Legislator Case Law & Legislation
1872/2014 AI generated

1872/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1872/2014
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1872/2014 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι...κατά ποσοστό 36,30439% εξ αδιαίρετου ο καθένας από τους δύο πρώτους...και κατά ποσοστό 27,39122% εξ αδιαιρέτου η τρίτη..., ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην Κατερίνη...Με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών, ...

Keywords

AI generated
tender of work performance registration of construction lien contractor liability work subject to authorization acceptance of the work unauthorized gainful employment
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2014 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1872/2014

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Γεράσιμο Φουρλάνο, Εμμανουήλ Κλαδογένη και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 12 Μαϊου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρίας με την επωνυμία "ALPHA Τράπεζα Ανώνυμος Εταιρία "(πρώην "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΙΣΤΕΩΣ ΑΕ") και το διακριτικό τίτλο "ALPHA BANK" η οποία εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Νίκα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1.Δ. Σ. του Ε., 2. Σ. Σ. του Ε. και 3. Μ. Σ. του Ε., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 25-4-2005 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κατερίνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 164/2007 του ίδιου Δικαστηρίου και 1994/2009 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 4-1-2010 αίτησή της.

Εκδόθηκε η υπ' αριθ. 1678/2013 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτηση της υπόθεσης. Την συζήτηση της υπόθεσης επαναφέρει η εκκαλούσα με την από 11-9-2013 κλήση της. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 15-4-2011 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του δικαστηρίου τούτου, ήδη Αντιπροέδρου Ιωάννη Σίδερη, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή του πρώτου λόγου και δευτέρου λόγου της αναιρέσεως και την απόρριψη των λοιπών λόγων. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας- καλούσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη των αναιρεσιβλήτων στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, με την από 11-9-2013 κλήση της αναιρεσειούσης νομίμως επαναφέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως, μετά την έκδοση της υπ' αριθμ. 1678/2013 αποφάσεως του Δικαστηρίου τούτου, με την οποία κηρύχθηκε απαράδεκτη η συζήτηση αυτής, λόγω μη κλητεύσεως των συνεναγομένων αναγκαίων ομοδίκων της αναιρεσειούσης.

Εξάλλου, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 9949Δ', 9952Δ'και 9937Δ'/11-2-2014 εκθέσεις του δικαστικού επιμελητού Κατερίνης Ν. Κ., προκύπτει ότι αντίγραφο της κλήσεως με την επ' αυτής πράξη προσδιορισμού της αναφερομένης στην αρχή της παρούσης δικασίμου (12-5-2014) και κλήση προς συζήτηση κατά την δικάσιμο αυτήν έχει επιδοθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως, με την επιμέλεια της αναιρεσειούσης που επισπεύδει την συζήτηση, στους αναιρεσιβλήτους (άρθρο 568 παρ. 2, 3 και 4 Κ.Πολ.Δ.), οι οποίοι είχαν νομίμως παραστεί κατά την προηγηθείσα δικάσιμο της 10-12-2012, κατά την οποία εξεδόθη η κηρύξασα απαράδεκτη την συζήτηση ως άνω απόφαση.

Επομένως, εφόσον οι αναιρεσίβλητοι δεν εμφανίσθηκαν και δεν εκπροσωπήθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου κατά την εκφώνηση της υποθέσεως, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση χωρίς την παρουσία των (άρθρο 576 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ. Περαιτέρω, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 9942Δ', 9928Δ'και 9931Δ'/11-2-2014 εκθέσεις επιδόσεως του ιδίου ως άνω δικαστικού επιμελητού προκύπτει η νόμιμη κλήτευση των απολειπομένων αναγκαίων ομοδίκων (συνεναγομένων) της αναιρεσειούσης Α.

Κ., Ε. Τ. και Α. Τ., με την επίδοση σ' αυτούς νομοτύπως και εμπροθέσμως της προειρημένης κλήσεως προς συζήτηση κατά την αναφερομένη στην αρχή της παρούσης δικάσιμο. Τέλος, από τις προσκομιζόμενες από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 7613Γ', 7612Γ'και7611Γ'/2-12-2009 και 9944Δ', 9932Δ'και 9927Δ'/11-2-2014 εκθέσεις του προαναφερθέντος δικαστικού επιμελητού προκύπτει η προς τους αυτούς, ως άνω, αναγκαίους ομοδίκους, που δεν εμφανίσθηκαν ενώπιον του Δικαστηρίου, επίδοση της ερήμην αυτών εκδοθείσης προσβαλλομένης αποφάσεως και της κρινομένης αιτήσεως αναιρέσεως, ενώ από το προσκομιζόμενο επίσης από την αναιρεσείουσα υπ' αριθμ. 101/19-3-2014 πιστοποιητικό του Γραμματέως του Εφετείου Θεσσαλονίκης, προκύπτει ότι κατά της αναιρεσιβαλλομένης αποφάσεως δεν έχει ασκηθεί οποιοδήποτε άλλο ένδικο μέσο πλην της ενδίκου αιτήσεως, η οποία συνεπώς έχει ασκηθεί παραδεκτώς, αφού κατά το χρόνο ασκήσεώς της η προσβαλλομένη απόφαση είχε καταστεί τελεσίδικος και ως προς τους απόντες, ως άνω, ομοδίκους της αναιρεσειούσης, οι οποίοι δεν είχαν παραστεί και ενώπιον του Εφετείου.

Επειδή, κατά το άρθρο281 του Α.Κ. η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται, αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που εισβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία αποσκοπεί στην πάταξη της κακοπιστίας και της ανηθικότητος στις συναλλαγές και γενικώς στην άσκηση κάθε δικαιώματος, για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος καταχρηστική, πρέπει η προφανής υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο οικονομικός ή κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμον να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή την άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ως αντιτιθεμένη στο περί δικαίου αίσθημα και την ηθική τάξη και προκαλούσα έντονη εντύπωση αδικίας .

Απαιτείται δηλαδή για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Επίσης οι πράξεις του υποχρέου και η κατάσταση πραγμάτων που διαμορφώθηκε υπέρ αυτού πρέπει να τελούν σε αιτιώδη σχέση με την προηγουμένη συμπεριφορά του δικαιούχου, αφού, κατά τους κανόνες της καλής πίστεως, οι συνέπειες που απορρέουν από πράξεις άσχετες προς αυτή τη συμπεριφορά δεν συγχωρείται να προβάλλονται προς απόκρουση του δικαιώματος.

Το ζήτημα δε αν οι συνέπειες που επάγεται η άσκηση του δικαιώματος είναι επαχθείς για τον υπόχρεο πρέπει να αντιμετωπίζεται και σε συνάρτηση με τις αντίστοιχες συνέπειες που μπορεί να επέλθουν εις βάρος του δικαιούχου από την παρακώλυση της ικανοποιήσεως του δικαιώματός του. Τέλος για την κατάφαση της καταχρηστικότητος δεν είναι απαραίτητο η άσκηση του δικαιώματος να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες για τον υπόχρεο, θέτοντας σε κίνδυνο την οικονομική του υπόσταση, αλλά αρκεί να έχει δυσμενείς απλώς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ Α.Π. 16/2006, 17/1995, 62/1990, Α.Π. 1623/2012, 91/2011, 1130/2011, 1521/2009, 279/2008, 298/2008).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του Κ.Πολ.Δ., ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, υπάρχει έλλειψη νομίμου βάσεως, λόγω αντιφατικών ή ανεπαρκών αιτιολογιών, όταν από το αιτιολογικό της αποφάσεως, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπον πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διατάξεως που εφαρμόσθηκε ή ότι δε συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.

Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της αποφάσεως δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόστηκε ή όχι ορθώς ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Ως "ζητήματα" δε νοούνται οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν, δηλαδή, στη θεμελίωση, την κατάλυση ή την παρακώλυση του ασκουμένου δικαιώματος, όπως είναι τα περιστατικά που συγκροτούν την ιστορική βάση αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως, η αλήθεια ή αναλήθεια των οποίων στηρίζει το διατακτικό της αποφάσεως , όχι όμως και όταν οι ισχυρισμοί αυτοί συνιστούν άρνηση της αγωγής, ανακοπής, ενστάσεως κ.λ.π., ή την επιχειρηματολογία των διαδίκων ή του δικαστηρίου (Ολ.Α.Π. 1/1999, Α.Π. 1627/2012).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του, δέχθηκε κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος των, τα εξής: "Οι ενάγοντες είναι συγκύριοι...κατά ποσοστό 36,30439% εξ αδιαίρετου ο καθένας από τους δύο πρώτους...και κατά ποσοστό 27,39122% εξ αδιαιρέτου η τρίτη..., ενός οικοπέδου που βρίσκεται στην Κατερίνη...Με τον πρώτο εναγόμενο εργολάβο οικοδομών, ...

συνήψαν σύμβαση εργολαβίας και συγκεκριμένα κατήρτισαν το υπ' αριθμ. 15797/22-5-2001 προσύμφωνο μεταβίβασης ποσοστών εξ αδιαιρέτου οικοπέδου -εργολαβική σύμβαση, σύσταση οριζόντιας ιδιοκτησίας...Από το περιεχόμενο του παραπάνω εργολαβικού προσυμφώνου προκύπτει ότι ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να ανοικοδομήσει επί του οικοπέδου των εναγόντων μια πολυώροφη οικοδομή με το σύστημα της αντιπαροχής, αποτελούμενη από πυλωτή και τέσσερις ορόφους, βαρυνόμενος με όλες τις εν γένει δαπάνες για την κατασκευή και ανοικοδόμηση ολόκληρης της παραπάνω οικοδομής.

Οι ενάγοντες ανέλαβαν την υποχρέωση να μεταβιβάσουν στον πρώτο εναγόμενο, ως αμοιβή του για την κατασκευή της πολυώροφης οικοδομής ποσοστά 635,40 ο/οο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους, μαζί με τις αντίστοιχες σ' αυτά οριζόντιες ιδιοκτησίες. Συμφωνήθηκε δε να παρακρατήσουν για τον εαυτό τους συνολικά τα τριακόσια εξήντα τέσσερα χιλιοστά και εξήντα εκατοστά του χιλιοστού (364,60%ο) αδιαίρετα του παραπάνω οικοπέδου..., τα οποία αναλογούν και αντιστοιχούν σε διαιρεμένους και αυτοτελείς χώρους της οικοδομής.

Ακόμη... ρυθμίστηκαν μεταξύ τους οι ειδικότεροι όροι και οι προϋποθέσεις ανέγερσης της πολυώροφης οικοδομής, καθώς επίσης και οι ειδικότερες συμφωνίες, αλλά και οι υποχρεώσεις των δύο συμβαλλομένων μερών, Συγκεκριμένα, με τον υπ' αριθμόν 7 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, συμφωνήθηκε ότι "....όλες οι δαπάνες που θα απαιτηθούν για την κατασκευή των χώρων που παρακρατούν στην ιδιοκτησία τους οι οικοπεδούχοι και γενικά για την κατασκευή και ανοικοδόμηση ολόκληρης της παραπάνω οικοδομής...την ευθύνη για όλα τα παραπάνω, ακόμα και αν συμβούν τυχαία, την έχει αποκλειστικά ο εργολάβος....

Επίσης οι ίδιες δαπάνες των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων της οικοδομής βαρύνουν αποκλειστικά και μόνο τον εργολάβο... Επίσης, ο εργολάβος θα ευθύνεται για κάθε κατάληψη τμημάτων γειτονικών οικοπέδων, καθ' υπέρβαση των ορίων του προπεριγραφομένου οικοπέδου ή για παραβίαση της οικοδομικής γραμμής.

Οφείλει να τηρεί τους οικοδομικούς κανονισμούς...να χρησιμοποιεί υλικά άριστης ποιότητας και ειδικευμένο και άριστο προσωπικό...οι οικοπεδούχοι απαλλάσσονται από οποιαδήποτε παράβαση νόμων και για οποιαδήποτε παράλειψη τήρησης τους...". Επίσης με τον υπ' αριθμόν 14 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, συμφωνήθηκε μεταξύ των διαδίκων, ότι ο πρώτος εναγόμενος, από το προαναφερθέν ποσοστό των 635,40%ο εξ αδιαιρέτου (εργολαβικό αντάλλαγμα), θα δικαιούται να μεταβιβάσει στον ίδιο (με αυτοσύμβαση) ή σε τρίτους ποσοστά 539,38%ο εξ αδιαιρέτου με την έκδοση της αδείας της οικοδομής και ποσοστά 96,02%ο εξ αδιαιρέτου με την αποπεράτωση, παράδοση και παραλαβή ολόκληρης της οικοδομής.

Ρητώς δε ορίστηκε, ότι η πρόοδος των εργασιών της οικοδομής θα αποδεικνύεται στον εκάστοτε Συμβολαιογράφο που θα συντάξει οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο, με την προσκόμιση σ' αυτόν σχετικής βεβαίωσης του επιβλέποντα την οικοδομή Μηχανικού. Περαιτέρω, με τον υπ' αριθμόν 17 όρο της εργολαβικής σύμβασης, δόθηκε στον πρώτο εναγόμενο η εντολή και πληρεξουσιότητα, όπως αυτός πωλεί και μεταβιβάζει, χωρίς να έχει υποχρέωση πρόσκλησης των εναγόντων, τα πιο πάνω αναφερόμενα ποσοστά των 635,40%ο εξ αδιαιρέτου του οικοπέδου τους μετά των αντιστοιχουσών σ' αυτό αυτοτελών ιδιοκτησιών, αντί τιμήματος καθοριζομένου και εισπραττομένου από τον ίδιο.

Με τον υπ' αριθμόν 18 όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, δόθηκε στον πρώτο εναγόμενο η πληρεξουσιότητα να υποβάλλει στην αρμόδια Δ.Ο.Υ. τις σχετικές δηλώσεις που απαιτούνταν για την μεταβίβαση των ποσοστών που αποτέλεσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, να παραλαμβάνει για λογαριασμό των εναγόντων αποδεικτικά φορολογικής ενημερότητας, καθώς και βεβαιώσεις περί ΤΑΠ από το Δήμο Κατερίνης, ασφαλιστικές ενημερότητες από το ΙΚΑ, να εκπροσωπεί τους ενάγοντες σε όλες τις Δημόσιες Υπηρεσίες και Οργανισμούς και γενικά να λαμβάνει οποιοδήποτε έγγραφο χρειασθεί για την εκτέλεση της εργολαβικής σύμβασης από οποιαδήποτε Αρχή ή Υπηρεσία.

Με τον υπ' αριθμόν 21 όρο, ο πρώτος εναγόμενος ανέλαβε την υποχρέωση να παραδώσει στους ενάγοντες τους αυτοτελείς και διηρημένους χώρους που συμφωνήθηκε να περιέλθουν σ' αυτούς, έτοιμους και κατάλληλους προς χρησιμοποίησή τους, όπως και τα κοινόχρηστα και κοινόκτητα μέρη και εγκαταστάσεις της οικοδομής σε πλήρη λειτουργία, μέσα σε χρονικό διάστημα 30 μηνών από την έκδοση της οικοδομικής άδειας...

Για όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υφίσταται από τους ενάγοντες λόγος εφέσεως. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι σε εκτέλεση του παραπάνω εργολαβικού προσυμφώνου, περί τα μέσα του έτους 2001, ο πρώτος εναγόμενος, ξεκίνησε τις εργασίες ανοικοδόμησης, σε συνεργασία με τον αρχιτέκτονα μηχανικό..., ο οποίος ανέλαβε την εκπόνηση των σχετικών μελετών, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 166/2001 άδεια οικοδομής της Διεύθυνσης Πολεοδομίας του Δήμου Κατερίνης.

Στη συνέχεια ο πρώτος εναγόμενος προχώρησε στην πώληση όλων των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα. Με το υπ' αριθμόν .../21-10-2002 δε πωλητήριο συμβόλαιο..., το οποίο μεταγράφηκε ... ο πρώτος εναγόμενος ως πληρεξούσιος των εναγόντων σύμφωνα με όσα συμφωνήθηκαν στον υπ' αριθμόν 17° όρο του εργολαβικού προσυμφώνου, μεταβίβασε κατά πλήρη κυριότητα στους δεύτερο και τρίτη των εναγομένων και κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου σε καθέναν από αυτούς ένα διηρημένο και αυτοτελές διαμέρισμα κατοικίας τους...Για όλα τα παραπάνω που δέχθηκε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο δεν υφίσταται λόγος έφεσης.

Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι οι εργασίες κατασκευής της παραπάνω οικοδομής συνεχίζονταν κανονικά μέχρι τον Μάιο του έτους 2003, οπότε ο πρώτος εναγόμενος διέκοψε εντελώς αναιτιολόγητα την πρόοδο των εργασιών της οικοδομής που βρισκόταν κατά το χρόνο αυτό στο στάδιο κατασκευής των επιχρισμάτων. Οι ενάγοντες τότε διαμαρτυρήθηκαν για την διακοπή των εργασιών.

Στις επανειλημμένες οχλήσεις τους για την συνέχιση των οικοδομικών εργασιών ο πρώτος εναγόμενος τους διαβεβαίωνε ότι οι εργασίες θα εξακολουθήσουν άμεσα, οπότε και το έργο θα ολοκληρωνόταν εγκαίρως σύμφωνα με τη σύμβαση. Παρά τις διαβεβαιώσεις του πρώτου εναγομένου όμως προς τους ενάγοντες οι κατασκευαστικές εργασίες δεν επαναλήφθηκαν.

Μάλιστα τον Ιανουάριο του έτους 2004, αποκαλύφθηκε ότι η υπ αριθμ. …/2001, οικοδομική άδεια, βάσει της οποίας γινόταν η εκτέλεση των οικοδομικών εργασιών, ήταν πλαστή, καθόσον ο αντίστοιχος φάκελος που υπήρχε στην Διεύθυνση Πολεοδομίας Κατερίνης αφορούσε άλλο ακίνητο και άλλο ιδιοκτήτη... Πλαστή ήταν και η υπ' αριθμόν …/2001 αναθεώρηση της παραπάνω πλαστής οικοδομικής άδειας.

Εκτός αυτού όμως είχε γίνει και υπέρβαση του συντελεστή δόμησης και του ποσοστού κάλυψης του οικοπέδου κατά 372 τ.μ. Προκειμένου δε να προβούν οι ως άνω αγοραστές, καθώς επίσης και η συμβολαιογράφος, στη σύνταξη του ανωτέρω πωλητηρίου συμβολαίου και εν όψει των προαναφερομένων προϋποθέσεων υπό την συνδρομή των οποίων ο πρώτος εναγόμενος είχε δικαίωμα να εκποιήσει τα ποσοστά της οικοδομής που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, ο τελευταίος, έκανε επανειλημμένα χρήση της παραπάνω πλαστής οικοδομικής άδειας, καθώς επίσης και των υπ' αριθμούς 1093,1094,1095/2-10-2002 πλαστών βεβαιώσεων περί μη οφειλής-ασφαλιστικής ενημερότητας του υποκαταστήματος του ΙΚΑ Κατερίνης, οι οποίες προσαρτώνται στο ανωτέρω υπ' αριθμ. .../21-10-2002 πωλητήριο συμβόλαιο..., δεδομένου ότι ο πρώτος εναγόμενος, ουδέποτε κατέβαλλε στο ΙΚΑ οποιοδήποτε χρηματικό ποσό.

Μάλιστα, προκειμένου ο τελευταίος να μεταβιβάσει και τις δυο τελευταίες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, κατά τη σύνταξη του επιδίκου υπ' αριθμόν …/17-3-2003, καθώς και του υπ' αριθμόν …/12-6-2003 πωλητηρίων συμβολαίων, προσκόμισε την από 17-3-2003 βεβαίωση του συνεργάτη του αρχιτέκτονα μηχανικού...

η οποία ήταν ψευδής, καθόσον σ' αυτήν ο τελευταίος βεβαίωνε ότι ολόκληρη η οικοδομή είχε αποπερατωθεί και είχε παραδοθεί και παραληφθεί από τους ενάγοντες. Ο πρώτος εναγόμενος και ο αρχιτέκτων μηχανικός... έχουν ήδη παραπεμφθεί για να δικαστούν από το Τριμελές Εφετείο Κακουργημάτων Θεσσαλονίκης για τις πράξεις της απάτης σε βαθμό κακουργήματος, της πλαστογραφίας μετά χρήσεως σε βαθμό κακουργήματος καθώς επίσης και της κατασκευής αυθαιρέτου κτίσματος από κοινού, όπως τούτο προκύπτει από το υπ' αριθμ. 35/2006 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κών Κατερίνης.

Περαιτέρω από τα ίδια παραπάνω αποδεικτικά στοιχεία δεν αποδείχθηκε ότι οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, αλλά και όλοι όσοι αγόρασαν από τον πρώτο εργολάβο τις οριζόντιες ιδιοκτησίες που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα γνώριζαν τις προαναφερθείσες παράνομες ενέργειες του πρώτου εναγόμενου.

Το γεγονός αυτό αποδέχονται και οι ίδιοι οι ενάγοντες, όπως προκύπτει από την από 26-2-2004 μήνυση τους. Για τον λόγο άλλωστε αυτό, οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων, προχώρησαν στη σύνταξη του επιδίκου συμβολαίου πώλησης και στην αγορά του ανωτέρω περιγραφομένου διαμερίσματος του τετάρτου ορόφου της οικοδομής έναντι συμφωνηθέντος τιμήματος ύψους 100.000 ευρώ.

Για την εξόφληση του τιμήματος αυτού, συνήψαν με την τέταρτη εναγομένη (ήδη αναιρεσείουσα), την υπ' αριθμ.599/8-11-2002 δανειακή σύμβαση στεγαστικού δανείου και την ταυτόχρονη πρόσθετη πράξη της, ύψους 100.000 ευρώ, για την εξασφάλιση του οποίου, εγγράφηκε προσημείωση υποθήκης, ύψους 120.000 ευρώ, στην ανωτέρω οριζόντια ιδιοκτησία που απέκτησαν οι δεύτερος και τρίτη των εναγομένων με το επίδικο συμβόλαιο πώλησης.

Από όλα τα παραπάνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά αποδείχθηκε ότι η δοθείσα από τους ενάγοντες προς τον πρώτο εναγόμενο, εντολή και πληρεξουσιότητα για την μεταβίβαση των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα για την ανέγερση τετραώροφης οικοδομής στο οικόπεδο τους τελούσε πράγματι υπό την αναβλητική αίρεση της εκπλήρωσης από τον τελευταίο, των υποχρεώσεων που αυτός είχε αναλάβει με το εργολαβικό προσύμφωνο και συγκεκριμένα, αφενός μεν της προηγούμενης έκδοσης αδείας οικοδομής, προκειμένου να δικαιούται να μεταβιβάσει σε τρίτους ποσοστά 539/38% ο εξ αδιαιρέτου και με την αποπεράτωση, παράδοση και παραλαβή ολόκληρης της οικοδομής, ποσοστά 96,02% ο εξ αδιαιρέτου, της προόδου των εργασιών της οικοδομής, αποδεικνυομένης στον εκάστοτε Συμβολαιογράφο που θα συνέτασσε οριστικό πωλητήριο συμβόλαιο, με την προσκόμιση σ' αυτόν σχετικής βεβαίωσης του επιβλέποντα την οικοδομή Μηχανικού αφετέρου δε, της καταβολής από αυτόν προς το ΙΚΑ, όλων των οφειλομένων ασφαλιστικών εισφορών και της προσκόμισης από αυτόν των σχετικών πιστοποιητικών ασφαλιστικής ενημερότητας από το ΙΚΑ, κατά την υπογραφή του εκάστοτε συμβολαίου πώλησης...

Κατά την ημερομηνία όμως σύνταξης του επιδίκου υπ' αριθμόν.../21-10-2002 συμβολαίου πώλησης, δεν είχαν πληρωθεί οι παραπάνω όροι υπό τους οποίους παρασχέθηκε από τους ενάγοντες η δοθείσα προς τον πρώτο εναγόμενο, εντολή και πληρεξουσιότητα μεταβίβασης των οριζοντίων ιδιοκτησιών που αποτελούσαν το εργολαβικό του αντάλλαγμα, μια εκ των οποίων, αποτελεί και η μεταβιβασθείσα δυνάμει του ανωτέρω οριστικού συμβολαίου, οριζόντια ιδιοκτησία.

Αποτέλεσμα της μη πλήρωσης των ανωτέρω όρων, είναι η ματαίωση της αναβλητικής αιρέσεως, υπό την οποία τελούσε και η δοθείσα προς τον πρώτο εναγόμενο, πληρεξουσιότητα και συνεπώς, ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε στο επίδικο συμβόλαιο καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του είχε δοθεί κατά τα ανωτέρω εκ μέρους των εναγόντων και καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτών, με αποτέλεσμα η επίδικη πώληση να είναι άκυρη εφόσον οι ενάγοντες-αντιπροσωπευόμενοι δεν εγκρίνουν την καταρτισθείσα δικαιοπραξία.

Επομένως είναι άκυρη και η εγγραφή προσημείωσης υποθήκης εφόσον το ακίνητο κατά το χρόνο της εγγραφής δεν ανήκε σε εκείνον που την παραχώρησε. Στη συνέχεια αποδείχθηκε ότι ο πρώτος εναγόμενος κατόπιν των συνεχών πιέσεων που δεχόταν από όλους τους αγοραστές των διηρημενων ιδιοκτησιών της οικοδομής και υπό το βάρος της μήνυσης που είχε ήδη υποβληθεί εναντίον του από τους ενάγοντες...είχε αρχίσει τη διαδικασία νομιμοποίησης της οικοδομής.

Τότε οι ενάγοντες ανακάλεσαν μονομερώς την δοθείσα πληρεξουσιότητά τους προς αυτόν..., έτσι ώστε να εμποδίσουν τις διαδικασίες έκδοσης αδείας. Σύμφωνα όμως με όσα αποδείχθηκαν και αναφέρθηκαν παραπάνω, εν όψει κυρίως της ακυρότητας της παραπάνω δικαιοπραξίας στην οποία ο πρώτος εναγόμενος συμβλήθηκε καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητας που του χορηγήθηκε...

εκ μέρους των εναγόντων και καθ' υπέρβαση της εξουσίας αντιπροσώπευσης αυτών, αλλά και λόγω της προμνησθείσης αυθαίρετης κατασκευής της οικοδομής δεν καθίστανται το δικαίωμα των εναγόντων για ακύρωση του επιδίκου συμβολαίου καταχρηστικό και ως αντιβαίνον στον οικονομικό και κοινωνικό σκοπό του δικαιώματος, αλλά είναι σύμφωνο με τα συναλλακτικά ήθη και ανεκτό κατά της περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και δεν υπερβαίνει τα όρια του άρθρου 281 του Α.Κ.

και τις αρχές που απορρέουν από αυτό.

Συνεπώς έσφαλε το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο το οποίο δέχθηκε ότι η άσκηση του δικαιώματος των εναγόντων είναι καταχρηστική και απέρριψε ως εκ τούτου την αγωγή ως ουσία αβάσιμη κατά το βάσιμο σχετικό λόγο της εφέσεως...".

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο παρεβίασε εκ πλαγίου την διάταξη του άρθρου 281 Α.Κ., διαλαμβάνοντας στην απόφασή του ανεπαρκείς και ασαφείς αιτιολογίες, που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα ή μη της κρίσεώς του περί μη εφαρμογής της ουσιαστικού δικαίου αυτής διατάξεως. Ειδικότερα, ενώ δέχεται ότι οι εναγόμενοι, κατά την σύναψη της συμβάσεως πωλήσεως του διαμερίσματός των και κατά την εγγραφή επ' αυτού προσημειώσεως υποθήκης από την αναιρεσείουσα, αγνοούσαν την πλαστότητα της οικοδομικής αδείας και των βεβαιώσεων μη οφειλής ασφαλιστικών εισφορών προς το ΙΚΑ δεν παραθέτει στην απόφαση γεγονότα που να δικαιολογούν την κρίση του, ότι η ρηθείσα άγνοια της επιληψίμου συμπεριφοράς του πωλητού-εργολάβου (που ενδεχομένως οφειλόταν στην εμπιστοσύνη που είχαν επιδείξει προς αυτόν οι αναιρεσίβλητοι, με την χορήγηση σ' αυτόν ευρείας κατά περιεχόμενο εξουσιοδοτήσεως) δεν συνάπτεται και προς την εν γένει συμπεριφορά των τελευταίων και δεν καθιστά καταχρηστική την επιδιωκομένη εκ μέρους των ακύρωση του καθ' υπέρβαση της πληρεξουσιότητός των καταρτισθέντος, ως άνω, συμβολαίου, ενόψει μάλιστα και του ότι οι ίδιοι επεχείρησαν, κατά τις παραδοχές της αποφάσεως, να ματαιώσουν την διαδικασία νομιμοποιήσεως της οικοδομής, με τις αναφερόμενες σ' αυτήν ενέργειές τους.

Επί πλέον το Εφετείο, ενώ θεωρεί ότι το δικαίωμα των εναγόντων για ακύρωση του επιδίκου συμβολαίου δεν ασκείται καταχρηστικώς, παραλείπει να αναφερθεί στις συνέπειες, τις οποίες επάγεται η άσκηση του συγκεκριμένου δικαιώματος των αναιρεσιβλήτων, υπό τις προεκτεθείσες συνθήκες, για τους εκ των εναγομένων αγοραστές του επιδίκου διαμερίσματος και για την αναιρεσείουσα Τράπεζα, που χορήγησε σ' αυτούς για την αγορά του στεγαστικό δάνειο, προς εξασφάλιση του οποίου ενέγραψε προσημείωση υποθήκης επί του ιδίου διαμερίσματος, καθώς επίσης και στις συνέπειες τις οποίες θα επιφέρει εις βάρος των αναιρεσιβλήτων η παρακώλυση ασκήσεως του ιδίου δικαιώματος, ώστε να δικαιολογείται, από την στάθμιση και των εκατέρωθεν συνεπειών, η κρίση του ότι η άσκηση του επιδίκου δικαιώματος είναι ανεκτή, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου και να καθίσταται έτσι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος της παραβιάσεως ή μη, δια της μη εφαρμογής της, της διατάξεως άρθρου 281 Α.Κ..

Επομένως, οι δύο πρώτοι λόγοι της κρινομένης αιτήσεως, με τους οποίους προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση του νοηματικού των περιεχομένου, η εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ. αναιρετική πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβιάσεως του άρθρου 281 Α.Κ. είναι βάσιμοι.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, και παρελκούσης της ερεύνης των λοιπών αναιρετικών λόγων, η αίτηση πρέπει να γίνει δεκτή, κατά τους βασίμους ,ως άνω, λόγους της και να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές κατά την παράγραφο 3 του άρθρ. 580 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει, και να καταδικασθούν οι αναιρεσίβλητοι, ως ηττώμενοι (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσειούσης, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό οριζόμενα.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Δέχεται την αίτηση.

Αναιρεί την υπ' αριθμ. 1994/2009 απόφαση του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.

Επιβάλλει στους αναιρεσιβλήτους τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσειούσης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα την 1η Ιουλίου 2014.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

Δημοσιεύθηκε σε δημοσία συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα την 23η Σεπτεμβρίου 2014.

Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ