Legislator Case Law & Legislation
1871/2011 AI generated

1871/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1871/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1871/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2-9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Keywords

AI generated
property ownership public domain standing of the municipality guarantee of ownership territorial guarantee rural land rights
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1871 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1871/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου , Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος-καθού η κλήση: Ελληνικού Δημοσίου που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που εδρεύει στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Κωνσταντίνα Χριστοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ., με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης-καλούσας: Α. συζ. Ι. Α., το γένος Α. Τ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Διονύσιο Αναγνώστου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4-7-2002 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1126/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 8068/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείων με την από 14-6-2007 αίτησή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 1804/2009 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρει προς συζήτηση η καλούσα με την από 23-11-2010 κλήση της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 24-3-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, για το παραδεκτό της από 14 - 6 - 2007 αίτησης αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου κατά της 8068/2006 απόφασης του Εφετείου Αθηνών έχει κατατεθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα αντίγραφο της 1315-14-11-2007 σύμφωνης γνώμης του αρμόδιου Τμήματος του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους (άρθρο 12 παρ. παρ. 1,2 του ν. 2298/1995, όπως αντικαταστάθηκε με τα άρθρα 28 παρ. 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν. 2721/1999).

Επειδή, επί δημοσίων κτημάτων, όπως είναι και τα δάση, τα οποία είναι εθνικά ( εκτός των διαλαμβανομένων στα άρθρα 1 και 2 του από 17-11/1-12-1836 Β.Δ/τος, τα οποία θεωρούνται ως ιδιωτικά υπό τις προϋποθέσεις που ορίζονται στο άρθρο 3 του εν λόγω Β.Δ/τος), ήταν επιτρεπτή η κτήση κυριότητας από ιδιώτη με έκτακτη χρησικτησία, σύμφωνα με τις έχουσες εφαρμογή κατ' άρθρο 51 Εισ.

Ν.ΑΚ, για τον προ της ενάρξεως της ισχύος του Α.Κ., χρόνο διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Πανδ. (50.14), ν.2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), ν.6 παρ. 1 Πανδ. (44.3), ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23.3), δηλαδή κατόπιν ασκήσεως νομής επί του δημοσίου κτήματος με καλή πίστη, ήτοι με την ειλικρινή πεποίθηση του νομέως, ότι με τη κτήση της νομής του πράγματος δεν προσβάλλει κατ' ουσίαν το δικαίωμα κυριότητας τρίτου, σύμφωνα με τις διατάξεις των ν. 20 παρ. 12 Παν. (5-8), 27 Πανδ.(18-1), 10,18 και 48 πανδ (41.3), 3 Πανδ. (41-10) και 109 Πανδ. (50.16), τη συνδρομή της οποίας, ενόψει της φύσεως ως ενδιάθετης καταστάσεως, συνάγει ο δικαστής της ουσίας συμπερασματικώς, από τα περιστατικά που δέχθηκε ως αποδειχθέντα, καθώς και με διάνοια κυρίου, για χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα του χρησιδεσπόζοντος να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον ΑΚ, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία (βλ.

και τις διατάξεις των ν. 18.24 παρ. 1 Πανδ. (41-3) παρ. 9 Εισ (2-9), ν.2 κωδ (7-30) Βασ. (50-10). Οι διατάξεις αυτές δεν καταργήθηκαν με τον μεταγενέστερο από 21 Ιουνίου 1837 νόμο "περί διακρίσεως κτημάτων" στο άρθρο 21 του οποίου ορίζεται ότι "ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων πραγμάτων εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω περιεχόμεναι διατάξεις", επομένως και οι προαναφερόμενες διατάξεις του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του ν. της 21.6/3-7-1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται, ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον η τριακονταετής νομή αυτών, κατά τις διατάξεις των ν. 8 παρ. 1 Κωδ. (7.39) Βασ. 9 παρ. 1 (50.14) είχε συμπληρωθεί μέχρι και της 11ης Σεπτεμβρίου 1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις αφενός του νόμου ΔΞΗ /1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου" που εκδόθηκαν με βάση αυτόν από 12-9-1915 μέχρι και της 16-5-1926 και αφ' ετέρου του άρθρου 21 του ν.δ/τος της 22.4/16-5-1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κ.λ.π", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4 του αν.

ν. 1539/1938 "περί προστασίας των δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με το άρθρο 53 Εισ. Ν. αυτού, με τις οποίες διατάξεις ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματά του, άρα και η χρησικτησία πάνω σ' αυτά (Ολ.ΑΠ 75/1987).

Κατά το άρθρο 1 του β.δ/τος 12-12-1833 που έχει ισχύ νόμου, "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά την συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν και δεν καθιστά ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά. Η έννοια αυτή προκύπτει και από : α) το άρθρο 1 παρ. 2 ν. ΚΘ` 31.1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 ν.

ΨΗΖ/1880, κατά το οποίο, οι κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών την νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων γίνονταν μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων. Περαιτέρω, από τις προαναφερόμενες διατάξεις περί κτήσεως κυριότητος ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, 18, 21 του ν.

της 21.6/3-7-1837, 21 του ν.δ. της 22.4/16-5-1926, 60 ν. ΣΟΖ/1855 και 12 παρ. 1 ν. ΔΝΖ/1912 προκύπτει, ότι είναι δυνατή η απόκτηση κυριότητας επί βοσκοτόπων, εθνικών ή μη και υπό ιδιωτών, εφόσον αυτοί τους ενέμοντο με διάνοια κυρίου και καλή πίστη επί τριακονταετία μέχρι και τη 11ης Σεπτεμβρίου 1915. Ειδικότερα δε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις του από 17 Νοεμβρίου 1836 β.δ/τος περί ιδιωτικών δασών, που έχει ισχύ νόμου, το Δημόσιο αναγνωρίστηκε μ' αυτό κύριο εκτάσεως, η οποία πριν από την ισχύ του ήταν δάσος, εκτός εκείνων για τις οποίες υπήρχε έγγραφη απόδειξη Οθωμανικής Αρχής, ότι ανήκαν πριν από τον περί Ανεξαρτησίας Αγώνα, σε ιδιώτες, καθώς και εκείνων που ανήκαν σε ιδιωτικά χωρία, σε αμφότερες δε τις περιπτώσεις αυτές, εάν και εφόσον οι σχετικοί τίτλοι ιδιοκτησίας υποβλήθηκαν στη Γραμματεία επί των Οικονομικών μέσα στην οριζόμενη από το άρθρο 3 παρ.

α' ανατρεπτική προθεσμία. Ούτε, όμως, από το ως άνω από 17 Νοεμβρίου 1836 β. δ/μα ούτε από άλλη διάταξη απαγορευόταν τότε η έκτακτη χρησικτησία επί των δημοσίων δασών και γενικότερα επί των δημόσιων κτημάτων, ακόμη και επί εκείνων που περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο δυνάμει της από 9 Ιουλίου 1832 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των από 6 Ιουνίου 1830 και 7 Ιουλίου 1830 πρωτοκόλλων του Λονδίνου, αλλ' αντιθέτως αυτή ήταν επιτρεπτή τόσο κατά τους ν. 18 πανδ. (41.3), ν. 2 κωδ. (7.30), παρ. 9 Εισηγ. (2.6), όσο και κατά το άρθρο 21 του μετέπειτα ισχύσαντος από 2.6/3.7.1837 νόμου "περί διακρίσεως κτημάτων", και μπορούσε να οδηγήσει σε κτήση κυριότητας και επί πραγμάτων της άνω κατηγορίας, εφόσον όμως, είχε συμπληρωθεί μέχρι της 12-9-1915, από της οποίας και μετά, ενόψει του ν.

ΔΞΗ/1912 και των εκδοθέντων σε εκτέλεση αυτού αλλεπάλληλων β. δ/των και του ν.δ/τος της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης κλπ." αποκλείστηκε η χρησιδεσποτεία των ανηκόντων στο Ελληνικό Δημόσιο ακινήτων πραγμάτων. Ούτε, τέλος, απαιτείτο από τις άνω διατάξεις, ως προϋπόθεση της αξιούμενης καλής πίστεως για την κτήση κυριότητος επί δημοσίου δάσους και γενικώς επί δημόσιων ακινήτων πραγμάτων, με έκτακτη χρησικτησία, η ύπαρξη ταπίου υπέρ του χρησιδεσπόζοντος ή η εκ μέρους αυτού υποβολή τίτλων ιδιοκτησίας κατά το άρθρο 3 παρ.

α' του άνω από 17 Νοεμβρίου 1836 β. δ/τος. Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση τον πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Ο δε από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται , όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη αναδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή την κατάλυση του δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για την οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, το Εφετείο, σχετικά με την ένδικη αναγνωριστική αγωγή της ενάγουσας και της ένστασης ιδίας κυριότητας του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου, δέχτηκε τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Το επίδικο ακίνητο είναι εδαφική έκταση εμβαδού 34.348 τ.μ., ευρισκόμενη στην κτηματική περιφέρεια του Δήμου Γαλατσίου Αττικής, στην θέση "...", πρώην "..." ή "...", εκτός του εγκεκριμένου σχεδίου πόλεως αλλά σε επαφή με αυτό, συνορεύει δε ανατολικώς εν μέρει με πρώην ιδιοκτησία της εταιρίας "ΚΕΚΡΟΨ Α.Ε." και νυν με ιδιοκτησία αγνώστου και εν μέρει με τις εγκεκριμένες οδούς ...

και ..., δυτικώς με την εγκεκριμένη οδό ..., βορείως με ατραπό και νοτίως με εδαφική λωρίδα πρώην ιδιοκτησίας του δικαιοπαρόχου της ενάγουσας (ήδη καλούσας-αναιρεσίβλητης) Α. Τ., απαλλοτριωθείσα αναγκαστικώς από το έτος 1969 από το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, υπέρ αυτού και με δαπάνες του για την εγκατάσταση αγωγού από δεξαμενής Ψυχικού προς την περιοχή Γαλατσίου.

Το εν λόγω ακίνητο περιήλθε στην αναιρεσίβλητη από κληρονομιά του πατέρα της Α. Τ., ο οποίος απεβίωσε χωρίς διαθήκη στις 19-6-1982 και του οποίου την κληρονομιά αυτή, ως μοναδική εξ αδιαθέτου κληρονόμος του, απεδέχθη (επ' ωφελεία απογραφής) δυνάμει της νομίμως μεταγραφείσας στα οικεία βιβλία του Δήμου Αθηναίων .../8-7-1983 πράξεως αποδοχής του συμβολαιογράφου Αθηνών Διονυσίου Μουρσλάτου.

Το ακίνητο αυτό αποτελεί τμήμα μείζονος εκτάσεως, εμβαδού 4500 στρεμμάτων περίπου, γνωστής ως κτήμα "..." και μετέπειτα ως κτήμα Β., την οποία ενέμοντο με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και νομίμους τίτλους, από το έτος 1833 και μέχρι την άσκηση της αγωγής (4-7-2002) ο Α. Κ. και οι αναφερόμενοι καθολικοί και ειδικοί διάδοχοί του, η τελευταία εκ των οποίων σε σχέση με το συγκεκριμένο ακίνητο είναι η ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα.

Ειδικότερα, ο απώτατος δικαιοπάροχος αυτής Α. Κ. απέκτησε το προαναφερόμενο κτήμα, το οποίο από το έτος 1829 τελούσε υπό την κυριότητα και σε κάθε περίπτωση υπό την κατοχή της Ελληνικής οικογένειας Κοτζιά, με διαδοχικές αγορές από Έλληνες ιδιοκτήτες, που συνήφθησαν το έτος 1833 και μετέπειτα, άλλοτε με ιδιωτικά και άλλοτε με συμβολαιογραφικά έγγραφα, ήτοι α) με το από 13-2-1833 συμφωνητικό του μνήμονος πωλήσεων Π.

Π., λόγω πωλήσεως από τον Ν. Ζ., β) με το από 27-2-1833 συμφωνητικό (ομόλογο) του Δημογέροντα Αθηνών Παλαιολόγου Βενιζέλου, λόγω πωλήσεως από τους Γ., Μ. και Κ. Τ., γ) με το .../1837 συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κωνσταντίνου Πιτάρη, που έχει νομίμως μεταγραφεί, λόγω πωλήσεως από τον Β. Κ. - Κ., δ) με τα 2415/1841, 1804/1843 συμβόλαια του ίδιου συμβολαιογράφου, που έχουν νομίμως μεταγραφεί, λόγω ανταλλαγής και πωλήσεως από τους Σ.

Κ. και Π. Κ., ε) με τα .../1852, .../1852, .../1852 και .../1852 συμβόλαια του ιδίου συμβολαιογράφου που έχουν νομίμως μεταγραφεί, λόγω πωλήσεως από τον Α. Κ. με το πρώτο, από τον Ι. Κ. με το δεύτερο, από τους Μ. Μ., Κ. Β. και Γ. Κ. με το τρίτο και από την Σ. Τ. με το τέταρτο εξ αυτών και θ) με το .../1853 συμβόλαιο του αυτού συμβολαιογράφου, λόγω πωλήσεως από τους Μ.

Σ., Μ. Ζ. και Γ. Ζ.. Ο ανωτέρω Α. Κ., αποβιώσας στις 10-10-1864, κατέλειπε την από 11-1-1864 μυστική διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε με το 8/11-11-1864 πρακτικό του Πρωτοδικείου Αθηνών και με την οποία εγκατέστησε ως μοναδική κληρονόμο του σε ολόκληρη της ως άνω έκταση την Α. χήρα Λ. Β. ή Μ., σύζυγο πρώτου εξαδέλφου του. Έτσι, αυτή υπεισήλθε και αναμείχθηκε στην κληρονομιά, η παράδοση της οποίας σε αυτήν από τους εκτελεστές της διαθήκης πιστοποιείται με την .../31-3-1865 πράξη του συμβολαιογράφου Αθηνών Στεφάνου Ταβανάτη.

Ακολούθως, η αποβιώσασα στις 21-1-1899 Α. χήρα Λ. Β. ή Μ. κατέλειπε μοναδικό εξ αδιαθέτου κληρονόμο της τον υιό της Γ. Λ. Β. ή Μ., ο οποίος υπεισήλθε στην κληρονομιά της μητέρας του, στην οποία περιλαμβανόταν και ολόκληρο το μείζον κτήμα των 4500 περίπου στρεμμάτων, επομένως και το επίδικο, και αναμείχθηκε σ' αυτήν.

Ο τελευταίος, αποβιώσας χωρίς διαθήκη στις 15-2-1911, κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την σύζυγό του Ε. Γ. Β. και από τα τέσσερα τέκνα του Α. Γ. Β., Λ. Γ. Β., Α. συζ. Α. Ε. και Μ. συζ. Ι. Κ., πλην, όμως, η τελευταία αποποιήθηκε την κληρονομιά και η μερίδα της προσαύξησε ισομερώς τις μερίδες των άλλων. Από τους υπολοίπους, οι οποίοι υπεισήλθαν στην κληρονομιά και αναμείχθηκαν σ' αυτήν, ο Λ.

Β., ενώ εκκρεμούσε η δίκη διανομής, που είχε ανοιγεί με την από 31-8-1911 αγωγή του ενώπιον του Πρωτοδικείου Αθηνών, αγόρασε τα εξ αδιαιρέτου μερίδια της μητέρας του Ε. Γ. Β. και της αδερφής του Α. Α. Ε., δυνάμει του νομίμως μεταγραφέντος .../1918 συμβολαίου (1/4 από την καθεμία) και έτσι έγινε κύριος του ακινήτου κατά τα 3/4 εξ αδιαιρέτου, ενώ κατά το υπόλοιπο 1/4 εξ αδιαιρέτου παρέμεινε συγκυρία η αδερφή του Α.

Γ. Β.. Στη συνέχεια ο Λ. Β. και η Α. Β., ως μόνοι πλέον συγκύριοι του ακινήτου "..." με το .../16-3-1927 συνυποσχετικό συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Αθηνών Κ. Ρούσσου συμφώνησαν την κατάργηση των μεταξύ τους δικών και την εξώδικη διανομή του κτήματος, η οποία πραγματοποιήθηκε βάσει της από 4-6-1927 αποφάσεως των διορισθέντων πραγματογνωμόνων, διαιτητών και επιδιαιτητών, καθώς και βάσει των 1-16/1927 πρακτικών διαιτησίας, που έχουν κηρυχθεί εκτελεστά (απόφαση και πρακτικά) με τις 7008 και 8855/1927 αποφάσεις του Προέδρου Πρωτοδικών αντιστοίχως, ενώ όλα τα ανωτέρω έγγραφα, ως τίτλοι ιδιοκτησίας, έχουν νομίμως μεταγραφεί στα βιβλία μεταγραφών του Δήμου Αθηναίων (τομ. ..., αριθμ. 138).

Με την διανομή αυτή ο Λ. Β. έλαβε το βόρειο τμήμα του γνωστού πλέον κτήματος Β., η δε Α. Β. το νότιο τμήμα αυτού, εντός του οποίου περιλαμβάνεται και το επίδικο με ορισμένα άλλα διαιρετά τμήματά του. Ακολούθως, μετά τον επισυμβάντα στις 14-12-1930 θάνατο της Α. Γ. Β., άλλοτε συζύγου Ε. Τ., οι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, ήτοι τα έξι (6) τέκνα της Σ.

Ε. Τ., Γ. Ε. Τ., Ν. Ε. Τ., Π. Ε. Τ., Ε. Ι. Ρ., το γένος Ε. Τ. και Α. Ε. Τ., υπεισήλθαν στην κληρονομιά της μητέρας τους και αναμείχθηκαν σ' αυτήν, στη συνέχεια δε, δυνάμει του νομίμως μεταγεγραμμένου .../26-2-1936 συμβολαίου του συμβολαιογράφου Αθηνών Ιωάννου Αναστασίου, προέβησαν σε εξώδικη διανομή αυτής (κληρονομιάς) και ο άμεσος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης Α.

Ε. Τ. έλαβε στην μερίδα του, μεταξύ άλλων, και το επίδικο ακίνητο, το οποίο εμφαίνεται με τα στοιχεία Κ- 4 στο από 7-7-1934 Γενικό σχέδιο διανομής του μηχανικού Α. Χ., που έχει προσαρτηθεί στο προηγούμενο .../1935 συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου, επανάληψη του οποίου, λόγω ακυρότητάς του, αποτελεί το προαναφερόμενο .../26-2-1936 συμβόλαιο, το ακίνητο δε αυτό κληρονόμησε πλέον η ενάγουσ-αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, ο αρχικός ιδιοκτήτης του μείζονος κτήματος Α. Κ., καθώς και όλοι οι προαναφερθέντες διάδοχοί του κατείχαν και ενέμοντο αυτό ως ενιαίο ακίνητο, επομένως, και την επίδικη έκταση, με διάνοια κυρίου, καλή πίστη και με βάσει τους τίτλους τους, συνεχώς από το έτος 1833 και πάντως ολόκληρο προ του έτους 1855 έως την άσκηση της αγωγής, έχοντες την ειλικρινή πεποίθηση μέχρι την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), ότι νεμόμενοι τούτο, δεν προσβάλλουν το δικαίωμα κυριότητας τρίτων, ούτε του Ελληνικού Δημοσίου, μετά δε την εισαγωγή του ΑΚ, έχοντες την πεποίθηση, χωρίς βαριά αμέλεια, ότι είχαν αποκτήσει κυριότητα στο ανωτέρω κτήμα και στο επίδικο.

Η μείζονα έκταση περιλάμβανε καλλιεργήσιμα τμήματα, βοσκότοπους, χέρσες εκτάσεις, λατομεία άμμου, λίθων και μαρμάρων, ασβεστοκάμινα και βουνά, περιγράφεται δε στην από 11-1-1864 διαθήκη του Α. Κ. ως συγκείμενη από "γην ήμερον και αγρίαν", ενώ στο προαναφερόμενο .../16-3-1927 συνυποσχετικό του συμβολαιογράφου Αθηνών αναφέρονται ως περιεχόμενα σ' αυτήν και οικοδομήσιμα οικόπεδα, ενόψει του ότι από του έτους 1923 και μετέπειτα η μορφολογία της όλης εκτάσεως άρχισε να διαφοροποιείται λόγω της αυξήσεως του πληθυσμού και της ανάγκης αστικής του αποκαταστάσεως.

Επί του ενιαίου αυτού ακινήτου οι προαναφερόμενοι νομείς της, ήτοι ο Α. Κ. και οι δικαιοδόχοι του, ασκούσαν τις προσιδιάζουσες στη φύση και την μορφολογία του διακατοχικές πράξεις και ειδικότερα καλλιεργούσαν τα δεκτικά καλλιέργειας εδαφικά τμήματα, διατηρούσαν εντός αυτού κατοικίες, ποιμνιοστάσια, αποθήκες, κ.λ.π., εκμίσθωναν σε τρίτους εκτάσεις για καλλιέργεια, βόσκηση ζώων, εξόρυξη λίθων και μαρμάρων, συλλογή ρητίνης, επέβλεπαν τούτο, μεριμνούσαν για την φύλαξή του, προέβαιναν στην οριοθέτησή του και απέτρεπαν τις διαταρακτικές της νομής τους πράξεις τρίτων, ενώ από το έτος 1865 έως το 1909, δηλαδή συνεχώς επί 40 και πλέον έτη, υπέβαλαν κατ' έτος στο Δήμο Αθηναίων τις προβλεπόμενες από το άρθρο 52 του Ν.ΒΠ/1892 δηλώσεις βοσκής, αλλά και πλήρωναν στον ίδιο Δήμο φόρους βοσκής, που βάρυναν τον ιδιοκτήτη, κάτοχο ή διαχειριστή βοσκήσιμων γαιών, όπως οι σχετικές αποδείξεις μνημονεύονται και στην 23/1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων.

Περαιτέρω και ο δικαιοπάροχος πατέρας της αναιρεσίβλητης Α. Τ. μετά την κατά το έτος 1936 περιέλευση σ' αυτόν του επίδικου ακινήτου, το οποίο ήταν έκταση εν μέρει βραχώδης και εν μέρει άγονη, μη δεκτική, δηλαδή, των συνήθων καλλιεργειών, συνέχισε την άσκηση διακατοχικών πράξεων επ' αυτού με καλή πίστη και διάνοια κυρίου και ειδικότερα εκμίσθωνε τούτο σε τρίτους για την υλατόμηση και παραγωγή αδρανών υλικών και εξόρυξη πετρωμάτων από το υπάρχον σ' αυτό λατομείο, καθώς και για βοσκή ζώων, προέβη στη φύτευση και καλλιέργεια ελαιοδένδρων, αμυγδαλιών και κυπαρισσιών, περιέφραξε δια μανδροτοίχων το ακίνητο, ανέθεσε σε μηχανικούς την εκπόνηση μελέτης και σχεδίων και λήψη σχετικής αδείας από την αρμόδια Πολεοδομία (1968) για την ανέγερση ισογείου κατοικίας και αγροτικής αποθήκης, αλλά και για τη νομιμοποίηση άλλων αυθαιρέτων κτισμάτων και συνέδεσε τις οικοδομές με τα δίκτυα κοινής ωφελείας.

Τέλος, μετά το θάνατό του στις 19-6-1982 και την επαγωγή της κληρονομιάς στην εξ αδιαθέτου κληρονόμο του αναιρεσίβλητη, η τελευταία εξακολούθησε να ασκεί μέχρι την άσκηση της αγωγής στις 4-7-2002, ήτοι επί εικοσαετία και πλέον, όμοιες με του δικαιοπαρόχου της εμφανείς πράξεις νομής με την πεποίθηση, ότι το εν λόγω ακίνητο ανήκει στην κυριότητά της.

Το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο ουδέποτε άσκησε διακατοχικές πράξεις επί της ενιαίας εκτάσεως του κτήματος "...", συνεπώς και του επιδίκου, αλλά μέχρι του έτους 1987 αναγνώριζε αυτήν, σιωπηρώς και ρητώς, ως ανήκουσα στην κυριότητα των κληρονόμων Β., ενώ διάφορα, καλυπτόμενα με δασική βλάστηση, τμήματα αυτής τα αντιμετώπιζε πάντοτε ως ιδιωτική έκταση ανήκουσα στους ιδίους ως άνω κληρονόμους.

Ειδικότερα στο 1641/5-6-1912 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής αναφέρεται ότι, ο Δασάρχης, λαμβάνοντας υπόψη "την από 15-3-1912 αίτησιν του ιδιοκτήτου Λ. Β." και σύμφωνα με τα άρθρα 1,2 του από 10-7-1836 Β.Δ. και το άρθρο 18 εδ. γ' του από 2-12-1911 Β. Δ/τος "περί διαχειρίσεως δασών" απαγορεύει την ρητινοσυλλογή στη δασική έκταση "... -...".

Ομοίως στο υπ' αριθμ. 558/2-8-1956 έγγραφο του Δασαρχείου Αττικής αναγράφεται, ότι "το Δασοαγρόκτημα Β. ... διαχειρίζετο υπό της Δασικής Υπηρεσίας ως ιδιόκτητον χωρίς να υπάρχει προς τούτο αστική αναγνωριστική απόφασις του Υπουργού Γεωργίας...". Επίσης το Γνωμοδοτικό Συμβούλιο Δημοσίων Δασών με την 22/2-9/29-6-1957 γνωμοδότησή του, η οποία έγινε αποδεκτή με την 79798/969/20-6-1957 απόφαση του Υπουργού Γεωργίας, γνωμοδότησε ότι δασική έκταση 650 στρεμμάτων μεταξύ της κορυφογραμμής των Τουρκοβουνίων και της Λεωφόρου Β., έχουσα "....

μεσημβρινώς όριον κληρονόμων Α.ς Ε. Τ.", ήτοι της απώτερης δικαιοπαρόχου της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης, είναι ιδιωτική, ανήκουσα στις Ε. Π. και Ι. Α. (κληρονόμους Λ. Β.), ενώ στην από 30-5-1970 έκθεση ελέγχου, που συνέταξαν ελεγκτές της Εφορίας Δημοσίων Κτημάτων Αθηνών με αφορμή αναφορά της κοινότητας Ψυχικού προς το Υπουργείο Οικονομικών σε βάρος του Α.

Τ., αναφέρεται ότι δεν πιθανολογούνται δικαιώματα του Δημοσίου επί του χώρου του παλαιού λατομείου ... στην περιοχή Δήμου Γαλατσίου. Εξάλλου, το εκκαλούν Ελληνικό Δημόσιο έχει κατ' επανάληψη προβεί σε αναγκαστικές απαλλοτριώσεις, για λόγους δημόσιας ωφέλειας, τμημάτων του μείζονος ακινήτου και στις σχετικές δίκες έχουν αναγνωριστεί δικαιούχοι της αποζημιώσεως οι κληρονόμοι Β.

και οι διάδοχοι αυτών, μάλιστα δε και ο δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης για την απαλλοτριωθείσα εκ της νοτιάς πλευράς του επίδικου ακινήτου εδαφική λωρίδα, κατά τα προαναφερόμενα, γεγονός που δεν αμφισβητείται από το εναγόμενο-αναιρεσείον. Όμως, παρά την ανωτέρω διαμορφωθείσα κατάσταση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο από το έτος 1987 άρχισε να αμφισβητεί για πρώτη φορά την κυριότητα των κληρονόμων Β.

επί της μείζονος εκτάσεως των 4500 στρεμμάτων και να προβάλει ίδια κυριότητα επ' αυτής, όταν με την 23/28-5/18-6-1987 γνωμοδότηση του Γνωμοδοτικού Συμβουλίου Δημοσίων Κτημάτων, η οποία έγινε αποδεκτή από τον Υπουργό Οικονομικών με την Δ. 3.../20-7-1987 απόφασή του, η οποία συμπληρώθηκε με την 1096684/6894/Α0010/1-10-1992 μεταγενέστερη απόφαση, κρίθηκε, ότι η περιλαμβάνουσα και το επίδικο ακίνητο μείζονα έκταση, γνωστή ως "Κτήμα Β." ή "...", έχει περιέλθει στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, ως διαδόχου του Τουρκικού Κράτους, με συνέπεια την αμφισβήτηση της κυριότητας της αναιρεσίβλητης επί του άνω κληρονομιαίου ακινήτου".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε, ότι το επίδικο ακίνητο αποτελεί πράγματι τμήμα του μείζονος κτήματος Β. και ότι οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας νεμήθηκαν τούτο, ανεξαρτήτως της μορφολογίας του ως δάσους, βοσκοτόπου ή λειβαδίου, με διάνοια κυρίου και με βάση τους ως άνω τίτλους τους, από το έτος 1833 και πάντως το αργότερο από το έτος 1855 έως τις 11-9-1915, δηλαδή συνεχώς για χρονικό διάστημα τριάντα (30) και πλέον ετών και ότι ποτέ δεν άσκησε σ' αυτό διακατοχικές πράξεις το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο και έτσι οι ανωτέρω έγιναν κύριοι του επιδίκου με την έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου.

Κατόπιν τούτου, το Εφετείο έκρινε, ότι η περαιτέρω μεταβίβαση του επιδίκου στους λοιπούς δικαιοπαρόχους της ενάγουσας-αναιρεσίβλητης και τελικώς στην ίδια με βάση τους προαναφερθέντες τίτλους και τα λοιπά νόμιμα προσόντα κατά τις ειδικότερα στην απόφαση αναφερόμενες διακρίσεις, είχε ως αποτέλεσμα να καταστεί η τελευταία κυρία του επιδίκου τόσο κατά παράγωγο τρόπο, όσο και κατά πρωτότυπο τρόπο.

Ακολούθως το Εφετείο, αφού απέρριψε την ένσταση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, ότι είναι το ίδιο κύριο της επίδικης έκτασης, διότι περιήλθε σ' αυτό δικαιώματι πολέμου ή βάσει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως, ή διότι δεν προσκομίστηκαν τίτλοι ιδιοκτησίας εντός της προβλεπόμενης από το β.δ/μα της 17/29-11-1836 "περί ιδιωτικών δασών" ανατρεπτικής προθεσμίας του ενός έτους, άλλως ως λιβάδι ή βοσκότοπος κατά τις διατάξεις του άρθρου 1 του από 3/15-12-1933 β.δ/τος, αφού οι διατάξεις αυτές δεν απέκλειαν την μετέπειτα απόκτησή του με έκτακτη χρησικτησία από ιδιώτη μέχρι τις 11-9-1915, δέχτηκε την αγωγή, επικυρώνοντας την πρωτόδικη απόφαση, που είχε εκφέρει όμοια κρίση.

Με αυτά, που δέχτηκε, και, έτσι, που έκρινε το Εφετείο, αφενός δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες διατάξεις του προϊσχύσαντος βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου ν. 20 παρ. 12 πανδ. (5.8), ν. 27 Πανδ. 18.1.10.17, ν.48 πανδ. (41,3), 3 πανδ. (41.10), 109 πανδ. (50.16) ν. 76 παρ. 1 Πανδ. (18.1), ν. κωδ. (7.31) Βασ. 50 (10.4), ν. 12 Πανδ. (2.53) ν.8 παρ. 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασ. (50. 14), ν. 27 Πανδ. (18.1) ν. 15 παρ. 3, ν. 2 παρ. 4 και 7, 11 Πανδ. (51.4), ν. 5 παρ. 1 Πανδ. (41.10), ν. 2 παρ. 2 Πανδ. (41.4), ν.6 Πανδ. (44.3) και ν. 7 παρ. 3 Πανδ. (23-3), άρθρων 5 και 6 του Πρωτοκόλλου της 3-2-1830 "περί της Ανεξαρτησίας της Ελλάδος" και τα μεταγενέστερα 4/16-6-1830 και 1/19-7-1830, της από 9-7-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως περί οριστικού διακανονισμού των ορίων του πρώτου Ελληνικού Κράτους, την από 28-3-1835 Ελληνοτουρκική Σύμβαση, άρθρου 1 ν. 3/15-12-1833 (περί βοσκοτόπων), του Β.Δ. 17/29-11-1836 (περί ιδιωτικών δασών) των Β.Δ. 26/4/8-5-1838 από 26-6/8-7-1836 και 2/14-10-1836, της 21.6/3-7-1837 περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων, του Ν.ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν βάσει αυτού και του άρθρου 21 του Ν.Δ.

της 22.4/15-6-1926 "Περί Διοικητικής αποβολής από κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", τις οποίες ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε, αφετέρου δε δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς το ουσιώδες ζήτημα της συνδρομής της ενδιάθετης καταστάσεως της καλής πίστεως στο πρόσωπο του αρχικού δικαιοπαρόχου της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης Α.

Κ. και των διαδόχων του, και δη σαφείς, επαρκείς και όχι αντιφατικές αιτιολογίες περιέχουσες τα περιστατικά, από τα οποία ανελέγκτως συνήγαγε την συνδρομή του στοιχείου αυτού. Επομένως, οι πρώτος και δεύτερος λόγοι αναιρέσεως, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, ο από τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται, όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι πραγματικοί ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό (βάση αγωγής, ανταγωγής) είτε ως αμυντικό (ένσταση, αντένσταση) μέσο, αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής, ένστασης ή αντένστασης, ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων.

Στην προκείμενη περίπτωση, το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, με τον τρίτο λόγο αναίρεσης προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αριθ. 8 περ. β' ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη τους προβληθέντες αυτοτελείς ισχυρισμούς του, ότι ο απώτερος δικαιοπάροχος της αναιρεσίβλητης Α. Κ. δεν ήταν καλής πίστεως νομέας, διότι οι δικαιοπάροχοί του δεν διέθεταν τίτλο εκδοθέντα από το Οθωμανικό Κράτος και δεν ασκούσαν αυτοί καλόπιστη νομή και διότι από τους προσκομισθέντες από την αναιρεσίβλητη τίτλους προέκυπτε, ότι οι δικαιοπάροχοί της δεν απέκτησαν την κυριότητα του επιδίκου από Έλληνες, αλλά από Οθωμανούς. Ο εξεταζόμενος λόγος αναίρεσης είναι προεχόντως απαράδεκτος, διότι οι ως άνω ισχυρισμοί αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής και δεν συνιστούν "πράγμα", υπό την έννοια της φερομένης ως παραβιασθείσας διατάξεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 14-6-2007 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 8068/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Καταδικάζει το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011.Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ