Legislator Case Law & Legislation
1871/2024 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for inadmissibility due to failure to raise age argument at lower courts.

Case Number 1871/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the First Instance Court's order for personal detention. The appellants argued the respondent had reached the mandatory age limit for detention, but failed to raise this defense in the lower courts. The court ruled that since the age argument was not properly presented during the proceedings, it is inadmissible at the appellate stage.

Legislator headnote

AI generated

Articles 562, 564 of the Code of Civil Procedure; An appeal argument not raised in the lower courts regarding substantive law is inadmissible unless it falls under specific exceptions.

Keywords

AI generated
inadmissibility of appeal failure to raise defense personal detention age limit procedural default Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 of the Code of Civil Procedure
Article 577 of the Code of Civil Procedure
Article 562 of the Code of Civil Procedure
Article 495 of the Code of Civil Procedure
Article 176 of the Code of Civil Procedure
Article 183 of the Code of Civil Procedure
Article 191 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1871 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1871/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

A2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. 46/2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο - Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή - Νινέ και Διονυσία Νίκα-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θεοδώρας Παπαδημητρίου, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Θ.Κ. του Γ., κατοίκου ... και 2) εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα. Ο πρώτος αναιρεσείων παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Λαμπράκη, ενώ η δεύτερη αναιρεσείουσα παραστάθηκε με τον νόμιμο εκπρόσωπό της Θεόδωρο Κελεσίδη, ο οποίος διόρισε πληρεξούσιο δικηγόρο τον ίδιο ως άνω δικηγόρο Κωνσταντίνο Λαμπράκη.

Του αναιρεσιβλήτου: Η. Χ. του Α., κατοίκου .... Παραστάθηκε με την πληρεξούσια δικηγόρο του Βασιλική Τσιμπιδάκη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 21-6-2019 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 76/2021 του ίδιου Δικαστηρίου και 635/2022 του Μονομελούς Εφετείου .... Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 14-11-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, η πληρεξούσια του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την υπό κρίση από 14/11/2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η εκδοθείσα αντιμωλία των διαδίκων υπ' αριθ.635/2022 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς, το οποίο δέχθηκε τυπικά και κατ'ουσίαν την από 23/6/2021 έφεση του ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου, κατά της υπ'αριθμ.76/2021 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς, που είχε απορρίψει ως ουσία αβάσιμη την από 21/6/2019 αγωγή του κατά των εναγομένων και ήδη αναιρεσειόντων και αφού εξαφάνισε την ως άνω εκκαλουμένη απόφαση στη συνέχεια, κρατώντας και δικάζοντας την υπόθεση κατ' ουσία, δέχθηκε εν μέρει η αγωγή ως ουσία βάσιμη.

Η ένδικη αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στις 14/11/2022 στη Γραμματεία του Εφετείου Πειραιώς, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της δετούς καταχρηστικής προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.3 ΚΠολΔ, καθόσον δεν προκύπτει επίδοση της εκδοθείσας μετά την 1/1/2016 προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 10/2018)και από την επομένη της δημοσίευσης αυτής, στις 27/10/2002, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των δύο ετών, μέχρι την άσκηση της αίτησης αναίρεσης, δεν είχε παρέλθει διετία.

Είναι επομένως παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της(άρθρ. 577 παρ.1, 3 ΚΠολΔ). Από τη διάταξη του άρθρου 914 Α.Κ., που ορίζει ότι όποιος ζημιώσει άλλον παράνομα και υπαίτια έχει υποχρέωση να τον αποζημιώσει, συνδυαζόμενη με εκείνες των άρθρων 297, 298 και 330 του ίδιου Κώδικα, προκύπτει ότι προϋποθέσεις της υποχρέωσης προς αποζημίωση είναι: 1) ζημιογόνος συμπεριφορά (πράξη ή παράλειψη), 2) παράνομος χαρακτήρας της πράξης ή παράλειψης, 3) υπαιτιότητα, 4) ζημία και 5) πρόσφορος αιτιώδης σύνδεσμος, μεταξύ ζημιογόνου συμπεριφοράς (νόμιμου λόγου ευθύνης) και αποτελέσματος (ζημίας).

Το παράνομο της συμπεριφοράς συνδέεται με αντίθεση προς διάταξη που απαγορεύει τη συγκεκριμένη πράξη, είναι δε αδιάφορο σε ποιο τμήμα του δικαίου βρίσκεται η διάταξη, που απαγορεύει την ένδικη συμπεριφορά (Α. Π. 167/2024, Α. Π. 1667/2022). Από την ίδια διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ., σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 147-149 ΑΚ.

και 386 ΠΚ προκύπτει ότι, γενεσιουργό λόγο υποχρέωσης σε αποζημίωση αποτελεί και η απατηλή συμπεριφορά σε βάρος του ζημιωθέντος, η οποία υπάρχει όταν κάποιος από δόλο, προκαλεί, ενισχύει ή διατηρεί με κάθε μέσο ή τέχνασμα σε άλλον, τη σφαλερή αντίληψη πραγματικών γεγονότων, ένεκα της οποίας αυτός προβαίνει σε δήλωση βούλησης ή επιχείρηση πράξης, από την οποία υφίσταται ζημία, εφόσον το χρησιμοποιηθέν απατηλό μέσο υπήρξε αποφασιστικό για τη γενομένη δήλωση βούλησης ή την επιχειρηθείσα πράξη, ενώ δεν αποκλείεται η τυχόν χρησιμοποιηθείσα για την απάτη ψευδής παράσταση να αναφέρεται σε μελλοντικό γεγονός ή να συνδέεται με απόκρυψη κρίσιμων γεγονότων, την ύπαρξη των οποίων αγνοούσε ο ζημιωθείς και γνώριζε αυτός που τον εξαπάτησε (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 895/2011).

Κατά την έννοια της ως άνω διάταξης του άρθρου 386 ΠΚ, ερμηνευομένης ενόψει και του άρθρου 27 του Ποινικού Κώδικα, δόλος συντρέχει όχι μόνον όταν ο δράστης επιδιώκει την πρόκληση της ζημίας αυτής, αλλά και όταν την γνωρίζει ως ενδεχόμενη και αποδέχεται τη δυνατότητα πρόκλησης της ίδιας ζημίας είτε ως αναγκαία είτε ως ενδεχόμενη συνέπεια της παράνομης συμπεριφοράς του.

Κατά την έννοια του άρθρου 147 ΑΚ, απάτη αποτελεί κάθε συμπεριφορά από πρόθεση που τείνει να παράγει, ενισχύσει ή διατηρήσει πεπλανημένη αντίληψη ή εντύπωση με σκοπό να οδηγηθεί κάποιος σε δήλωση βούλησης, συνίσταται δε η απατηλή συμπεριφορά είτε σε παράσταση ανύπαρκτων γεγονότων ως υπαρκτών, κατά παράβαση του καθήκοντος αλήθειας, είτε στην απόκρυψη ή αποσιώπηση η ατελή ανακοίνωση υπαρκτών γεγονότων, των οποίων η αποκάλυψη σ' αυτόν που τα αγνοούσε επιβαλλόταν από το καθήκον διαφώτισής του με βάση την καλή πίστη ή την υπάρχουσα ιδιαίτερη σχέση μεταξύ αυτού και εκείνου προς τον οποίο απηύθυνε τη δήλωσή του (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 282/2010).

Σε κάθε περίπτωση δεν ενδιαφέρει το είδος της πλάνης που δημιουργήθηκε από την απάτη, δηλαδή αν αυτή είναι ή δεν είναι συγγνωστή, ουσιώδης ή επουσιώδης, καθώς και αν αναφέρεται αποκλειστικά στα παραγωγικά αίτια της βούλησης, αρκεί η πλάνη να υφίσταται κατά το χρόνο που δηλώνεται η βούληση (ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1269/2017, ΑΠ 373/2008).

Επίσης, από τη διάταξη του άρθρου 298 εδ. β' Α.Κ. προκύπτει ότι η απαραίτητη για τη θεμελίωση της αξίωσης αποζημίωσης αιτιώδης συνάφεια μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της προκληθείσας ζημίας υπάρχει όταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, η φερόμενη ως ζημιογόνος πράξη ή παράλειψη κατά τη συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων ή τις ειδικές περιστάσεις της συγκεκριμένης περίπτωσης ήταν επαρκής, ήτοι ικανή και πρόσφορη αντικειμενικά να επιφέρει το επιζήμιο αποτέλεσμα και επέφερε αυτό στη συγκεκριμένη περίπτωση (Α.

Π. 1347/2022, Α. Π. 895/2019, Α. Π. 810/2017). Το ζήτημα τούτο κρίνεται εκ των προτέρων και ποτέ εκ των υστέρων. Δεν εξετάζονται οι ατομικές δυνατότητες και γνώσεις του συγκεκριμένου βλάψαντος, αλλά η δυνατότητα πρόγνωσης του μέσου συνετού ανθρώπου (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 2061/2022). Εφόσον η έννοια της της αιτιώδους συνάφειας είναι αόριστη νομική έννοια, η από το δικαστήριο της ουσίας κρίση περί της συνδρομής ή μη αυτής, με την έννοια που προαναφέρθηκε, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, ο οποίος κρίνει, αν, τα κυριαρχικώς διαπιστωθέντα από το δικαστήριο της ουσίας πραγματικά περιστατικά, επιτρέπουν το συμπέρασμα ότι ορισμένο γεγονός μπορεί αντικειμενικά, σε συνδυασμό και με τα διδάγματα της κοινής πείρας, να θεωρηθεί ως πρόσφορη αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος που επήλθε (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 604/2015, ΑΠ 641/2011).

Αντιθέτως, η κρίση του Δικαστηρίου της ουσίας περί του ότι, στη συγκεκριμένη (ένδικη) περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε ή δεν αποτέλεσε την αιτία του επιζήμιου αποτελέσματος, περί του ότι δηλαδή το ζημιογόνο γεγονός σε σχέση με τη ζημία βρίσκεται ή δεν βρίσκεται σε σχέση αιτίου και αποτελέσματος, ως αναγόμενη σε εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 775/2022, ΑΠ 517/2020, ΑΠ 1046/2019, ΑΠ 1617/2017, ΑΠ 706/2016).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 70 ΑΚ, δικαιοπραξίες, που επιχείρησε μέσα στο όρια της εξουσίας του το όργανο που διοικεί το νομικό πρόσωπο υποχρεώνουν το νομικό πρόσωπο. Με τη διάταξη αυτή καθιερώνεται, ως βασική αρχή και κανόνας του δικαίου των νομικών προσώπων, η περιουσιακή αυτοτέλεια του νομικού προσώπου έναντι των μελών του και αντιστρόφως (ΟλΑΠ 2/2013, απ 167/2024, ΑΠ 1647/2012).

Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 71 AK: "Το νομικό πρόσωπο ευθύνεται για τις πράξεις ή τις παραλείψεις των οργάνων που το αντιπροσωπεύουν, εφόσον η πράξη ή η παράλειψη έγινε κατά την εκτέλεση των καθηκόντων που τους είχαν ανατεθεί και δημιουργεί υποχρέωση αποζημίωσης. Το υπαίτιο πρόσωπο ευθύνεται επιπλέον εις ολόκληρον".

Από την ανωτέρω διάταξη, σε συνδυασμό και με τις διατάξεις των άρθρων 65 παρ.1 και 67 του ΑΚ, σύμφωνα με τις οποίες, αντίστοιχα, "το νομικό πρόσωπο διοικείται από ένα ή περισσότερα πρόσωπα" και "όποιος έχει τη διοίκηση νομικού προσώπου, φροντίζει τις υποθέσεις του και το αντιπροσωπεύει δικαστικά και εξώδικα......", συνάγονται και τα ακόλουθα:

α) Οι νόμιμες υποχρεώσεις γενικώς των νομικών προσώπων για πράξη ή παράλειψη ουσιαστικώς αφορούν τα διοικούντα και εκπροσωπούντα τα πρόσωπα αυτά όργανα, ήτοι τα φυσικά πρόσωπα δια των οποίων διεξάγονται οι υποθέσεις τους και ενσαρκώνεται η βούληση τους. β) Εφόσον τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα, παραβιάσουν υπαιτίως με πράξη ή παράλειψη κανόνα που επιβάλλει επιταγή ή απαγόρευση στο νομικό πρόσωπο, τότε ευθύνονται και αυτά προσωπικά από αδικοπραξία.

Εξομοιώνεται δηλαδή η υπαίτια παράβαση από τα όργανα αυτά νόμιμης υποχρέωσης του νομικού προσώπου με υπαίτια παράβαση ίδιας νόμιμης υποχρέωσης. Κατά συνέπεια, τα διοικούντα και εκπροσωπούντα το νομικό πρόσωπο όργανα φέρουν προσωπική αδικοπρακτική ευθύνη για τις υπαίτιες παραβάσεις νομίμων υποχρεώσεων τόσο των ιδίων, όσο και των νομικών προσώπων, δεδομένου δε ότι η υπαιτιότητα, η οποία ορίζεται ως "η επιλήψιμη ψυχική κατάσταση ενός προσώπου απέναντι στην παράνομη εξωτερική συμπεριφορά του" προσήκει μόνο σε φυσικά πρόσωπα, το νομικό πρόσωπο δεν αδικοπρακτεί, αλλά ευθύνεται για την αδικοπραξία των οργάνων του, κατ' άρθρο 71 ΑΚ. (ΑΠ 167/2024, ΑΠ 141/2023, ΑΠ Κ127/2023, ΑΠ 835/2022, ΑΠ 1181/2021, ΑΠ 263/2021).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, έλλειψη νομίμου βάσεως τη αποφάσεως συντρέχει, όταν στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου (έλλειψη αιτιολογίας), ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, και πληρότητα ("ανεπαρκής αιτιολογία") και χωρίς αντιφάσεις ("αντιφατική αιτιολογία) τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, έτσι ώστε να μην μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006 ΑΠ 15/2006, ολΑΠ 1/1999, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ ΑΠ 55/2023, ΑΠ 50/2022, ΑΠ 51/2022, ΑΠ 53/2022, ΑΠ 1139/2022, ΑΠ 88/2022).

Αντιφατικές αιτιολογίες ειδικότερα έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό της πόρισμα για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες. Δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας όταν οι ελλείψεις ανάγονται μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/2008, ΟλΑΠ 15/2006). Ούτε επίσης υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η έλλειψη ή η ανεπάρκεια αφορά τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 1186/2021,ΑΠ 68/2021, ΑΠ 302/2020) καθόσον τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή, στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ, μομφή για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα (ΑΠ 80/2022), ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1190/2022, ΑΠ 40/2020, ΑΠ 1075/2019).

Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, κατά το ενδιαφέρον τον αναιρετικό έλεγχο μέρος, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά " Περί τα τέλη Ιουνίου του έτους 2017 ο πρώτος εναγόμενος(ήδη πρώτος αναιρεσείων) Θ. Κ., κύριος μέτοχος, νόμιμος εκπρόσωπος και ουσιαστικός ιδιοκτήτης της δεύτερης εναγόμενης(ήδη δεύτερης αναιρεσείουσας) ναυτικής εταιρίας "..." (“..."), πλοιοκτήτριας του υπό ελληνική σημαία ...

πλοίου "..." (...), Ν.Π. 11735, ΔΔΣ ..., λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η εταιρία αυτή, προσέγγισε διάφορους πλοιοκτήτες που δραστηριοποιούνταν στο χώρο της ακτοπλοΐας στον ... και τους πρότεινε τη ναύλωση έως την 31-9-2017 του πλοίου αυτού, που παρέμενε παροπλισμένο/μη δρομολογημένο σε ακτοπλοϊκή γραμμή, και μετέπειτα (εφόσον αυτοί ενδιαφέρονταν) και την πώλησή του, ώστε να εξεύρει χρήματα για να πληρωθούν άμεσα υφιστάμενες υποχρεώσεις της δεύτερης εναγόμενης.

Μεταξύ των πλοιοκτητών στους οποίους απηύθυνε την άνω πρόταση ήταν και ο Θ.Κ., με τον οποίο διατηρούσε πολυετή επαγγελματική και φιλική σχέση. Ο τελευταίος συζήτησε την πρόταση με τον φίλο του Α. Χ. και τον γιο του Η. Χ.-ενάγοντα (ήδη αναιρεσίβλητο), οι οποίοι ασχολούνται με την εμπορία ναυτιλιακών καυσίμων και λιπαντικών και είχαν επαγγελματική συνεργασία μαζί του.

Αυτοί, αφού συμβουλεύτηκαν τον φίλο τους πλοιοκτήτη Ι. Τ., που είχε μακρά επιχειρηματική δραστηριότητα στο χώρο της ακτοπλοΐας με το συγκεκριμένο τύπο πλοίου και τους ενθάρρυνε να προχωρήσουν στη ναύλωση και μετέπειτα και στην αγορά του, τις οποίες θεωρούσε καλές επενδύσεις, ενδιαφέρθηκαν για να το ναυλώσει άμεσα ο ενάγων, ώστε να μη χαθεί η καλοκαιρινή σαιζόν και μετέπειτα να του δοθεί και η δυνατότητα να το αγοράσει (αυτός ή η εταιρία που θα υποδείκνυε) από κοινού με το Θ.

Κ., εφόσον το επιθυμούσαν. Έτσι, αφού ο τελευταίος ενημέρωσε για το ενδιαφέρον τους τον πρώτο εναγόμενο και έγιναν ορισμένες προκαταρτικές επαφές μεταξύ τους, συναντήθηκαν την 5-7-2017 στο γραφείο του Θ. Κ. ο πρώτος εναγόμενος με τον ενάγοντα και τον πατέρα του και συμφώνησαν προφορικά να ναυλωθεί το άνω πλοίο στον ενάγοντα από 10-7-2017 και μέχρι την 31-9-2017 και να δρομολογηθεί στη γραμμή ..., μετά δε τη λήξη της ναύλωσης να συζητηθεί δυνατότητα να αγοραστεί αυτό, ελεύθερο βαρών, από τον ενάγοντα και το Θ.

Κ., αντί τιμήματος 1.198.000,00 ευρώ, με τμηματικές καταβολές. από τον Ιούνιο 2018. έως και το Σεπτέμβριο του 2018. Η υπογραφή του σχετικού ιδιωτικού συμφωνητικού συμφωνήθηκε να γίνει το πρωί της επόμενης ημέρας σε δικηγορικό γραφείο του ... που υπέδειξε ο πρώτος εναγόμενος, ο οποίος διαβεβαίωσε τον ενάγοντα ότι την επομένη το συμφωνητικό θα ήταν έτοιμο προς υπογραφή με βάση όσα ανωτέρω είχαν προφορικά συμφωνηθεί.

Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι κατά το τέλος εκείνης της συνάντησης ο πρώτος εναγόμενος, υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης εναγόμενης, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους στην τελευταία, παρέστηκε εν γνώσει του στον ενάγοντα, ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και του απέκρυψε κρίσιμα γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε και ο ενάγων αγνοούσε, με αποτέλεσμα, από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και αποσιωπήσεις κρίσιμων αληθών γεγονότων, ως παράγωγη αιτία, να πλανηθεί ο ενάγων και να προβεί σε περιουσιακή διάθεση, στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαινε, καταβάλλοντάς του κατά την άνω συνάντησή τους το συνολικό χρηματικό ποσό των 33.500,00 ευρώ δι' επιταγών, τις οποίες εισέπραξε αυθημερόν ο πρώτος εναγόμενος και διέθεσε άμεσα το ποσό αυτών για τις ανάγκες της δεύτερης εναγόμενης, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της περιουσίας της τελευταίας και βλάβη της περιουσίας του ενάγοντος, κατά τα κατωτέρω εκτιθέμενα.

Ειδικότερα, ο πρώτος εναγόμενος, ενεργώντας υπό την άνω ιδιότητά του, έχοντας δολίως επιτύχει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του ενάγοντος εξαιτίας των άνω διαβεβαιώσεών του περί συμφωνηθείσας ναύλωσης σ' αυτόν και μετέπειτα συζήτησης της δυνατότητας πώλησής του, ελευθέρου βαρών, σ' αυτόν (ενάγοντα) και στον κοινό τους φίλο Θ.Κ.

κατά τα προαναφερθέντα, δήλωσε στον ενάγοντα ότι αντιμετώπιζε έκτακτη και άμεση ανάγκη πληρωμής 33.500,00 ευρώ και του ζήτησε ως εξυπηρέτηση, μετά και το "κλείσιμο" της άνω προφορικής συμφωνίας τους για το άνω πλοίο, να του καταβάλει άμεσα δι' επιταγών το παραπάνω χρηματικό ποσό, υποσχόμενος ότι, σε κάθε περίπτωση, 0α το αφαιρούσε στη συνέχεια από το τίμημα της πώλησης.

Για να τον πείσει μάλιστα να του καταβάλει το άνω ποσό.πριν υπογραφεί το άνω συμφωνητικό για όσα άνω είχαν μεταξύ τους προφορικά συμφωνηθεί-το οποίο στην πραγματικότητα δεν είχε πρόθεση να υπογράψει, αλλά είχε εκ των προτέρων ειλημμένη την απόφαση να μην του ναυλώσει και να μην πουλήσει το άνω πλοίο σ' αυτόν (ενάγοντα) και στο Θ.Κ., αλλά να του αποσπάσει απατηλά το άνω ποσό, για να το αναλώσει για τις ανάγκες της δεύτερης εναγόμενης τον διαβεβαίωσε ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί για τη μια ημέρα που θα καθυστερούσε η υπογραφή του συμφωνητικού, αφού θα του παρέδιδε άμεσα, υπογεγραμμένες απ' αυτόν, τις αποδείξεις είσπραξης των επιταγών που θα παραλάμβανε, και για τη σχετική οφειλή του θα ήταν υπέγγυο το πλοίο της δεύτερης εναγόμενης, την οποία εμφάνισε ως φερέγγυα.

Ακόμη, του απέκρυψε δόλια, παραβιάζοντας και την υποχρέωση του κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για διαφώτιση και προστασία του αντισυμβαλλομένου του, ότι η δεύτερη εναγόμενη είχε μεγάλες και μη εμφανείς στη μερίδα του πλοίου στα νηολόγια οφειλές προς τρίτους (170.000,00 ευρώ στους Α.Σ. του Κ. και Χ. σύζυγο Α.Σ., 100.000,00 ευρώ στη Δ.Ο.Υ.

Πλοίων και στο Ν.Α. Τ, 20.000,00 ευρώ στο ναυπηγείο "..."), εκ των οποίων η πρώτη, η οποία εκκρεμούσε από το έτος 2013, προέρχονταν από τραπεζικές επιταγές, η μια εκ των οποίων, ποσού 20.000,00 ευρώ, έληγε την 30-6-2017 και εάν δεν πληρωνόταν εντός τριών ημερών, κινδύνευε να σφραγιστεί (βλ. σχετ. το από 3-5-2017 ιδιωτικό συμφωνητικό αναγνώρισης οφειλόμενου υπολοίπου-ρύθμισης αποπληρωμής μεταξύ των ήδη εναγομένων και των Α.Σ.

και Χ. συζ. Α.Σ., που προσκομίζεται με επίκληση από τον ενάγοντα). Εξαιτίας των ψευδών αυτών παραστάσεων και της απόκρυψης των άνω κρίσιμων γεγονότων, που έλαβαν χώρα εντός του άνω πλαισίου εμπιστοσύνης που είχε καλλιεργηθεί στις σχέσεις του με τον ενάγοντα και προκάλεσαν στον τελευταίο σφαλερή αντίληψη της πραγματικότητας, ο ενάγων εξαπατήθηκε και χωρίς προηγούμενη εξασφάλιση και έλεγχο του εάν αλήθευαν όσα άνω του δήλωσε ο πρώτος εναγόμενος για τις προθέσεις του σχετικά με τη ναύλωση και μετέπειτα την πώληση του πλοίου, καθώς και με τη φερεγγυότητα της δεύτερης εναγόμενης, παρέδωσε στον πρώτο εναγόμενο κατά το τέλος της άνω συνάντησής τους, το συνολικό ποσό των 33.500,00 ευρώ, διά της εν λευκώ οπισθογράφησης και εγχείρησης προς αυτόν των υπό στοιχεία ΓΔ568…., ΓΔ 568… και ΓΔ 568… επιταγών της Εθνικής Τράπεζας της Ελλάδος (Κατάστημα 102-...), ποσών 20.000,00, 10.000,00 και 3.500,00 ευρώ αντίστοιχα, έκδοσης και σε διαταγή του ιδίου (του ενάγοντος), με ημερομηνία έκδοσης 5-7-2017.

Για να κάμψει δε κάθε δισταγμό του να του καταβάλει το άνω χρηματικό ποσό χωρίς να έχει λάβει ουσιαστική εξασφάλιση, ο πρώτος εναγόμενος είχε θέσει προηγουμένως σε φωτοαντίγραφο των άνω επιταγών την ιδιόχειρη σημείωση πως τις παραλαμβάνει "έναντι ενοικιάσεως του πλοίου και μελλοντικής αγοράς του", μετά και από σχετικό αίτημα του πατέρα του ενάγοντος.

Οι άνω απατηλές παραστάσεις και αθέμιτες αποκρύψεις κρίσιμων αληθών γεγονότων, στις οποίες προέβη ο πρώτος εναγόμενος, υπό την άνω ιδιότητά του, με τρόπο που δημιουργούσε την εντύπωση της μελλοντικής εκπλήρωσης των άνω υποσχέσεών του, με βάση την ψευδή κατάσταση πραγμάτων που εμφάνιζε για το παρόν υπήρξαν καθοριστικές και αποφασιστικές στη διαμόρφωση της βούλησης του ενάγοντος για τη διάθεση του άνω χρηματικού ποσού των 33.500,00 ευρώ και συνδέονται αιτιωδώς με την επελθούσα ζημία του, η οποία συνίσταται στην καταβολή του άνω ποσού δια των άνω επιταγών, τις οποίες εισέπραξε ο πρώτος εναγόμενος την ίδια ημέρα που του παραδόθηκαν, αλλά μετέπειτα δεν τήρησε τα άνω συμφωνηθέντα και παρά ταύτα, αρνείται να επιστρέψει το άνω συνολικό ποσό των επιταγών, κατά τα αναλυτικώς εκτιθέμενα στη συνέχεια, του παράνομου χαρακτήρα της συμπεριφοράς του ειδικότερα συνισταμένου στη τέλεση από μέρους του, υπό την άνω ιδιότητά του, της αξιόποινης πράξης της απάτης του άρθρου 386 Π.Κ.

Ειδικότερα, αναφορικά με τη μη τήρηση από τον πρώτο εναγόμενο των άνω συμφωνηθέντων με τον ενάγοντα την 5-7-2017, αποδείχθηκε ότι το πρωί της επόμενης ημέρας, κατά τη συνάντησή του με τον ενάγοντα, τον πατέρα του και το Θ. Κ. στο δικηγορικό γραφείο του ... που τους είχε υποδείξει, ο πρώτος εναγόμενος δεν εμφάνισε κανένα συμφωνητικό ναύλωσης η πώλησης, έστω σε σχέδιο.

Όταν δε ο ενάγων του ζήτησε το σχέδιο του συμφωνητικού για τη συμφωνία που είχαν "κλείσει" προφορικά την προηγουμένη για να το επιδείξει στο δικηγόρο του για την περίπτωση που χρειαζόταν να τεθούν κάποιες παρατηρήσεις, ο πρώτος εναγόμενος του απάντησε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος και ότι ήθελε κι άλλο χρόνο να το σκεφτεί, ενόψει έκτακτων οικονομικών εκκρεμοτήτων της δεύτερης εναγόμενης εταιρίας τις οποίες έπρεπε να διευθετήσει άμεσα και τις οποίες δεν προσδιόρισε.

Ακόμα, του ανέφερε ότι είχε ήδη εισπράξει και διαθέσει για τις ανάγκες της δεύτερης εναγόμενης τα 33.500,00 ευρώ που είχε λάβει απ' αυτόν και ότι θα του τα επέστρεφε σε δέκα ημέρες, φανερώνοντας με αυτόν τον τρόπο ότι είχε σοβαρή πρόθεση να τηρήσει τα προφορικώς συμφωνηθέντα για τη ναύλωση του πλοίου στον ενάγοντα και για εξέταση μετέπειτα της δυνατότητας πώλησης του πλοίου σ' αυτόν και στο Θ.Κ..

Το απόγευμα της ίδιας ημέρας ο τελευταίος επικοινώνησε τηλεφωνικά με τον πρώτο εναγόμενο και παραπονέθηκε για την υπαίτια υπαναχώρησή του από τη συμφωνηθείσα ναύλωση του πλοίου στον ενάγοντα και για την απόσπαση απ' αυτόν του ποσού των 33.500,00 ευρώ, διότι οι ενέργειές του αυτές είχαν εκθέσει και τον ίδιο απέναντι στον ενάγοντα και στον πατέρα του.

Παράλληλα, του απέστειλε στην ηλεκτρονική διεύθυνση της δεύτερης εναγόμενης, σχέδιο συμφωνητικού πώλησης του πλοίου που είχε συντάξει ο δικηγόρος του και του ζήτησε να το δει και να του δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τις οφειλές της δεύτερης εναγόμενης. Το σχέδιο αυτό προέβλεπε, μεταξύ άλλων α) τίμημα 1.330.000,00 ευρώ, καταβλητέο κατά ποσά 50.000,00 ευρώ με την υπογραφή του συμφωνητικού, 80.000,00 ευρώ εντός 30 ημερών από την υπογραφή του, 400.000,00 ευρώ την 31-7-2018, 400.000,00 ευρώ την 31-8-2018 και 400.000,00 ευρώ την 31-9-2018, β) ότι η διαχείριση του πλοίου θα παρέμενε στην πλοιοκτήτρια δεύτερη εναγόμενη και θα διενεργείτο μέσω του πρώτου εναγόμενου, γ) ότι οι αγοραστές θα είχαν τη δυνατότητα να ενημερώνονται όποτε επιθυμούν για όλα τα θέματα που αφορούσαν τη διαχείριση, εκμετάλλευση, κατάσταση και λειτουργία του πλοίου και δ) ότι οι αγοραστές θα είχαν δικαίωμα επί του 70% των καθαρών κερδών από την εκμετάλλευση του πλοίου μέχρι την πλήρη αποπληρωμή των δόσεων του τιμήματος, καθώς και δικαίωμα υπαναχώρησης αζημίως από τη σύμβαση μέχρι την 31-10-2017.

Την επομένη (7-7-2017) ο πρώτος εναγόμενος του έστειλε από την ηλεκτρονική διεύθυνση της δεύτερης εναγόμενης νέο σχέδιο συμφωνητικού πώλησης του πλοίου σ' αυτόν και στον ενάγοντα που είχε συντάξει ο δικηγόρος τους, το οποίο προέβλεπε ως τίμημα το ποσό των 1.220.000,00 ευρώ (ήτοι αυτό περίπου.. που είχε συμφωνηθεί στις 5-7-2017), καταβλητέο κατά ποσά 400.000,00 ευρώ την 31-7-2018, 400.000,00 ευρώ την 31-8-2018 και 420.000,00 ευρώ την 30-9-2018, πλην όμως στο νέο αυτό σχέδιο α) διαγράφονταν ο όρος ότι οι αγοραστές δικαιούταν μέχρι τις 31-10-2017 να υπαναχωρήσουν αζήμια από τη σύμβαση, β) προστίθετο όρος ότι, σε περίπτωση που οι αγοραστές δήλωναν μέχρι τις 31-10-2017 πως ήθελαν να αγοράσουν το πλοίο και περιέρχονταν μετέπειτα σε αδυναμία πληρωμής, οι πλοιοκτήτες δεν θα όφειλαν να επιστρέψουν τα έξοδα που κατέβαλαν οι υποψήφιοι αγοραστές για τα λειτουργικά και τρέχοντα έξοδα και οι υποψήφιοι αγοραστές δεν θα δύναται να διεκδικήσουν μέρος των εξόδων σε μετοχές ή μερίσματα από τα κέρδη και γ) αποκαλύπτονταν για πρώτη φορά η ύπαρξη οφειλών της δεύτερης εναγόμενης 150.000,00 ευρώ σε τρίτο πρόσωπο, 100.000,00 ευρώ στη Δ.Ο.Υ.

Πλοίων και στο Ν.Α. Τ. και 20.000,00 ευρώ στο ναυπηγείο "...", χωρίς περαιτέρω διευκρινίσεις. Μετά τις διαφοροποιήσεις αυτές του πρώτου εναγόμενου από τα συμφωνηθέντα την 5-7-2017 και την αποκάλυψη το πρώτον από μέρους του των άνω μεγάλων χρεών της δεύτερης εναγόμενης, δεν ακολούθησε πλέον ενδιαφέρον του ενάγοντος για πραγματοποίηση της ναύλωσης ή για αγορά του πλοίου από κοινού με το Θ.

Κ. και απέμεινε ως μόνη εκκρεμότητα με τους εναγόμενους η επιστροφή του άνω ποσού των 33.500,00 ευρώ. Ενόψει δε του ότι η δεύτερη εναγόμενη βρισκόταν σε οικονομική αδυναμία να επιστρέψει το ποσό αυτό, ο νόμιμος εκπρόσωπος της πρώτος εναγόμενος υποσχόταν παρελκυστικά στον ενάγοντα μέχρι τα τέλη Σεπτεμβρίου 2017 ότι θα του παραχωρήσει εμπράγματη ασφάλεια επί του πλοίου ώστε να μην κινηθεί δικαστικά εναντίον τους, την οποία (ασφάλεια) τελικά δεν παραχώρησε.

Έκτοτε, παρότι παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα από την τέλεση της αδικοπραξίας, ο πρώτος εναγόμενος, υπό την άνω ιδιότητά του, δεν έχει επιστρέψει στον ενάγοντα το άνω ποσό που του υφάρπαξε παράνομα και το διέθεσε για τις ανάγκες της δεύτερης εναγόμενης, ενώ υποβάλει τον ενάγοντα σε διαρκή δικαστικό αγώνα για την ικανοποίησή του, το δε πλοίο της δεύτερης εναγόμενης κατασχέθηκε αναγκαστικά την 13-12-2017 από τους Α.

Σ. και Χ. Σ. και εκτέθηκε στη συνεχεία σε αναγκαστικούς πλειστηριασμούς, που ήταν άγονοι. Τα παραπάνω προκύπτουν από τις εμπεριστατωμένες και σύμφωνες μεταξύ τους ένορκες βεβαιώσεις των άνω μαρτύρων του ενάγοντος Θ.Κ. και Α.Χ., οι οποίοι βεβαίωσαν με σαφήνεια, πειστικότητα και πλήρη αιτιολόγηση, επικαλούμενοι ιδίαν αντίληψη αυτών, όσα ανωτέρω συμφωνήθηκαν κατά την κρίσιμη συνάντηση ενάγοντος και πρώτου εναγόμενου την 5-7-2017 για τη ναύλωση του πλοίου στον ενάγοντα και μετέπειτα για συζήτηση της δυνατότητα πώλησής του, ελευθέρου βαρών, σ' αυτόν και στον κοινό τους φίλο Θ.Κ., καθώς και για την καταβολή, στα πλαίσια της συμφωνίας αυτής, του άνω ποσού των 33.500,00 ευρώ από τον ενάγοντα.

Οι καταθέσεις αυτές ενισχύονται από την παρόμοια κατάθεση του ετέρου μάρτυρος του ενάγοντος πλοιοκτήτη Ι.Τ., ο οποίος είχε σχεδόν άμεση πληροφόρηση όσων άνω συμφωνήθηκαν την 5-7-2017, αφού τα πληροφορήθηκε το απόγευμα της ίδιας ημέρας σε συνάντησή του σε καφετέρια με τον ενάγοντα και τον πατέρα του, έχοντας προσωπικά ενδιαφέρον για την εξέλιξη της διαπραγμάτευσής τους, καθώς επρόκειτο για φίλους του με τους οποίους συναλλάσσονταν επιχειρηματικά και τους οποίους ο ίδιος είχε ενθαρρύνει να προχωρήσουν στη ναύλωση και μετέπειτα στην πώληση του πλοίου, κατόπιν αιτήματος τους, λόγω των ειδικών επιχειρηματικών του γνώσεων.

Οι άνω καταθέσεις ενισχύονται έτι περαιτέρω από την ιδιόχειρη σημείωση του πρώτου εναγόμενου επί φωτοαντιγράφων των προαναφερθέντων από 5-7-2017 τριών επιταγών, ότι παραλαμβάνει αυτές "έναντι ενοικιάσεως του πλοίου και μελλοντικής, αγοράς του". Επίσης, ενισχύονται από τα διδάγματα της κοινής πείρας, διότι, εάν ο ενάγων γνώριζε εξαρχής την ύπαρξη οφειλών 270.000,00 ευρώ της δεύτερης εναγόμενης προς Δ.Ο.Υ, Ν.Α.

Τ, ναυπηγείο και τρίτους κατέχοντες τραπεζικές επιταγές, μια εκ των οποίων, ποσού 20.000,00 ευρώ έληγε σε 3 ημέρες και κινδύνευε να σφραγιστεί άμεσα, καθώς και ότι ο πρώτος εναγόμενος δεν σκόπευε στην πραγματικότητα να του ναυλώσει ή να πουλήσει σ' αυτόν και στο Θ.Κ. το άνω πλοίο, δεν θα είχε λόγο να εμπλακεί σε σχετικές διαπραγματεύσεις μαζί του και να προβεί και στην καταβολή, ενόψει της ναύλωσης και της μελλοντικής πώλησης του πλοίου, χωρίς καμία εξασφάλιση, του προαναφερθέντος ποσού 33.500,00 ευρώ, προκαλώντας ο ίδιος ζημιά στην περιουσία του.

Σε άλλη κρίση δεν οδηγείται το Δικαστήριο από την κατάθεση του μάρτυρος των εναγόμενων Μ. Κ., που είναι το μόνο αποδεικτικό μέσο που συμπορεύεται με τις απόψεις τους, ενόψει του ότι ο μάρτυρας αυτός, που είναι αδελφός του πρώτου εναγόμενου και μέλος του Δ.Σ. της δεύτερης εναγόμενης, δεν επικαλείται ιδία γνώση όσων κατέθεσε ότι συμφωνήθηκαν στην κρίσιμη άνω συνάντηση ενάγοντος και πρώτου εναγόμενου την 5-7-2017.

Σημειωτέον ότι οι εναγόμενοι δεν αρνούνται ότι ο πρώτος απ' αυτούς εισέπραξε από τον ενάγοντα δια των άνω επιταγών το άνω συνολικό ποσό των 33.500,00 ευρώ κατά την άνω συνάντησή τους, αλλά ισχυρίζονται ότι αυτός δεν εξαπάτησε τον ενάγοντα διότι(α) ουδέποτε συμφώνησε να του ναυλώσει το άνω πλοίο για την περίοδο από 10-7-2017 έως 30-9-2017, β) τον είχε εξαρχής ενημερώσει για τις άνω οφειλές της δεύτερης απ' αυτούς, συνολικού ποσού 270.000,00 ευρώ και γ) η μη υπογραφή τελικά συμφωνητικού πώλησης του πλοίου δεν οφείλεται σε υπαιτιότητά τους, αλλά σε αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και του Θ.

Κ., οι οποίοι υπαναχώρησαν για δικούς τους λόγους (κατά τους εναγόμενους επειδή δεν είχαν την οικονομική δυνατότητα να καταβάλουν το τίμημα) από την συμφωνία να πωληθεί σ' αυτούς το πλοίο μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2017, με αποτέλεσμα η δεύτερη εξ αυτών να παρακρατεί νόμιμα το άνω ποσό των 33.500,00 ευρώ ως ποινική ρήτρα, κατ' άρθρο 404 Α.Κ.

Προς επίρρωση δε του άνω ισχυρισμού τους προσκομίζουν το επισυναπτόμενο στο προαναφερθέν από 7-7-2017 ηλεκτρονικό μήνυμα σχέδιο συμφωνητικού πώλησης του άνω πλοίου που απέστειλαν στο Θ.Κ.. Ωστόσο, το σχέδιο αυτό συμφωνητικού, με το οποίο, όπως προαναφέρθηκε, αποκαλύπτονται το πρώτον οι εκκρεμούσες άνω οφειλές 270.000,00 ευρώ της δεύτερης εναγόμενης προς τρίτους, δεν παρέχει πίστη για το ότι το άνω χρηματικό ποσό των 33.500,00 ευρώ δόθηκε ως ποινική ρήτρα από τον ενάγοντα για την περίπτωση υπαίτιας μη εκτέλεση της σύμβασης από μέρους του και του Θ.Κ., αφού δεν γίνεται αναφορά σ' αυτό για το άνω χρηματικό ποσό 33.500,00 ευρώ που καταβλήθηκε από τον ενάγοντα, όπως δεν γίνεται αναφορά για το χρηματικό ποσό αυτό και στο σχέδιο συμφωνητικού που εστάλη ηλεκτρονικά την προηγουμένη από τον Θ.Κ.

προς τη δεύτερη εναγόμενη, κατά τα προαναφερθέντα. Όμως, εάν πράγματι το άνω από 7-7-2017 σχέδιο συμφωνητικού πώλησης επιδίωκε το άνω καταβληθέν ποσό να έχει την έννοια της ποινικής ρήτρας, κατά τα διδάγματα της συναλλακτικής πρακτικής, θα το μνημόνευε, όπως και ότι είχε καταβληθεί το ποσό αυτό από τον ενάγοντα και μάλιστα με τη συμφωνία να πωληθεί μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2017 το πλοίο σ' αυτόν και στο Θ.Κ..

Ακόμη, θα ήταν αναμενόμενο να υπήρχε στη συνέχεια κάποιο εξώδικο ή ηλεκτρονικό μήνυμα των εναγόμενων προς τον ενάγοντα, με το οποίο να διαμαρτύρονται αυτοί για υπαίτια υπαναχώρησή του από συμφωνηθείσα πώληση του πλοίου και να ζητούν την κατάπτωση του άνω ποσού ως ποινικής ρήτρας. Σε κάθε περίπτωση, το άνω σχέδιο έπεται της καταβολής του άνω ποσού στον πρώτο εναγόμενο, δεν κοινοποιήθηκε ποτέ στον ενάγοντα και δεν έλαβε ποτέ τη μορφή οριστικής συμφωνίας με αυτόν και το Θ.Κ..

Μετά ταύτα αποδεικνύεται ότι ο ενάγων, λόγω της προαναφερθείσας αδικοπρακτικής (απατηλής) σε βάρος του συμπεριφοράς του πρώτου εναγόμενου, ο οποίος ενεργούσε ως νόμιμος εκπρόσωπος της δεύτερης εναγόμενης κατά την εκτέλεση των καθηκόντων του, υπέστη περιουσιακή ζημία που συνδέεται αιτιωδώς με την ως άνω συμπεριφορά του πρώτου εναγόμενου, ανερχόμενη στο συνολικό χρηματικό ποσό των 33.500,00 (20.000,00 + 10.000,00 + 3.500,00) ευρώ.

Αποδείχθηκε ακόμα ότι από την άνω αδικοπραξία, πέραν της άνω περιουσιακής ζημίας, ο ενάγων υπέστη και ηθική βλάβη, από τη μεγάλη θλίψη που δοκίμασε από την εξαπάτησή του και την απώλεια των χρημάτων του, που αποτελούσαν αποταμιεύσεις του από την εργασία του και, επιπροσθέτως, ταλαιπωρία από τον εμπαιγμό του για μακρύ χρονικό διάστημα από τον ενάγοντα και από τη δικαστική διεκδίκηση των οφειλόμενων, για την ικανοποίηση της οποίας δικαιούται εύλογης χρηματικής ικανοποίησης.

Λαμβανομένων υπόψη της προκληθείσας σ' αυτόν ζημίας, του βαθμού του πταίσματος του πρώτου εναγόμενου και δη της έντασης του δόλου του, της έλλειψης υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση και στην έκταση της ζημίας του, του συνόλου των συνθηκών της. κρινόμενης περίπτωσης, καθώς και της οικονομικής και κοινωνικής κατάστασης των μερών, πρέπει να του επιδικασθεί για την αιτία αυτή το ποσό των 3.000,00 ευρώ, στο οποίο δεν περιλαμβάνεται το ποσό των 44,00 ευρώ, ως προς το οποίο ο ίδιος επιφυλάχθηκε προκειμένου να παρασταθεί ενώπιον του ποινικού Δικαστηρίου".

Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο έκανε δεκτή την έφεση του αναιρεσίβλητου κατά της πρωτόδικης απόφασης, που είχε απορρίψει την αγωγή του, εξαφάνισε την απόφαση αυτή και στη συνέχεια, δικάζοντας την υπόθεση επί της ουσίας δέχθηκε εν μέρει την αγωγή, υποχρέωσε του αναιρεσείοντες, εις ολόκληρον έκαστο, να καταβάλουν νομιμοτόκως στον αναιρεσίβλητο το ποσό των 36.500 ευρώ και απήγγειλε σε βάρος του πρώτου αναιρεσείοντος, λόγω της αδικοπραξίας, που τέλεσε, προσωπική κράτηση 30 ημερών, ως μέσον αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασης.

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές του την προσβαλλόμενη απόφασή του από νόμιμη βάση, καθόσον διέλαβε σ'αυτήν την απαιτούμενη αιτιολογία, που καθιστά εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 914, 147,298, 932, 330, 65, 67 και 71 ΑΚ, σε συνδ.

με τις διατάξεις των άρθρων 27 και 386 ΠΚ τις οποίες εφάρμοσε και τις οποίες έτσι δεν παραβίασε εκ πλαγίου, αφού από το αιτιολογικό της σαφώς προκύπτουν όλα τα περιστατικά, που είναι αναγκαία για την κρίση του δικαστηρίου στη συγκεκριμένη περίπτωση περί της συνδρομής των νομίμων όρων και προϋποθέσεων των ως άνω διατάξεων και δικαιολογούν την παραδοχή της ένδικης αγωγής χωρίς να απαιτείται οποιαδήποτε άλλη περαιτέρω αιτιολογία.

Και τούτο διότι παρατίθενται στην απόφαση με σαφήνεια, επάρκεια και χωρίς αντιφάσεις τα, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, γενόμενα δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν το σαφώς διατυπούμενο αποδεικτικό του πόρισμα ότι η επελθούσα στον αναιρεσίβλητο ζημία οφείλεται σε υπαίτια και παράνομη συμπεριφορά του πρώτου αναιρεσειόντος, ενεργούντος υπό την ιδιότητα του νομίμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσείουσας εταιρείας και ως εκ τούτου θεμελιώνεται αδικοπρακτική ευθύνη των αναιρεσειόντων, με τις επιστηρίζουσες το πόρισμα αυτό επιμέρους παραδοχές:

α) ότι περί τα τέλη Ιουνίου του έτους 2017 ο πρώτος αναιρεσείων, λόγω οικονομικών δυσχερειών που αντιμετώπιζε η δεύτερη αναιρεσείουσα, πλοιοκτήτρια του υπό ελληνική σημαία ... πλοίου "..." (...), Ν.Π. 11735, ΔΔΣ ..., της οποίας κύριος μέτοχος, νόμιμος εκπρόσωπος και ουσιαστικός ιδιοκτήτης της ήταν ο ίδιος, προσέγγισε διάφορους πλοιοκτήτες και τους πρότεινε τη ναύλωση έως την 31-9-2017 του πλοίου αυτού, που παρέμενε παροπλισμένο / μη δρομολογημένο σε ακτοπλοϊκή γραμμή, και μετέπειτα (εφόσον αυτοί ενδιαφέρονταν) και την πώλησή του, ώστε να εξεύρει χρήματα για να πληρωθούν άμεσα υφιστάμενες υποχρεώσεις της δεύτερης αναιρεσείουσας, β) ότι ο αναιρεσίβλητος, ενδιαφέρθηκε να ναυλώσει το πλοίο άμεσα, ώστε να μη χαθεί η καλοκαιρινή σαιζόν και μετέπειτα να του δοθεί και η δυνατότητα να το αγοράσει(αυτός ή από κοινού με το Θ.

Κ.), εφόσον το επιθυμούσαν, γ) ότι την 5-7-2017 ο αναιρεσιβλητος συναντήθηκε με τον πρώτο αναιρεσείοντα και συμφώνησαν προφορικά να ναυλωθεί το άνω πλοίο στον αναιρεσίβλητο από 10-7-2017 και μέχρι την 31-9-2017, μετά δε τη λήξη της ναύλωσης να συζητηθεί δυνατότητα να αγοραστεί το πλοίο ελεύθερο βαρών, από τον αναιρεσίβλητο και τον Θ.Κ., δ) ότι στο τέλος της συνάντησης αυτής (5/7/2017) ο πρώτος αναιρεσείων υπό την ιδιότητά του ως νόμιμου εκπροσώπου της δεύτερης αναιρεσείουσας, με σκοπό πορισμού παράνομου περιουσιακού οφέλους στην τελευταία, παρέστηκε εν γνώσει του στον αναιρεσίβλητο, ψευδή γεγονότα σαν αληθινά και του απέκρυψε κρίσιμα γεγονότα που ο ίδιος γνώριζε και ο αναιρεσίβλητος αγνοούσε, με αποτέλεσμα, από τις ψευδείς αυτές παραστάσεις και αποσιωπήσεις κρίσιμων αληθών γεγονότων, ως παράγωγη αιτία, να πλανηθεί αυτός και να προβεί σε περιουσιακή διάθεση, στην οποία διαφορετικά δεν θα προέβαινε, καταβάλλοντάς του κατά την άνω συνάντησή τους το συνολικό χρηματικό ποσό των 33.500,00 ευρώ δι' επιταγών, τις οποίες εισέπραξε αυθημερόν ο πρώτος αναιρεσείων και διέθεσε άμεσα το ποσό αυτών για τις ανάγκες της δεύτερης αναιρεσείουσας, με αντίστοιχη παράνομη ωφέλεια της περιουσίας της τελευταίας και βλάβη της περιουσίας του αναιρεσιβλήτου, ειδικότερα, δε ο πρώτος αναιρεσείων, ενεργώντας υπό την άνω ιδιότητά του, έχοντας δολίως επιτύχει να κερδίσει την εμπιστοσύνη του αναιρεσιβλήτου εξαιτίας των άνω διαβεβαιώσεών του περί συμφωνηθείσας ναύλωσης, στην σύναψη της οποίας είχε ήδη ειλημμένη απόφαση να μην προβεί, δήλωσε στον αναιρεσίβλητο ότι αντιμετώπιζε έκτακτη και άμεση ανάγκη πληρωμής 33.500,00 ευρώ και του ζήτησε ως εξυπηρέτηση, μετά και το "κλείσιμο" της άνω προφορικής συμφωνίας τους για το άνω πλοίο, να του καταβάλει άμεσα δι' επιταγών το παραπάνω χρηματικό ποσό, υποσχόμενος ότι, σε κάθε περίπτωση, θα το αφαιρούσε στη συνέχεια από το τίμημα της πώλησης, ενώ για να τον πείσει του απέκρυψε δόλια, παραβιάζοντας και την υποχρέωση του κατά το στάδιο των διαπραγματεύσεων για διαφώτιση και προστασία του αντισυμβαλλομένου του, ότι η δεύτερη αναιρεσείουσα είχε μεγάλες και μη εμφανείς στη μερίδα του πλοίου στα νηολόγια οφειλές προς τρίτους (170.000,00 ευρώ στους Α.

Σ. του Κ. και Χ. σύζυγο Α. Σ., 100.000,00 ευρώ στη Δ.Ο.Υ. Πλοίων και στο Ν.Α. Τ, 20.000,00 ευρώ στο ναυπηγείο "..., ε) ότι επίσης για να τον πείσει να του καταβάλει το άνω ποσό πριν υπογραφεί το συμφωνητικό για όσα είχαν μεταξύ τους προφορικά συμφωνηθεί (5/7/2017) τον διαβεβαίωσε ότι δεν έπρεπε να ανησυχεί για τη μια ημέρα που θα καθυστερούσε η υπογραφή του συμφωνητικού, αφού θα του παρέδιδε άμεσα, υπογεγραμμένες απ' αυτόν, τις αποδείξεις είσπραξης των επιταγών που θα παραλάμβανε και για τη σχετική οφειλή του θα ήταν υπέγγυο το πλοίο της δεύτερης εναγόμενης, την οποία εμφάνισε ως φερέγγυα, αποκρύπτοντας ότι αυτή είχε μεγάλες και μη εμφανείς στη μερίδα του πλοίου στα νηολόγια οφειλές προς τρίτους, στ) ότι για να κάμψει κάθε δισταγμό του αναιρεσείοντος να του καταβάλει το άνω χρηματικό ποσό είχε θέσει προηγουμένως σε φωτοαντίγραφο των άνω επιταγών την ιδιόχειρη σημείωση πως τις παραλαμβάνει "έναντι ενοικιάσεως του πλοίου και μελλοντικής αγοράς του", ζ) ότι το πρωί της 6/7/2017 όταν ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από τον αναιρεσείοντα το σχέδιο του συμφωνητικού για τη συμφωνία που είχαν "κλείσει" προφορικά την προηγουμένη, ο αναιρεσείων του απάντησε ότι δεν ήταν ακόμη έτοιμος και ότι ήθελε κι άλλο χρόνο να το σκεφτεί, ενόψει έκτακτων οικονομικών εκκρεμοτήτων της εταιρίας τις οποίες έπρεπε να διευθετήσει άμεσα και τις οποίες δεν προσδιόρισε, η) ότι το απόγευμα της ίδιας ημέρας (6/7/2027) ο αναιρεσίβλητος ζήτησε από τον αναιρεσειοντα να δώσει περαιτέρω πληροφορίες για τις οφειλές της εταιρείας, θ) ότι στις 7/7/2017 ο αναιρεσείων έστειλε στον αναιρεσίβλητο νέο σχέδιο του συμφωνητικού πώλησης του πλοίου, στο οποίο αποκαλύπτονταν για πρώτη φορά η ύπαρξη οφειλών 270.000 ΕΥΡΏ προς ΔΟΥ, ΝΑΤ, ναυπηγείο και τρίτους και ι) ότι μετά τις διαφοροποιήσεις αυτές του πρώτου αναιρεσείοντος από τα συμφωνηθέντα την 5-7-2017 και την αποκάλυψη το πρώτον από μέρους του των άνω μεγάλων χρεών της δεύτερης αναιρεσείουσας, δεν ακολούθησε πλέον ενδιαφέρον του αναιρεσιβλήτου για πραγματοποίηση της ναύλωσης ή για αγορά του πλοίου από κοινού με το Θ.

Κ. και απέμεινε ως μόνη εκκρεμότητα με τους αναιρεσείοντες η επιστροφή του άνω ποσού των 33.500,00 ευρώ, το οποίο, παρότι παρήλθε μακρύ χρονικό διάστημα από την τέλεση της αδικοπραξίας, ο πρώτος αναιρεσείων, υπό την άνω ιδιότητά του, δεν επέστρεψε στον αναιρεσίβλητο το ποσό αυτό, που του υφάρπαξε παράνομα αλλά το διέθεσε για τις ανάγκες της δεύτερης αναιρεσείουσας.

Ουδεμία δε αντίφαση υπάρχει μεταξύ της παραδοχής ότι οι οφειλές της εταιρείας (δεύτερης αναιρεσείουσας) αποκαλύφθηκαν το πρώτον στις 7/7/2017 με την ετέρα παραδοχή ότι ο αναιρεσίβλητος το απόγευμα της 6/7/2017 ζητούσε περαιτέρω πληροφορίες για τις οφειλές της εταιρείας, καθόσον, σύμφωνα με τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσίβλητος στις 6/7/2017 ζητούσε περαιτέρω πληροφορίες για τις οικονομικές εκκρεμότητες που του είχε αναφέρει ο αναιρεσείων, γενικόλογα και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό, το πρωί της ίδιας ημέρας (6/7/20217), ενώ στις 7/7/2017 ο αναιρεσίβλητος έλαβε γνώση των συγκεκριμένων οφειλών της εταιρείας, ήτοι προς ΔΟΥ, ΝΑΤ, ναυπηγείο και τρίτους ποσού 270.000 ευρώ.

Επομένως, ο τέταρτος λόγος της αίτησης αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ.19 ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση πλημμέλεια της έλλειψης νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκούς και αντιφατικής αιτιολογίας, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της αδικοπρακτικής ευθύνης του πρώτου αναιρεσείοντος, είναι αβάσιμος.

Σύμφωνα με το άρθρο 559 αριθμ.8 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη του πράγματα, που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, που στόχο έχει τη διασφάλιση του συζητητικού συστήματος (άρθρο 106 του ΚΠολΔ), αλλά και την αρχή της ακρόασης των διαδίκων (άρθρο 110 παρ.2 ΚΠολΔ), ως "πράγματα", των οποίων η μη λήψη υπόψη, καίτοι νομίμως προταθέντων ή αντίθετα η λήψη υπόψη καίτοι μη προταθέντων, θεμελιώνει τον από την διάταξη αυτή λόγο αναιρέσεως θεωρούνται οι νόμιμοι και παραδεκτά προβαλλόμενοι πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, οι θεμελιωτικοί, καταλυτικοί ή διακωλυτικοί ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος ασκούμενου με την αγωγή, ανταγωγή, ένσταση ή αντένσταση ή με λόγο έφεσης ή αντέφεσης ο οποίος αφορά αυτοτελείς ισχυρισμούς ή άρνηση αυτοτελών ισχυρισμών (ΑΠ 559/2020), οι ισχυρισμοί δηλαδή που, κατά το νόμο, διαμόρφωσαν ή, ανάλογα, ήταν ικανοί να διαμορφώσουν το διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 25/2003, ΟλΑΠ 22/2005, ΑΠ 323/2023, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 54/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022).

Επομένως δεν αποτελούν πράγματα οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, αφού αυτοί δεν ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει σ αυτούς (ΟλΑΠ 2/1989, ΟΛΑΠ 8/2013, ΑΠ 34/2022) ή περιστατικά, που εκτίθενται εκ περισσού (ΑΠ 39/2023) ούτε οι αιτολογημένες αρνήσεις της ιστορικής βάσης της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, αφού αυτοί αποκρούονται με την παραδοχή ως βάσιμων των θεμελιωτικών τους γεγονότων (ΟλΑΠ 8/2013, ΑΠ 630/2020, ΑΠ 1142/2019), ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου από την εκτίμηση των αποδείξεων έστω και αν προτείνονται ως λόγοι εφέσεως (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 5/2020), ούτε τα προσκομιζόμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και τα πραγματικά περιστατικά που προκύπτουν από αυτά (ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 559/2020,ΑΠ 5/2020).

Επίσης, δεν αποτελούν πράγματα υπό την ως άνω έννοια, τα νομικά επιχειρήματα, που προβάλλουν οι διάδικοι για την υποστήριξη των απόψεών τους σε σχέση με νομικά ζητήματα ή οι ισχυρισμοί τους, που αναφέρονται στην ορθή, κατ' αυτούς ερμηνεία του νόμου (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022) ή η νομολογία των δικαστηρίων (ΑΠ 66/2020) Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη του, τον προταθέντα ισχυρισμό και τον απέρριψε ευθέως, έστω και εσφαλμένα, για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 302/2023, ΑΠΑ 312/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 40/2022, ΑΠ 50/2020) ή όταν αντιμετώπισε και απέρριψε στην εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, με την παραδοχή ως αποδειχθέντων γεγονότων αντιθέτων προς αυτά που τον συγκροτούν (ΟλΑΠ 25/2003, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 302/2023, ΑΠ 39/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 34/2022), καθισταμένου φανερού ότι όντως τον απέρριψε (ΑΠ 1291/2022, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 786/2021, ΑΠ 881/2021, ΑΠ 409/2021, ΑΠ 98/2020).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης, κατά το πρώτο σκέλος του, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του "πράγματα" προταθέντα από τους αναιρεσείοντες και συγκεκριμένα τους παρακάτω κατά λέξη ισχυρισμούς : "1) ουδέποτε συμφώνησε ο πρώτος από μας με τον αντίδικο ή με τον Θ.

Κ. ή τον Α. Χ. ότι θα ναυλώναμε το παραπάνω πλοίο για το χρονικό διάστημα από 10-7-2017 μέχρι και την 30-9-2017 και ότι στη συνέχεια τον Οκτώβριο του 2017 θα τους πωλούσαμε το εν λόγω πλοίο μας για το ποσό των 1.198.000 €. Η συμφωνία μας αφορούσε αποκλειστικά και μόνο την αγοραπωλησία του ως άνω πλοίου το τελικά συμφωνηθέν τίμημα των 1.220.000 € η οποία αγοραπωλησία θα έπρεπε να είχε ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος Ιουλίου 2017, 2) είναι αληθές ότι παρίστατο ανάγκη να λάβουμε το ποσό των 33.500€ την 5-7-2017 για τους λόγους που παραπάνω αναφέραμε, αλλά είναι ψευδές ότι θα υπογράφαμε το ιδιωτικό συμφωνητικό την επομένη ημέρα και τούτο αποδεικνύεται από το γεγονός ότι ανταλλάσσαμε e-mail με τον Θ.

Κ. την 6-7-2017 και την 7-7-201 3) ουδέποτε συμφώνησε ο πρώτος από μας με τον αντίδικο ή με οποιονδήποτε άλλο για τι ότι δήθεν θα επιστρεφόταν το ποσό των 33.500 € εντός 10 ημερών, 4) ουδέποτε συμφώνησε ο πρώτος από για την παροχή εμπράγματης εξασφάλισης επί του ως άνω πλοίου μας, γιατί απλά ουδέποτε μας ζητήθηκε κάτι τέτοιο, 5) ουδέποτε παρέστησε ψευδώς ο πρώτος από μας στον αντίδικο ή σε οποιοδήποτε άλλο ότι η δευτέρα από μας ήταν φερέγγυα, γιατί κατά την διάρκεια των διαπραγματεύσεων και από την πρώτη στιγμή ο πρώτος από μας είχε καταστήσει σαφές στους ανωτέρω ότι η δευτέρα από μας είχε οφειλές σε τρίτους και ειδικότερα στον Α.Σ., στη Δ.Ο.Υ.

Πλοίων αλλά και στο ναυπηγείο ..., τούτο δε τους γνωστοποιήθηκε και εγγράφως με το από 7-7-2017 e-mail μας, που αποστείλαμε στον Θ.Κ., στο οποίο συμπεριλαμβανόταν και το ιδιωτικό συμφωνητικό αγοράς, στο οποίο ρητώς αναφέρονταν οι ως άνω οφειλές της δευτέρας από μας και σε κάθε περίπτωση ήταν αληθές ότι το επίδικο χρονικό διάστημα (:Ιούνιος 2017-Ιούλιος 2017) το παραπάνω πλοίο μας δεν είχε στην μερίδα του στα νηολόγια εγγεγραμμένο το παραμικρό βάρος και 6) είναι παντελώς αναληθές ότι δεν υπήρχε πρόθεση πωλήσεως του ως άνω πλοίου μας, αφού η αλήθεια είναι ότι έλαβε χώρα συμφωνία μεταξύ ημών και των Θ.Κ.

και Α.Χ. να αγορασθεί το πλοίο από τους Θ.Κ. και τον αντίδικο αντί του συνολικού τιμήματος του 1.220.000 € μέχρι τα τέλη Ιουλίου 2017 και επίσης η μοναδική αλήθεια στην υπό κρίση υπόθεση είναι ότι δεν υπαναχωρήσαμε εμείς από την εν λόγω αγοραπωλησία αλλά ο Θ.Κ., ο Α.Χ. και ο αντίδικος". Ο παραπάνω λόγος αναίρεσης είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον οι φερόμενοι ως μη ληφθέντες υπόψη ισχυρισμοί είναι αρνητικοί της αγωγής ισχυρισμοί και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "πράγματα", κατά την έννοια του προεκτεθέντος άρθρου 559 αριθμ.8 του ΚΠολΔ.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ', του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν είτε προς άμεση απόδειξη είτε προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων", από δε τις διατάξεις των άρθρων 335, 338 έως 340 και 346 του ιδίου Κώδικα προκύπτει ότι το δικαστήριο της ουσίας, προκειμένου να διαγνώσει την αλήθεια των πραγματικών ισχυρισμών που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λάβει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι.

Από τις παραπάνω διατάξεις συνάγεται ότι από τον αριθμό 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη υποστατά και αναλόγως έγκυρα αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτά επικαλέσθηκε ο αναιρεσείων και νόμιμα προσκόμισε ο ίδιος ή οποιοσδήποτε από τους λοιπούς διαδίκους (ΑΠ 845/2018), προς άμεση ή έμμεση (δια τεκμηρίων) απόδειξη ή ανταπόδειξη πραγματικών γεγονότων με ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υπό την έννοια ότι το φερόμενο ως αγνοηθέν αποδεικτικό μέσο, αφορά ως εκ του περιεχομένου του ισχυρισμό που μπορούσε να επηρεάσει αποφασιστικά το συμπέρασμα του δικανικού συλλογισμού, αφού μόνο ένα τέτοιο ουσιώδες γεγονός μπορεί, κατά την έννοια του άρθρου 335 του ΚΠολΔ, να καταστεί αντικείμενο απόδειξης, διαμορφώνοντας το διατακτικό της απόφασης, το οποίο θα ήταν διαφορετικό χωρίς τη σχετική παράλειψη (ΟΛΑΠ 2/2008, ΑΠ 258/2023, ΑΠ 9/2023, ΑΠ 53/2022 ΑΠ 81/2022).

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει να γίνεται στην απόφαση ειδική αναφορά και χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα και από ποια από αυτά προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη, αρκεί να καθίσταται αναμφιβόλως (ΟλΑΠ 2/2008) ή κατ'άλλη έκφραση αδιστάκτως (ΟλΑΠ 14/2005) βέβαιο από όλο το περιεχόμενο της απόφασης, ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι (ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 559/2020), έστω και αν στην απόφαση έχει γίνει ιδιαίτερη αναφορά σε ορισμένα μόνο από τα αποδεικτικά μέσα, επειδή θεωρήθηκαν μεγαλύτερης σημασίας κατά την ελεύθερη κρίση του δικαστηρίου (ΑΠ 38/2019).

Απαιτείται, όμως, να μνημονεύονται στην απόφαση ειδικά τα ιδιαίτερα αποδεικτικά μέσα, όπως ορίζονται κατά το είδος τους στο άρθρο 339 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 8/2005). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη έγγραφο, αλλά του προσέδωσε αποδεικτική βαρύτητα διαφορετική από εκείνη που ο αναιρεσείων υποστηρίζει ότι αυτό έχει, αφού η σχετική εκτίμηση δεν υπόκειται, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ, στον αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 1047/2018, 569/2017).

Επίσης, για την ίδρυση του παραπάνω λόγου απαιτείται ο αναιρεσείων να έχει επικαλεστεί νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, επίκληση αναγκαία ακόμα και αν το αποδεικτικό μέσο έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, π.χ ομολογία (ΟλΑΠ 498/1978, ΑΠ 352/2023, 53/2022). Με τον ίδιο (δεύτερο) λόγο της αίτησης αναίρεσης, κατά το δεύτερο σκέλος του, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από τον αριθμό 11 περ.γ του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, επικαλούμενοι ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του έγγραφα, τα οποία αυτοί νομίμως επικαλέστηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα 1) την με αριθμ.ΑΒΜ-Ε ../…/9-12-2019 μήνυση-έγκλησή εναντίον του αντιδίκου τους και των μαρτύρων του για τα αδικήματα της απάτης ενώπιον του δικαστηρίου, άμεσης συνέργειας στην απάτη ενώπιον του δικαστηρίου και της ψευδούς καταθέσεως και 2) το από 11-5-2021 κατηγορητήριο της Εισαγγελέως Πλημ/κών Πειραιώς από το οποίο προκύπτει ότι εις βάρος του αντιδίκου τους και των Θ.Κ.

και Α.Χ., έχει ασκηθεί, δυνάμει της ΑΒΜ Ε../..5 μήνυσης ποινική δίώξη για τα αδικήματα της απάτης κλπ. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, καθόσον, από τη ρητή διαβεβαίωση που περιέχεται στην προσβαλλόμενη απόφαση "Από τα έγγραφα, που οι διάδικοι προσκομίζουν και επικαλούνται για να χρησιμεύσουν είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηριών, για μερικά από τα οποία γίνεται ειδικότερη μνεία παρακάτω, χωρίς να παραγνωρίζεται η αποδεικτική δύναμη των λοιπων...", σε συνδυασμό με το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος, έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μετά των λοιπών αποδείξεων, τα προαναφερόμενα έγγραφα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι αναιρεσείοντες, χωρίς να είναι υποχρεωμένο να κάνει ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, καθορίζοντας σύμφωνα με την αρχή της ηθικής απόδειξης (ΚΠολΔ 340) τη βαρύτητά του ή την επιρροή του στα αποδεικτέα θέματα.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 παρ. 20 Κ.Πολ.Δ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα, που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος ιδρύεται μόνο όταν το δικαστήριο της ουσίας υπέπεσε, ως προς το έγγραφο, σε διαγνωστικό λάθος δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου (σφάλμα ανάγνωσης), με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα, που πράγματι περιλαμβάνει, και εξαιτίας του λάθους αυτού καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

όχι δε, και όταν το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε καταλήγει, έστω και εσφαλμένως, σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, η οποία εκφεύγει, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ του αναιρετικού ελέγχου (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 91/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 49/2022, ΑΠ 48/2022, ΑΠ 1745/2022, ΑΠ 630/2020).

Η παραμόρφωση του εγγράφου μπορεί να γίνει θετικά, με την εσφαλμένη ανάγνωση του κειμένου του εγγράφου ή αρνητικά, με την παράλειψη ανάγνωσης κρισίμων για το αποδεικτέο γεγονός φράσεων αυτού δηλ. φράσεων που μπορούν να οδηγήσουν σε διαφορετικό αποδεικτικό πόρισμα (ΑΠ175/2022). Για να ιδρυθεί ο προαναφερόμενος λόγος αναιρέσεως δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ.

εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το έχει συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (ΟλΑΠ 2/2008, ΑΠ 91/2023, ΑΠ 47/2023, ΑΠ 48/2022, ΑΠ 1745/2022).

Για το ορισμένο δε του λόγου αυτού, πρέπει να προσδιορίζονται στην αίτηση αναιρέσεως: α) το έγγραφο που παραμορφώθηκε, το περιεχόμενό του και το παραμορφωθέν περιεχόμενο που προσέδωσε σ' αυτό το δικαστήριο και μάλιστα "αυτολεξεί", ώστε από τη σχετική σύγκριση να καθίσταται εμφανές το διαγνωστικό σφάλμα του δικαστηρίου, β) ο ουσιώδης πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου χρησιμοποιήθηκε το έγγραφο και γ) το επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα στο οποίο κατέληξε το δικαστήριο της ουσίας εξαιτίας της παραμόρφωσης του εγγράφου (ΑΠ 867/2019, ΑΠ 871/2018, ΑΠ 333/2011).

Εξάλλου, ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης προϋποθέτει έρευνα της ουσίας της υπόθεσης από το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλομένη απόφαση, με βάση το με επίκληση προσκομιζόμενο από τους διαδίκους αποδεικτικό υλικό, από το οποίο καταστρώνεται η ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού. Επομένως, ο αναιρετικός αυτός λόγος δεν ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας απορρίπτει την αγωγή ως απαράδεκτη, αόριστη ή ως νομικά αβάσιμη, διότι στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο δεν ερευνά το αποδεικτικό υλικό, εφόσον δεν προβαίνει στην ουσιαστική έρευνα της ιστορικής βάσης της αγωγής (ΑΠ 1308/2018, ΑΠ 918/2017, ΑΠ 192/2016, ΑΠ 710/2015).

Με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στο Εφετείο την από τον αριθμό 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, αιτιώμενοι ότι παραμόρφωσε το περιεχόμενο της υπ'αριθμ. 25774/5-12-2019 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Ι.Τ. και της υπ'αριθμ. ..99/10-12-1999 ένορκης βεβαίωσης του μάρτυρα Μ.Κ., διότι "παρόλο που οι παραπάνω μάρτυρες κατέθεσαν ότι "ο Θ. Κ. δεν απέκρυψε τις οφειλές της εταιρείας προς τρίτους" και ότι "κατά τις διαπραγματεύσεις που έλαβαν χώρα στις 5.7.2017 ο Θ. Κ. ανέφερε τις οφειλές της εταιρείας", η απόφαση δεν έλαβε υπόψη της τα πραγματικά αυτά γεγονότα". Ο λόγος αυτός της αναίρεσης τυγχάνει απαράδεκτος, γιατί οι αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι το Εφετείο υπέπεσε, ως προς τις παραπάνω ένορκες βεβαιώσεις σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση αυτών, με την παραδοχή ότι περιέχουν περιστατικά προφανώς διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνουν, αλλά οι αιτιάσεις τους αναφέρονται σε λανθασμένη, κατά την άποψή τους, εκτίμηση του περιεχομένου των ως άνω αποδεικτικών μέσων, από την οποία το δικαστήριο κατέληξε σε πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που οι ίδιοι θεωρούν ορθό. Δηλαδή οι επικαλούμενες αιτιάσεις αφορούν σε παράπονα αναγόμενα στην ανέλεγκτη αναιρετικά εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου των εγγράφων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2εδ.β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Επομένως, πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 55/2022), να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του (στο ανώτερο δικαστήριο), ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 157/2021), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις με στοιχ.

α' έως γ' προαναφερόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ. 2 του ΚΠολΔ. Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005 Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο πρέπει επίσης να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης.

ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 483/2022). Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά τον οποίο το Εφετείο, διατάσσοντας την προσωπική κράτηση του πρώτου αναιρεσείοντος, που ισχυρίζεται ότι έχει γεννηθεί στις 15/10/1956, ως μέσο αναγκαστικής εκτέλεσης της απόφασής του, ως προς την απαίτηση του αναιρεσίβλητου, παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1048 του ΚΠολΔ, που ορίζει ότι προσωπική κράτηση δεν διατάσσεται κατά προσώπων που συμπλήρωσαν το εξηκοστό πέμπτο έτος της ηλικίας τους και έτσι υπέπεσε στην πλημμέλεια του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ, είναι προεχόντως αόριστος, και ως εκ τούτου απαράδεκτος, διότι ο αναιρεσείων δεν επικαλείται ότι τον ισχυρισμό για τη συμπλήρωση του 65ου έτους της ηλικίας του, που συνιστά καταλυτική για την αξίωση του αντιδίκου του για την προσωπική του κράτηση, ένσταση, και που δεν εμπίπτει σε κάποια από τις ανωτέρω εξαιρέσεις του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ πρότεινε, όπως όφειλε, στο δικαστήριο της ουσίας.

Η επικαλούμενη από τον πρώτο αναιρεσείοντα προσκομιδή στο δικαστήριο, κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς, των υπ'αριθμ…./1982 και …./2001 συμβολαίων, από τα οποία, προέκυπτε, κατά τους ισχυρισμούς του, η ημεροχρονολογία της γεννήσεώς του, δεν συνιστά παραδεκτή προβολή του παραπάνω ισχυρισμού (ενστάσεως).

Κατόπιν τούτων, και μη υπάρχοντος άλλου λόγου προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ) και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, που κατέθεσε προτάσεις και υπέβαλε σχετικό αίτημα, σε βάρος των αναιρεσειόντων, λόγω της ήττας τους (άρθρο 176, 183, 191 ΚΠολΔ), σύμφωνα με το διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14/11/2022 αίτηση των 1) Θ.Κ. και 2) της εταιρείας με την επωνυμία "... ..." για αναίρεση της υπ' αριθ. 635/2022 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Πειραιώς.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο. Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.

Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ