Supreme Court dismisses appeal as inadmissible due to vague legal errors and unreviewable fact findings.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court rejected the appellant's request to overturn the Second Instance Court's judgment on traffic liability. The appellant alleged specific legal errors regarding the interpretation of evidence and fact-finding, but the court found these grounds insufficient. The court ruled that the appeal was inadmissible because the cited legal errors were too vague and because the Second Instance Court's evaluation of facts was unreviewable.
Legislator headnote
AI generatedArticles 118(4), 561(1), 559(1), 559(8), 559(19), 559(20) of the Code of Civil Procedure: An appeal must specify the exact substantive law violated and the factual basis for the error; vague allegations or attacks on unreviewable fact-finding render the appeal inadmissible.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1872 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1872/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: .... ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κλεομένη Καραντζά.
Των αναιρεσιβλήτων: 1. .... η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σταθόπουλο και 2. ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ΦΟΙΝΙΞ - ΓΕΝΙΚΑΙ ΑΣΦΑΛΕΙΑΙ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ευλογέτα Τσιτσιπή - Μισαηλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28 Μαϊου 1998 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και την από 8 Οκτωβρίου 1998 αγωγή της ήδη 1ης αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1442/2000 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 6748/2001 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 30 Αυγούστου 2004 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ελένη Μαραμαθά, ανέγνωσε την από 19 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσίβλητης την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.Από τις διατάξεις των άρθρων 118 αριθμός 4, 566 παρ.1, και 577 παρ.3 ΚΠολΔ συνάγεται ότι στο έγγραφο της αιτήσεως αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας, το οποίο εξέδωσε την προβαλλομένη απόφαση, ώστε να είναι δυνατό να διαπιστωθεί αν και ποιο λόγο αναιρέσεως από τους περιοριστικώς αναφερομένους στο άρθρο 559 Κ.Πολ.Δ.
θεμελιώνει η προβαλλομένη αιτίαση. Ειδικότερα για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας παραβίαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να καθορίζεται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία ή εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου.
Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να εκτίθενται και οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του, ήτοι τα πραγματικά γεγονότα που αυτό δέχθηκε υπό τα οποία και συντελέσθηκε η προβαλλομένη παραβίαση των κανόνων του ουσιαστικού δικαίου, ώστε από το αναιρετήριο να προκύπτει η νομική πλημμέλεια δοθέντος ότι η αοριστία του λόγου της αναιρέσεως δεν μπορεί να συμπληρωθεί με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο.
Εξ άλλου για να είναι ορισμένος ο λόγος αναιρέσεως με τον οποίο αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας η νομική πλημμέλεια, ότι η απόφασή του στερείται νόμιμης βάσεως, διότι έχει ασαφείς ή αντιφατικές αιτιολογίες (άρθρο 559 αριθμός 19 Κ.Πολ.Δ.) πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο οι πλήρεις και όχι αποσπασματικές παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, να καθορίζεται σε τι συνίσταται η ασάφεια ή η αντίφαση και από ποια μέρη της αιτιολογίας προκύπτουν (Ολ.
Α.Π. 20/2005). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως και με το πρώτο μέρος αυτού από το άρθρο 559 αριθμός 1 Κ.Πολ.Δ. προβάλλεται ότι το Εφετείο εσφαλμένα εφάρμοσε το άρθρο 4 του Κ.Ο.Κ. ενώ έπρεπε να εφαρμόσει τα άρθρα 21 παρ. 1 και 23 παρ. 2 του Κ.Ο.Κ. προσδιορίζοντας ταυτόχρονα και το σημείο της συγκρούσεως.
Στο αναιρετήριο όμως δεν αναφέρονται οι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως ως και ποία η νομική πλημμέλεια αυτής. Επομένως ο λόγος αυτός είναι αόριστος και πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την εκτίμηση από το Δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών γεγονότων, η οποία, σύμφωνα με το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.
είναι αναιρετικώς ανέλεγκτη και δεν ιδρύουν την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμ. 8 Κ.Πολ.Δ. Ο ίδιος λόγος και κατά το δεύτερο μέρος του από το άρθρο 559 αριθμός 8 Κ.Πολ.Δ. είναι απαράδεκτος ως αόριστο μόνη δε η αναφορά της σχετικής διατάξεως δεν ιδρύει τον ως άνω λόγο. Απορριπτέος ως αόριστος είναι και ο δεύτερος λόγος της αιτήσεως από το άρθρο 559 αριθμ. 19 Κ.Πολ.Δ.
όπως εκτιμήθηκε κατά τον οποίο η προσβαλλομένη απόφαση περιέχει ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες για ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα όσον αφορά στο σημείο της συγκρούσεως και το σημείο προσκρούσεως του αυτοκινήτου της πρώτης εναγομένης και ήδη πρώτης αναιρεσίβλητης.
Τούτο γιατί στο αναιρετήριο διαλαμβάνονται μόνο αποσπασματικές και όχι πλήρεις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, ενώ οι λοιπές αιτιάσεις που προβάλλονται με τον ίδιο λόγο πλήττουν απαραδέκτως την ουσία της υποθέσεως που είναι ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο (άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.).
ΙΙ.- Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 559 αριθμός 20 και 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι ο θεσπιζόμενος με την πρώτη διάταξη λόγος αναιρέσεως για παραμόρφωση του περιεχομένου εγγράφου ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας υποπίπτει σε διαγνωστικό λάθος περί την ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου (Ολ.
Α.Π. 1/1999), όταν δηλαδή αποδίδει σε αποδεικτικό έγγραφο κατά την έννοια των άρθρων 339 και 432 επ. Κ.Πολ.Δ. περιεχόμενο διαφορετικό από εκείνο που πράγματι έχει, και ακολούθως καταλήγει, στηριζόμενο σε τούτο και μόνο και σε περίπτωση συνεκτιμήσεως του με άλλα αποδεικτικά μέσα κυρίως σε αυτό, σε επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα αποδεικτικό πόρισμα ως προς πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αριθμός 20 Κ.Πολ.Δ. για παραμόρφωση του Δελτίου Συμβάντων της Αμέσου Δράσεως Αττικής ως προς το αναγραφόμενο στο έγγραφο αυτό σημείο της επιδίκου συγκρούσεως, την κίνηση του αυτοκινήτου της πρώτης αναιρεσιβλήτου και το σημείο προσκρούσεως του αυτοκινήτου της τελευταίας.
Ο λόγος αυτός της αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος αφού το Εφετείο προκειμένου να σχηματίσει δικανική πεποίθηση περί της κινήσεως των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, του σημείου συγκρούσεως, ως και των τμημάτων των αυτοκινήτων που συγκρούσθηκαν συνεκτίμησε το ως άνω έγγραφο μαζί με όλα τα λοιπά αποδεικτικά στοιχεία και δεν στηρίχθηκε κυρίως σ' αυτό.
Κατ΄ακολουθίαν των ανωτέρω πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων, ο οποίος ηττάται στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 30-08-2004 αίτηση του ... για αναίρεση της 6748/2001 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη καθενός των αναιρεσιβλήτων, το ποσό της οποίας ορίζει, σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006.
Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ