Legislator Case Law & Legislation
1872/2016 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against conviction for non-payment of public debts exceeding 120,000 euros.

Case Number 1872/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a third-instance court conviction for non-payment of public debts. The appellant argued that the debt originated from unpaid rent and claimed unequal treatment compared to private parties, but the court rejected these as inadmissible. The court held that the criminal statute targets the act of non-payment itself, regardless of the debt's origin, and that the law does not violate constitutional equality principles.

Legislator headnote

AI generated

Art. 25 of Law 1880/1990; Art. 4 of the Constitution: The criminalization of non-payment of public debts applies to any verified debt regardless of its origin, and the legislative choice to penalize such behavior does not violate the principle of equality before the law.

Keywords

AI generated
non-payment of public debts criminal liability threshold constitutional equality principle inadmissible appeal grounds tax debt criminalization

Cited Legislation

AI generated
Art. 25 of Law 1880/1990
Art. 34 of Law 3220/2004
Art. 3 of Law 3943/2011
Art. 4 of the Constitution
Art. 583 of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1872/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Μπόκοτα, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 4802/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 3 Νοεμβρίου 2015 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2015.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟΝ ΝΟΜΟ

Κατά το άρθρο 25 παρ. 1 του ν. 1882/1990, όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 34 παρ. 1 του ν. 3220/2004: "Η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ.

ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους με ποινή φυλάκισης: α) τεσσάρων τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, ο οποίος συνοδεύει υποχρεωτικά την ως άνω αίτηση, υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν είκοσι χιλιάδων 120.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό", Κατά την ίδια ως άνω διάταξη, όπως αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 3 παρ. 1 του ν. 3943/2011: "Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) έως ένα έτος, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, που αναφέρεται στην παράγραφο 5, υπερβαίνει το ποσό των πέντε χιλιάδων (5.000) ευρώ, β) έξι τουλάχιστον μηνών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των δέκα χιλιάδων (10.000) ευρώ, γ) ενός τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ, δ) τριών τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Χρόνος τέλεσης του αδικήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παρέλευση των τεσσάρων μηνών μέχρι τη συμπλήρωση χρόνου αντίστοιχου με το 1/3 της κατά περίπτωση προβλεπόμενης προθεσμίας παραγραφής. Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων.

Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό". Τέλος κατά την ως άνω διάταξη όπως αυτή αντικαταστάθηκε εκ νέου με το άρθρο 20 του ν. 4321/2015 (ΦΕΚ Α’ 32): " Όποιος δεν καταβάλλει τα βεβαιωμένα στη Φορολογική Διοίκηση χρέη προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου, τις επιχειρήσεις και τους οργανισμούς του ευρύτερου δημόσιου τομέα για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων (4) μηνών τιμωρείται με ποινή φυλάκισης:

α) Ενός (1) τουλάχιστον έτους, εφόσον το συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων μέχρι την ημερομηνία σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των πενήντα χιλιάδων (50.000) ευρώ. β) Τριών (3) τουλάχιστον ετών, εφόσον το συνολικό χρέος, σύμφωνα με τα οριζόμενα στην ανωτέρω περίπτωση α’ , υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων (150.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ή των ελεγκτικών κέντρων ή του τελωνείου προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους, που συνοδεύεται υποχρεωτικά από πίνακα χρεών, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους τόκων ή προσαυξήσεων και λοιπών επιβαρύνσεων. Η πράξη μπορεί να κριθεί ατιμώρητη, εάν το ποσό που οφείλεται εξοφληθεί μέχρι την εκδίκαση της υπόθεσης σε οποιονδήποτε βαθμό".

Ήδη με το άρθρο 8 του ν. 4337/2015 προστέθηκε στο ν. 4174/2013 άρθρο 71, με το οποίο τα αναφερόμενα στις περιπτώσεις α και β ποσά των 50.000 και 150.000 ευρώ αντίστοιχα αναπροσαρμόσθηκαν σε 100.000 και 200.000 αντίστοιχα. Από τα πιο πάνω προκύπτει ότι η καθυστέρηση καταβολής των βεβαιωμένων στις δημόσιες οικονομικές υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και τα τελωνεία χρεών προς το Δημόσιο, τα νομικά πρόσωπα δημοσίου δικαίου κ.λπ.

για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, διώκεται ύστερα από αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. κ.λπ. προς τον εισαγγελέα πρωτοδικών της έδρας τους και τιμωρείται με τις ανωτέρω ποινές φυλακίσεως. Με τη ρύθμιση αυτή: 1) Το ποινικό αδίκημα της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και λοιπών βεβαιωμένων και ληξιπρόθεσμων εσόδων στις Δ.Ο.Υ.

και τα τελωνεία, αντιμετωπίζεται ενιαίως ως προς το χρόνο διαπράξεώς του, ο οποίος είναι ο χρόνος της συμπληρώσεως τεσσάρων μηνών από τότε που έπρεπε να καταβληθεί το χρέος, ανεξάρτητα από τον τρόπο καταβολής των χρεών σε δόσεις ή εφάπαξ. 2) Στο κατώτερο ληξιπρόθεσμο ποσό οφειλής για την οποία ζητείται η ποινική δίωξη υπολογίζονται μαζί με τη βασική οφειλή και οι λοιπές επιβαρύνσεις από τόκους και προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής. 3) Οι ποινές καθορίζονται βάσει του κατωτέρου ποσού συνολικής κατά οφειλέτη ληξιπρόθεσμης οφειλής, ανεξάρτητα από το είδος του χρέους (παρακρατούμενοι, επιρριπτόμενοι φόροι, δάνεια με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου κ.λπ.). 4) Αυξάνονται τα όρια του χρέους, για τη μη καταβολή του οποίου ζητείται η ποινική δίωξη του οφειλέτη.

Περαιτέρω κατά τη σαφή διατύπωση του άρθρου 25 του ν. 1882/1990 για κάθε πίνακα χρεών ο οποίος υποβάλλεται στον εισαγγελέα με την αίτηση του προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ασκείται ξεχωριστή ποινική δίωξη που περιλαμβάνει ως μία πράξη τη μη καταβολή του συνολικού χρέους που αναφέρεται στον πίνακα, το οποίο είναι δυνατόν να προέρχεται από οποιαδήποτε αιτία, χωρίς διάκριση πλέον και επιρροή ανάλογα με το ύψος και την προέλευση του κάθε επί μέρους χρέους του πίνακα.

Δηλαδή δεν πρόκειται, λόγω της μη καταβολής ενός εκάστου χρέους του πίνακα, για κατ’ εξακολούθηση έγκλημα, ήτοι για περισσότερες πράξεις τελεσθείσες με ενότητα δόλου αλλά ο νόμος κυριαρχικώς θεωρεί πλέον ότι τα μη καταβληθέντα και περιεχόμενα σε κάθε πίνακα χρέη συνιστούν ένα και μόνο έγκλημα, της μη καταβολής του αθροίσματος των χρεών του πίνακα και δη με χρόνο τελέσεως τη συμπλήρωση τετραμήνου από του χρόνου καταβολής αυτών.

Με τη ρύθμιση αυτή η καθυστέρηση καταβολής χρεών προς το Δημόσιο αποκτά τη μορφή ενός εν δυνάμει ιδιοτύπου αθροιστικού εγκλήματος, αφού ενδέχεται πλέον να θεμελιώνεται η ποινική ευθύνη, στην περίπτωση που το μη καταβληθέν ποσό ξεπερνά το ελάχιστο όριο (ήδη των 100.000 ευρώ) ή μετά από επανειλημμένη μη καταβολή χρεών συνολικού ποσού ανωτέρου των 100.000 ευρώ, χωρίς όμως τη συνδρομή του στοιχείου της καθ’ έξη ή κατ’ επάγγελμα τελέσεως στη νομοτυπική μορφή που χαρακτηρίζει τα αθροιστικά εγκλήματα, γι’ αυτό και γίνεται λόγος για ιδιότυπο αθροιστικό έγκλημα.

Εξάλλου κατά την παρ. 2 του προαναφερθέντος άρθρου 25 παρ. 2 ν. 1882/1990: "Στις πιο κάτω περιπτώσεις οφειλετών του Δημοσίου και τρίτων πλην ιδιωτών, οι προβλεπόμενες ποινές που αναφέρονται στην παράγραφο 1 του παρόντος άρθρου, επιβάλλονται και προκειμένου: α)... β) Για εταιρίες ομόρρυθμες ή ετερόρρυθμες, στους ομόρρυθμους εταίρους και στους διαχειριστές τους..." και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "Για τα πρόσωπα που αναφέρονται στην παράγραφο 2 του παρόντος άρθρου, η ποινική δίωξη ασκείται για τα χρέη προς το Δημόσιο και τρίτους πλην ιδιωτών που ήταν βεβαιωμένα κατά το χρόνο απόκτησης της πιο πάνω ιδιότητας ή βεβαιώθηκαν κατά τη διάρκεια που είχαν τη συγκεκριμένη ιδιότητα, ανεξάρτητα αν μεταγενέστερα απέβαλαν την ιδιότητα αυτή με οποιονδήποτε τρόπο ή για οποιοδήποτε αιτία, καθώς και για τα χρέη που βεβαιώθηκαν ανεξάρτητα από τη λύση ή μη των νομικών προσώπων, αλλά γεννήθηκαν ή ανάγονται στο χρόνο που είχαν την ιδιότητα αυτή...".

Με τις τελευταίες αυτές διατάξεις ορίζονται: α) τα φυσικά πρόσωπα κατά των οποίων ασκείται η ποινική δίωξη σε περίπτωση μη εμπρόθεσμης καταβολής των χρεών των νομικών προσώπων προς το Δημόσιο κ.λ.π., είναι δε τα φυσικά αυτά πρόσωπα οι εκπροσωπούντες τα νομικά πρόσωπα αναλόγως της νομικής φύσεώς τους, προκειμένου δε περί ομόρρυθμης εταιρείας και οι έχοντες την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της εταιρείας και β) τα χρέη για τα οποία ευθύνονται τα φυσικά αυτά πρόσωπα, τα οποία χρέη είναι όσα ήταν βεβαιωμένα ή γεννήθηκαν κατά το χρόνο κατά τον οποίο τα φυσικά αυτά πρόσωπα είχαν την αναφερόμενη ιδιότητα, ανεξαρτήτως αν μεταγενεστέρως απέβαλαν την ιδιότητα αυτή.

Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την επιβαλλομένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, όταν εκτίθενται σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν κατά την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίο κηρύχθηκε ένοχος ο κατηγορούμενος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική διάταξη.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό, που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η κατά τα άνω αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνο στην απόφαση για την ενοχή, την καταδικαστική δηλαδή ή την αθωωτική απόφαση αλλά σε όλες χωρίς εξαίρεση τις αποφάσεις, ανεξαρτήτως αν αυτές είναι οριστικές ή παρεμπίπτουσες ή αν η έκδοσή τους αφήνεται στη διακριτική, ανέλεγκτη ή ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου που τις εξέδωσε, όπως και στους αυτοτελείς ισχυρισμούς, εκείνους δηλαδή που προβάλλονται στο δικαστήριο της ουσίας σύμφωνα με τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ.

από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορό του και τείνουν στην άρση του άδικου χαρακτήρα της πράξης ή της ικανότητας για καταλογισμό ή στη μείωση αυτής ή στην εξάλειψη του αξιόποινου της πράξης ή τη μείωση της ποινής, εφόσον όμως αυτοί προβάλλονται κατά τρόπο σαφή και ορισμένο, με όλα δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά τα οποία είναι αναγκαία κατά την οικεία διάταξη για τη θεμελίωσή τους.

Διαφορετικά το δικαστήριο της ουσίας δεν υπέχει υποχρέωση να απαντήσει αιτιολογημένα στην απόρριψή τους. Περαιτέρω λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ Κ.Π.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτή διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, ενώ εσφαλμένη εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπήγαγε σωστά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που συνιστά λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχείο Ε’ του Κ.Π.Δ., συνιστά και η εκ πλαγίου παραβίαση της διατάξεως αυτής, η οποία υπάρχει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και συγκεκριμένο τρόπο τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν κατά την κρίση του δικαστηρίου ή κατά την έκθεση αυτών υπάρχει αντίφαση είτε στην ίδια την αιτιολογία είτε μεταξύ της αιτιολογίας και του διατακτικού της αποφάσεως, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση στερείται νομίμου βάσεως.

Περαιτέρω ο δόλος κατά το άρθρο 26 παρ. 1 Π.Κ. ενυπάρχει στη θέληση παραγωγής των πραγματικών περιστατικών που συνθέτουν την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, καταφάσκεται από την πραγμάτωση των περιστατικών αυτών και εξ αυτού του λόγου δεν απαιτείται ιδιαίτερη αιτιολογία, εκτός από την κυρία επί της ενοχής, στην οποία εμπεριέχεται και η αφορώσα στο δόλο.

Το στοιχείο του δόλου χρήζει ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας μόνο όταν για την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος αξιώνονται πρόσθετα στοιχεία, όπως η εν γνώσει ορισμένου περιστατικού τέλεση της πράξεως (άμεσος δόλος) ή η επιδίωξη ορισμένου περαιτέρω σκοπού (έγκλημα υπερχειλούς υποκειμενικής υποστάσεως).

Το έγκλημα όμως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο, με βάση τη νομοτυπική του μορφή και ειδικότερα την υποκειμενική του υπόσταση, δεν υπάγεται στις τελευταίες περιπτώσεις.

Στην προκείμενη περίπτωση το δικαστήριο της ουσίας με την προσβαλλόμενη απόφασή του κήρυξε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα ένοχο της αξιόποινης πράξεως της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο και τον καταδίκασε, απορρίπτοντας το αίτημά του για αναγνώριση συνδρομής ελαφρυντικής περιστάσεως, σε ποινή φυλάκισης τριών ετών, την οποία μετέτρεψε σε χρηματική και καθόρισε το ποσό μετατροπής σε είκοσι ευρώ για κάθε ημέρα φυλακίσεως, δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της εν λόγω αποφάσεως σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, μετά από εκτίμηση και αξιολόγηση όλων των μνημονευομένων κατά το είδος τους αποδεικτικών μέσων, ότι απεδείχθησαν κατά λέξη τα εξής: "Στο ...

Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από την 18-12-2007 έως την 29-5-2011, ως φορολογούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ... Αττικής ατομικών και εταιρικών του χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000).

Ειδικότερα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με πρόθεση, τόσο ατομικά όσο και με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της εδρεύουσας στην ... ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε." με αντικείμενο εργασιών "μπαρ-κέντρο διασκέδασης ‘ ...’ ", καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ...

Αττικής χρεών του, αφενός των ατομικών του χρεών (που προέρχονται από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης), αφετέρου των εταιρικών χρεών (που προέρχονται από μισθώματα ακίνητης περιουσίας, Φ.Π.Α., περαίωση ν. 3697/2008, εισόδημα περαίωση ν. 3697/2008, εισόδημα ν.π., πρόστιμο εισοδήματος ν. 129/1989, φόρο μισθωτών υπηρεσιών, Φ.Π.Α.

οριστική βεβαίωση και πρόστιμο Φ.Π.Α.) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη βεβαίωση εκάστου εκ των χρεών, όπως αυτά προκύπτουν αναλυτικά από τον αναφερόμενο παρακάτω και συνημμένο πίνακα χρεών. Τα παραπάνω προσεπιβεβαιώνονται και από την υπ’ αριθ. πρωτ. ... από 1-9-2015 έγγραφη ενημέρωση της Δ.Ο.Υ.

ΙΖ’ Αθηνών προς το παρόν δικαστήριο, κατ’ άρθρ. 3 παρ. 1 εδ. β’ ν. 3943/2011, από την οποία προκύπτει ότι ο κατηγορούμενος δεν έχει προβεί σε ρύθμιση της οφειλής του αλλά μόνο σε συμψηφισμό ενός μικρού ποσού σε σχέση με το χρέος του, ήτοι 2.115,14 ευρώ και συνεπώς εξακολουθεί να οφείλει 411.788,58 ευρώ ως κεφάλαιο πλέον προσαυξήσεων που ήδη ανέρχονται σε 298.304,81 ευρώ.

Με τα δεδομένα αυτά αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος από πρόθεση τέλεσε την πράξη που του αποδίδεται και πρέπει να κηρυχθεί ένοχος".

Στο διατακτικό της προσβαλλόμενης καταδικαστικής για τον αναιρεσείοντα απόφασης του ως άνω δικαστηρίου αναφέρεται για αυτόν ότι "Στο ... Αττικής κατά το χρονικό διάστημα από την18-12-2007 έως την 29-5-2011, ως φορολογούμενος, ενεργώντας με πρόθεση, καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ...

Αττικής ατομικών και εταιρικών του χρεών προς το Δημόσιο για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών, το δε συνολικό χρέος από κάθε αιτία, συμπεριλαμβανομένων των κάθε είδους προσαυξήσεων μέχρι την ημέρα σύνταξης του πίνακα χρεών, υπερβαίνει το ποσό των εκατόν πενήντα χιλιάδων ευρώ (150.000). Ειδικότερα κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα, ενεργώντας με πρόθεση, τόσο ατομικά όσο και με την ιδιότητα του ομορρύθμου εταίρου της εδρεύουσας στην ...

ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε" με αντικείμενο εργασιών "μπαρ-κέντρο διασκέδασης ‘ ...’ ", καθυστέρησε την καταβολή των βεβαιωμένων στη Δημόσια Οικονομική Υπηρεσία ... Αττικής χρεών του, αφενός των ατομικών του χρεών (που προέρχονται από έξοδα διοικητικής εκτέλεσης), αφετέρου των εταιρικών χρεών (που προέρχονται από μισθώματα ακίνητης περιουσίας, ΦΠΑ, περαίωση ν. 3697/2008, εισόδημα περαίωση ν. 3697/2008, εισόδημα ν.π., πρόστιμο εισοδήματος ν.129/1989, Φόρο Μισθωτών Υπηρεσιών, ΦΠΑ οριστική βεβαίωση και πρόστιμο ΦΠΑ) για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών από τη βεβαίωση εκάστου των χρεών, όπως αυτά προκύπτουν αναλυτικά από τον κάτωθι συνημμένο πίνακα χρεών:" (ακολουθεί αναλυτικός πίνακας χρεών, όπου σημειώνονται το ΑΦΜ του αναιρεσείοντος ως διευθύνοντος συμβούλου της πιο πάνω εταιρείας, τα στοιχεία των μερικοτέρων βεβαιώσεων, ληξιπροθέσμων κεφαλαίων, απαιτητών κεφαλαίων, του τρόπου πληρωμής, των ληξιπροθέσμων δόσεων και των λήξεων).

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης απόφασης σε συνδυασμό με το διατακτικό αυτής, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, διέλαβε στην τελευταία την απαιτούμενη από τις ανωτέρω διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά τα οποία αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο για το οποίο καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή τους στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις που εφήρμοσε και δη εκείνες των άρθρων 1, 12, 14, 16, 17, 18, 26 παρ. 1 εδ.

α, 27 παρ. 1 Π.Κ., 25 παρ. 1 περ. γ, 2, 3, 6 ν. 1882/1990, 19 παρ. 2 ν. 2948/2001, 34 παρ. 1 ν. 3220/2004, 3 παρ. 1 ν. 3943/2011 που εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου. Ειδικότερα αναφέρει την αρχή που προέβη στην βεβαίωση των χρεών, το είδος αυτών, το ύψος τους, τον τρόπο πληρωμής τους που με σαφήνεια προκύπτει από το συνδυασμό του σκεπτικού προς το διατακτικό και από το συνημμένο στο διατακτικό πίνακα χρεών, το χρόνο καταβολής τους, δηλαδή το χρόνο κατά τον οποίο, ανεξαρτήτως του χρόνου βεβαιώσεως τους, έπρεπε να καταβληθούν και την καθυστέρηση της καταβολής τους με πρόθεση για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των τεσσάρων μηνών αφότου κατέστησαν ληξιπρόθεσμα κατά τη λεπτομερή αναφορά του συνημμένου στο διατακτικό πίνακα χρεών που συνοδεύει το .../20-5-2015 έγγραφο του Προϊσταμένου της Δ.Ο.Υ. ..., χωρίς μετά ταύτα το γεγονός ότι στο σκεπτικό γίνεται παραπομπή στο διατακτικό να συνιστά έλλειψη αιτιολογίας.

Ειδικότερα από τις άνω αναιρετικώς ανέλεγκτες παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας σαφώς προκύπτει ότι τούτο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων είχε την ιδιότητα του ομορρύθμου μέλους της άνω εταιρείας με την επωνυμία "... Ο.Ε" κατά τους χρόνους που γεννήθηκε κάθε χρέος. Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Π.Δ. πρώτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη της απαιτουμένης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Σημειώνεται ότι ναι μεν με τη διάταξη του άρθρου 2 παρ. 1 Π.Κ., η οποία ορίζει ότι αν από την τέλεση της πράξης έως την αμετάκλητη εκδίκασή της ίσχυσαν δύο ή περισσότεροι νόμοι, εφαρμόζεται αυτός που περιέχει τις ευμενέστερες για τον κατηγορούμενο διατάξεις, καθιερώνεται η αρχή της αναδρομικότητας του επιεικέστερου νόμου που ίσχυσε από την τέλεση της πράξεως μέχρι το χρόνο της αμετάκλητης εκδικάσεως της υποθέσεως, όμως στην προκειμένη περίπτωση η άνω νομοθετική μεταβολή δεν έχει έννομη επιρροή ως προς τον αναιρεσείοντα, γιατί αυτός καταδικάσθηκε για οφειλή που υπερβαίνει το ποσό των διακοσίων χιλιάδων (200.000) ευρώ.

Η ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ Κ.Π.Δ. λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ. αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου κώδικα.

Εξάλλου το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την κατά τα προαναφερθέντα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελούς ισχυρισμού, όπως είναι και το πιο πάνω αίτημα για την αναγνώριση ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ.2 β’ Π.Κ., που προτείνεται κατά τα άρθρα 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Π.Δ., αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά το σχετικό ισχυρισμό αόριστο, στον οποίο ως τέτοιο το δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψή του. Στην προκείμενη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλομένης προκύπτει ότι στη σελίδα 5 αυτών αναγράφονται κατά λέξη τα εξής: "Ο συνήγορος του κατηγορουμένου, αφού έλαβε τον λόγο από την Πρόεδρο, ανέπτυξε την υπεράσπιση, ζήτησε την επιείκεια του δικαστηρίου και να του αναγνωριστεί το ελαφρυντικό του άρθρου 84 παρ. 2 β’ Π.Κ.".

Το δικαστήριο απέρριψε το ως άνω αίτημα με την ακόλουθη αιτιολογία: "Πρέπει δε να απορριφθεί το αίτημά του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ. β’ ΠΚ, αφού δεν συντρέχουν οι προς τούτο προϋποθέσεις, δοθέντος ότι ο θάνατος του συνεταίρου του και η δήθεν άγνοιά του αναφορικά με την διεκπεραίωση των υποθέσεών του και την εξυπηρέτηση των υποχρεώσεών του, όπως κατέθεσε η μάρτυρας υπερασπίσεώς του-σύζυγός του, δεν συγκροτούν, σε καμία περίπτωση την έννοια της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

β’ Π.Κ., ήτοι ότι ο υπαίτιος ωθήθηκε στην πράξη του από όχι ταπεινά αίτια ή από μεγάλη ένδεια ή διατελώντας υπό την επίδραση σοβαρής απειλής ή υπό την επιβολή προσώπου στο οποίο αυτός οφείλει υπακοή ή με το οποίο βρίσκεται σε σχέση εξάρτησης". Εφόσον όμως για τη συνδρομή στο πρόσωπο του κατηγορουμένου της ανωτέρω ελαφρυντικής περίστασης, ο συνήγορος επικαλέσθηκε μόνο τη διάταξη του άρθρου 84 παρ. 2 β’ Π.Κ.

από την οποία προβλέπεται, χωρίς περαιτέρω να αναφέρει συγκεκριμένα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωσή του, ο εν λόγω αυτοτελής ισχυρισμός ήταν, σύμφωνα με τις προπαρατεθείσες σκέψεις, αόριστος και το δικαστήριο, παρά το ότι δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει λόγω της αοριστίας του, απάντησε ως εκ περισσού και ορθώς τον απέρριψε.

Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. δεύτερος κατά το πρώτο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας κατά το μέρος που αφορά την απόρριψη του αιτήματός του για αναγνώριση της ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 εδ.

β’ Π.Κ., είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατά το άρθρο 82 παρ. 1 εδ. γ, 2 και 3 του Π.Κ., όπως η παρ. 1 αντικαταστάθηκε από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ υποπαρ. ΙΓ.1 περ. 1 του ν. 4093/2012 και όπως το πρώτο εδάφιο της παρ. 3 αντικαταστάθηκε από το άρθρο πρώτο παρ. ΙΓ υποπαρ. ΙΓ.1 περ. 2 του ίδιου νόμου: "Η περιοριστική της ελευθερίας ποινή που είναι μεγαλύτερη από δύο έτη και δεν υπερβαίνει τα πέντε μετατρέπεται σε χρηματική ποινή, εκτός αν το δικαστήριο με απόφασή του ειδικά αιτιολογημένη κρίνει ότι απαιτείται η μη μετατροπή της για να αποτραπεί ο δράστης από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων" (παρ. 1 εδ.

γ). "Το ποσό της μετατροπής καθορίζεται με ειδικά αιτιολογημένη απόφαση, αφού ληφθεί υπόψη η προσωπική και οικονομική κατάσταση του δράστη, για τον προσδιορισμό της οποίας λαμβάνονται υπόψη τα καθαρά έσοδα που έχει από την εργασία του κατά μέσο όρο κάθε ημέρα, άλλα εισοδήματα και η περιουσία του, καθώς και οι οικογενειακές του υποχρεώσεις.

Άλλες υποχρεώσεις του μπορούν επίσης να συνυπολογισθούν από το δικαστήριο" (παρ. 2). "Κάθε ημέρα φυλάκισης υπολογίζεται σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ και κάθε ημέρα κράτησης σε ποσό από πέντε (5) ευρώ έως εκατό (100) ευρώ. Με κοινή απόφαση των Υπουργών Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και Οικονομικών μπορεί να αυξομειώνονται τα προβλεπόμενα ποσά μετατροπής των περιοριστικών της ελευθερίας ποινών" (παρ.3).

Τα προαναφερθέντα όρια μετατροπής των ποινών φυλάκισης είχαν ορισθεί προηγουμένως με την .../8-6-2008 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ. Β’ 1112/13-6-2008) από δέκα (10) έως εξήντα (60) ευρώ και πριν από αυτήν με την .../19-6-2006 κοινή υπουργική απόφαση των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Δικαιοσύνης (Φ.Ε.Κ.

Β’ 1112/13-6-2008) από πέντε (5) έως πενήντα εννέα (59) ευρώ. Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι ο νομοθέτης, προκειμένου να εξισορροπήσει τις δικονομικές επιβαρύνσεις που πηγάζουν από την τέλεση αξιοποίνων πράξεων, σε περίπτωση επιτρεπτής μετατροπής της ποινής φυλακίσεως σε χρηματική, προσδιορίζει κατώτατο και ανώτατο όριο του ποσού μετατροπής.

Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τις οικονομικές δυνατότητες του καταδικασθέντος, προσδιορίζει το ύψος της μετατροπής για κάθε ημέρα φυλακίσεως. Το εισόδημα αποτελεί τον ουσιώδη παράγοντα καθορισμού προκειμένου να μη ματαιωθεί ο θεσμός της μετατροπής της στερητικής της ελευθερίας ποινής. Δεν επιβάλλεται να προσδιορίζεται το μηνιαίο εισόδημα του κατηγορουμένου αλλά υποδεικνύεται στο δικαστή να υπολογίσει κατά την κρίση του το ποσό της μετατροπής αφού λάβει υπόψη του τη γενική οικονομική κατάσταση στη συγκεκριμένη περίπτωση, την οποία δεν έχει υποχρέωση να εξειδικεύσει.

Σε κάθε περίπτωση η αναφορά στη δικαστική απόφαση ότι για τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής φυλακίσεως, ελήφθη υπόψη η οικονομική κατάσταση του καταδικασθέντος, συνιστά πλήρη αιτιολογία για το συγκεκριμένο κεφάλαιο. Στην προκειμένη περίπτωση η ποινή φυλακίσεως που επιβλήθηκε στον αναιρεσείοντα μετατράπηκε σε χρηματική και καθορίστηκε το ποσό μετατροπής σε είκοσι (20) ευρώ ημερησίως, δηλαδή εντός των ορίων του νόμου που κατά τα προεκτεθέντα ίσχυαν κατά το χρόνο εκδικάσεως της υποθέσεως αλλά και κατά το χρόνο τελέσεως των αξιόποινων πράξεων για τις οποίες καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων (18-12-2007 μέχρι 25-11-2011).

Προκειμένου δε το δικαστήριο να μετατρέψει την ποινή φυλακίσεως σε χρηματική αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του "τους οικονομικούς όρους" του καταδικασθέντος, δηλαδή αιτιολόγησε πλήρως το κεφάλαιο αυτό της μετατροπής της ποινής. Κατά συνέπεια ο δεύτερος κατά το δεύτερο σκέλος του λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη αιτιολογίας κατά τον καθορισμό του ποσού της μετατροπής της ποινής του (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.

Δ’ του Κ.Π.Δ.), κατ’ εκτίμηση δε και για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 82 Π.Κ. (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ.), είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Υπέρβαση εξουσίας, που ιδρύει τον εκ του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, υπάρχει όταν το δικαστήριο ή ασκεί δικαιοδοσία την οποία εκ του νόμου δεν έχει ή χωρίς να συντρέχουν στη συγκεκριμένη περίπτωση οι προϋποθέσεις που θέτει ο νόμος για την άσκησή της είτε αρνείται να ασκήσει τη δικαιοδοσία την οποία έχει από το νόμο, παρ’ όλο ότι συντρέχουν οι όροι άσκησής της.

Ενδεικτικώς δε αναφέρονται στην ανωτέρω διάταξη οι υπό τα στοιχεία α’ , β’ , γ’ και δ’ περιπτώσεις υπερβάσεως εξουσίας. Στην προκειμένη περίπτωση με το πρώτο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων προβάλλει ότι το δικαστήριο καθ’ υπέρβαση εξουσίας αποφάνθηκε για υπόθεση που δεν υπάγεται στη δικαιοδοσία του και για την οποία αρμόδια είναι τα πολιτικά δικαστήρια, για το λόγο ότι δεν θεμελιωνόταν εν προκειμένω το έγκλημα της παραβάσεως του άρθρου 25 του ν. 1880/1990 κατά το μέρος που τα βεβαιωθέντα σε βάρος του χρέη προς το Δημόσιο προέρχονταν από μη καταβολή μισθωμάτων προς αυτό και δέχθηκε ότι στα χρέη προς το Δημόσιο περιλαμβάνονται και τα χρέη εκ μισθωμάτων από συμβάσεις εκμισθώσεως ακινήτων που συνάπτει η Κτηματική Εταιρεία του Δημοσίου ή άλλος φορέας.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι για τη θεμελίωση του εγκλήματος της μη καταβολής χρεών προς το Δημόσιο δεν ενδιαφέρει η αιτία από την οποία προήλθαν τα χρέη αυτά αλλά μόνο η βεβαίωσή τους. Ωσαύτως απορριπτέα είναι και η μερικότερη αιτίαση στον ίδιο αναιρετικό λόγο περί εσφαλμένης εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως του άρθρου 25 ν. 1880/1990 όπως ισχύει, με το να δεχθεί το εφετείο ότι ο αναιρεσείων υπέχει ποινική ευθύνη για το αδίκημα για το οποίο καταδικάστηκε.

Τέλος με το δεύτερο σκέλος του ίδιου λόγου αναιρέσεως ο αναιρεσείων αιτιάται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της καθιερούμενης με το άρθρο 4 του Συντάγματος αρχής της ισότητας "καθόσον για την ίδια μισθωτική σχέση οι ιδιώτες συναλλασσόμενοι μπορούν να εγείρουν μόνον αγωγή ή να εκδώσουν διαταγή πληρωμής για οφειλόμενα μισθώματα, ενώ το Δημόσιο εμφανίζεται "εξοπλισμένο" και με ποινική αγωγή κ.λπ.

κατά παραβίαση θεμελιώδους κανόνα του Συντάγματος". Και κατά τούτο ο ανωτέρω λόγος είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον η πρόβλεψη των διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 1880/1990, με τις οποίες τυποποιείται ως ποινικό αδίκημα η μη καταβολή των πάσης φύσεως βεβαιωμένων στις δημόσιες υπηρεσίες χρεών, αποτελεί αυθεντική επιλογή του νομοθέτη να θεωρήσει την περιγραφόμενη από τις ανωτέρω διατάξεις συμπεριφορά ως ποινικά αξιόλογη με συνακόλουθη την αξίωση της πολιτείας προς καταστολή της, η οποία σε δικαιοδοτικό επίπεδο πραγματώνεται από τις αρμόδιες προς τούτο δικαστικές αρχές, όπως ακριβώς στην προκειμένη περίπτωση.

Δεν υπάρχει δε αντίθεση των άνω διατάξεων του άρθρου 25 του ν. 1880/1990, που εφάρμοσε το δικαστήριο με την προσβαλλομένη απόφαση, προς τη διάταξη του Συντάγματος που αναφέρεται στην ίση μεταχείριση των Ελλήνων πολιτών αλλά απεναντίας συμπορεύεται πλήρως με αυτή, αφού με τον εξαναγκασμό της πληρωμής των χρεών προς το Δημόσιο από την κατηγορία εκείνων των πολιτών που αποφεύγουν την εκπλήρωση της υποχρεώσεώς τους αυτής, η οποία συνιστά και κοινωνική υποχρέωσή τους εν ευρεία εννοία, επιτυγχάνεται η ουσιαστική εκπλήρωση των σκοπών του κράτους δικαίου και η υλοποίηση έτσι της αρχής της ισότητας μεταξύ των πολιτών για τη συνεισφορά τους στα δημόσια βάρη ανάλογα με τις δυνάμεις τους.

Μετά ταύτα και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-11-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../5-11-2015 αίτηση-δήλωση του Α. Τ. του Ν., κατοίκου ..., για αναίρεση της 4802/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ