1872/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1872/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η συνδρομή της ανικανότητας με τις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1872 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1872/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου και Νικόλαο Μπιχάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 5 Οκτωβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Γ. του N., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τη πληρεξούσια δικηγόρο του Ανδριάννα Τουλερντέ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Των αναιρεσίβλητων: 1. Μ. θυγ. Γ. Π. και 2. Ε. θυγ. Γ. Π., κατοίκων ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ευάγγελο Γκιγκιλίνη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-7-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Μυτιλήνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 82/2001 μη οριστική, 9/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 248/2007 του Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 12-9-2008 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Μπιχάκης ανέγνωσε την από 12-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τη διάταξη του άρθρου 1719 Α.Κ., όπως ισχύει μετά την τροποποίηση της από το άρθρο 30 του Ν. 2447/1996, σύμφωνα με την οποία "ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι: 1) ... 2) ... 3) όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης δεν έχουν συνείδηση των πράξεων τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους", προκύπτει ότι με αυτήν προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης δηλαδή:
α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης. Έλλειψη συνείδησης των πράξεων υφίσταται όταν ο διαθέτης από αίτιο νοσηρό ή μη (μέθη, ύπνωση κλπ) σε βαθμό συγχύσεως, αδυνατεί να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και τις συνέπειες που θα προκύψουν από αυτήν, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη της συνείδησης, αφού αρκεί η σε μεγάλο βαθμό σύγχυση της συνείδησης, ενώ ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει σημαντικά τη λειτουργία της βούλησης υφίσταται όταν ο διαθέτης βρίσκεται σε διαταραχή (ψυχική ή διανοητική) που περιορίζει αποφασιστικά, και δεν του επιτρέπει τον ελεύθερο προσδιορισμό της βουλήσεως του με λογικούς υπολογισμούς.
Η συνδρομή της ανικανότητας με τις παραπάνω μορφές κρίνεται κατά τη σύνταξη της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί επιρροή. Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και, ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος, που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.ΑΠ 24/1992).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχτηκε τα εξής: Στις 14 Μαρτίου 2000 απεβίωσε στο Βοστάνειο Νοσοκομείο Μυτιλήνης, μετά από διήμερη νοσηλεία, σε ηλικία εξήντα δύο ετών, ο Π. Π. του Μ., θείος των εναγουσών, αφήνοντας κατά το χρόνο του θανάτου του μοναδικό πλησιέστερο συγγενή του τον αδελφό του και πατέρα των εναγουσών Γ.
Π. του Μ.. Στις 17 Μαρτίου 2000 δημοσιεύθηκε με τα υπ' αριθμό 99/2000 πρακτικά συνεδρίασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης η από 10-3-2000 ιδιόγραφη διαθήκη του Π. Π. με την οποία εγκατέστησε ως κληρονόμο του τον εναγόμενο και πρώτο εξάδελφο του Ε. Γ., στον οποίο κατέλιπε όλη την περιουσία του που αποτελείται α) από ένα αγροτικό ακίνητο, εκτάσεως κατά μεν τον τίτλο κτήσεως 60 στρεμμάτων ή όσο και αν είναι, κατά νεότερη δε καταμέτρηση 180 στρεμμάτων, κείμενο στην περιοχή "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας ..., συνορευόμενο γύρωθεν με κοινοτικό μοιρά, με κτήμα Ε.
Ζ., με δρόμο και με ιδιοκτησίες Α. Ε. και Ε. Σ. και β) από το 1/2 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτεμαχίου, εμβαδού 300 τ.μ., μετά της επ' αυτού υπαρχούσης μονορόφου οικίας, που βρίσκεται στη θέση "..." ή "..." της κτηματικής περιφέρειας του δήμου .... Στις 8 Ιουνίου 2000 ο δικηγόρος Μυτιλήνης Ε. Γ., ενεργώντας ως αντιπρόσωπος του προαναφερθέντος αδελφού του διαθέτη Γ.
Π. δυνάμει του υπ' αριθμό .../6-6-2000 ειδικού πληρεξουσίου του Γενικού Προξένου της Ελλάδος στο Μόναχο της Γερμανίας προέβη ενώπιον του αρμοδίου Γραμματέως του Πρωτοδικείου Μυτιλήνης και για λογαριασμό του Γ. Π. σε δήλωση αποποίησης της κληρονομιάς του αδελφού του Παναγιώτη. Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στις 6-5-1999 ο Π.
Π. διακομίστηκε από αστυνομικά όργανα σε κακή κατάσταση στο Βοστάνειο νοσοκομείο Μυτιλήνης, όπου διαπιστώθηκε ότι έπασχε από καρδιακή ανεπάρκεια βαρείας μορφής με στένωση αορτής και από διαταραχή προσωπικότητας με ενδείξεις σχιζοφρένειας. Ειδικότερα ο Π. Π., ο οποίος προήρχετο από οικονομικά ευκατάστατη οικογένεια, το έτος 1956 μετέβη στην Ιταλία για να σπουδάσει κτηνιατρική, δεν ολοκλήρωσε ποτέ τις σπουδές του, αργότερα μετέβη και εργάστηκε για ορισμένα χρόνια στη Σαουδική Αραβία, στη συνέχεια δε επέστρεψε στη Μυτιλήνη και κατοικούσε μαζί με την μητέρα του Β.
και την οικογένεια του αδελφού του Γ. Π. σε μονοκατοικία, ιδιοκτησίας της μητέρας του, επί της οδού ... στη Μυτιλήνη. Το έτος 1992, εξαιτίας σοβαρών οικονομικών προβλημάτων του αδελφού του και προκειμένου να αντιμετωπισθούν οι οφειλές του τελευταίου, η μητέρα του επώλησε την ανωτέρω οικία. Μετά την πώληση αυτή ο μεν Γ.
Π. μετοίκησε με την οικογένεια του στη Γερμανία, ο δε Π. Π. εγκαταστάθηκε αρχικά με την μητέρα του σε μισθωμένη οικία στη …, όμως, από το έτος 1996 άρχισε να διαβιεί μόνος του σε άθλιες συνθήκες υγιεινής στην αυλή της εγκαταλελειμμένης οικίας των αδελφών Β., παρακείμενης της πωληθείσης μονοκατοικίας της μητέρας του και συγκεκριμένα κατέλυε στο κατώφλι της εξωτερικής πόρτας της οικίας αυτής σκεπασμένος με παλαιά ρούχα και υπνόσακο, ανάμεσα σε παντός είδος απορρίμματα και περιττώματα του ιδίου.
Έτσι, σύμφωνα με την έκθεση αυτοψίας που συνέταξε ο Επόπτης δημόσιας υγείας της Διεύθυνσης δημόσιας υγείας και υγιεινής Λέσβου τον Ιούλιο του έτους 1998, που επισκέφθηκε το χώρο της εγκαταλελειμμένης οικίας μετά από καταγγελίες περιοίκων για την ψυχολογική κατάσταση του διαβιούντος σε αυτή Π. Π. και για τις ανθυγιεινές συνθήκες διαβίωσης του, διαπιστώθηκε ότι στην αυλή της οικίας υπήρχε πληθώρα απορριμμάτων και περιττωμάτων με αποτέλεσμα τη δημιουργία ανθυγιεινών καταστάσεων σε βάρος των περιοίκων, κατάσταση που εδημιουργείτο από τη διαμονή στην αυλή της οικίας αυτής του Π.
Π.. Ο τελευταίος, μετά τις ανωτέρω καταγγελίες και διαπιστώσεις, εκδιώχθηκε από την αυλή της οικίας αυτής και κατέλυε πλέον σε βάρκες και καΐκια στο λιμάνι της …, σε παγκάκια και περιφερόταν στους δρόμους της πόλης ρακένδυτος και ρυπαρός. Οι μάρτυρες των εναγουσών καταθέτουν ότι η σχεδόν πάντα αποκλίνουσα συμπεριφορά του Π.
Π. διαρκώς χειροτέρευε και ειδικότερα επιδεινώθηκε μετά την εκδίωξη του περί το 1996 από την μισθωμένη οικία, στην περιοχή του νοσοκομείου, όπου συγκατοικούσε με τη μητέρα του ωφείλετο δε η εκδίωξη του στο γεγονός ότι αφόδευε οπουδήποτε μέσα στα δωμάτια της οικίας, κι έτσι εγκαταστάθηκε, όπως προαναφέρθηκε, αρχικά στην αυλή εγκαταλελειμμένης οικίας και αφού τον έδιωξαν κι από εκεί κατέλυε μέσα σε βάρκες στο λιμάνι, σε παγκάκια και οπουδήποτε έβρισκε να κοιμηθεί.
Η διαταραγμένη ψυχική του κατάσταση επιδεινώθηκε πριν από τον θάνατο της μητέρας του, η οποία, σημειωτέον, του κρυβόταν και δεν τον ξαναείδε πια, και έβαινε διαρκώς επιδεινούμενη μέχρι τον θάνατο του ιδίου. Είχε έμμονες ιδέες ιδίως με το σύνδρομο της επίκτητης ανοσοποιητικής ανεπάρκειας (εϊτζ) και ειδικότερα δεν ήθελε και απέφευγε να συναναστρέφεται με άλλα άτομα για να μη μεταδοθεί και σ' αυτόν ο ιός της ασθένειας αυτής.
Όταν δε παλιοί γνωστοί και φίλοι προσπαθούσαν να τον πείσουν να πάει και να κατοικήσει στην οικία του …, της οποίας είχε την συγκυριότητα κατά το 1/2 εξ αδιαιρέτου, αυτός ηρνείτο λέγοντας, ότι στο σπίτι αυτό έμεναν άτομα που είχαν εϊτζ και ότι είχαν μολύνει το σπίτι εξ αυτού του λόγου. Κάθε φορά που πήγαινε στο γραφείο του πρώτου μάρτυρα - φίλου του Ε.
Ε., έλεγε στον τελευταίο να κλείσει την τηλεόραση και το κομπιούτερ γιατί πίστευε ότι τον παρακολουθούσαν μέσω αυτών των συσκευών. Δεν είχε συναίσθηση της αξίας των χρημάτων και πώς θα έπρεπε να τα χρησιμοποιήσει και γι' αυτό για ένα πακέτο φαγητό που του προσέφερε ο μάρτυρας φίλος του άλλοτε έδινε τριακόσιες δραχμές και άλλοτε τρεις με τέσσερις χιλιάδες δραχμές.
Επίσης το Νοέμβριο του 1999 όταν ζήτησε από τον μάρτυρα εννέα με δέκα εκατομμύρια δραχμές προκειμένου να φιλοξενήσει εξωγήινους στο κτήμα του στη …, ο, μάρτυρας του έδωσε πέντε χιλιάδες δραχμές, όμως ο Π. Π. δεν αντέδρασε καθόλου με το κατά πολύ μικρότερο σε σχέση με το αιτηθέν χρηματικό ποσό που το έδωσε ο φίλος του, γεγονός που χαρακτηρίζει την κατάσταση του.
Ταυτόχρονα επιδεινωνόταν σταθερά και η σωματική του υγεία, εξαιτίας του σοβαρού καρδιολογικού του προβλήματος και των εξ αυτού οιδημάτων στα κάτω άκρα που δυσχέραιναν όλο και περισσότερο το βάδισμα του, αφού δεν ακολουθούσε την συστηνόμενη από τους γιατρούς του νοσοκομείου αγωγή. Πάντως κανείς δεν μπορούσε, ιδίως τον τελευταίο καιρό, να συνεννοηθεί και να κάνει λογική συζήτηση μαζί του, αφού αυτός "άλλα έλεγε, άλλα εννοούσε και άλλα έκανε", περπατούσε στους δρόμους και ξυριζόταν, μονολογούσε, με τις ώρες και πίστευε ότι η μητέρα του είναι εν ζωή, όπως συχνά επαναλάβανε στον μάρτυρα Ε.
Ε., με τον οποίο διατηρούσε κάποιες σχέσεις δεδομένου ότι ο τελευταίος αποτελούσε και τον σύνδεσμο του με τον αδελφό του που ζούσε στην Γερμανία καθώς και με τις κόρες του αδελφού (ενάγουσες) τις οποίες αγαπούσε και στις οποίες, παρά τις διαφορές και τα παράπονα που είχε με τον αδελφό του, ήθελε να αφήσει την περιουσία του, όπως συχνά έλεγε στους μάρτυρες Ε.
Ε. και Γ. Σ.. Οι μάρτυρες του εναγομένου αναφερόμενοι στην αποκλίνουσα συμπεριφορά του Π. Π. την θεωρούν αποτέλεσμα της ιδιορρυθμίας και εκκεντρικότητας που είχε αυτός ως άτομο, φθάνοντας μάλιστα στο σημείο να καταθέσουν ότι η εν γένει συμπεριφορά του ήταν σχεδόν ισορροπημένη. Οι καταθέσεις τους όμως αυτές αναιρούνται από τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και κυρίως από τα προσκομιζόμενα έγγραφα.
Ειδικότερα, ο Π. Π., όπως προαναφέρθηκε, στις 6 Μαΐου 1999, μετά από εισαγγελική παραγγελία, εισήχθη στην καρδιολογική κλινική του Βοστανείου νοσοκομείου Μυτιλήνης όπου και νοσηλεύτηκε ως τις 13 Μαΐου 1999 οπότε εξήλθε με διάγνωση για ψύχωση και για καρδιακή ανεπάρκεια με στένωση αορτής. Κατά την έξοδο του από το νοσοκομείο παραπέμφθηκε στα εξωτερικά ιατρεία του ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου.
Κατά την διάρκεια της νοσηλείας του εξετάστηκε από τους ψυχιάτρους Γ. Κ., Π. Μ. και Ε. Κ.. Σύμφωνα με την ιατρική γνωμάτευση του Γ. Κ., το αναφερόμενο ιστορικό του εν λόγω ασθενή χαρακτηρίζεται από ασταθή κοινωνική ζωή και εκκεντρική συμπεριφορά και αναφερόμενες πιθανότατα ιδέες, επιδράσεις, οχλήσεις, αίσθηση φωνών που του λένε "αχ -βαχ" και που θέλουν να τον εμπλέξουν σε σεξουαλικό ή πολιτικό κόμμα.
Η ψυχική του κατάσταση εμφάνιζε, μεταξύ άλλων, συναίσθημα αμηχανίας και απρόσφορη ιδιότυπη σκέψη με διαφαινόμενες ιδέες επιδράσεως και συσχετίσεως, άρση αναστολών χωρίς επίγνωση κοινωνικών υποχρεώσεων και διαταραχή προσωπικότητας. Στο ίδιο συμπέρασμα κατέληξε και ο Π. Μ.. Η ψυχίατρος -επιμελήτρια του νοσοκομείου Ε.
Κ., κατά την διάρκεια συνεδρίας με τον ασθενή στις 11-5-1999 διαπίστωσε ότι πέρα της κοινωνικής έκπτωσης και απόσυρσης, της ρυπαρής εμφάνισης, ενεφάνιζε λόγο ταχύ, πλατιασμό σκέψης και αλλόκοτες ιδέες περί θανάτου και έιτζ, γι' αυτό συνέστησε νευρολογική εκτίμηση (C/Τ εγκεφάλου) και διερεύνηση στο πιθανό ιστορικό σύφιλης, λόγο του ότι ο ανωτέρω ασθενής το έτος 1971 σε ηλικία 33 ετών είχε ασθενήσει σοβαρά και είχε ακολουθήσει ισχυρή εξάμηνη θεραπεία με πενικιλίνη και στρεπτομυκίνη υπό την καθοδήγηση δερματολόγων του νοσοκομείου "Ανδρέας Συγγρός".
Η ίδια ψυχίατρος αποφάνθηκε επίσης ότι ο ασθενής χρίσει περαιτέρω διερεύνησης και θεραπείας σε ειδικό ψυχιατρικό νοσοκομείο με νευρολογική κάλυψη. Ενόψει της κατάστασης αυτής στις 7 Μαΐου 1999 συζητήθηκε η αίτηση της Αντεισαγγελέως Πρωτοδικών Μυτιλήνης για ακούσια νοσηλεία του Π. Π. και εκδόθηκε σχετικώς η με αριθμό 127/1999 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Μυτιλήνης με την οποία διετάχθη η διενέργεια πραγματογνωμοσύνης από τον ψυχίατρο Α.
Κ. προκειμένου να διαπιστωθεί η ψυχική κατάσταση του Π. Π. και ειδικότερα αν αυτός χρήζει νοσηλείας σε ψυχιατρικό νοσοκομείο. Η διαταχθείσα πραγματογνωμοσύνη δεν διενεργήθηκε αφενός διότι ο ασθενής δεν προσήλθε να εξετασθεί και αφετέρου διότι και ο εις Γερμανία ευρισκόμενος αδελφός του δεν επιθυμούσε τον εγκλεισμό του σε ψυχιατρική κλινική.
Κατά την ως άνω συζήτηση της υπόθεσης ακροατήριο ο εξετασθείς ως μάρτυς διευθυντής Ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου Μυτιλήνης Γ. Κ. αφού κατέθεσε περί των συνθηκών διαβίωσης του καθού Π. Π., την εξωτερική εμφάνιση και συμπεριφορά του, τις οποίες ερμήνευσε ως καταστάσεις δηλωτικές της διάσπασης της ατομικής του προσωπικότητας με ενδείξεις σχιζοφρένειας ή σχιζότυπης σχιζοφρένειας, διευκρίνισε ότι δεν μπορούσε να ακολουθηθεί στην περίπτωση του η απαιτούμενη φαρμακευτική αγωγή για να αντιμετωπισθεί η ψυχική του κατάσταση, διότι η φαρμακευτική αυτή αγωγή ήταν ασύμβατη, μέχρι του σημείου να προκαλέσει ακόμη και τον θάνατο του ασθενούς, με τα σοβαρά προβλήματα της καρδιακής ανεπάρκειας που αυτός αντιμετώπιζε.
Με την υπ' αριθμό 18/976/4-6-1999 γνωμάτευση της Πρωτοβάθμιας Υγειονομικής Επιτροπής Λέσβου, στην οποία μετείχε και ο νευρολόγος ψυχίατρος Α. Κ., και με την υπ' αριθμό πρωτ. ΔΚΠ/15-6-1999 απόφαση της διεύθυνσης Υγείας και Πρόνοιας Λέσβου, ο Π. Π. αναγνωρίσθηκε δικαιούχος επιδόματος κοινωνικής πρόνοιας λόγω αναπηρίας 67% για δύο έτη, επειδή κρίθηκε πάσχων από σχιζοφρένεια και από βαρεία στένωση αορτής-καρδιακή ανεπάρκεια, το οποίο επίδομα άρχισε να του χορηγείται, από την 1-6-1999.
Στις 10 Νοεμβρίου 1999 ο Π. Π. εισήχθη στην καρδιολογική κλινική του νοσοκομείου Μυτιλήνης με συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και στένωση αορτής, απ' όπου εξήλθε λάθρα στις 16-11-1999. Την επομένη, 17-11-1999, προφανώς μετά από επέμβαση των αστυνομικών αρχών, εισήχθη στο πνευμονολογικό τμήμα του ίδιου νοσοκομείου με διάγνωση, για συμφορητική καρδιακή ανεπάρκεια και χρόνιο ψυχολογικό νόσημα, απ' όπου εξήλθε πάλι λάθρα στις 20-11-1999.
Κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του το μήνα Νοέμβριο 1999 στο νοσοκομείο Μυτιλήνης δίδονται σαφείς οδηγίες γιο συνεχή επιτήρηση του από αστυνομικούς και την απομάκρυνση από κοντά του των φαρμάκων και των επικίνδυνων αντικειμένων, για την απομάκρυνση του από παράθυρα και για την ενημέρωση, επί οιουδήποτε προβλήματος των ιατρών του καρδιολογικού και του ψυχιατρικού τμήματος του νοσοκομείου.
Μάλιστα στην από 18-11-1999 κοινή ιατρική γνωμάτευση των ψυχιάτρων Γ. Κ. και Ε. Κ., με την ένδειξη "επείγον" την οποία απηύθυναν στην Εισαγγελία Πρωτοδικών Μυτιλήνης και στην Πρόνοια, οι ανωτέρω δύο ψυχίατροι επεσήμαναν ότι ο ασθενής πάσχει κατ' αρχήν από βαρύ καρδιολογικό νόσημα, για την αντιμετώπιση του οποίου δεν συνεργάζεται και δεν κατανοεί ή αγνοεί τους κινδύνους που διατρέχει, μη συμμορφούμενος με τις οδηγίες των ιατρών, καθώς επίσης πάσχει και από διαταραχή προσωπικότητας και ότι από το σύνολο της κατάστασης του εγκυμονούνται κίνδυνοι, δεδομένου και του ότι αυτός είναι ανεπίδεκτος ψυχοκοινωνικής προσέγγισης και ασυλικής κάλυψης, στερούμενος οικογενειακού περιβάλλοντος στη Μυτιλήνη.
Προφανώς εν όψει αυτής της καταστάσεως, ανέπτυξε πρωτοβουλία ο πρώτος εξάδελφος του Π. Π. και αδελφός του εναγομένου Γ. Γ., με τον οποίο διατηρούσε καλές σχέσεις και ο οποίος τον βοηθούσε όποτε και όπως μπορούσε αθόρυβα και ανιδιοτελώς, και με την μεσολάβηση και του ιερέως του χωριού ..., τον Δεκέμβριο του 1999 ο Π.
Π. εισήχθη ως τρόφιμος στο γηροκομείο της ιεράς Μονής Λειμώνας στην Καλλονή Λέσβου, όπου έζησε μέχρι τις αρχές Μαρτίου 2000. Εκεί ήταν ευχαριστημένος και απολάμβανε τις περιποιήσεις και τις φροντίδες του γηροκομείου αλλά, ωστόσο, το καρδιολογικό του πρόβλημα συνεχιζόταν διαρκώς επιδεινούμενο με δύσπνοιες, οιδήματα και έντονους πόνους στα κάτω άρθρα, δηλαδή περιήλθε σε κατάσταση χρήζουσα άμεση νοσοκομειακή περίθαλψη.
Στις 2 Μαρτίου 2000 ενεφανίσθη για πρώτη φορά ο εναγόμενος Ε. Γ. ο οποίος μέχρι την εισαγωγή του Π. Π. στο γηροκομείο δεν είχε δείξει κανένα ενδιαφέρον γι' αυτόν, αφού ζούσε μεταξύ Αθηνών και Γερμανίας, όπου και μέχρι τότε κατοικούσε, και ο οποίος, συνεπικουρούμενος, από τον πρώτο των μαρτύρων του Ε. Χ., πήγε και πήρε από το γηροκομείο της Μονής τον Π.
Π. και τον οδήγησε στο ιατρείο του παθολόγου ιατρού Ι. Ζ. στη Μυτιλήνη. Ο τελευταίος αφού εξήτασε τον ασθενή, διαπίστωσε ότι πάσχει από βαρεία καρδιακή ανεπάρκεια και συνέστησε στον εναγόμενο την άμεση εισαγωγή του ασθενούς στο νοσοκομείο λόγω του αναπνευστικού προβλήματος και των οιδημάτων στα κάτω άκρα.
Αντί τούτου, ο εναγόμενος μετέφερε τον ασθενή και τον εγκατέστησε στο σπίτι του στη ..., όπου και διέμεινε επί δέκα ημέρες ήτοι από τις 2 Μαρτίου έως τις 12 Μαρτίου 2000. Κατά το δεκαήμερο αυτό οδηγήθηκε από τον εναγόμενο και τον μάρτυρα Ε. Χ. στους συμβολαιογράφους Μανταμάδου Χριστόφορο Πρωτούλη και Μολύβου Ειρήνης Μακαρατζή για να συντάξει διαθήκη.
Οι συμβολαιογράφοι αυτοί αφού είδαν και συζήτησαν με τον Π. Π. αρνήθηκαν να προβούν σε σύνταξη διαθήκης, αντιλαμβανόμενοι, προφανώς, την κατάσταση της ψυχικής υγείας του. Εξαιτίας δε της ψυχικής αυτής διαταραχής του σε συνδυασμό με την επιδεινούμενη καταβολή δυνάμεων σωματικών, ο εν λόγω διαθέτης δεν ήταν σε θέση να σχηματίσει ελεύθερα την βούληση του και να την εκφράσει αυτόβουλα και ανεπηρέαστα, αφού υπέκειτο σε υποβολή από τρίτα πρόσωπα και ειδικότερα από αυτά που του έδειχναν, έστω και φαινομενικά, ότι ενδιαφέρονται γι αυτόν.
Βεβαίως ο μάρτυρας του εναγομένου Ε. Χ. κατέθεσε ότι ο διαθέτης ήταν ψυχικά υγιής και μέχρι τη στιγμή του θανάτου του συναλλασσόταν μαζί του χωρίς κανένα πρόβλημα αφού "τα είχε τετρακόσια". Ωστόσο, το από 31-12-1999 μισθωτήριο το οποίο αυτός ο μάρτυρας εκμίσθωνε το αγρόκτημα του διαθέτη στη θέση "..." ... δεν το υπέγραψε ο ιδιοκτήτης του αγροκτήματος και εκμισθωτής Π.
Π., αλλά, αντ' αυτού, ο διευθυντής του γηροκομείου και ηγούμενος της Ιεράς Μονής Λειμώνος Ν. Π. . Τούτο δε έγινε ασφαλώς για τον προαναφερθέντα λόγο της προβληματικής ψυχικής κατάστασης του εκμισθωτή, απορριπτόμενου ως ουσία αβασίμου του ισχυρισμού του εναγομένου ότι αυτό οφείλεται στο γεγονός ότι το μίσθωμα θα το εισέπραττε ο ηγούμενος, και όχι ο ιδιοκτήτης, έναντι των τροφείων και των εν γένει εξόδων διαμονής του τελευταίου στο γηροκομείο.
Τέλος, λόγω του ότι η εν γένει κατάσταση του Π. Π. επιδεινώνετο ραγδαία, η αγροτική γιατρός της ... στις 12 Μαρτίου 2000 ανέλαβε πρωτοβουλία - παρά τις έντονες αντιρρήσεις του εναγομένου που επέμενε στην κατ' οίκον νοσηλεία του ασθενούς - και εφρόντισε για την άμεση και άνευ ετέρου διακομιδή και εισαγωγή του στο νοσοκομείο Μυτιλήνης όπου μετά διήμερον, ήτοι στις 14-3-2000 απεβίωσε, λόγω της καρδιοαναπνευστικής ανεπάρκειας επί εδάφους στένωσης αορτής.
Έτσι, ενόψει όλων των προεκτεθέντων η ένδικη ιδιόγραφη διαθήκη του Π. Π. συντάχθηκε μόλις τέσσερις ημέρες πριν από το θάνατο του και δύο ημέρες πριν από τη μεταφορά του στο νοσοκομείο και ενώ ήδη η κατάσταση της υγείας του είχε επιβαρυνθεί σε μεγάλο βαθμό, αφ' ενός λόγω της έντονης καταβολής και κατάρρευσης τω ν σωματικών δυνάμεων του και αφ'ετέρου λόγω της μόνιμης ψυχικής διαταραχής που παρουσίαζε ήτοι της σχιζότυπης σχιζοφρένειας, η οποία, σε συνδυασμό με τον έντονο επηρεασμό που δεχόταν από τον εναγόμενο, είχε αλλοιώσει την προσωπικότητα του και την πραγματική βούληση του, ο Π.
Π., χωρίς να έχει γενική και πλήρη έλλειψη της- συνείδησης του εξωτερικού κόσμου, αδυνατούσε να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της ένδικης διαθήκης, αφού εξαιτίας της προαναφερόμενης κατάστασης της ψυχικής και σωματικής του υγείας αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του με ομαλά ελατήρια κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης του.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκρινε, ότι ο διαθέτης Π. Π. ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη και αφού απέρριψε την έφεση του αναιρεσείοντος επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση η οποία είχε εκφέρει όμοια κρίση. Με αυτά που δέχτηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ουσιαστική βασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής ακυρότητας της επίμαχης διαθήκης αγωγής και επομένως ο τρίτος λόγος αναίρεσης από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με τον οποίο αποδίδεται η πλημμέλεια στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ότι στερείται νόμιμης βάσης, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 559 αριθ. 11 περίπτωση γ' του ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης της απόφασης και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν πράγματι λήφθηκαν υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 Κ.Πολ.Δ.
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την ειδική αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, αλλά αρκεί η γενική βεβαίωση του δικαστηρίου της ουσίας ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος μόνο αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν καθίσταται αδιστάκτως βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο λόγος αυτός αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ. 11 εδ.γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο που την εξέδωσε δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που ο αναιρεσείων επικαλέσθηκε και προσκόμισε με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της έφεσης μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, προς απόδειξη της ικανότητας του διαθέτη προς σύνταξη της επίμαχης διαθήκης και ειδικότερα α)την από 11-2000 ψυχιατρική έκθεση του ψυχιάτρου Κ.
Β. β)την από 10-07-2000 ιδιωτική γραφολογική γνωμοδότηση της γραφολόγου Φ.-Ξ. γ)την από 06-05-1999 ψυχολογική εκτίμηση της ψυχολόγου του Βοστάνειου Γενικού Νομαρχιακού Νοσοκομείου Μυτιλήνης και δ)την από 28-02-2001 βεβαίωση του ιατρού Ι. Ζ.. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση, ότι λήφθηκαν υπόψη όλα ανεξαιρέτως τα επικαλούμενα και προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις ως άνω σκέψεις και το σύνολο των αποδεικτικών αναλύσεων που η απόφαση αυτή περιέχει, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο, για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε μαζί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα και τα πιο πάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Ο προβλεπόμενος από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ. λόγος αναίρεσης για παραμόρφωση εγγράφου συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο της ουσίας σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 Κ.Πολ.Δ., έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.
Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου, έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεώρησε ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο.
Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια κρίση του για τον αναιρεσείοντα να σχημάτισε το δικαστήριο αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση, η οποία δεν συντρέχει, όταν το εν λόγω έγγραφο εκτιμήθηκε μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρεται η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχθηκε, γιατί στην τελευταία αυτή περίπτωση δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.
Ο δεύτερος, επομένως, λόγος της αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, γιατί το Εφετείο, με το να δεχθεί, ότι ο διαθέτης Π. Π., κατά το χρόνο της σύνταξης της επίμαχης διαθήκης, ήταν ανίκανος να συντάξει διαθήκη, γιατί βρισκόταν σε ψυχική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη βούλησή του, πάσχων από σχιζότυπη σχιζοφρένεια, παραμόρφωσε το περιεχόμενο των ιατρικών βεβαιώσεων των ψυχιάτρων Γ.
Κ., Π. Μ. και Ε. Κ., στις οποίες ουδαμού αναφέρεται ότι ο εξεταστής απ' αυτούς ως άνω διαθέτης πάσχει από σχιζότυπη σχιζοφρένεια, είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, αφού το Εφετείο σωστά ανέγνωσε το περιεχόμενο των ως άνω ιατρικών γνωματεύσεων και κατέληξε κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του ως προς την εκτίμηση των αποδείξεων, εκτιμώντας το περιεχόμενο τους, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 12-9-2008 αίτηση του Ε. Γ. για αναίρεση της 248/2007 απόφασης του Εφετείου Αιγαίου (Μεταβατικής έδρας Μυτιλήνης). Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 15 Οκτωβρίου 2011.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ