε και είναι ενεργές κατά τον χρόνο έναρξης της ισχύος τους και μετά ταύτα και καλύπτουν κατά την φύση τους πάγιες και διαρκείς ανάγκες, δεν εφαρμόζονται οι ως άνω διατάξεις.

Τούτο δε διότι αυτές οι συμβάσεις εργασίας είχαν προσλάβει ήδη κατά τον χρόνο που εκτείνεται η έννομη σχέση και το αντικείμενο της, δηλ. και πριν την έναρξη ισχύος των ως άνω συνταγματικών και άλλων διατάξεων, τον χαρακτήρα της σύμβασης αορίστου χρόνου κατ’ ορθό νομικό χαρακτηρισμό, παρά την τυχόν απαγόρευση από το νόμο της σύναψής τους ως τέτοιων (αορίστου χρόνου), τον οποίο διατηρούν και μετά ταύτα, δηλ.

και μετά την έναρξη ισχύος των πιο πάνω διατάξεων, ως ενιαίες πλέον συμβάσεις αορίστου χρόνου.

Εν προκειμένω, με βάση τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης ο αναιρεσείων συνδεόταν κατ’ αρχάς με το Δημόσιο και συγκεκριμένα από 9.6.1996 μέχρι 21.7.2007 με σχέση εργασίας ορισμένου χρόνου, διότι ο καθορισμός της ορισμένης χρονικής διάρκειας των συναπτομένων διαδοχικών συμβάσεων οφείλεται στην ύπαρξη συγκεκριμένων, νομοθετικών διατάξεων, οι οποίες ως ειδικότερες και νεότερες κατισχύουν των γενικών διατάξεων των άρθρων 648 επ. ΑΚ και του ν. 2112/1920 και οι οποίες δεν επιτρέπουν τη σύναψη συμβάσεων αορίστου χρόνου. Τούτο δικαιολογείτο από λόγους αντικειμενικούς και δη από την ιδιάζουσα φύση και αποστολή της Μόνιμης Ελληνικής Αντιπροσωπείας στον Οργανισμό Οικονομικής Συνεργασίας και Αναπτύξεως στο Παρίσι, από τη φύση των καθηκόντων του Ειδικού Επιστημονικού Προσωπικού στη ΜΕΑ- ΟΟΣΑ και το γεγονός ότι οι διαδοχικές συμβάσεις συνάπτονταν για την εξυπηρέτηση άμεσων λειτουργικών αναγκών που σχετίζονταν ευθέως και άμεσα με το αντικείμενο της συγκεκριμένης υπηρεσίας του εξωτερικού.

Μετά τη λήξη την 21 Ιουλίου 2007 των διαδοχικών συμβάσεων εργασίας ορισμένου χρόνου και μετά την πάροδο τριών και πλέον μηνών από τη λήξη τους (ενώ, δηλαδή είχε ήδη παρέλθει η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία του άρθρου 6 παρ.1 του v. 3198/1955), ο αντίδικος με την από 24-12-2007 απόφαση του Υπουργού ... διορίστηκε από 29.10.2007 στο Πολιτικό Γραφείο του, σε θέση μετακλητού διοικητικού υπαλλήλου, μέχρι την 8 Ιανουαρίου 2009 και στη συνέχεια από την 8η Ιανουαρίου 2009 μέχρι 27 Φεβρουάριου 2009 στο Πολιτικό Γραφείο του νέου Υπουργού ....

Συνεπώς ο διορισμός αυτός δεν είχε και δεν μπορεί να θεωρηθεί ως συνέχεια της προηγούμενης εργασιακής σχέσης, καθόσον ο αναιρεσείων ήταν πλέον μετακλητός δημόσιος υπάλληλος στο Γραφείο του Υπουργού, (άρθρο 55 του π.δ. 63/2005) και μάλιστα χωρίς να απολαμβάνει μονιμότητας αφού ο μετακλητός υπάλληλος μπορεί να απολύεται οποτεδήποτε (άρθρο 56 του π.δ. 63/2005).

Συνεπώς εν προκειμένω δεν μπορούν να τύχουν εφαρμογής οι ανωτέρω διατάξεις που επικαλείται ο αναιρεσείων, όπως αυτές έχουν ερμηνευθεί από το Δικαστήριο αυτό για τις συμβάσεις που είχαν καταρτιστεί πριν την αναθεώρηση του Συντάγματος, και να γίνει έτσι δεκτό ότι ο αναιρεσείων συνδεόταν μετά την 11.7.2007 με το Δημόσιο με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου χρόνου. Επισημαίνεται ιδιαιτέρως:

Πρώτον ότι από τη λήξη της τελευταίας σύμβασης ιδιωτικού δικαίου (21.7.2007) παρήλθε η τρίμηνη αποσβεστική προθεσμία που προβλέπεται στο άρθρο 6 παρ.1 του ν. 3198/1955, όπως τούτο δέχθηκε και το πρωτοβάθμιο δικαστήριο και δεν αμφισβητήθηκε από τον αναιρεσείοντα ούτε με την έφεση, ούτε με την αναίρεση. Δεύτερον ότι έκτοτε δεν υπήρξε σχέση εργασίας ιδιωτικού δικαίου. Αντιθέτως, με βάση τις παραδοχές του Εφετείου, για το χρονικό διάστημα από 29.10.2007 μέχρι 6.3.2009 υπήρξε διορισμός (σχέση δημοσίου δικαίου) του αναιρεσείοντος ως μετακλητού υπαλλήλου, ο οποίος (μετακλητός υπάλληλος) απολύεται οποτεδήποτε με πράξη του μέλους της Κυβέρνησης που τον διόρισε.

Τρίτον σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, για το χρονικό διάστημα από 16-3-2009 και εφεξής, κατά την ανέλεγκτο κρίση του Εφετείου, δεν υπήρξε σύμβαση παροχής εξαρτημένης εργασίας, έγκυρη ή μη. Αλλά και αν ακόμη υποτεθεί ότι υφίστατο μια τέτοια σχέση και πάλι δεν θα μπορούσαν να εφαρμοσθούν οι παραπάνω διατάξεις, αφού αυτή η σχέση, η οποία σε καμία περίπτωση δεν θα μπορούσε να θεωρηθεί ως συνέχεια της προηγούμενης εργασιακής σχέσης, θα είχε συναφθεί μετά την αναθεώρηση του άρθρου 103 του Συντάγματος και συνεπώς, σύμφωνα με όσα έχουν γίνει ερμηνευτικώς δεκτά από το Δικαστήριο Σας, δεν θα μπορούσε να χαρακτηρισθεί ως σύμβαση εργασίας αορίστου χρόνου.

Ενόψει των προεκτεθέντων, ο δεύτερος λόγος της κρινόμενης αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Με τον τρίτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται ότι η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένα ερμήνευσε τις διατάξεις των άρθρων 90 και 91 του ν.2362/1995, καθώς και τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Συντάγματος και το άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Συμβάσεως των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθόσον δέχθηκε ότι οι διαφορές αποδοχών (επίδομα αλλοδαπής) χρονικού διαστήματος από 30-10-2007 έως 28.2.2009 και οι δεδουλευμένες αποδοχές από 22.7.2007 έως 29.10.2007 έχουν παραγραφεί, διότι παρήλθε διετία από τη γένεση των ως άνω αξιώσεων, δεδομένου ότι η ένδικη αγωγή ασκήθηκε στις 17.3.2011.

Με το άρθρο 90 παρ. 3 του ισχύοντος κατά τον κρίσιμο χρόνο ν. 2362/1995 "περί Δημοσίου Λογιστικού, ελέγχου δαπανών του Κράτους και άλλες διατάξεις" ορίζεται ότι: "Η απαίτηση οποιουδήποτε των επί σχέσει δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου πολιτικών ή στρατιωτικών κατ’ αυτού, που αφορά σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζεται σε παρανομία των οργάνων του Δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, παραγράφεται μετά διετίας από της γενέσεώς της", ενώ στο άρθρο 91 παρ. 1 εδάφ. α του ιδίου νόμου ορίζεται ότι: "Επιφυλασσομένης κάθε άλλης ειδικής διατάξεως του παρόντος, η παραγραφή οποιοσδήποτε απαιτήσεως κατά του Δημοσίου αρχίζει από το τέλος του οικονομικού έτους μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής...". Περαιτέρω στη διάταξη του άρθρου 94 παρ. 3 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζεται ότι: "Η παραγραφή λαμβάνεται αυτεπαγγέλτως υπόψιν από τα Δικαστήρια".

Από το συνδυασμό των ανωτέρω διατάξεων προκύπτει ότι με την πρώτη από αυτές ρυθμίζεται ειδικώς το θέμα του χρόνου της παραγραφής των αξιώσεων των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, πολιτικών ή στρατιωτικών, κατ’ αυτού, που αφορούν σε αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές αυτών ή αποζημιώσεις, έστω και αν βασίζονται σε παρανομία των οργάνων του δημοσίου ή στις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού διατάξεις, ορίζεται δε ως χρονικό σημείο έναρξης της παραγραφής αυτής η γένεση της κάθε αντίστοιχης αξίωσης. Η διάταξη αυτή είναι ειδική, σε σχέση με τη διάταξη του άρθρου 91 εδ. α’ του ανωτέρω Ν. 2362/1995, με την οποία ρυθμίζεται γενικώς το θέμα της έναρξης του χρόνου παραγραφής οποιοσδήποτε αξίωσης κατά του Δημοσίου από το τέλος του οικονομικού έτους, μέσα στο οποίο γεννήθηκε και ήταν δυνατή η δικαστική επιδίωξη αυτής, όπως τούτο συνάγεται από τη ρητή επιφύλαξη, ως προς την ισχύ άλλων ειδικών διατάξεων, όπως η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3, η οποία, ως εκ τούτου, κατισχύει της γενικής διάταξης του άρθρου 91 εδ. α’ του αυτού ν. 2362/1995 (ΑΕΔ 32/2008, Ολ. ΑΠ 29/2006).

Όπως έχει κριθεί με την υπ’ αρ. 1/2012 απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου, η προβλεπομένη από την τελευταία αυτή διάταξη (άρθρο 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995), για τις μισθολογικές αξιώσεις των υπαλλήλων του Δημοσίου, βραχυπρόθεσμη (διετής) παραγραφή, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος από τον χρόνο παραγραφής που προβλέπεται (πενταετία) τόσο από την παράγραφο 1 του ιδίου ως άνω άρθρου 90 για όλες τις άλλες χρηματικές αξιώσεις κατά του Δημοσίου, όσο και από τις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 86 για τις χρηματικές αξιώσεις του Δημοσίου κατά τρίτων (χρέη προς το Δημόσιο), αλλά και από τον χρόνο παραγραφής (πενταετία) που ισχύει, σύμφωνα με το άρθρο 250 αριθ. 6 και 17 του ΑΚ για παρόμοιες αξιώσεις υπαλλήλων και εργατών του ιδιωτικού τομέα, έχει θεσπισθεί για λόγους γενικότερου δημοσίου συμφέροντος και συγκεκριμένα από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως αξιώσεων που απορρέουν από περιοδικές (ανά μήνα) παροχές και των αντιστοίχων υποχρεώσεων του Ελληνικού Δημοσίου, η οποία είναι απαραίτητη για την προστασία της περιουσίας και της οικονομικής καταστάσεως αυτού, στην οποία συμβάλλουν οι φορολογούμενοι πολίτες με την καταβολή φόρων.

Η ταχεία εκκαθάριση των εκκρεμοτήτων, αναφορικά με τις πιο πάνω αξιώσεις και τις αντίστοιχες υποχρεώσεις του Δημοσίου, είναι ‘ αναγκαία προς αποφυγή ανατροπής, μετά την πάροδο μακρού χρονικού διαστήματος, των οικονομικών δεδομένων, κατά συνεκτίμηση των οποίων το Δημόσιο προβαίνει στον σχεδιασμό της οργανώσεως και του τρόπου λειτουργίας της δημοσίας διοικήσεως, λαμβάνοντας αυτά υπόψη για την πρόβλεψη των σχετικών δαπανών κατά την κατάρτιση του κρατικού προϋπολογισμού και η αποφυγή των δυσμενών επιπτώσεων που επάγονται στην εκτέλεση του προϋπολογισμού, η σε βάθος πολλών ετών ικανοποίηση των ανωτέρω αξιώσεων, λόγω του μεγάλου ύψους των σχετικών απαιτήσεων συνολικά, που απορρέει από τον μεγάλο αριθμό των σχετικών διαφορών που ανακύπτουν με την άσκηση αγωγών κατά του Ελληνικού Δημοσίου από το υπηρετούν σε αυτό προσωπικό.

Έτσι ο στόχος του Κράτους να προγραμματίσει τα έσοδά του και τις δαπάνες του, χωρίς να εμποδίζεται από σημαντικά ανεξόφλητα χρέη, δικαιολογεί την θέσπιση εύλογων αποκλειστικών προθεσμιών για την άσκηση των σχετικών αγωγών. Η διαφοροποίηση αυτή δικαιολογείται, όχι μόνο από την ανάγκη προστασίας της περιουσίας του Δημοσίου κατά τα προεκτεθέντα, αλλά και από τις διαφορετικές συνθήκες υπό τις οποίες τελούν οι υπάλληλοι του Δημοσίου σε σχέση με τους υπαλλήλους του ιδιωτικού τομέα, καθώς και από το διαφορετικό νομικό καθεστώς που διέπει αντίστοιχα τις σχέσεις των δύο αυτών κατηγοριών υπαλλήλων προς τους εργοδότες τους, σύμφωνα με τις ειδικότερες ρυθμίσεις της κείμενης νομοθεσίας.

Κατά συνέπεια, η διάταξη του άρθρου 90 παρ. 3 του Ν. 2362/1995, με την οποία θεσπίζεται διετής παραγραφή για τις αξιώσεις των επί σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου υπαλλήλων του Δημοσίου, δεν αντίκειται στην από το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας.

Εξάλλου, η ανωτέρω βραχυπρόθεσμη διετής παραγραφή, δεν αντίκειται: (1) ούτε στη διάταξη του άρθ. 6 § 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης για την προστασία των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου και των Θεμελιωδών; Ελευθεριών (ΕΣΔΑ), που κυρώθηκε με το ν.δ. 53/1974, έχοντας υπερνομοθετική ισχύ (άρθ. 28 §1 του Συντάγματος) και ορίζει ότι "Παν πρόσωπον έχει δικαίωμα, όπως η υπόθεσις του δικασθεί δικαίως, δημοσία και εντός λογικής προθεσμίας υπό ανεξαρτήτου και αμερόληπτου δικαστηρίου, νομίμως λειτουργούντος, το οποίον θα αποφασίσει είτε επί των αμφισβητήσεων επί των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων του αστικής φύσεως και στο άρθ. 20 §1 του Συντάγματος που παρέχει ανάλογη προστασία και ορίζει ότι καθένας έχει το δικαίωμα στην παροχή έννομης προστασίας από τα δικαστήρια και μπορεί ν’ αναπτύξει σ’ αυτά τις απόψεις του για τα δικαιώματα ή συμφέροντα του, όπως νόμος ορίζει, αφού αυτές εξασφαλίζουν σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να έχει έννομη προστασία από τα δικαστήρια και να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, αλλά δεν απαγορεύουν την θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων και δικαιούχων, (2) ούτε στις διατάξεις του άρθ. 14 της ως άνω Ε.Σ.Δ.Α., σύμφωνα με το οποίο "η χρήσις των αναγνωριζόμενων εν τη Συμβάσει δικαιωμάτων και ελευθεριών δέον να εξασφαλισθεί ασχέτως διακρίσεως φύλου, φυλής, χρώματος, γλώσσης, θρησκείας, πολιτικών ή άλλων πεποιθήσεων, εθνικής ή κοινωνικής προελεύσεως, συμμετοχής εις εθνικήν μειονότητα, περιουσίας, γεννήσεως ή άλλης καταστάσεως", διότι η παραγραφή αυτή καθιερώθηκε για τους προαναφερθέντες λόγους γενικότερου συμφέροντος που αφορούν και καταλαμβάνουν όλους τους έχοντες σχετικές αξιώσεις και όχι με βάση τα ως άνω κριτήρια δυσμενούς διακριτικής μεταχείρισης, με τα οποία ουδεμία έχει σχέση (3) ούτε στις διατάξεις του άρθρου 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής αυτής Σύμβασης (επίσης κυρωθέντος με το ν.δ. 53/1974 και την αυτή υπερνομοθετική ισχύ έχοντος) που επιβάλλουν τον σεβασμό της περιουσίας του προσώπου (στην οποία περιλαμβάνονται όχι μόνο τα από το άρθ. 17 του Σ.

προστατευόμενα εμπράγματα δικαιώματα, αλλά και όλα τα περιουσιακής φύσεως δικαιώματα και τα νομίμως κεκτημένα οικονομικά συμφέροντα, άρα και τα περιουσιακά ενοχικά δικαιώματα και ειδικότερα οι περιουσιακού χαρακτήρα απαιτήσεις, είτε αναγνωρισμένες με δικαστική ή διαιτητική απόφαση, είτε απλώς γεννημένες- κατά το εθνικό δίκαιο, εφόσον υπάρχει νόμιμη προσδοκία, με βάση το ισχύον πριν από την προσφυγή στο δικαστήριο νομοθετικό καθεστώς, ότι μπορούν να ικανοποιηθούν δικαστικά, Ολ.

ΑΠ 40/1998), αφού οι διατάξεις αυτές εμποδίζουν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά ακόμη δικαιώματα και όχι να θεσπίζει κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό, κατά περίπτωση, χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την έναρξη της ισχύος τους, ενώ εξάλλου και από την διάταξη του άρθ. 1 §2 του ως άνω Πρωτοκόλλου προκύπτει ότι και αυτό αναγνωρίζει ευθέως το δικαίωμα κάθε Κράτους να θεσπίζει νόμους, εάν το κρίνει αναγκαίο, για τη διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, επομένως και να θέτει νόμιμους περιορισμούς στην ικανοποίηση των αξιώσεων των πολιτών, όπως είναι η άσκηση των αξιώσεων τους εντός ορισμένου χρόνου προς διασφάλιση του δημοσίου συμφέροντος, στην έννοια του οποίου εμπίπτει, κατά τα προεκτεθέντα, και η προστασία της περιουσίας του Δημοσίου (Ολ.ΑΠ 31/2007, ως προς την ερμηνεία της παρομοίου περιεχομένου διάταξης του άρθ. 48 §3 ν.δ. 496/1974), (4) ούτε στις διατάξεις των άρθρων 2 § 3 α’ (περί πρόσφορης προσφυγής του ατόμου επί παραβιάσεως των δικαιωμάτων του), 5 § 1 (περί καταργήσεως δικαιωμάτων προσώπου ή περιορισμών τους), 22 παρ. 1, 26 (περί της ισότητας των προσώπων ενώπιον του νόμου και απαγόρευσης διακρίσεων), 14 § 1 (περί δικαιώματος του προσώπου για δίκαιη δίκη), του με το Ν. 2462/1997 κυρωθέντος και υπερνομοθετικής ισχύος, κατά το άρθρο 28 § 1 του Συντάγματος, έχοντος Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα. (Ολ.ΑΠ 38/2005, 22/2005, 31/2007, ΑΕΔ 9/2009).

Τέλος ούτε η ρητά θεσπιζόμενη με την διάταξη του άρθ. 90 §3 ν. 2362/1995 έναρξη της (διετούς) παραγραφής από την γένεση των σχετικών αξιώσεων και όχι από το τέλος του αντίστοιχου έτους ή από άλλο χρονικό σημείο αντίκειται στο άρθρο 4 του Συντάγματος και στο άρθρο 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ. (ΑΠ 372/2010).

Συνεπώς η αναιρεσιβαλλομένη απόφαση κατ’ ορθή ερμηνεία των ανωτέρω διατάξεων δέχθηκε ότι οι ως άνω ένδικες αξιώσεις έχουν παραγραφεί και ως εκ τούτου ο σχετικός λόγος αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία των προεκτεθέντων και αφού δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα η υπό κρίση αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμη και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου μειωμένα όμως κατά το μέτρο του άρθρου 22 του Ν. 3693/1957 σε συνδυασμό προς την παρ. 2 της 8.12.1992/20.1.1993 Κοινής Υπουργικής Απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β 11), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 12 παρ. 5 του Ν. 1738/1987, κατά τα οριζόμενα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-10-2016 αίτηση με γενικό αριθμό κατάθεσης .../2016 για αναίρεση της υπ’ αριθμό 5071/2015 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Σεπτεμβρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ