Legislator Case Law & Legislation
1872/2010 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on theft charges, upholding lower court's evidence evaluation and sentencing.

Case Number 1872/2010
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Athens Court of Revision's decision regarding theft charges. The appellant argued that the lower court failed to properly reference specific evidence supporting its findings and made errors in evaluating the facts. The court rejected these claims, ruling that the omission of specific evidence references does not constitute a legal error affecting the final judgment.

Legislator headnote

AI generated

Art. 147(1) of the Military Penal Code; Art. 372(1) of the Penal Code; Art. 583(1) of the Code of Criminal Procedure: The Supreme Court holds that the failure of the court of first instance to specifically reference all evidentiary means used to form its findings does not constitute a ground for cassation if the appellate court's evaluation of evidence remains within the bounds of reasonable discretion and does not affect the substantive judgment.

Keywords

AI generated
military theft charges cassation appeal dismissal evidence evaluation error omission of evidence reference appellate court review criminal procedure code military penal code

Cited Legislation

AI generated
Art. 147(1) of the Military Penal Code
Art. 372(1) of the Penal Code
Art. 583(1) of the Code of Criminal Procedure
Art. 358 of the Code of Criminal Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ) Αριθμός 1872/2010

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 20 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Γεωργίου Χατζίκου (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση

του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Χ, κατοίκου ..., που εκπροσω-πήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Κόλια, για αναίρεση της με αριθμό 47/2009 αποφάσεως του Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Το Αναθεωρητικό Δικαστήριο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 5 Ιανουαρίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 209/2010.

Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Σύμφωνα με το άρθρο 147 παρ. 1 του Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα, που κυρώθηκε με το νόμο 2287/1995, τιμωρείται ο στρατιωτικός που διαπράττει κλοπή πραγμάτων, τα οποία ανήκουν στο Κράτος ή σε στρατιωτικό ή έχουν αποσταλεί ή έχουν αποχωριστεί προς αποστολή στο στρατό. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι η διαλαμβανόμενη σε αυτήν και τιμωρούμενη αξιόποινη πράξη της κλοπής συνιστά μη γνήσιο στρατιωτικό έγκλημα, δεδομένου ότι με αυτήν, ναι μεν προστατεύεται το έννομο αγαθό της ιδιοκτησίας και δευτερευόντως η στρατιωτική υπηρεσία, αλλά η ποινικώς αξιόλογη αυτή άδικη πράξη ανάγεται από το νόμο σε στρατιωτικό έγκλημα εν όψει της στρατιωτικής ιδιότητας του αυτουργού, ενώ αντικείμενο της κλοπής μπορεί να είναι οποιαδήποτε πράγματα (στρατιωτικής ή άλλης χρησιμότητας) που ανήκουν στο Κράτος ή σε άλλο στρατιωτικό, με αποτέλεσμα, έτσι, η εν λόγω διάταξη ως ειδική, να επικρατεί εκείνης του άρθρου 372 παρ. 1 Π.Κ., ενώ μεταξύ των διατάξεων αυτών, υφίσταται φαινομενική κατ' ιδέαν συρροή και συνακόλουθα η διάταξη του άρθρου 147 παρ. 1 Σ.Π.Κ.

προσλαμβάνει όλα τα υπόλοιπα στοιχεία της αντικειμενικής και υποκειμενικής υποστάσεως του από αυτήν τυποποιημένου πιο πάνω στρατιωτικού εγκλήματος από το άρθρο 372 παρ. 1 Π.Κ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 372 παρ. 1 του Π.Κ. όποιος αφαιρεί ξένο (ολικά ή εν μέρει) κινητό πράγμα από την κατοχή άλλου με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών και αν το αντικείμενο της κλοπής είναι ιδιαίτερα μεγάλης αξίας με φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, η οποία προστατεύει το δικαίωμα της ιδιοκτησίας, για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της κλοπής απαιτείται να αφαιρέσει ο δράστης με θετική ενέργεια, από την κατοχή άλλου, ξένο λικά ή εν μέρει, κινητό πράγμα, που θεωρείται εκείνο που βρίσκεται σε ξένη αναφορικά με το δράστη κυριότητα, όπως αυτή διαπλάσσεται στο αστικό δίκαιο και να περιέλθει το πράγμα αυτό στην κατοχή του δράστη, με σκοπό να το ιδιοποιηθεί παράνομα και η αφαίρεση να έγινε αυτογνωμόνως και χωρίς τη συγκατάθεση του κυρίου του πράγματος.

Στην έννοια της κατοχής περιλαμβάνεται τόσο η πραγματική εξουσία επί του πράγματος, όσο και η βούληση εξουσιάσεως αυτού. Υποκειμενικώς απαιτείται δόλος που περιλαμβάνει τη γνώση ότι το πράγμα που αφαιρείται είναι ξένο και βρίσκεται στην κατοχή άλλου και τη βούληση η αποδοχή αφαιρέσεως του πράγματος από την ξένη κατοχή και επί πλέον το σκοπό του δράστη να ενσωματώσει το πράγμα οριστικά χωρίς δικαίωμα στην ιδιοκτησία του και να το διαθέτει ως κύριος.

Επίσης από το άρθρο 98 του Π.Κ. προκύπτει ότι κατ' εξακολούθηση έγκλημα είναι εκείνο που τελείται από το ίδιο πρόσωπο και απαρτίζεται από περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις, διακρινόμενες χρονικώς μεταξύ τους που προσβάλλουν το ίδιο έννομο αγαθό και κάθε μια από αυτές περιέχει πλήρη τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος, συνδέονται δε μεταξύ τους με την ταυτότητα της προς τέλεση τους αποφάσεως και θεωρούνται ως ενιαίο έγκλημα.

Εξ άλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη κατά τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Ποιν.Δ., ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' του ιδίου Κώδικα λόγο αναιρέσεως, όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος που τελέσθηκε, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις και οι συλλογισμοί υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.

Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Η απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της καταδικαστικής αποφάσεως πέραν της κρίσεως για την ενοχή περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το Δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική κρίση του.

Πρέπει δηλαδή σε σχέση με τα αποδεικτικά μέσα να προκύπτει με βεβαιότητα από την απόφαση, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το Δικαστήριο όλα στο σύνολό τους και όχι μόνο ορισμένα από αυτά. Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα) χωρίς ειδικότερα αναφορά των και μνεία του τι προέκυψε από καθένα, ενώ το γεγονός ότι εξαίρονται ορισμένα αποδεικτικά μέσα δεν υποδηλώνει ότι δεν λήφθηκαν υπόψη τα άλλα.

Η επιβαλλόμενη κατά τα ανωτέρω ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία πρέπει να υπάρχει και για τους αυτοτελείς ισχυρισμούς που προβάλλονται από τον κατηγορούμενο ή το συνήγορο υπερασπίσεώς του, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 Κ.Ποιν.Δ. και τείνουν στην άρση του αδίκου χαρακτήρα της πράξεως ή την άρση ή μείωση του καταλογισμού ή την εξάλειψη του αξιοποίνου όπως είναι και ο ισχυρισμός του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ.

περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της κλοπής αν ο υπαίτιος με δική του θέληση και πριν ακόμη εξεταστεί με οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές, απέδωσε χωρίς παράνομη βλάβη κάποιου τρίτου το πράγμα ή ικανοποίησε εντελώς τον ζημιωμένο. Δεν αποτελεί όμως λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των μαρτυρικών καταθέσεων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως μεταξύ των αποδεικτικών στοιχείων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Στην προκειμένη περίπτωση το Πενταμελές Αναθεωρητικό Δικαστήριο Θεσσαλονίκης με την προσβαλλομένη υπ' αριθμ. 47/2009 απόφασή του δέχθηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που λεπτομερώς κατ' είδος αναφέρει αποδείχθηκαν τα εξής: Ο κατηγορούμενος, Χ, όταν ήταν στρατιωτικός, δηλαδή Στρτης (ΠΒ) και υπηρετούσε στο ΤΥΠ/ΝDC-GR, την 29.3.2006 και περί ώρα 17.55'εισήλθε παρανόμως στο Στρατόπεδο της Μονάδας του αναρριχώμενος εξωτερικώς στον τοίχο της περίφραξης αυτού επί της οδού ...

στο ύψος της υπερυψωμένης σκοπιάς Νο5. Η περίφραξη του Στρατοπέδου σε εκείνο το σημείο περιελάμβανε εκτός από τον τοίχο και σιδερένιο κιγκλίδωμα με αιχμηρές απολήξεις, καθώς και οριζόντιο απλό συρματόπλεγμα, όχι όμως συρματόπλεγμα σερπαντίνα, το οποίο τοποθετήθηκε μετά το συμβάν. Από το σιδερένιο κιγκλίδωμα έλειπε ένα κάγκελο και από εκεί μέσα πέρασε ο κατηγορούμενος και πάτησε στην υπερυψωμένη σκοπιά.

Στο σημείο εκείνο της οδού ... ήταν σταθμευμένα δύο μεγάλα φορτηγά, τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα στους διερχομένους με τα οχήματά τους, από την οδό και το γεγονός αυτό διευκόλυνε την αθέατη παράνομη είσοδο του κατηγορουμένου στο Στρατόπεδο. Καθήκοντα σκοπού στην ανωτέρω σκοπιά, από ώρα 16.00' ως ώρα 18.00'εκτελούσε ο Ν τότε Στρτης (ΠΖ) της ιδίας Μονάδας, ο οποίος δεν εμπόδισε την παράνομη είσοδο του Χ.

Στο υπόστεγο φυλάσσονταν συσκευασμένα μέσα σε κιβώτια υλικά και συγκεκριμένα "ταν" και "σταυροί", με τα οποία στήνονται οι στρατιωτικές σκηνές γεγονός το οποίο γνώριζε ο Χ γιατί είχε βοηθήσει στην μεταφορά και τοποθέτηση εκεί των κιβωτίων. Τα φυλασσόμενα κιβώτια ήταν συνολικώς δεκαέξι τοποθετημένα σε τετράδες ανά τέσσερα το ένα πάνω στο άλλο και ασφαλισμένα με μεταλλικό τσέρκι.

Τα "ταν" και οι "σταυροί" ήταν κατασκευασμένα από καθαρό αλουμίνιο και σε κάθε κιβώτιο υπήρχαν δεκαπέντε (15) "ταν" και εννέα "σταυροί", με τα οποία μπορούσε να στηθεί μια μεγάλη στρατιωτική σκηνή. Η απόσταση, η οποία χώριζε το υπόστεγο από τη σκοπιά, ήταν περίπου πέντε μέτρα, αλλά υπήρχε ένα διαχωριστικό, το οποίο εμπόδιζε στον σκοπό να βλέπει προς το εσωτερικό, χωρίς όμως να περιορίζει τους θορύβους, οι οποίοι προέρχονταν από αυτό.

Την 18.00' ώρα, ο Στρατιώτης Κ, ο οποίος συνάντησε τον κατηγορούμενο, συνομίλησε για λίγο μαζί και στη συνέχεια ο Κ ανέβηκε στην υπερυψωμένη σκοπιά Νο5, ενώ ο κατηγορούμενος πήγε στο εσωτερικό του όρχου. Μετά από λίγο βγήκε από τον όρχο και κατευθύνθηκε προς το μέρος του Κ κρατώντας τέσσερις μαύρες μικρές σακούλες.

Ανέβηκε στην υπερυψωμένη σκοπιά και προσπάθησε να βγεί από τα κάγκελα χωρίς όμως να τα καταφέρει, επειδή κρατούσε ανά δύο σακούλες σε κάθε χέρι. Τότε άφησε στο δάπεδο της υπερυψωμένης σκοπιάς τις δύο σακούλες και πήδηξε έξω κρατώντας τις άλλες δύο. Ο Κ, όχι μόνο δεν εμπόδισε τον κατηγορούμενο να πλησιάσει και να ανεβεί στην υπερυψωμένη σκοπιά, όπως όφειλε ως σκοπός, αλλά αντιθέτως του έδωσε τις άλλες δύο σακούλες, που είχε αφήσει πίσω του, τις οποίες αφού τοποθέτησε στην ανοικτή καρότσα ενός λευκού αγροτικού οχήματος, το οποίο είχε σταθμευμένο εκεί κοντά, έκανε επιτόπου αναστροφή επί της οδού ...

και έφυγε. Την προπεριγραφείσα παράνομη έξοδο του κατηγορουμένου και το ρόλο του Κ σε αυτήν έτυχε να δεί ο Αντιστράτηγος ε.α. Α, ο οποίος είχε σταθμεύσει το όχημά του επί της οδού ... σε απόσταση περίπου πέντε μέτρων από τη σκοπιά Νο 5 και ανέμενε να παρέλθει η ώρα, για να συναντηθεί με το Στρατηγό Διοικητή του Γ' Σ.Σ.

κ.... την 18.30' ώρα, όπως είχαν κανονίσει, για να τον συγχαρεί για την ανάληψη των καθηκόντων του. Όπως κατέθεσε ειδικότερα ο μάρτυς είδε ξαφνικά περίπου την 18.15'ώρα έναν ένστολο να βρίσκεται πάνω στην υπερυψωμένη σκοπιά και να λέει κάτι με τον εκεί ευρισκόμενο σκοπό. Μετά είδε τον ένστολο να πηδάει από τη σκοπιά έξω από το Στρατόπεδο και να βγάζει έξω σακούλες με βαριά πράγματα, τα οποία δημιουργούσαν προεξοχές.

Ο μάρτυς κατέθεσε ότι δε θυμάται πόσες ακριβώς ήταν οι σακούλες, πάντως πρέπει να ήταν μεταξύ τέσσερις ή πέντε. Ο κατηγορούμενος, απολογούμενος αποδέχτηκε την πράξη του, αλλά ισχυρίστηκε ότι αφαίρεσε μόνο δύο σακούλες, με αντικείμενα, ενώ τα κιβώτια τα βρήκε παραβιασμένα. Υποστήριξε ότι πήρε τα αντικείμενα για να στήσει μια σκηνή, ενώ αμέσως το μετάνιωσε και σκέφτηκε να επιστρέψει τα κλοπιμαία στη μονάδα του.

Η κίνησή του να μεταβεί αμέσως στον όρχο και να αφαιρέσει τα αντικείμενα αποδεικνύει, ότι η ενέργειά του ήταν προμελετημένη και η πρόθεσή του ήταν να αφαιρέσει παρανόμως κάποια από τα ανωτέρω αντικείμενα με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παρανόμως, γεγονός το οποίο και έπραξε, αφού αμέσως μετά την αφαίρεσή τους τα τοποθέτησε σε τέσσερις τουλάχιστον μικρές μαύρες σακούλες, τις οποίες προφανώς είτε έφερε μαζί του κρυμμένες στη στολή του είτε τις είχε κρυμμένες κάπου στο υπόγειο και στη συνέχεια εξήλθε με αυτές παρανόμως από το ίδιο σημείο, τις τοποθέτησε στο σταθμευμένο επίτηδες σε εκείνο το σημείο αγροτικό όχημα της οικογενειακής τους επιχείρησης και απομακρύνθηκε με αυτό προς άγνωστη κατεύθυνση.

Ένα επί πλέον στοιχείο, το οποίο ενισχύει την παραπάνω θέση περί προμελετημένης ενέργειας, είναι και το γεγονός ότι στο σημείο εκείνο της οδού ... ήταν σταθμευμένα δύο μεγάλα φορτηγά, τα οποία εμπόδιζαν την ορατότητα στους διερχόμενους με τα οχήματά τους από την οδό και ο Χ γνώριζε, ότι αυτό διευκόλυνε την αθέατη παράνομη είσοδο και έξοδό του στο Στρατόπεδο.

Τα πόσα αντικείμενα από τα προαναφερθέντα έκλεψε ο κατηγορούμενος την 29.3.2006 δεν κατέστη δυνατό να αποδειχθεί με ακρίβεια, εκείνος πάντως επέστρεψε την επομένη (30.3.2006) συνολικώς έντεκα (11) αντικείμενα, από τα οποία όμως δεν καταμετρήθηκαν ακριβώς πόσα ήταν τα "ταυ" και πόσοι οι "σταυροί" (βλ. την από 30.3.2006 και ώρα 11.00 έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως).

Ο ίδιος ισχυρίσθηκε απολογούμενος ότι έκλεψε μόνο τα συγκεκριμένα αντικείμενα, τα οποία και επέστρεψε την επόμενη ημέρα, αφού κατάλαβε το λάθος και μετάνιωσε. Το βράδυ της 29.3.2006 τηλεφώνησαν στο σπίτι του από τη μονάδα του και του είπαν "πρέπει να έρθεις", ενώ, όπως προέκυψε από τα αναγνωσθέντα έγγραφα, αυτός τελούσε σε δεκαήμερη αναρρωτική άδεια και συνεπώς δεν ήταν λογικό να του ζητηθεί απλώς να επιστρέψει, αν δεν του ανακοινώθηκε τότε και ο λόγος για την υποχρέωση εσπευσμένης επιστροφής του (βλ.

το Φ.453/32/1828/Σ.450/30.3.2006/ ΤΥΠ/ΝDC-GR έγγραφο). Από το ίδιο έγγραφο εξ άλλου προέκυψε, ότι ο τότε Διοικητής του Ανχης (ΠΖ) Δ "...κατόπιν τηλεφωνικής επικοινωνίας με το Στρ (ΠΒ) Χ διαπίστωσε την τέλεση της παραπάνω πράξεως". Επίσης από το έγγραφο Φ.453/28/1824/Σ.446/30.3.2006/ ΤΥΠ/ΝDC-GR προέκυψε, ότι ήδη είχε διαταχθεί ένορκη προανάκριση όταν ο κατηγορούμενος επέστρεψε τα έντεκα αντικείμενα και στα πλαίσια αυτής συντάχθηκε η προαναφερθείσα έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως από το διενεργούντα την προανάκριση Λγο (ΜΧ) Φ.

Τα αφαιρεθέντα όμως από τον κατηγορούμενο κινητά πράγματα, όπως προέκυψε από την επακολουθήσασα καταμέτρηση, ήταν πολύ περισσότερα από αυτά που επέστρεψε τελικά. Συγκεκριμένα διαπιστώθηκε ότι είχε αφαιρέσει συνολικά 180 "ταν" και 108 "σταυρούς" σκηνών, η δε αφαίρεση αυτών έγινε τμηματικά και σε διάφορες ημερομηνίες του από 9.3.2006 έως 29.3.2006 χρονικού διαστήματος κατά τον ίδιο τρόπο.

Συνεπώς η πράξη του φέρει τον χαρακτήρα του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος. Κατόπιν των προαναφερθέντων πραγματικών περιστατικών κατά την ομόφωνη γνώμη των μελών του δικαστηρίου συντρέχουν τα στοιχεία τόσο της αντικειμενικής, όσο και της υποκειμενικής υποστάσεως του εγκλήματος της κλοπής πραγμάτων που ανήκουν στο κράτος κατ' εξακολούθηση....Περαιτέρω, ομοφώνως τα μέλη του δικαστηρίου απέρριψαν ως νόμω αβάσιμο τον υποβληθέντα από το συνήγορο υπερασπίσεως του κατηγορουμένου Χ αυτοτελή ισχυρισμό εφαρμογής του άρθρου 379 παρ. 1 ΠΚ, σε συνδυασμό με το άρθρο 147 παρ. 6 ΣΠΚ, περί έμπρακτης μετάνοιας αυτού, γιατί κρίνουν, ότι, όπως αποδείχθηκε από την ακροαματική διαδικασία, αυτός επέστρεψε μόνο τα έντεκα (11) αντικείμενα, αφού πρώτα πληροφορήθηκε τηλεφωνικώς από το Διοικητή του ότι είχε γίνει αντιληπτή η πράξη του και για το λόγο αυτό διατάχθηκε εις βάρος του ένορκη προανάκριση.

Συνεπώς, η ικανοποίηση του δράστη δεν έγινε με την ελεύθερη βούλησή του, έστω και αν δεν εξετάσθηκε για την πράξη του αυτή πριν από την απόδοση αυτών, αλλά έγινε λόγω της αποκάλυψης της πράξεως αυτού από την μονάδα του και επί πλέον επέστρεψε μικρό μόνο αριθμό των αφαιρεθέντων. Ακολούθως το ίδιο Αναθεωρητικό Δικαστήριο μετ' απόρριψη του υπό του συνηγόρου του κατηγορουμένου προταθέντος ως άνω αυτοτελούς ισχυρισμού από το άρθρο 379 παρ. 1 Π.Κ.

σε συνδυασμό με το άρθρο 147 παρ. 6 ΣΠΚ κήρυξε παμψηφεί ένοχο τον παραπάνω κατηγορούμενο κλοπής πραγμάτων που ανήκουν στο Κράτος κατ' εξακολούθηση και ειδικότερα του ότι στο στρατόπεδο της μονάδος του ΤΥΠ/ΝDC-GR στη δύναμη του οποίου ανήκε ως Στρατιώτης (ΠΒ) σε μη επακριβώς προσδιορισθείσες ημερομηνίες του από 9.3.2006 έως 29.3.2006 χρονικού διαστήματος με περισσότερες από μια πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ιδίου εγκλήματος αφαίρεση ξένα (ολικά) κινητά πράγματα από την κατοχή άλλου, τα οποία ανήκουν στο Κράτος με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και ειδικότερα κατά το αναφερόμενο διάστημα εισήλθε περισσότερες από μία φορές στο Στρατόπεδο του Γ' Σ.Σ., πηδώντας τον εξωτερικό μαντρότοιχο του στρατοπέδου, στο ύψος της σκοπιάς Νο 5, την τελευταία δε φορά στις 29.3.2006 και περί ώρα 17.55' και αφαίρεση από δώδεκα (12) ξύλινα κιβώτια που ήταν αποθηκευμένα στον όρχο οχημάτων του στρατοπέδου ΤΥΠ/ΝDC-GR και ασφαλισμένα με μεταλλικά τσέρκια, μέσα στα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα παρελκόμενα στρατιωτικών σκηνών Γ.Χ.

μεγέθους 2, Μ71, βασικού τύπου και πιο συγκεκριμένα αφαίρεσε 180 "ταν" και 108 "σταυρούς" σκηνών, που ανήκουν στο Ελληνικό δημόσιο (ΥΠΕΘΑ) και βρίσκονταν στην κατοχή του γενικού διαχειριστή υλικού της πιο πάνω μονάδος, εν συνεχεία δε έβγαλε τα παρελκόμενα εκτός στρατοπέδου και έτσι απέκτησε την κατοχή τους, με σκοπό να τα ιδιοποιηθεί παράνομα και επέβαλε σ'αυτόν ποινή φυλακίσεως οκτώ (8) μηνών, ανασταλείσαν επί τριετία.

Με αυτά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του, την από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Ποιν.Δ. απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία αφού εκθέτει σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν από την ακροαματική διαδικασία, από τα οποία συνήγαγε την ύπαρξη όλων των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του ανωτέρω εγκλήματος της κλοπής πραγμάτων, τα οποία ανήκουν στο κράτος από στρατιωτικό κατ' εξακολούθηση, για το οποίο κήρυξε ένοχο τον αναιρεσείοντα ως στρατιώτη κατά το χρόνο τελέσεως των επιμέρους πράξεων, τα αποδεικτικά μέσα, από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω περιστατικών στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 147 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα και 26 παρ.

Ιβ, 27, 98, 372 παρ. 1 Π.Κ., που ορθώς ερμήνευσε και εφήρμοσε χωρίς να τις παραβιάσει ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, ενώ, ακόμη, με ειδική και επαρκή αιτιολογία και κατ' ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του άρθρου 379 παρ. 1 Π.Κ. και 147 παρ.6 Στρατιωτικού Ποινικού Κώδικα απορρίφθηκε ο αυτοτελής ισχυρισμός του αναιρεσείοντος περί εξαλείψεως του αξιοποίνου της κλοπής λόγω εμπράκτου μετάνοιας με την πριν από την εξέτασή του καθ'οποιονδήποτε τρόπο για την πράξη του από τις αρχές απόδοση των πραγμάτων, αφού κατά τα γενόμενα δεκτά από το δικαστήριο η απόδοση μέρους μόνο των κλαπέντων στην μονάδα στην οποία υπηρετούσε δεν έγινε με την ελεύθερη θέληση του δράστη, αλλά οφειλόταν σε εξωτερικά και ανεξάρτητα από τη βούλησή του αίτια και την ανακάλυψή του από τους υπεύθυνους της μονάδας όπου υπηρετούσε τη στρατιωτική του θητεία ως τον δράστη της τελευταίας από τις επιμέρους κλοπές και την απειλούμενη άσκηση εναντίον του ποινικής διώξεως εν όψει και της διαταχθείσης σε βάρος του προανακρίσεως.

Εξ άλλου, δεν συνέτρεχε στην προκειμένη περίπτωση ανάγκη προσδιορισμού της ταυτότητας της αξιόποινης πράξεως που τελέσθηκε από τον ήδη αναιρεσείοντα, με περισσότερες ομοειδείς μερικότερες πράξεις χρονικώς διακρινόμενες μεταξύ τους, οι οποίες προσέβαλαν το ίδιο έννομο αγαθό και περιείχαν τα στοιχεία ενός και του αυτού εγκλήματος συνδεόμενες μεταξύ των με ταυτότητα αποφάσεις προς τέλεσή τους ή διαφορετικού βαρύτερου χαρακτηρισμού των από εκείνη της πλημμεληματικής μορφής ούτε συνέτρεχε περίπτωση εξαλείψεως του αξιοποίνου λόγω παραγραφής ή λόγω εμπράκτου μετάνοιας για κάποια από τις μερικότερες πράξεις για να είναι απαραίτητο να εξειδικεύονται οι επι μέρους πράξεις κλοπής του κατ' εξακολούθηση εγκλήματος αλλά αρκούσε η μνεία του χρονικού διαστήματος εντός του οποίου τελέσθηκαν οι επι μέρους πράξεις.

Οι περί του αντιθέτου αιτιάσεις του αναιρεσείοντος για το ότι δεν είχε ως προς την πράξη για την οποία κηρύχθηκε ένοχος την επιβαλλόμενη αιτιολογία η προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τον ..... της κλοπής κατ' εξακολούθηση, είναι απορριπτέες και ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ' Κ.Ποιν.Δ. λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

Εξ άλλου από την περιληπτική μνεία στο σκεπτικό της ως άνω αποφάσεως ως αποδεικτικών μέσων που λήφθηκαν υπόψη, των καταθέσεων των νομίμως εξετασθέντων μαρτύρων, των εγγράφων και των μαρτυρικών καταθέσεων, που νόμιμα αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, των φωτογραφιών που επισκοπήθηκαν καθώς και της απολογίας του κατηγορουμένου, αλλά και των πρακτικών της πρωτοβάθμιας δίκης, που περιλαμβάνονται, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των πρακτικών της κατ' έφεση δίκης στα αναγνωσθέντα κατά την διάρκεια της δίκης στο Αναθεωρητικό Δικαστήριο έγγραφα, προκύπτει ότι λήφθηκαν υπόψη και συνεκτιμήθηκαν από το δικαστήριο όλα τα έγγραφα που αναφέρονται στα πρακτικά, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνονται και εκείνα που αναφέρονται ως αναγνωσθέντα στα πρακτικά της δίκης επί της οποίας εκδόθηκε η σε πρώτο βαθμό εκδοθείσα 462/2007 απόφαση του Πενταμελούς Στρατοδικείου Θεσσαλονίκης, μεταξύ των περιλαμβάνεται και το αναφερόμενο στο σκεπτικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως έγγραφο με αριθμό Φ.453/28/1824/Σ.446/30.3.2006 έγγραφο του ΤΥΠ/ΝDC-GR,στο οποίο στήριξε το Αναθεωρητικό Δικαστήριο την παραδοχή ότι είχε διαταχθεί ένορκη προανάκριση όταν ο ήδη αναιρεσείων απέστρεψε τα έντεκα αντικείμενα και ότι στα πλαίσια αυτής της προανακρίσεως συντάχθηκε η αναφερόμενη έκθεση παραδόσεως και κατασχέσεως των αντικειμένων αυτών από τον διενεργούντα την προανάκριση αξιωματικό.

Κατ' ακολουθίαν εγνώρισε ο ήδη αναιρεσείων και ο συνήγορος υπεράσπισής του στη δίκη κατ' έφεση το περιεχόμενου του παραπάνω εγγράφου και ήταν δυνατό να ασκήσει το από το άρθρο 358 Κ.Ποιν.Δ. δικαίωμά του να προβεί σε δηλώσεις, παρατηρήσεις και εξηγήσεις σχετικά με αυτό παρά το ότι δεν μνημονεύεται το ως άνω έγγραφο μεταξύ αυτών που αναφέρονται στα πρακτικά της κατ' έφεση δίκης ως αναγνωσθέντα.

Περαιτέρω δεν ήταν αναγκαία ειδική αξιολόγηση και συσχέτιση των επι μέρους αποδεικτικών μέσων ούτε αναφορά της παραδοχής που προέκυπτε από το καθένα και η προβαλλόμενη από τον αναιρεσείοντα παράλειψη του δικάσαντος κατ' έφεση δικαστηρίου να αναφέρει τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία να προκύπτει η παραδοχή των περιστατικών περί σταθμεύσεως δύο μεγάλων φορτηγών στην οδό ...

τα οποία να εμπόδιζαν την ορατότητα των διερχομένων με τα οχήματά τους από την οδό και της γνώσεως του γεγονότος αυτού από τον αναιρεσείοντα ως στοιχείου του προμελετημένου της διαπραχθείσης αξιοποίνου πράξεως καθώς η αιτίαση ότι δεν στηρίζεται στα αποδεικτικά μέσα που λήφθηκαν υπόψη η παραδοχή ότι η κλοπή που έγινε δεκτό ότι ο αναιρεσείων διέπραξε αφορούσε συνολικά 180 "ταν" και 108 "σταυρούς" και όχι μόνο 11 στελέχη τέτοιων παρελκόμενων σκηνών που επέστρεψε ο ίδιος δεν αποτελούν πλημμέλειες της αποφάσεως με την έννοια της ελλείψεως ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας.

Οι αιτιάσεις αυτές είναι απορριπτέες ως απαράδεκτες καθόσον υπό την επίκληση της άνω πλημμέλειας αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σφάλμα περί την εκτίμηση των αποδείξεων από την μη ειδικότερα αναφορά των αποδεικτικών μέσων από τα οποία το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι προέκυψαν κάθε συγκεκριμένη παραδοχή για την διάπραξη αυτής της αξιόποινης πράξεως από τον ήδη αναιρεσείοντα και πλήττεται έτσι η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων και η περί τα πράγματα ουσιαστική κρίση του Δικαστηρίου.

Μετά ταύτα ελλείψει άλλου λόγου προς έρευνα πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη έφεση και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 Κ.Ποιν.Δ.).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5.1.2010 αίτηση του Χ περί αναιρέσεως της 47/2009 αποφάσεως του Πενταμελούς Αναθεωρητικού Δικαστηρίου Αθηνών. Και

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2000.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του την 1η Δεκεμβρίου 2010.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ