Legislator Case Law & Legislation
1872/2008 AI generated

Supreme Court allows appeal by employee against employer's dismissal, rejecting employer's appeal on insufficient reasoning grounds.

Case Number 1872/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece joined two reciprocal appeals regarding a labor dispute and dismissed the employer's appeal while allowing the employee's appeal. The employer argued the lower court's decision lacked sufficient reasoning, but the Court found the appellate court had provided a clear and adequate justification based on the employment contract. Consequently, the Court annulled the lower court's decision only to the extent challenged and remitted the case for retrial by a different panel.

Legislator headnote

AI generated

Art. 246 KPolD; Art. 559 KPolD: Reciprocal appeals must be joined and heard together; an appeal based on insufficient reasoning is admissible only when the stated facts fail to cover all elements required by the applicable law to reach the declared legal consequence.

Keywords

AI generated
reciprocal appeals insufficient reasoning labor dispute annulment of judgment remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Art. 246 KPolD
Art. 559 KPolD
Art. 41 § 2 ν. 2637/1998
Art. 51 ν. 1892/1990
Art. 1 § 6 ν. 1256/1982
3 § 1 του ως άνω νόμου το ΑΣΕΠ προκηρύσσει την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη προσωπικού που αποφασίζεται κατά το αρ.
AI generated
524/2016
Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds regarding evidence and amendment of claim basis.
644/2021
Supreme Court dismisses appeal on bad faith grounds, rejecting delayed retirement claim as abuse of process.
1466/2007
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Μαρτίου 2007, με την παρουσία και του Γραμματέα Αντωνίου Στυλιανουδάκη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2003 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2169/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4818/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 10/4/2006 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω και ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Μάριος-Φώτιος Χατζηπανταζής, ανέγνωσε την από 12/3/2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψή της και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
1280/2012
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 28 Νοεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
1897/2013
Supreme Court allows appeal against pension bonus calculation error under Law 3847/2010 for retirees over 60.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1872 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1872/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης: Χ, η οποία παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λάμπρο Σέμπο. Δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΕΩΣ ΑΛΙΕΙΑΣ ΕΤ.ΑΝ.ΑΛ. Α.Ε.", που εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σεφεριάδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-12-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης και με την από 30-9-2003 ανταγωγή διά των προτάσεων της ήδη αναιρεσίβλητης - αναιρεσείουσας, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 677/2004 του ίδιου Δικαστηρίου και 1370/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα - αναιρεσίβλητη με την από 3-9-2007 αίτησή της και η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα με την από 21-5-2008 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 26-9-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της από 3-9-2007 αίτησης αναίρεσης της Χ και την απόρριψη της από 21-5-2008 αίτησης αναίρεσης της εταιρίας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ κατά της 1370/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειουσών ζήτησαν την παραδοχή των αντιστοίχων αιτήσεών τους, την απόρριψη των αντιθέτων, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Οι κρινόμενες αιτήσεις (Α) από 3-9-2007 της Χ κατά της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ και (Β) από 21-5-2006 της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ κατά της Χ για αναίρεση της 1370/2007 απόφασης του Εφετείου Αθηνών πρέπει κατ' άρ. 246 ΚΠολΔ να ενωθούν και συνεκδικασθούν.

ΙΙ. Σύμφωνα με το αρ. 41 § 2 ν. 2637/1998 με απόφαση του Υπουργού Γεωργίας και του κατά περίπτωση συναρμόδιου υπουργού επιτρέπεται για την αντιμετώπιση υπηρεσιακών αναγκών η απόσπαση στον Οργανισμό Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων (ΟΠΕΓΕΠ) υπαλλήλων του Δημοσίου ή του ευρύτερου δημοσίου τομέα του αρ. 51 ν. 1892/1990, όπως αυτός συμπληρώθηκε με το αρ. 4 § 6 ν. 1943/1991, εφόσον κατέχουν εξειδικευμένες γνώσεις και εμπειρία προσηκόντως αποδεικνυόμενες.

Ο δημόσιος τομέας οριοθετήθηκε με το αρ. 1 § 6 ν. 1256/1982, σ' αυτόν δε υπήγοντο και οι θυγατρικές κρατικών τραπεζών ανώνυμες εταιρίες, εφόσον οι τράπεζες κατείχαν την πλειοψηφία του εταιρικού τους κεφαλαίου. Με το αρ. 51 ν. 1892/1990 έγινεν επαναοριοθέτηση του δημόσιου τομέα, δεν επαναλήφθηκε όμως ότι ανήκουν στον δημόσιο τομέα οι θυγατρικές εταιρείες τραπεζών, ενώ με το ΠΔ 307/1996 ετέθη εκτός δημοσίου τομέα και η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος.

Στο άρθρο μόνο, όμως, του ως άνω Π.Δ., αφού αναφέρεται ότι η Αγροτική Τράπεζα Ελλάδος εξαιρείται από τις διατάξεις που αφορούν τον δημόσιο τομέα, όπως αυτός επαναοριοθετήθηκε με το αρ. 51 § 1 ν. 1892/1990 και συμπληρώθηκε με το αρ. 4 § 6 ν. 1943/1991, στο τέλος ορίζεται "... πλην των αναφερομένων στις προσλήψεις προσωπικού...".

Από την τελευταία αυτή διάταξη σαφώς προκύπτει ότι η Α.Τ.Ε. και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού εξακολουθούν να υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα. Εξάλλου σύμφωνα με το αρ. 103 § 7 εδ. α' του Συστήματος η πρόσληψη υπαλλήλων στο Δημόσιο και στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, όπως αυτός καθορίζεται κάθε φορά, πλην των περιπτώσεων της παραγράφου 5, γίνεται είτε με διαγωνισμό είτε με επιλογή σύμφωνα με προκαθορισμένα και αντικειμενικά κριτήρια και υπάγεται στον έλεγχο ανεξάρτητης αρχής, όπως νόμος ορίζει.

Συναφώς, με το ν. 2190/1994 ορίζεται ότι η πλήρωση ιδρυομένων ή υφιστάμενων θέσεων του δημόσιου τομέα, ο αριθμός, οι κατηγορίες και οι κλάδοι ή ειδικότητες των προσλαμβανομένων αποφασίζονται, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις και κανονισμούς, από τα αρμόδια όργανα της κυβέρνησης, των οργανισμών τοπικής αυτοδιοίκησης πρώτου και δεύτερου βαθμού και από τις διοικήσεις των νομικών προσώπων δημοσίου και ιδιωτικού δικαίου της § 1 του αρ. 14 του νόμου αυτού, η πλήρωση δε των θέσεων που αποφασίζεται κατά την παρούσα παράγραφο υπάγεται στην αρμοδιότητα του συσταθέντος με το αρ. 2 § 1 του ίδιου νόμου Ανωτάτου Συμβουλίου Επιλογής Προσωπικού που λειτουργεί ως ανεξάρτητη αρχή, ενώ όπου στις κείμενες διατάξεις γίνεται γενική αναφορά στον δημόσιο τομέα, νοούνται για την εφαρμογή των διατάξεων των κεφαλαίων Β' και Γ' οι υπηρεσίες και τα νομικά πρόσωπα του αρ. 14 § 1 του παρόντος νόμου (αρ. 1 §§ 1 και 2).

Περαιτέρω σύμφωνα με το αρ. 3 § 1 του ως άνω νόμου το ΑΣΕΠ προκηρύσσει την πλήρωση θέσεων ή την πρόσληψη προσωπικού που αποφασίζεται κατά το αρ. 1 του νόμου αυτού, συγκροτεί τις απαιτούμενες επιτροπές και ασκεί όλες τις προβλεπόμενες αρμοδιότητες για την ολοκλήρωση των διαδικασιών διαγωνισμών ή επιλογών έως τον καθορισμό των διοριστέων, σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος, ανεξάρτητα από την ιδιότητά τους ως τακτικών ή μόνιμων υπαλλήλων ή συμβασιούχων εργασίας ιδιωτικού δικαίου αορίστου ή ορισμένου χρόνου.

Τέλος, κατά το άρθρο 14 § 1 του ίδιου αυτού νόμου στις διατάξεις των κεφαλαίων Α', Β' και του παρόντος (Γ') υπάγονται όλοι οι φορείς του δημόσιου τομέα, όπως αυτός οριοθετείται με τις διατάξεις του αρ. 1 § 6 ν. 1256/1982 και τις μεταγενέστερες συμπληρώσεις του, πριν την τροποποίησή του με το αρ. 51 ν. 1892/1990. Στην κρινομένη περίπτωση το Εφετείο Αθηνών με την προσβαλλομένη με αριθ. 1370/2006 απόφαση του κρίνοντας επί αντιθέτων εφέσεων των διαδίκων, προσθέτων λόγων έφεσης και αντέφεσης δέχθηκε τα εξής:

Η εναγομένη εταιρεία με την επωνυμία ΕΤΑΙΡΙΑ ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΑΛΙΕΙΑΣ ΕΤΑΝΑΛ Α.Ε., ήδη αναιρεσίβλητη στην με στοιχ. Α' και αναιρεσείουσα στην με στοιχ. Β' αίτηση, είναι θυγατρική της Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος και της ΕΤΒΑ κατά ποσοστά 75% και 25% αντίστοιχα υπαχθείσα στις διατάξεις του ν. 1232/1982. Την 22-5-1984 προσέλαβε με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας διάρκειας 6 μηνών, μετατραπείσα από 23-11-1984 σε αορίστου χρόνου, την ενάγουσα, ήδη αναιρεσείουσα στην με στοιχ.

Α' και αναιρεσίβλητη στην με στοιχ. Β' αίτηση, προκειμένου να εργασθεί ως οικονομολόγος - ερευνήτρια, οι μηνιαίες αποδοχές της οποίας καθορίσθηκαν με την μεταξύ των διαδίκων καταρτισθείσα σύμβαση εργασίας σύμφωνα με την ΣΣΕ των επιστημονικών συνεργατών του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ).

Με τους ως άνω όρους και συμφωνίες η ενάγουσα παρείχε τις υπηρεσίες της στην εναγομένη μέχρι την 27-9-1999, όταν σε εκτέλεση της 52571/1999 απόφασης του Υπουργού Γεωργίας αποσπάσθηκε και ανέλαβε υπηρεσία στον Οργανισμό Πιστοποίησης και Επίβλεψης Γεωργικών Προϊόντων), μέσα δε στα πλαίσια της απόσπασής της αυτής η ενάγουσα μέχρι την 31-12-2000 εξακολουθούσε ουσιαστικά να είναι συμβεβλημένη και εργαζομένη για λογαριασμό της εναγομένης, η οποία παρέμεινε εργοδότριά της, καταβάλλοντας αδιαμαρτύρητα μέχρι τότε τις συμφωνηθείσες αποδοχές στην ενάγουσα, η οποία μισθοδοτουμένη κατά το συγκεκριμένο χρονικό διάστημα από την εναγομένη δεν κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας της τελευταίας από την καταβολή των δεδουλευμένων αποδοχών της.

Δέχθηκε, επίσης, το Εφετείο, ότι, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των αρ. 41 § 2 ν. 2637/1998, 51 ν. 1892/1990 και του ΠΔ 307/1996, η ΑΤΕ και οι θυγατρικές εταιρείες της ως προς τις προσλήψεις προσωπικού εξακολουθούν να υπάγονται στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο υπάγεται κατά συνέπεια και η εναγομένη, καθώς και ότι το 42983/1999 το έγγραφο του Υπουργείου Γεωργίας με θέμα την απόσπαση προσωπικού στον ΟΠΕΓΕΠ κοινοποιήθηκε στην εναγομένη, η οποία στη συνέχεια το γνωστοποίησε στους υπαλλήλους της, μεταξύ δε αυτών και στην ενάγουσα, ώστε να υποβάλουν αίτηση για απόσπαση.

Τέλος το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι από 1-1-2001 η ενάγουσα συνήψε σύμβαση εργασίας με τον ΟΠΕΓΕΠ, στον οποίο εξακολουθεί να εργάζεται και από τον οποίο έκτοτε μισθοδοτείται λαμβάνοντας από τον Μάϊο του 2002 επιμίσθιο 30% και άλλες πρόσθετες αμοιβές που δεν ελάμβανε από την εναγομένη, η παρατεταμένη δε αυτή εργασιακή σχέση μεταξύ της ενάγουσας και του ΟΠΕΓΕΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον και μετά την 1-1-2001 ως απόσπαση, ύστερα και από την ισχύ του ν. 1892/1990 και του ΠΔ 307/1996, εφόσον μάλιστα καταβάλλονται πρόσθετες αμοιβές, πέραν των αρχικώς συμφωνηθεισών μεταξύ των διαδίκων, με απόφαση του Δ.Σ.

του Οργανισμού και χωρίς τη συναίνεση της εναγομένης και κατά συνέπεια για το μετά την 1-1-2001 χρονικό διάστημα ευθύνεται ως εργοδότης ο ΟΠΕΓΕΠ και δεν νομιμοποιείται παθητικά η εναγομένη. Με βάση τις παραδοχές αυτές το δικαστήριο της ουσίας απέρριψε τους λόγους έφεσης της εναγομένης, με τους οποίους αυτή παρεπονείτο κατά της πρωτόδικης απόφασης, διότι δέχθηκε ότι αυτή ενομιμοποιείτο παθητικά για το χρονικό διάστημα από 27-9-1999 έως 31-12-000 κατά παραδοχή εν μέρει μόνο της ένστασης παθητικής νομιμοποίησης που προέβαλε ισχυριζόμενη ότι η ενάγουσα την 27-9-1999 αυθαίρετα, χωρίς τη συναίνεσή της και εν αγνοία της αποσπάσθηκε στην ΟΠΕΓΕΠ και ότι η απόσπαση αυτή μη νομίμως πραγματοποιήθηκε με την μη νομίμως εκδοθείσα 52571/1999 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας καθώς και διότι απερρίφθη ανταγωγή της κατά της ενάγουσας διώκουσα την αναγνώριση της υποχρέωσης της τελευταίας προς επιστροφή των καταβληθεισών αποδοχών για το ως άνω χρονικό διάστημα κατά τις διατάξεις περί αδικαιολογήτου πλουτισμού.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφήρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, με έλλειψη αιτιολογιών ή με αντιφατικές ή ανεπαρκείς αιτιολογίες, τις διατάξεις των αρ. 51 ν. 1892/1990, 41 § 2 ν. 2637/1998 και 14 § 1 ν. 2190/1994, αφού κατά τα γενόμενα ως άνω δεκτά με την προσβαλλομένη απόφαση, η εναγομένη υπήγετο στον ευρύτερο δημόσιο τομέα ως προς τα θέματα πρόσληψης προσωπικού, η απόσπαση της ενάγουσας στον ΟΠΕΓΕΠ έγινε νόμιμα με νόμιμα εκδοθείσα υπουργική απόφαση και η εναγομένη ήταν εργοδότριά της κατά το ως άνω χρονικό διάστημα.

Επομένως οι περί του αντιθέτου από το αρ. 559 αριθ. 1 και 19 ΚΠολΔ πρώτος και δεύτερος λόγοι αναίρεσης της με στοιχ. Β' αίτησης αναίρεσης της εταιρείας με την επωνυμία ΕΤΑΝΑΛ Α.Ε. πρέπει ν' απορριφθούν ως αβάσιμοι. Δεχθέν, όμως, περαιτέρω το Εφετείο ότι η ενάγουσα από 1-1-2001 και εξής συνήψε σύμβαση εργασίας με τον ΟΠΕΓΕΠ, από τον οποίο έκτοτε μισθοδοτείται λαμβάνουσα από τον Μάϊο του 2002 επιμίσθιο 30% και άλλες πρόσθετες αμοιβές που δεν ελάμβανε από την εναγομένη και ότι η παρατεταμένη αυτή εργασιακή σχέση μεταξύ της ενάγουσας και του ΟΠΕΓΕΠ δεν μπορεί να θεωρηθεί πλέον μετά την 1-1-2001 ως απόσπαση και ότι κατά συνέπεια μετά την 1-1-2001 ευθύνεται ως εργοδότης ο ΟΠΕΓΕΠ και δεν νομιμοποιείται παθητικά η εναγομένη, χωρίς ωστόσο να δεχθεί και ότι η διοικητική πράξη της απόσπασης της ενάγουσας στον ΟΠΕΓΕΠ (υπουργική απόφαση) έπαυσε καθοιονδήποτε τρόπο να ισχύει (με ανάκληση, κατάργηση ή ακύρωσή της), παραβίασε (με την μη εφαρμογή τους) τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των αρ. 103 § 7 του Συντάγματος και 14 ν. 2190/1994, από τις οποίες προκύπτει ότι δεν είναι δυνατόν να συσταθεί νόμιμα εργασιακή σχέση οποιασδήποτε μορφής στον ευρύτερο δημόσιο τομέα, στον οποίο ανήκει και ο ΟΠΕΓΕΠ, παρά μόνο με διαγωνισμό ή επιλογή, καθώς και την κανόνα ουσιαστικού δικαίου αποτελούσα γενική αρχή του δικαίου περί του τεκμηρίου νομιμότητας των διοικητικών πράξεων, ως προς την παραβίαση της οποίας από το πρωτοβάθμιο δικαστήριο το Εφετείο κατά την έρευνα αντιστοίχων νόμιμα προταθέντων από την ενάγουσα προσθέτων λόγων έφεσης δεν διέλαβεν επαρκείς και σαφείς αιτιολογίες, καθόσον ανέφερε μόνον ότι το πρωτοβάθμιοι δικαστήριο προέβη σε παρεμπίπτουσα εξέταση της νομιμότητας της προδιαληφθείσης υπουργικής απόφασης.

Επομένως πρέπει να γίνουν δεκτοί, οι πρώτος, από τον αριθ. 1 του άρ. 559 ΚΠολΔ, και δεύτερος, από τους αριθμούς 1 και 19 του ιδίου άρθρου, λόγοι της αναίρεσης της Χ (Α'), παρελκούσης της έρευνας του τρίτου λόγου αυτής, και ν' αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, καθόσον μέρος της κατ' επικύρωση της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δέχθηκεν ότι από 1-1-2001 η εναγομένη εταιρεία δεν νομιμοποιείται παθητικά ως προς τις αγωγικές αξιώσεις.

ΙΙΙ. Κατά την διάταξη του αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως εάν έχει, μεταξύ άλλων, αιτιολογίες ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την ως άνω διάταξη προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ' αυτήν λόγος αναίρεσης στην περίπτωση της ανεπαρκούς αιτιολογίας ιδρύεται, όταν τα εκτιθέμενα στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού πραγματικά περιστατικά δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, με βάση το πραγματικό του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκεν ή την άρνησή της.

Δεν υπάρχει, όμως, ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες, εφόσον το αποδεικτικό πόρισμα της απόφασης διατυπώνεται σαφώς, αφού μόνο το τι απεδείχθηκεν ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκεν ή δεν αποδείχθηκε.

Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφασή του δέχθηκε, μεταξύ άλλων, και ότι κατά την μεταξύ των διαδίκων σύμβαση εργασίας οι αποδοχές της ενάγουσας καθορίζονταν σύμφωνα με την ΣΣΕ των επιστημονικών συνεργατών του Κέντρου Προγραμματισμού και Οικονομικών Ερευνών (ΚΕΠΕ), ότι εδικαιούτο επομένως τα προβλεπόμενα από τις εκάστοτε ΣΣΕ των επιστημονικών συνεργατών του ΚΕΠΕ επιδόματα και ειδικότερα ότι εδικαιούτο να λάβει τα προβλεπόμενα επιδόματα βιβλιοθήκης και προώθησης ερευνητικών προγραμμάτων, διότι αποδείχθηκε ότι εκτελούσε ερευνητικό έργο στην εναγομένη και συμμετείχε σε σεμινάρια εκπροσώπων αυτής.

Με την κρίση του αυτή το Εφετείο διέλαβε συνοπτική μεν αλλά επαρκή αιτιολογία, διατυπώνοντας σαφές αποδεικτικό πόρισμα, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της θεμελίωσης αξίωσης της ενάγουσας για τα επιδόματα αυτά, τα οποία και αναγνώρισε ότι οφείλονται σ' αυτήν. Επομένως, ο τρίτος και τελευταίος λόγος της με στοιχ.

Β' αναίρεσης της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ από το αρ. 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ πρέπει ν' απορριφθεί ως αβάσιμος. Επομένως πρέπει (1) ν' απορριφθεί η από 21-5-2006 αίτηση της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ (με στοιχείο Β) (2) να γίνει δεκτή η αίτηση της Χ (με στοιχ. Α) (3) ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το προδιαληφθέν μέρος της και να παραπεμφεί η υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο δικαστήριο που δίκασε, συντιθέμενο, όμως, από άλλους δικαστές (αρ. 580 ΚΠολΔ) και (4) να καταδικασθεί η αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης, κατά το ειδικότερο στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει τις αιτήσεις από (Α) 3-9-2007 της Χ και (Β) 21-5-2008 της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ για αναίρεση της 1370/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών.

Απορρίπτει την αίτηση της εταιρείας ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ (με στοιχ. Β').

Δέχεται την αίτηση της Χ (με στοιχ. Α').

Αναιρεί την 1370/2006 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό μέρος της.

Παραπέμπει την υπόθεση προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές,

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη - αναιρεσείουσα ΕΤΑΝΑΛ ΑΕ στην δικαστική δαπάνη της αναιρεσείουσας - αναιρεσίβλητης Χ, την οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ