1871/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1871/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 παρ. 5 του ίδιου κώδικα "Δεν διορίζεται συμβολαιογράφος: Όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης για τις πράξεις... ψευδορκίας... (άρθρα 224... Π.Κ.)...". Κατά το άρθρο 44 του ίδιου κώδικα "Πειθαρχικές ποινές είναι: α) Η έγγραφη επίπληξη. β) Πρόστιμο ποσού είκοσι χιλιάδων δραχμών έως τριακοσίων χιλιάδων δραχμών.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1871 / 2016 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
ΑΡΙΘΜΟΣ 1871/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευφημία Λαμπροπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 106/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Βασίλειο Καπελούζο, Δημήτριο Γεώργα, Δημήτριο Τζιούβα και Μαρία Γκανιάτσου-Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση της αναιρεσείουσας - κατηγορουμένης Π. συζ. Μ. Π., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Σταθακόπουλο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ. 3/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιά.
Το Πενταμελές Εφετείο Πειραιά, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και η αναιρεσείουσα - κατηγορουμένη ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 22 Δεκεμβρίου 2015 αίτησή της, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό ...2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο της αναιρεσείουσας, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Η υπό κρίση από 22-12-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../23-12-2015 αίτηση της αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου, στρεφόμενη κατά της 3/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς που δίκασε ως πειθαρχικό δικαστήριο συμβολαιογράφων, δυνάμει της οποίας επιβλήθηκε σ’ αυτήν η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης για παράβαση των άρθρων 27, 224, 98 του Π.Κ., 23 παρ. 5, 32, 42, 43 παρ.1 β, δ, 44, 48, 51, 56, 57, 63 και 91 του κώδικα συμβολαιογράφων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2830/2000, παραδεκτά ασκήθηκε ενώπιον του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις των άρθρων 57, 63 και 94 του άνω κώδικα, από τις οποίες η τελευταία ορίζει ότι "οι πειθαρχικές αποφάσεις των εφετείων υπόκεινται σε αναίρεση ενώπιον του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου κατά τους όρους και τη διαδικασία των σχετικών διατάξεων του Κ.Π.Δ., που εφαρμόζονται ανάλογα" και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς τη βασιμότητα των προβαλλόμενων λόγων αναίρεσης.
Στο άρθρο 42 παρ. 1 του κώδικα συμβολαιογράφων που κυρώθηκε με το άρθρο πρώτο του ν. 2830/2000 ορίζεται η έννοια του πειθαρχικού αδικήματος και σύμφωνα με αυτή: "Κάθε υπαίτια και καταλογιστή πράξη ή συμπεριφορά εν γένει του συμβολαιογράφου, που αντίκειται στις διατάξεις αυτού του κώδικα ή που είναι ασυμβίβαστη προς το λειτούργημά του, συνιστά πειθαρχικό αδίκημα και τιμωρείται σύμφωνα με τις διατάξεις του παρόντος".
Στο άρθρο 43 παρ. 1 του ίδιου κώδικα ορίζονται τα πειθαρχικά αδικήματα των συμβολαιογράφων και ειδικότερα στην περίπτωση (β) αυτού ορίζεται ως πειθαρχικό παράπτωμα "Η παράβαση των κανόνων που επιβάλλονται από το νόμο και από τις λοιπές κανονιστικές διατάξεις για την άσκηση του λειτουργήματός του και των συναφών σ’ αυτό υπηρεσιακών ενεργειών" και στην περίπτωση (δ) "Κάθε υπαίτια συμπεριφορά, ασυμβίβαστη με την ιδιότητά του, η οποία καταφανώς πλήττει το κύρος του ή θίγει το γόητρο του σώματος".
Περαιτέρω κατά το άρθρο 23 παρ. 5 του ίδιου κώδικα "Δεν διορίζεται συμβολαιογράφος: Όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης για τις πράξεις... ψευδορκίας... (άρθρα 224... Π.Κ.)...". Κατά το άρθρο 44 του ίδιου κώδικα "Πειθαρχικές ποινές είναι: α) Η έγγραφη επίπληξη. β) Πρόστιμο ποσού είκοσι χιλιάδων δραχμών έως τριακοσίων χιλιάδων δραχμών.
Το ποσό αυτό μπορεί να αυξομειώνεται με απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης. γ) Προσωρινή παύση δεκαπέντε ημερών έως τεσσάρων μηνών. δ) Η οριστική παύση". Κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ίδιου κώδικα, που αφορά τον καθορισμό και την επιμέτρηση της ποινής "Μόλις διαπιστωθεί και καταλογιστεί πειθαρχικό αδίκημα, η ποινή που επιβάλλεται και η επιμέτρησή της εντός των ορίων που διαγράφονται από το νόμο προσδιορίζονται:
α) Από τη βαρύτητα του αδικήματος και των συνεπειών τις οποίες αυτό είχε, καθώς και από τον αντίκτυπό του στην άψογη άσκηση των έργων του συμβολαιογράφου και του γοήτρου του σώματος. β) Από την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμέλειας του διωκόμενου. γ) Από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα και γενικά από τις συνθήκες που επικρατούν.
δ) Από την πείρα του διωκόμενου συμβολαιογράφου". Κατά το άρθρο 56 του ίδιου κώδικα "1. Η πειθαρχική δικαιοδοσία των συμβολαιογράφων ασκείται από δικαστήρια και πειθαρχικά συμβούλια. 2. Τα δικαστήρια που ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία είναι τα εφετεία με πενταμελή σύνθεση. 3. Τα συμβούλια που ασκούν πειθαρχική δικαιοδοσία είναι:
α) Τα τριμελή πειθαρχικά συμβούλια στην έδρα κάθε πρωτοδικείου και β) Τα πενταμελή πειθαρχικά συμβούλια στην έδρα κάθε εφετείου". Κατά το άρθρο 57 του ίδιου κώδικα "1. Τα πενταμελή εφετεία είναι αρμόδια για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσης στους συμβολαιογράφους που υπηρετούν στην περιφέρειά τους. 2.
Τα δικαστήρια που αναφέρονται στην προηγούμενη παράγραφο έχουν ως έργο την κρίση βαρέων πειθαρχικών αδικημάτων και μόνο μετά την παραπομπή τους από τα πειθαρχικά συμβούλια. Αν το δικαστήριο κρίνει τελικά τον υπαίτιο του πειθαρχικού αδικήματος συμβολαιογράφο άξιο τιμωρίας, με ποινή όμως κατώτερη από την οριστική παύση, επιβάλλει την προσήκουσα ποινή σύμφωνα με την κρίση του, χωρίς να δεσμεύεται από την απόφαση του πειθαρχικού συμβουλίου σχετικά με την παραπομπή".
Τέλος κατά το άρθρο 32 του ίδιου κώδικα "1. Εκτός από την περίπτωση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου, λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ο συμβολαιογράφος παύεται, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του παρόντος. 2.
Σχετικά με την παύση της προηγούμενης παραγράφου, αποφασίζει το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης. Η κίνηση της σχετικής διαδικασίας ενώπιον του δικαστηρίου του προηγούμενου εδαφίου είναι υποχρεωτική και ανήκει στον Υπουργό Δικαιοσύνης. 3. Μετά την κίνηση της διαδικασίας για την παύση του συμβολαιογράφου, ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει ένα από τα μέλη του δικαστηρίου ως εισηγητή, ο οποίος συγκεντρώνει τα αναγκαία στοιχεία για βεβαίωση του λόγου για τον οποίο εισάγεται για παύση ο συμβολαιογράφος και έχει δυνατότητα να εξετάσει μάρτυρες και να παραγγείλει τη διενέργεια πραγματογνωμοσύνης.
Ο εισηγητής καλεί τον εγκαλούμενο να παράσχει εξηγήσεις και συντάσσει πόρισμα και υποβάλλει στον πρόεδρο του δικαστηρίου εμπεριστατωμένη έκθεση, που περιέχει και τη γνώμη του για την ουσία του θέματος. 4. Ο πρόεδρος του δικαστηρίου ορίζει δικάσιμο, στην οποία καλείται ο εγκαλούμενος συμβολαιογράφος, με κλήση που περιέχει το λόγο της εισαγωγής του για παύση, καθώς και τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν αυτόν το λόγο, με λεπτομέρειες.
Η κλήση επιδίδεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας, δεκαπέντε τουλάχιστον ημέρες πριν από την ορισμένη δικάσιμο. Η συζήτηση γίνεται σε δημόσια συνεδρίαση, κατά την οποία ο εγκαλούμενος μπορεί να παρίσταται και με πληρεξούσιο δικηγόρο. 5. Το δικαστήριο προβαίνει σε γενικότερη εκτίμηση της καθόλου υπηρεσίας και συμπεριφοράς του εγκαλούμενου για παύση συμβολαιογράφου.
Η απόφαση του δικαστηρίου, που δημοσιεύεται σε δημόσια συνεδρίασή του, επιδίδεται στον εισαχθέντα για παύση και αντίγραφό της υποβάλλεται στο Υπουργείο Δικαιοσύνης. Η παύση του συμβολαιογράφου επέρχεται από την επομένη της επίδοσης σε αυτόν της αμετάκλητης απόφασης, εκδίδεται δε σχετική με αυτό διαπιστωτική απόφαση του Υπουργού Δικαιοσύνης, που δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως.
Η διάταξη του άρθρου 94 παράγραφος 2 του παρόντος εφαρμόζεται και στην περίπτωση αυτή". Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεώς της από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ’ του Κ.Π.Δ., όταν αναφέρονται σε αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία, στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι νομικές σκέψεις υπαγωγής των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόσθηκε.
Η αιτιολογία αυτή μπορεί να συμπληρώνεται από το διατακτικό της αποφάσεως, με το οποίο το σκεπτικό αποτελεί ενιαίο σύνολο. Τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να αναφέρονται γενικώς και κατά το είδος τους, χωρίς να απαιτείται αναλυτική παράθεσή τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα, ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση μεταξύ τους ή να προσδιορίζεται η αποδεικτική βαρύτητα εκάστου.
Δεν αποτελούν δε λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της ελλείψεως αιτιολογίας, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Περαιτέρω κατά το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Ε’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως της αποφάσεως αποτελεί και η εσφαλμένη ερμηνεία ή εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως. Εσφαλμένη ερμηνεία τέτοιας διατάξεως υπάρχει όταν το δικαστήριο αποδίδει σ’ αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή συντρέχει όταν το δικαστήριο δεν έκανε σωστή υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν στη διάταξη που εφάρμοσε αλλά και όταν η παραβίαση γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό αιτιολογικού και διατακτικού και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση με την προσβαλλόμενη 3/2015 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς που δίκασε ως πειθαρχικό δικαστήριο συμβολαιογράφων, η εγκαλούμενη και ήδη αναιρεσείουσα συμβολαιογράφος Πειραιώς καταδικάσθηκε για πειθαρχικό παράπτωμα και της επιβλήθηκε η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης.
Ειδικότερα το δικαστήριο δέχθηκε ανελέγκτως ότι από την εκτίμηση των μνημονευομένων κατ’ είδος αποδεικτικών μέσων αποδείχθηκαν τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Μετά από έγκληση του Ε. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η εγκαλούμενη καταδικάστηκε τελεσιδίκως ως αυτουργός του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση, που προβλέπεται και τιμωρείται από τα άρθρα 224 παρ. 2 και 98 παρ. 1 Π.
Κ., με την υπ’ αριθμ. 549, 549α, 549β, 549γ, 579 και 579α/2010 απόφαση του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς, σε ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών, η εκτέλεση της οποίας ανεστάλη επί τρία (3) έτη, αφού αναγνωρίστηκε ότι στο πρόσωπό της συνέτρεχαν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ. 2 περ. α’ Π.Κ. Το καταδικάσαν κατά τα ανωτέρω την εγκαλούμενη δικαστήριο (Πενταμελές Εφετείο Πειραιώς ) έκρινε αυτή ένοχη του ότι: "Κατά τους κατωτέρω αναφερόμενους τόπους και χρόνους, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος, κατά την ένορκη εξέτασή της ως μάρτυρα ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση κατέθεσε εν γνώσει της ψέματα και ειδικότερα: 1) Στον Πειραιά στις 15-5-2003, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον της Πταισματοδίκου του 1ου Τμήματος Πειραιώς, που διενεργούσε προανάκριση επί της με ΑΒΜ ...
μηνύσεως του πρώτου κατηγορουμένου-συζύγου της σε βάρος του ήδη εγκαλούντος κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: ‘ Όλο το περιεχόμενο της μηνύσεώς του είναι αληθές. Στις 28-12-2002 ήλθε ο μηνυόμενος για τελευταία φορά στα γραφεία μας [...] είδα τον μηνυόμενο [...] να βγάζει από το μπουφάν του το μαγνητόφωνο και να το ενεργοποιεί και ύστερα να το τοποθετεί στη χάρτινη τσάντα του.
Μπαίνοντας στο γραφείο του συζύγου μου προφασίστηκε ότι κρύωνε και του είπε να κλείσει το παράθυρο γιατί κρύωνε, όπως και έγινε. Αυτό όμως που πράγματι τον ενδιέφερε ήταν η απόλυτη ησυχία επειδή υπήρχε θόρυβος από έξω από τα μεγάφωνα του Δήμου από τα οποία ακούγονταν συνεχώς τραγούδια Χριστουγέννων και Πρωτοχρονιάς’ . 2) Στον Πειραιά στις 21-1-2008, εξεταζόμενη ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Πειραιώς, κατά την εκδίκαση της έφεσης του ήδη εγκαλούντος Ε.
Κ. κατά της υπ’ αριθμ. ΒΤ 2887/2005 αποφάσεως του Β’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Πειραιώς, κατέθεσε μεταξύ άλλων ότι: ‘ Στις 28-12 [ενν. 2002] τον είδα που έβγαλε το μαγνητόφωνο από τη δεξιά τσέπη του [...] Την ημέρα εκείνη ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια από τα μεγάφωνα του Δήμου και ο κατηγορούμενος είπε στο σύζυγό μου κλείσε το παράθυρο [...] Ήταν 12 το μεσημέρι εκείνη την ημέρα και είμαι σίγουρη ότι ακούγονταν χριστουγεννιάτικα τραγούδια.
Ο καιρός ήταν αίθριος και ο σύζυγός μου είχε ανοιχτό παράθυρο’ ". Η ως άνω κρίνασα απόφαση κατέστη αμετάκλητη μετά την απόρριψη από το Ζ’ Ποινικό Τμήμα του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου με την υπ’ αριθμ. 1619/16-11-2011 απόφασή του της από 16-2-2011 δηλώσεως-αιτήσεως της εγκαλούμενης, όπως διαμορφώθηκε με τους από 26-9-2011 πρόσθετους λόγους αναιρέσεως.
Περαιτέρω στο άρθρο 32 παρ. 1 ν. 2890/2000 ορίζεται ότι: "Εκτός από την περίπτωση της επιβολής της πειθαρχικής ποινής της οριστικής παύσης, σύμφωνα με τις διατάξεις του πειθαρχικού δικαίου λόγω βαρέος πειθαρχικού παραπτώματος, ο συμβολαιογράφος παύεται, αν καταδικάστηκε αμετάκλητα για κακούργημα ή σε ποινή φυλάκισης για κάποιο πλημμέλημα από αυτά που αναφέρονται στο άρθρο 23 παράγραφος 5 του παρόντος", ενώ στο άρθρο 23 παρ. 5 του αυτού νόμου ορίζεται ότι: "[Δεν διορίζεται συμβολαιογράφος:] Όποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για πλημμέλημα σε ποινή φυλάκισης για τις πράξεις κλοπής (άρθρα 372 και 373 Π.Κ.), ψευδορκίας και ψευδούς ανώμοτης κατάθεσης (άρθρα 224 και 225 Π.Κ.)".
Από τα προεκτεθέντα συνάγεται με σαφήνεια το συμπέρασμα ότι η εγκαλούμενη έχει καταδικαστεί αμετάκλητα για πλημμέλημα, αυτό της ψευδορκίας μάρτυρα, το οποίο θα αποτελούσε κώλυμα για το διορισμό της σε θέση συμβολαιογράφου στην περίπτωση που δεν είχε ήδη την ιδιότητα αυτή, με αποτέλεσμα να υφίσταται νόμιμη περίπτωση για την επιβολή εις βάρος της ποινής της οριστικής παύσεως από το δικαστήριο που είναι αρμόδιο για την επιβολή της πειθαρχικής αυτής ποινής και συγκεκριμένα από το Εφετείο Πειραιώς με πενταμελή σύνθεση, συντιθέμενο σύμφωνα με τις προβλέψεις του Οργανισμού των Δικαστηρίων και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας (άρθρα 32 παρ.
εδαφ. α’ , 56 παρ. 2 και 59 ν. 2830/2000, 4 παρ. 1 περ. ε’ , 3 και 17 Β ν.1756/1988). Επιπροσθέτως και σε σχέση με τους ισχυρισμούς της εγκαλούμενης που διαλαμβάνονται στα προαναφερόμενα υπομνήματά της, σύμφωνα με τους οποίους: 1. Υφίσταται δεδικασμένο για το αποδιδόμενο σ’ αυτή πειθαρχικό παράπτωμα, το οποίο (δεδικασμένο) υφίσταται λόγω της εκδόσεως των υπ’ αριθμ. 21/2014, 2/2015, 16/2015 και 18/2015 απαλλακτικών αποφάσεων του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Συμβολαιογράφων του Πρωτοδικείου Πειραιώς, τα οποία έκριναν επί πειθαρχικών αγωγών αφορωσών κατηγορίες ταυτιζόμενες με αυτή για την οποία ζητείται η οριστική της παύση, 2.
Συντρέχει περίπτωση εφαρμογής στην υπόψη περίπτωση της αρχής που διατυπώνεται στο άρθρο 47 ν. 2830/2000, στο οποίο ορίζεται ότι: "Κανείς δεν διώκεται δεύτερη φορά για το ίδιο πειθαρχικό αδίκημα" και 3. Η κίνηση της κατ’ αυτής πειθαρχικής διώξεως δεν έγινε σύννομα και τούτο διότι το σχετικό διωκτικό έγγραφο δεν συνυπογράφεται από τον Υπουργό Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων και το Γενικό Γραμματέα του αυτού Υπουργείου, στον οποίο έχει μεταβιβαστεί η σχετική αρμοδιότητα, παρά μόνο από το δεύτερο, πρέπει να σημειωθούν τα ακόλουθα:
Από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς οι πρώτος και δεύτερος συμπλέκονται και τούτο διότι το "πειθαρχικό δεδικασμένο" συνιστά απόρροια της δεσμεύσεως που απορρέει από την πρόβλεψη του άρθρου 47 ν. 2830/2000. Όμως η υποβολή του σχετικού ισχυρισμού και το αίτημα για κήρυξη της πειθαρχικής διώξεως απαράδεκτης στηρίζονται στην εσφαλμένη προϋπόθεση ότι υφίσταται ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία χώρησε απαλλαγή αυτής (εγκαλούμενης) και του ενδίκου πειθαρχικού παραπτώματος, ενώ ταυτότητα δεν υφίσταται ενόψει του ότι στην παρούσα περίπτωση υφίσταται επιπλέον το πραγματικό γεγονός της αμετάκλητης καταδίκης της εγκαλούμενης για το έγκλημα που περιγράφεται αναλυτικά παραπάνω.
Άλλωστε η διαφοροποίηση αυτή είναι εκείνη που διαφοροποιεί και την απειλούμενη πειθαρχική ποινή και καθιστά... το δικαστήριο του Εφετείου Πειραιώς με πενταμελή σύνθεση αρμόδιο για την εκδίκαση της υπόψη πειθαρχικής υποθέσεως. Ως εκ περισσού σημειώνεται ότι και περίπτωση ποινικού δεδικασμένου δεν υφίσταται διότι αν υπήρχε προγενέστερο τέτοιο θα κωλυόταν η έκδοση της προαναφερόμενης αποφάσεως του δικαστηρίου του Αρείου Πάγου λόγω ακριβώς του υφιστάμενου δεδικασμένου, ενώ μεταγενέστερο τέτοιο δεν είναι νοητό.
Περαιτέρω όσον αφορά τον τρίτο από τους προαναφερόμενους ισχυρισμούς πρέπει να σημειωθεί ότι ναι μεν ο Υπουργός Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρώπινων Δικαιωμάτων με την υπ’ αριθμ. .../29-10-2014 απόφασή του (Φ.Ε.Κ. Β’ 2895/29-10-2014) μεταβίβασε στο Γενικό Γραμματέα του Υπουργείου μεταξύ άλλων την αρμοδιότητα για την υποβολή προς το αρμόδιο για τους συμβολαιογράφους δικαστήριο για την κίνηση της διαδικασίας παύσεως κατ’ άρθρο 32 ν. 2830/2000 (άρθρο 1 αριθμ. 36 της ανωτέρω Υ.Α.) διακρατήσας για το πρόσωπό του το δικαίωμα παράλληλης ασκήσεως της προαναφερόμενης αρμοδιότητας (άρθρο 18 παρ. 1 της ανωτέρω Υ.Α.), πλην όμως από τη ρύθμιση αυτή δεν συνάγεται ως αναγκαίο συμπέρασμα ότι για την άσκηση της εν λόγω αρμοδιότητας απαιτείται η σύμφωνη γνώμη των ανωτέρω προσώπων και, επομένως, η συνυπογραφή του σχετικού εγγράφου και τούτο διότι παράλληλη άσκηση αρμοδιότητας σημαίνει ότι οι φορείς των προαναφερόμενων οργάνων είναι εξίσου αρμόδιοι για την άσκηση της αρμοδιότητας την οποία μπορεί να ασκήσει είτε ο ένας είτε ο άλλος.
Άλλωστε θα αποτελούσε λογικό και νομικό παράδοξο να απεκδύεται ο προϊστάμενος υπουργείου υπουργός από ανήκουσα σ’ αυτόν αρμοδιότητα και να μεταβιβάζει την άσκησή της στο γενικό γραμματέα του υπουργείου, διακρατώντας έστω το δικαίωμα παράλληλης ασκήσεως της αρμοδιότητας όχι προς το σκοπό "αποκεντρώσεως" των αρμοδιοτήτων για την αποτελεσματικότερη και ταχύτερη άσκησή τους αλλά προς τον σκοπό να προσθέσει και άλλο, μη δικαιούχο κατ’ αρχήν, πρόσωπο για την άσκησή της.
Ενόψει των ανωτέρω οι ως άνω ισχυρισμοί της εγκαλούμενης πρέπει να απορριφθούν. Κατ’ ακολουθία των ως άνω γενομένων δεκτών, η εγκαλουμένη πρέπει να κριθεί πειθαρχικώς ελεγκτέα κατά πλειοψηφία...". Ακολούθως το δικαστήριο, κρίνοντας επί της επιβλητέας στην αναιρεσείουσα συμβολαιογράφο πειθαρχικής ποινής, δέχθηκε ότι: "Επειδή η πράξη για την οποία η εγκαλουμένη κρίθηκε πειθαρχικώς ελεγκτέα προβλέπεται και τιμωρείται από τις διατάξεις των άρθρων 32 του ν. 2830/2000 του κώδικα συμβολαιογράφων και 224 παρ. 2 και 98 παρ. 1 Π.Κ.
Επειδή κατά το άρθρο 48 του ν. 2830/2000 μόλις διαπιστωθεί πειθαρχικό παράπτωμα, η ποινή που επιβάλλεται και η επιμέτρησή της, εντός των ορίων που διαγράφονται από το νόμο, προσδιορίζονται α) από τη βαρύτητα του αδικήματος και των συνεπειών τις οποίες αυτό είχε, καθώς και από τον αντίκτυπό του στην άψογη άσκηση των έργων του συμβολαιογράφου και του γοήτρου του σώματος, β) από την ένταση του δόλου ή το βαθμό της αμελείας του διωκομένου, γ) από τις περιστάσεις υπό τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα και γενικά από τις συνθήκες που επικρατούν και δ) από την πείρα του διωκομένου συμβολαιογράφου.
Το δικαστήριο, λαμβάνοντας υπόψη τα ως άνω στοιχεία και ειδικότερα τη βαρύτητα του αδικήματος και τις συνέπειες που είχε αυτό, τον αντίκτυπό του στην άψογη άσκηση των έργων του συμβολαιογράφου και του γοήτρου του σώματος, το βαθμό της υπαιτιότητας της διωκομένης, τις περιστάσεις κάτω από τις οποίες τελέστηκε το αδίκημα, καθώς και την πολυετή πείρα αυτής, κρίνει ομόφωνα ότι πρέπει να επιβληθεί στην εγκαλουμένη η πειθαρχική ποινή της έγγραφης επίπληξης".
Στη συνέχεια δε επέβαλε στην αναιρεσείουσα την ανωτέρω πειθαρχική ποινή. Με βάση τις παραδοχές αυτές, συμπληρούμενες από το διατακτικό, το πειθαρχικό δικαστήριο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις διατάξεις του κώδικα συμβολαιογράφων, δεχόμενο ότι η αναιρεσείουσα υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα κατά τη συνδυασμένη εφαρμογή των άρθρων 23 παρ. 5 , 42 παρ. 1 και 43 του ανωτέρω κώδικα, εφόσον κατά παράβαση των μνημονευομένων αυτών διατάξεων επέδειξε υπαίτια και καταλογιστή συμπεριφορά η οποία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητά της και καταφανώς πλήττει το κύρος της και θίγει το γόητρο του σώματος.
Ειδικότερα το δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία που απαιτείται από τις προαναφερθείσες διατάξεις του Συντάγματος και του Κ.Π.Δ., αφού εκθέτει σ’ αυτήν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την αποδεικτική διαδικασία και συγκροτούν την υποκειμενική και αντικειμενική υπόσταση του πειθαρχικού αδικήματος στο οποίο δέχθηκε ότι υπέπεσε η αναιρεσείουσα, τα αποδεικτικά μέσα στα οποία στηρίχθηκε προς μόρφωση της περί αυτού κρίσεώς του, καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους έκανε την υπαγωγή των εν λόγω πραγματικών περιστατικών στις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 27, 224, 98 του Π.Κ., 23 παρ. 5, 32, 42, 43 παρ. 1 περ.
β και δ, 44, 48, 51, 56, 57, 63 και 91 του κώδικα συμβολαιογράφων, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου, δηλαδή με ασαφείς ή ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες και δεν στερείται νόμιμης βάσεως. Ειδικότερα, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα και αναφορικά με τις επί μέρους αιτιάσεις της αναιρεσείουσας:
α) στο αιτιολογικό της προσβαλλόμενης αποφάσεως παρατίθενται τα πραγματικά περιστατικά τα οποία θεμελιώνουν σαφώς την υπαίτια (από δόλο) τέλεση από αυτή πειθαρχικού αδικήματος και δη της ψευδορκίας μάρτυρα κατ’ εξακολούθηση σε βάρος του Ε. Κ. και την αμετάκλητη καταδίκη της σε ποινή φυλάκισης για την πράξη αυτή, η οποία είναι ασυμβίβαστη με την ιδιότητα του συμβολαιογράφου και πλήττει καταφανώς το κύρος της αναιρεσείουσας και το γόητρο του συμβολαιογραφικού σώματος, β) η παραπάνω και στο αιτιολογικό αναφερόμενη συμπεριφορά που συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα της καταδικασθείσας συμβολαιογράφου, προσδιορίζεται από τις γενικές διατάξεις και κανόνες του κώδικα συμβολαιογράφων που αναφέρονται στην άσκηση του λειτουργήματος των συμβολαιογράφων και ιδία από το προπαρατεθέν άρθρο 42 παρ. 1 του άνω κώδικα, γ) ορθά ερμηνεύθηκαν και εφαρμόστηκαν οι προπαρατεθείσες διατάξεις του άρθρου 27 του Π.Κ.
και των άρθρων 23 και 42, 43 του κώδικα συμβολαιογράφων περί πειθαρχικού παραπτώματος, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις περιγράφεται ως παραπάνω η υπαίτια (από δόλο) συμπεριφορά της εγκαλούμενης και ήδη αναιρεσείουσας συμβολαιογράφου για την οποία καταδικάστηκε αμετακλήτως, συμπεριφορά που ρητά αναφέρεται στο άνω αιτιολογικό ότι είναι ασυμβίβαστη προς την ιδιότητά της ως συμβολαιογράφου και συνιστά πειθαρχικό παράπτωμα, για το οποίο και ορθά η αναιρεσείουσα καταδικάστηκε.
Επομένως ο από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του Κ.Π.Δ. συναφής τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προβάλλεται ελλιπής, αντιφατική και ασαφής αιτιολογία της προσβαλλόμενης αποφάσεως, είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
Κατά το άρθρο 57 παρ. 1 του Κ.Π.Δ. "Αν κάποιος έχει καταδικαστεί αμετάκλητα ή αθωωθεί ή έχει πάψει ποινική δίωξη εναντίον του, δεν μπορεί να ασκηθεί και πάλι εις βάρος του δίωξη για την ίδια πράξη, ακόμη και αν δοθεί σ’ αυτή διαφορετικός χαρακτηρισμός" και κατά την παρ. 3 του ίδιου άρθρου "Αν παρά την πιο πάνω απαγόρευση ασκηθεί ποινική δίωξη, κηρύσσεται απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την ύπαρξη δεδικασμένου, που ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. ΣΤ’ του Κ.Π.Δ. λόγο αναιρέσεως, πρέπει να συντρέχουν: α) αμετάκλητη απόφαση (ή βούλευμα) που αποφαίνεται για τη βασιμότητα ή μη της κατηγορίας ή παύει οριστικά την ποινική δίωξη για μια αξιόποινη πράξη β) ταυτότητα προσώπου, ήτοι του κατηγορουμένου που δικάσθηκε με την απόφαση που στηρίζει το δεδικασμένο και γ) ταυτότητα πράξεως ως ιστορικού γεγονότος στο σύνολο του, που περιλαμβάνει όχι μόνο την ενέργεια ή παράλειψη του δράστη αλλά και το αξιόποινο αποτέλεσμα που προκλήθηκε από αυτή.
Η "πράξη" κατά το άρθρο 57 του Κ.Π.Δ. νοείται υπό την έννοια της υλικής ή φυσικής πράξεως του καθημερινού βίου, με οποιονδήποτε νομικό χαρακτηρισμό και αν κρίθηκε κατ’ ουσία, έστω και αν αυτός επιτρεπτά μεταβλήθηκε. Και τούτο διότι και υπό διαφορετικό νομικό χαρακτηρισμό πρόκειται για την ίδια πράξη, αφού απαιτείται το αυτό γεγονός και όχι το αυτό έγκλημα.
Για την ταυτότητα πράξεως απαιτείται ταυτότητα τόπου και χρόνου, ενώ ο χρόνος δεν επηρεάζει την ταυτότητα της πράξεως μόνο όταν είναι αποδεδειγμένο ότι αυτή άπαξ τελέσθηκε (Α.Π. 848/2013, Α.Π. 114/2010). Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την αιτίαση ότι η προσβαλλόμενη απόφαση παραβίασε ευθέως τη διάταξη του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ.
ΣΤ’ του Κ.Π.Δ., μη λαμβάνοντας δεσμευτικά υπόψη το "πειθαρχικό δεδικασμένο", που κατ’ αυτήν προέκυπτε από τις 21/2014, 2/2105, 16/2015 και 18/2015 απαλλακτικές αποφάσεις του Τριμελούς Πειθαρχικού Συμβουλίου Συμβολαιογράφων του Πρωτοδικείου Πειραιώς, με τις οποίες είχε κριθεί μη πειθαρχικώς ελεγκτέα για πειθαρχικά παραπτώματα ταυτιζόμενα με αυτά για τα οποία παραπέμφθηκε για οριστική παύση.
Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως ερειδόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση και συνακόλουθα αβάσιμος, καθόσον δεν υφίσταται ταυτότητα των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν τα πειθαρχικά παραπτώματα για τα οποία χώρησε απαλλαγή της αναιρεσείουσας και του ενδίκου πειθαρχικού παραπτώματος και ειδικότερα στην παρούσα περίπτωση υφίσταται επί πλέον το πραγματικό περιστατικό της προαναφερθείσας αμετάκλητης καταδίκης της για το άνω αδίκημα, γεγονός που διαφοροποιεί και την απειλούμενη πειθαρχική ποινή και καθιστά αρμόδιο να εκδικάσει την υπόψη πειθαρχική υπόθεση το εφετείο με πενταμελή σύνθεση.
Τέλος με το δεύτερο λόγο αναιρέσεως η αναιρεσείουσα προβάλλει την από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Η’ Κ.Π.Δ. πλημμέλεια της υπερβάσεως εξουσίας και συγκεκριμένα ότι, αφού το πενταμελές εφετείο έκρινε ότι αυτή υπέπεσε σε πειθαρχικό παράπτωμα, είχε αρμοδιότητα να κρίνει μόνο για την οριστική της παύση από το επάγγελμα της συμβολαιογράφου και συνεπώς η επιβολή σ’ αυτήν της πειθαρχικής ποινής της έγγραφης επίπληξης έγινε καθ’ υπέρβαση της δικαιοδοσίας του. Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος διότι, κατά την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 57 του κώδικα συμβολαιογράφων, το πενταμελές εφετείο το οποίο είναι αρμόδιο για την επιβολή της ποινής της οριστικής παύσεως στους συμβολαιογράφους που υπηρετούν στην περιφέρειά του, αν κρίνει τελικά τον υπαίτιο του πειθαρχικού αδικήματος συμβολαιογράφο άξιο τιμωρίας, με ποινή όμως κατώτερη από την οριστική παύση, επιβάλλει την προσήκουσα ποινή σύμφωνα με την κρίση του. Μετά από αυτά και εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος παραδεκτός λόγος αναιρέσεως, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση στο σύνολό της και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα (άρθρο 583 παρ. 1 του Κ.Π.Δ.).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 22-12-2015 και με αριθμό πρωτοκόλλου .../23-12-2015 αίτηση-δήλωση της Π. συζ. Μ. Π., το γένος Ε. Β., συμβολαιογράφου Πειραιώς, για αναίρεση της 3/2015 αποφάσεως του Πενταμελούς Εφετείου Πειραιώς που δίκασε ως πειθαρχικό δικαστήριο συμβολαιογράφων.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα, τα οποία ορίζει σε διακόσια πενήντα (250) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 2 Νοεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ