Supreme Court dismisses appeals regarding interpreter appointment and defense rights in adoption fraud case.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed appeals filed by four defendants against a Council of Appeal's decision in an adoption fraud case. The appellants argued that a Romanian national defendant was denied an interpreter and proper defense rights, while another lacked time to present his case. The court rejected these claims, finding no evidence that an interpreter was requested or that the defendant lacked language proficiency, and confirmed that legal rights were properly observed during proceedings. Consequently, the appeals were rejected, and the appellants were ordered to bear the costs of the criminal procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 171 §1δ and 484 §1α of the Code of Criminal Procedure; The court holds that an appeal based on the alleged denial of an interpreter or insufficient time for defense is inadmissible if the record shows no such request was made and the defendant's rights were fully respected.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1871 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1871/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' Ποινικό Τμήμα - Σε Συμβούλιο
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο και Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Με την παρουσία και του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χρήστου Πήτα.
Συνήλθε σε Συμβούλιο στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, προκειμένου να αποφανθεί για τις αιτήσεις των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1. D. F. του K., κατοίκου ..., 2. Ν. Κ. του Χ. και 3. Π. Μ. του Κ., κατοίκων ..., περί αναιρέσεως του υπ' αριθμ. 34/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου. Με συγκατηγορούμενη την V. S..
Το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το ως άνω βούλευμά του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτό, και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν τώρα την αναίρεση του βουλεύματος τούτου, για τους λόγους που αναφέρονται στις από 10 Μαρτίου 2010, 5 Μαρτίου 2010 και 5 Μαρτίου 2010 τρεις (3) χωριστές αιτήσεις τους αναιρέσεως, οι οποίες καταχωρίστηκαν στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 376/2010.
Έπειτα ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Αθανάσιος Κονταξής εισήγαγε για κρίση στο Συμβούλιο τη σχετική δικογραφία με την πρόταση του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Νικολάου Παντελή με αριθμό 220/8-6-2010, στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα:
Eισάγω σύμφωνα με το άρθρο 485 παρ. 1 Κ.Π.Δ τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 1/5-3-2010, 2/5-3-2010 και 3/10-3-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Π. Μ. του Κ., β) Ν. Κ. του Χ., και γ) D. F. του K., κατά του υπ' αριθμ.34/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, και εκθέτω τα ακόλουθα :
Με την υπ' αριθμ. πρωτ. 1057/9/200-β/16-3-2009 αναφορά του Διοικητή του Τμήματος Ασφάλειας Κω, προσήχθησαν υπό συνοδεία στον Εισαγγελέα Πλημμελειοδικών Κω μαζί με την σχηματισθείσα σε βάρος τους δικογραφία, οι : α) D. F. του K. και της M. , υπήκοος Ρουμανίας, β) Ν. Κ. του Χ. , ... , γ) Ε. Κ. του Ε. , ... , και δ) Κ. Ν. του Γ. , ..., κατηγορούμενοι για αυτόφωρη παράβαση του άρθρου 10 παρ. 3 σε συνδ.
προς την παρ. 2 του Ν 2447/1996 . Ακολούθως , αφού ασκήθηκε σε βάρος τους ποινική δίωξη για παράνομη υιοθεσία και μεσολάβηση σε παράνομη υιοθεσία με σκοπό το αθέμιτο όφελος , από υπαίτιους που τελούν την πράξη κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία (άρθρο 10 παρ. 3 σε συνδ. προς την παρ. 2 του Ν 2447/1996, παραγγέλθηκε η διενέργεια κυρίας ανακρίσεως επί της υποθέσεως, κατά την διάρκεια της οποίας απαγγέλθηκαν κατηγορίες κατά των πιο πάνω ατόμων , καθώς επίσης και κατά της μη συλληφθείσης κατά την αυτόφωρη διαδικασία S. V., αγνώστου πατρός, υπηκόου Ρουμανίας , κατοίκου ....
Μετά το πέρας της διενεργηθείσης κυρίας ανακρίσεως, εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 110/2009 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κω, με το οποίο παραπέμφθηκαν στο ακροατήριο του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου που επρόκειτο να ορισθεί από τον Εισαγγελέα Εφετών του δικαστηρίου τούτου, οι :
α) D. F. του K., β) Ν. Κ. του Χ. , γ) S. V., και δ) Π. Μ. του Κ., για να δικαστούν, η μεν πρώτη για παράδοση τέκνου για υιοθεσία με σκοπό το αθέμιτο όφελος , οι δε υπόλοιποι για μεσολάβηση σε υιοθεσία με σκοπό το αθέμιτο όφελος, με την επιβαρυντική περίπτωση ότι άπαντες ενήργησαν κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία (άρθρο 10 παρ. 3 σε συνδυασμό με την παρ. 2 του Ν . 2447/1996).
Κατά του πρωτοβάθμιου αυτού βουλεύματος, οι παραπεμφθέντες κατά τα ανωτέρω κατηγορούμενοι, άσκησαν νομοτύπως και εμπροθέσμως τις αντίστοιχες υπ' αριθμ. 8/1-12-2009, 3/25-9-2009 4/25-9-2009 και 5/2-11-2009 εφέσεις τους, με τις οποίες ζητούσαν την εξαφάνισή του, γιατί όπως εξέθεταν σ' αυτές, εσφαλμένα το Συμβούλιο εκτίμησε τις αποδείξεις και τους παρέπεμψε στο ακροατήριο, επιπροσθέτως δε η εξ αυτών D.
F. του K., πρόβαλε ακυρότητα πράξεων της προδικασίας και δη ακυρότητα των απολογιών της που ελήφθησαν τόσο κατά το στάδιο της αυτεπάγγελτης αστυνομικής προανάκρισης , όσο και εκείνο της κυρίας ανάκρισης, λόγω μη γνωστοποίησης σ' αυτήν των δικαιωμάτων που της παρείχαν τα άρθρα 101 και επόμ του Κ.Π.Δ. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε το υπ' αριθμ. 34/2010 βούλευμα του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, με το οποίο οι πιο πάνω εφέσεις απορρίφθηκαν ως ουσιαστικά αβάσιμες και επικυρώθηκε το πρωτοβάθμιο βούλευμα.
Κατά του βουλεύματος αυτού του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, στρέφονται πλέον με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως οι κατηγορούμενοι Π. Μ., Ν. Κ. και D. F. . Ειδικότερα το προσβαλλόμενο βούλευμα επιδόθηκε στους Π. Μ. και Ν. Κ. την 23-2-2010 , στην δε D. F. την 1-3-2010 , οι δε αιτήσεις αναιρέσεως των δύο πρώτων ασκήθηκαν την 5-3-2010, ενώ της τρίτης την 10-3-2010.
Οι πιο πάνω αιτήσεις ασκήθηκαν ενώπιον του Γραμματέα του Εφετείου Δωδεκανήσου από τους δικηγόρους : 1) Ευστάθιο Προβή η πρώτη, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό του Π. Μ. δυνάμει του υπ' αριθμ..../2010 ειδικού πληρεξουσίου της Συμβολαιογράφου Αθηνών Όλγας Φωτοπούλου - Χατζηζαχαρίου, το οποίο και προσκομίστηκε κατά την άσκηση ( άρθρο 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 1/5-3-2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της (άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα η εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή ουσιαστικών ποινικών διατάξεων και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας(άρθρο 484παρ.1 στοιχ.
β και δ Κ.Π.Δ). 2) Σοφία Συμινή η δεύτερη , ενεργούσης για λογαριασμό του Ν. Κ., δυνάμει της από 1-3-2010 εξουσιοδότησης που προσκομίστηκε κατά την άσκηση (άρθρα 42 παρ. 2 εδάφια β και γ , 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 2/5-3-2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της (άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας(άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.
α και δ Κ.Π.Δ). 3) Κωνσταντίνου Κούτρα η τρίτη, ο οποίος ενεργούσε για λογαριασμό της D. F., δυνάμει της από 8-3-2010 εξουσιοδότησης που προσκομίστηκε κατά την άσκηση (άρθρα 42 παρ. 2 εδάφια β και γ , 96 παρ. 2 και 465 παρ. 1 Κ.Π.Δ), συντάχθηκε δε γι' αυτήν η υπ' αριθμ. 3/10-3-2010 έκθεση στην οποία διατυπώνονται αναλυτικά οι λόγοι άσκησής της (άρθρο 474 παρ. 2 Κ.Π.Δ) και ειδικότερα η απόλυτη ακυρότητα και η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας(άρθρο 484 παρ.1 στοιχ.
α και δ Κ.Π.Δ). Εξάλλου το προσβαλλόμενο βούλευμα υπόκειται στο ένδικο μέσο της αναιρέσεως, αφού παραπέμπει τους αναιρεσείοντες για κακούργημα. Κατόπιν των ανωτέρω, οι κρινόμενες αιτήσεις πρέπει να γίνουν τυπικά δεκτές, ακολούθως δε να ερευνηθούν οι προβαλλόμενοι λόγοι αναιρέσεως.
Με την διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν 2447/1996 ορίζεται ότι "με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών (2.900 ευρώ) τιμωρούνται: εκείνος που δίνει σε υιοθεσία το παιδί του, καθώς και εκείνος που μεσολαβεί στην υιοθεσία, αποκομίζοντας οι ίδιοι ή προσπορίζοντας σε άλλους αθέμιτο όφελος", ενώ με την παράγραφο 3 του ιδίου άρθρου ορίζεται ότι "εκείνος που τελεί κατ' επάγγελμα ή με πρόθεση κερδοσκοπίας, τις αξιόποινες πράξεις που προβλέπονται από τις δύο προηγούμενες παραγράφους του παρόντος άρθρου, τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή μέχρι πέντε (5) εκατομμυρίων δραχμών".
Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι για την στοιχειοθέτηση του προβλεπόμενου από αυτές εγκλήματος της παράνομης υιοθεσίας, απαιτείται: α) παράδοση από τον υπαίτιο του παιδιού του για υιοθεσία , ή μεσολάβηση (τρίτου) στην υιοθεσία , ανεξάρτητα αν από το εάν η τελευταία τελέστηκε με δικαστική απόφαση .
Αρκεί δηλαδή για την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης του εν λόγω εγκλήματος η παράδοση του παιδιού ή η αθέμιτη μεσολάβηση, στερείται δε εννόμου επιρροής το αν η υιοθεσία τελέστηκε ή όχι με δικαστική απόφαση (Α.Π 611/1990 Ποιν. Χρον. ΜΒ 68). β) η παράδοση του τέκνου ή η μεσολάβηση να έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο υπαίτιος αθέμιτο όφελος, ή να προσπορίσει σε άλλους τέτοιο όφελος.
Η πράξη προσλαμβάνει χαρακτήρα κακουργήματος όταν τελείται με πρόθεση κερδοσκοπίας ή ο υπαίτιος τελεί αυτήν κατ' επάγγελμα. Σε αντίθεση με την μεσολάβηση ή την παράδοση που γίνεται με σκοπό το αθέμιτο όφελος, ως τέλεση της πράξης με πρόθεση κερδοσκοπίας, νοείται η διάπραξη αυτής με σκοπό τον πορισμό εισοδήματος, το οποίο μπορεί να προέρχεται και από μία μόνο πράξη (Α.Π 1013/2005 Ποιν Χρον ΝΣΤ 124, βλ.
και αντίθ. Α.Π 1642/2000 Ποιν Χρον ΝΑ 715, κατά την οποία απαιτείται στην περίπτωση αυτή επανειλημμένη διάπραξη, με σκοπό τον πορισμό κέρδους), ενώ τέλεση της πράξης κατ' επάγγελμα συντρέχει όταν από την επανειλημμένη τέλεσή της ή από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης, με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος, όπως ορίζεται στο άρθρο 13 περ.
στ του Π.Κ (όπως συμπληρώθηκε με το άρθρο 1 παρ. 1 του Ν 2408/1996). Για την κατά το νόμο ολοκλήρωση της πράξεως αυτής στην κακουργηματική της μορφή, αρκεί ότι ο υπαίτιος επιδίωξε τον ανωτέρω σκοπό και είναι νομικά αδιάφορο αν ο σκοπός αυτός επιτεύχθηκε (Α.Π. 1642/2000 Ποιν. Χρον. ΝΑ 715, Α.Π. 611/1990 ). Είναι δυνατή η τέλεση του εγκλήματος αυτού κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία, η σωρευτική δε αποδοχή και των δύο αυτών τρόπων τέλεσης, δεν δημιουργεί ασάφεια στην απόφαση ή το βούλευμα (Α.Π 1013/2005).
Ακόμη συντρέχει περίπτωση τέλεσης της πράξης κατ' επάγγελμα και όταν αυτή τελείται για πρώτη φορά , όχι όμως ευκαιριακά, αλλά βάσει σχεδίου, δηλαδή όταν από την υποδομή που έχει διαμορφώσει ο δράστης και την οργανωμένη ετοιμότητά του με πρόθεση επανειλημμένης τέλεσης, προκύπτει σκοπός του για πορισμό εισοδήματος (Α.Π. 382/2006 , Α.Π. 402/2004).
Το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του Κ.Π.Δ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία , ή έλλειψη της οποίας ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. δ του ιδίου κώδικα λόγο αναιρέσεως , όταν αναφέρονται σ' αυτό με πληρότητα , σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την κύρια ανάκριση ή την προανάκριση για τα αντικειμενικά και υποκειμενικά στοιχεία του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και οι σκέψεις με τις οποίες το Συμβούλιο υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη και έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας: α) αρκεί ο κατ' είδος προσδιορισμός των αποδεικτικών μέσων που ελήφθησαν υπόψη από το Συμβούλιο για την παραπεμπτική του κρίση , χωρίς να προσαπαιτείται αναλυτική παράθεση τους και μνεία του τι προκύπτει από το καθένα χωριστά , πρέπει όμως να προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε όλα και όχι μόνο μερικά από αυτά, το γεγονός δε ότι εξαίρονται ορισμένα , δεν υποδηλώνει μη λήψη υπόψη των άλλων.
Υπό την έννοια αυτή δεν αποτελούν λόγους αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολογήσεως κάθε αποδεικτικού μέσου χωριστά και η παράλειψη συγκριτικής στάθμισης και αξιολογικής συσχέτισης των αποδεικτικών μέσων, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές, με την επίφαση της έλλειψης αιτιολογίας , πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας( Α.Π 544/2005).
β) είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Έτσι δεν υπάρχει έλλειψη αιτιολογίας ακόμη και στην περίπτωση που η αιτιολογία εξαντλείται στην επανάληψη του διατακτικού , όταν το τελευταίο περιέχει, εκτός από τα τυπικά στοιχεία του κατηγορητηρίου και πραγματικά περιστατικά τόσο αναλυτικά και με τόση πληρότητα, ώστε να καθίσταται περιττή η διαφοροποίηση της διατυπώσεως του αιτιολογικού (Α.Π. 286/2006, Α.Π. 345/2006).
Εξάλλου, περίπτωση εσφαλμένης ερμηνείας ουσιαστικής ποινικής διάταξης, που ιδρύει λόγο αναίρεσης κατά το άρθρο 484 παρ. 1 στοιχ. β του Κ.Π.Δ, υπάρχει όταν το δικαστικό συμβούλιο αποδίδει σ' αυτήν διαφορετική έννοια από εκείνη που πραγματικά έχει, εσφαλμένη δε εφαρμογή όταν το δικαστικό συμβούλιο δεν υπάγει ορθώς τα πραγματικά περιστατικά που δέχεται ότι αποδείχθηκαν, στην εφαρμοσθείσα διάταξη.
Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διάταξης, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμά του έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε το βούλευμα δεν έχει νόμιμη βάση.
Περίπτωση απόλυτης ακυρότητας κατά το άρθρο 171 παρ. 1 περ. δ Κ.Π.Δ, συντρέχει μεταξύ των άλλων και αν δεν τηρηθούν οι διατάξεις που αφορούν την εμφάνιση, την εκπροσώπηση και την υπεράσπιση του κατηγορουμένου και την άσκηση των δικαιωμάτων που του παρέχονται, στις περιπτώσεις και με τις διατυπώσεις που επιβάλλει ο νόμος.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου που εξέδωσε το προσβαλλόμενο βούλευμα, δέχθηκε κατά την ανέλεγκτη περί των πραγμάτων κρίση του, με καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη στο βούλευμα πρόταση του Εισαγγελέα Εφετών, καθώς επίσης και συμπληρωματική αναφορά στο πρωτοβάθμιο βούλευμα, ότι από τα αποδεικτικά μέσα που μνημονεύει και προσδιορίζει κατ' είδος και συγκεκριμένα από τις καταθέσεις των μαρτύρων, τα έγγραφα της δικογραφίας και τις απολογίες των κατηγορουμένων , προέκυψαν κατά πιστή μεταφορά τα ακόλουθα ουσιώδη περιστατικά :
"Στις 15-3-2009 και περί ώρα 16.20 ενημερώθηκε τηλεφωνικά το Αστυνομικό Τμήμα Αερολιμένα Κω από το κέντρο της Άμεσης Δράσης Αττικής, ότι με την απογευματινή πτήση από την Αθήνα προς την Κω επρόκειτο να ταξιδέψει μια αλλοδαπή γυναίκα Ρουμανικής καταγωγής με το όνομα "Ν." α.λ.σ., με σκοπό να παραδώσει το νεογέννητο μωρό της που θα το είχε μαζί της , για παράνομη υιοθεσία .
Αμέσως αστυνομικός του ανωτέρω τμήματος ενημέρωσε το Τμήμα Ασφαλείας Κω και στη συνέχεια αστυνομικοί έθεσαν υπό παρακολούθηση τον Αερολιμένα της Κω. Με την πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας με αριθμό 736 από Αθήνα για Κω και γύρω στις 20.25, έφτασε στο αεροδρόμιο της Κω η πρώτη κατηγορούμενη D. F., Ρουμανικής υπηκοότητας , συνοδευόμενη από τον δεύτερο κατηγορούμενο Ν.
Κ. . Ο τελευταίος κρατούσε στα χέρια του το ηλικίας μόλις 10 ημερών βρέφος της ανωτέρω . Τους κατηγορούμενους αυτούς παρέλαβε από το αεροδρόμιο η Ε. Κ. και ο σύζυγός της Κ. Ν. και όλοι μαζί μετέβησαν με Ι.Χ.Ε αυτοκίνητο στην οικία των προαναφερόμενων , που βρίσκεται στην περιοχή ... της Κω , όπου οι κατηγορούμενοι τους παρέδωσαν το βρέφος .
Στη συνέχεια όλοι οι προαναφερθέντες (στην αρχή και μέχρι της έκδοση του εκκαλουμένου βουλεύματος , ήταν κατηγορούμενοι και η Ε. Κ. με τον σύζυγό της Κ. Ν.), με το ανωτέρω όχημα μετέβησαν στο ξενοδοχείο "ΜΑΡΙΤΙΝΑ", στο κέντρο της Κω , όπου εγκαταστάθηκαν οι δύο πρώτοι , ενώ το ζεύγος Ν. επέστρεψε στην οικία του .
Ακολούθως οι αστυνομικοί προέβησαν σε έρευνα στην οικία των Ε. Κ. και Κ. Ν., όπου βρήκαν το νεογέννητο βρέφος και τους συνέλαβαν . Τότε η Ε. Κ. παρέδωσε στους αστυνομικούς τρεις αποδείξεις καταθέσεων σε λογαριασμό του κατηγορούμενου Ν. Κ., συνολικού ποσού 900 ευρώ, οι οποίες και κατασχέθηκαν. Επίσης οι αστυνομικοί μετέβησαν στο ξενοδοχείο όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο κατηγορούμενοι εκκαλούντες και τους συνέλαβαν.
Κατά την έρευνα που επακολούθησε προέκυψε ότι η πρώτη κατηγορούμενη , ύστερα από συνεννόηση με την σύντροφο του δεύτερου Ν. Κ. , τέταρτη κατηγορουμένη και εκκαλούσα S. V. (με την οποία είχαν μεγαλώσει μαζί στο ίδιο ορφανοτροφείο στη Ρουμανία), ήλθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην κατοικία τους στη Θήβα, ενώ ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης .
Στη συνέχεια και με την μεσολάβηση του δεύτερου και του τρίτου των κατηγορουμένων Π. Μ. (επίσης κατοίκου Θηβών , ο οποίος εργαζόταν μαζί με τον Κ. το 2007 στο Νοσοκομείο Θηβών ), μετέβη στην Κω , περί τα τέλη Ιανουαρίου 2009 , προκειμένου να δώσει παρανόμως το παιδί που θα γεννούσε στους Ε. Κ. και Κ. Ν. . Όμως, μετά την γέννηση του παιδιού στις 6-3-2009, έφυγε από τη Κω στις 10-3-2009 και πήγε ξανά στην Θήβα με το νεογέννητο βρέφος της , όπου μέσω του Ν.
Κ. ήλθε σε επαφή με άλλο ζευγάρι υποψήφιων θετών γονέων . Εν τούτοις στις 15-3-2009 επέστρεψε στην Κω, μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο , προκειμένου να παραδώσουν το βρέφος στους Ε. Κ. και Κ. Ν.. Να σημειωθεί ότι πριν από ένα περίπου έτος ο Ν. Κ. φιλοξένησε στην οικία του στη Θήβα , μία ακόμη αλλοδαπή υπήκοο Ρουμανίας , την Μ.
L. , η οποία επίσης είχε έλθει στην Ελλάδα με δικά του έξοδα-μετά από συνεννόηση με την σύντροφό του V. S.- και ευρισκόμενη και αυτή σε κατάσταση εγκυμοσύνης ήθελε επίσης να δώσει το παιδί που θα γεννούσε για υιοθεσία , όπως και πράγματι έπραξε. Η ενεργός ανάμειξη του τρίτου κατηγορουμένου Π. Μ. στην υπόθεση της παράνομης υιοθεσίας του βρέφους που γέννησε η πρώτη κατηγορούμενη και δη η μεσολάβηση αυτού μεταξύ της φυσικής μητέρας και των υποψήφιων θετών γονέων, προκύπτει από τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Ν.
Κ., D. F. και τα όσα υποστήριξε η (μη κατηγορούμενη πλέον) Ε. Κ. . Η τελευταία αναφέρει με σαφήνεια ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από άτομο, άγνωστο σε αυτήν, με το όνομα "Π.", το οποίο την ρώτησε αν ενδιαφέρεται να υιοθετήσει το συγκεκριμένο βρέφος. Επισημαίνεται ακόμη ότι η άγνωστη γυναίκα που προέβη στην ανώνυμη καταγγελία στην Άμεση Δράση Αττικής για την εν λόγω παράνομη υιοθεσία , ανέφερε τα ονόματα αμφοτέρων των κατηγορουμένων Ν.
Κ. και Μ. ( βλ την από 9-3-2009 κατάθεση του αστυνομικού Β. Σ. ). Οι ισχυρισμοί του Π. Μ. ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση , πέραν της καλοπροαίρετης ενημέρωσης της Ε. Κ. για την επιθυμία της D. F. να δώσει το παιδί που θα γεννούσε για υιοθεσία , δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί , ενόψει των παραπάνω αναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων.
Άλλωστε έρχονται σε πλήρη αντίθεση με όσα ο ίδιος υποστήριξε στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή , όπου ισχυρίστηκε ότι ο συγκατηγορούμενός του Ν. Κ. του ζήτησε να τον βοηθήσει να βρει ένα γιατρό για να κάνει εξετάσεις η ως άνω αλλοδαπή , την οποία φιλοξενούσε στην οικία του και βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης .
Ο ίδιος δεν ήθελε να μεσολαβήσει σε γιατρό στο Νοσοκομείο Θηβών για να μην το μάθει η σύζυγός του, και έτσι αυτός ( ο Π. Μ.) επικοινώνησε με την γνωστή του Ε. Κ., η οποία όμως δήλωσε ότι δεν τον γνώριζε , προκειμένου να βοηθήσει την ως άνω αλλοδαπή να κάνει τις σχετικές εξετάσεις στο Νοσοκομείο της Κω . Ακόμα ότι μετά από 10-15 ημέρες, επικοινώνησε μαζί του η Ε.
Κ. και του ανέφερε η ίδια ότι προτίθεται να υιοθετήσει το παιδί που θα γεννούσε η ανωτέρω αλλοδαπή , ισχυρισμοί που κρίνονται αντιφατικοί και είναι απορριπτέοι. Δηλαδή οι Ν. Κ. μαζί με την σύντροφό του V. S. και τον Π. Μ., αφού έφερναν στην Ελλάδα αλλοδαπές γυναίκες που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης , μεσολαβούσαν στις παράνομες υιοθεσίες των παιδιών που γεννούσαν , σε άτεκνα ζευγάρια , αποκομίζοντας προφανώς οικονομικά οφέλη από αυτή την παράνομη δραστηριότητά τους .
Αξιοσημείωτο της συναλλαγής του ανωτέρω βρέφους , είναι το γεγονός ότι μετά την γέννησή του, η φυσική μητέρα του D. F. το μετέφερε στην Θήβα,όπου μέσω του κατηγορούμενου Κ. ήλθε σε επαφή και με άλλους υποψήφιους θετούς γονείς και τελικά επέστρεψε με τον τελευταίο στην Κω , προκειμένου να παραδώσουν το βρέφος στους Ε.
Κ. και Κ. Ν., έναντι αγνώστου τιμήματος , μέρος του οποίου αποτελούσε το ποσό των 900 ευρώ , που κατέθεσε η Ε. Κ. στον τραπεζικό λογαριασμό του Ν. Κ.. Οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι δεν εισέπραξε κανένα ποσό για την μεσολάβησή του στην ανωτέρω υιοθεσία και ότι το ποσό των 900 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς της φυσικής μητρός στη Κω , δεν μπορούν - υπό το πρίσμα των όσων αναφέρθηκαν - να γίνουν πιστευτοί , αλλά και λόγω του ότι αυτός δεν μπόρεσε να δώσει καμία πειστική εξήγηση κατά την απολογία του στον Ανακριτή για ποιο λόγο η συγκατηγορουμένη του D.
F. έφυγε με το νεογέννητο βρέφος της από την Κω και μετέβη στην Θήβα για να συναντήσει άλλο ζευγάρι υποψήφιων θετών γονέων, και πως έτυχε να φιλοξενήσει στην οικία του στη Θήβα και άλλη Ρουμάνα υπήκοο , γνωστή της συντρόφου του V. S. , η οποία επίσης είχε έλθει στην Ελλάδα σε κατάσταση εγκυμοσύνης , με έξοδά του , η οποία επίσης έδωσε το παιδί που γέννησε σε υιοθεσία.
Οι ισχυρισμοί επίσης της V. S. ότι δεν εισέπραξε κανένα ποσό για την μεσολάβησή της στην υιοθεσία του βρέφους της D. F. και ότι το ποσό των 900 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς της τελευταίας στη Κω , δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί , για τους λόγους που εκθέσαμε παραπάνω. Άλλωστε , ούτε αυτή μπόρεσε να δώσει καμία πειστική εξήγηση κατά την απολογία της στον Ανακριτή.
Σε κάθε περίπτωση ισχύουν και εδώ οι ίδιες απορίες που ισχύουν και για τον συγκατηγορούμενό της Ν. Κ., δηλαδή για ποιο λόγο η D. F. ισχυρίζεται στην προανακριτική της απολογία ότι μετά την γέννα δέχτηκε απειλητικά τηλεφωνήματα από τον Ν. Κ. να επιστρέψει στη Θήβα , διότι αυτός , είχε βρει άλλους υποψήφιους θετούς γονείς για να δοθεί το βρέφος της , στην Αθήνα αλλά και πώς έτυχε η ίδια να καλέσει στην Ελλάδα και να φιλοξενήσει στην οικία της στη Θήβα τις ανωτέρω γνωστές της από το ίδιο ορφανοτροφείο στη Ρουμανία, ενώ όλες ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και ήλθαν στην Ελλάδα, θέλοντας να δώσουν τα παιδιά που θα γεννούσαν σε υιοθεσία ;" .
Στη συνέχεια το βούλευμα απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την ένσταση ακυρότητας πράξεων της προδικασίας , την οποία υπέβαλε με την έφεσή της η εκκαλούσα D. F.. Ειδικότερα η πιο πάνω ζήτησε να κηρυχθούν άκυρες οι απολογίες που έδωσε τόσο κατά την αυτεπάγγελτη αστυνομική προανάκριση, όσο και κατά την επακολουθήσασα κυρία ανάκριση , διατεινόμενη ότι ελήφθησαν χωρίς να τηρηθούν οι διατυπώσεις των άρθρων 100 έως 103 του Κ.Π.Δ και πιο συγκεκριμένα γιατί πριν από την λήψη τους , δεν της γνωστοποιήθηκε λεπτομερώς η εναντίον της κατηγορία , ούτε της χορηγήθηκαν αντίγραφα της δικογραφίας και προθεσμία για να προετοιμάσει την απολογία της, ούτε παρέστη με δικηγόρο της επιλογής της .
Το Συμβούλιο απέρριψε τις αιτιάσεις της αυτές με την αιτιολογία ότι στις σχετικές εκθέσεις που έχουν συνταχθεί και αποτελούν τμήμα των απολογιών της , υπογράφονται δε και από την ίδια , γίνεται σαφής αναφορά στις διατάξεις των άρθρων 101 έως 103 Κ.Π.Δ, διαπίστωση η οποία υποδηλώνει χωρίς αμφιβολία ότι ικανοποιήθηκαν όλα τα δικονομικά της δικαιώματα που προβλέπονται από αυτές .
Το γεγονός ότι ο ανακριτής διόρισε σ' αυτήν αυτεπαγγέλτως δικηγόρο, ενέργεια η οποία ήταν απολύτως επιβεβλημένη και σύμφωνη με την διάταξη του άρθρου 100 παρ.3 Κ.Π.Δ , επειδή η ιδία δεν διέθετε τα οικονομικά μέσα για να έχει συνήγορο της επιλογής της , δεν την νομιμοποιεί , κατά την άποψη του Συμβουλίου , να το επικαλείται ως επιχείρημα , προκειμένου να προσβάλλει ως άκυρη την διαδικασία .
Εν τέλει το Συμβούλιο Εφετών, με τους εκτιθέμενους στο βούλευμα λογικούς συλλογισμούς και δικές του σκέψεις , αποκρούει με κάθε λεπτομέρεια τους αρνητικούς της κατηγορίας ισχυρισμούς που εμπεριέχονται στις εκθέσεις εφέσεως των εκκαλούντων. Με βάση τις παραδοχές και τις σκέψεις αυτές το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου , έκρινε ότι προέκυψαν επαρκείς ενδείξεις ενοχής σε βάρος των εκκαλούντων κατηγορούμενων για την αξιόποινη πράξη της παράνομης υιοθεσίας και της μεσολάβησης σε παράνομη υιοθεσία , από υπαίτιους που τελούν την πράξη κατ' επάγγελμα και από κερδοσκοπία , για τον λόγο αυτό απέρριψε τις εφέσεις τους κατά του πρωτοβάθμιου υπ' αριθμ. 110/2009 παραπεμπτικού βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κω ως ουσιαστικά αβάσιμη και επικύρωσε το εκκαλούμενο βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ' αυτό με σαφήνεια , πληρότητα, χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά , τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από την ανάκριση και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του παραπάνω εγκλήματος , για το οποίο έκρινε παραπεμπτέους τους αναιρεσείοντες , τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία συνήγαγε τα περιστατικά αυτά και τους νομικούς συλλογισμούς , με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 1,14,16,17,26 παρ. 1 ,27, 45, 51, 53,57,60,61,63,79,Π.Κ και 10 παρ. 2και 3 του Ν 2447/1996 , τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Ειδικότερα και ενόψει των εκτιθέμενων στην μείζονα σκέψη της παρούσας μου: α) είναι αβάσιμη η αιτίαση του Π. Μ. περί εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διάταξης του άρθρου 10παρ. 2 του Ν. 2447/1996, τούτου διατεινόμενου ότι εσφαλμένα το Συμβούλιο δέχθηκε ότι η απλή μεταφορά πληροφορίας σχετικά με την δυνατότητα νόμιμης υιοθεσίας, συγκροτεί το έγκλημα της μεσολάβησης σε παράνομη υιοθεσία, επειδή στηρίζεται σε μη ισχύουσα προϋπόθεση, καθόσον το Συμβούλιο δέχθηκε ότι από την πλευρά του υπήρξε μεσολάβηση σε παράνομη και όχι σε νόμιμη υιοθεσία.
β) Περαιτέρω αβάσιμη είναι και η αιτίαση του ίδιου , ότι τα περιστατικά που δέχθηκε το Συμβούλιο , και αληθή υποτιθέμενα, συγκροτούν το έγκλημα της απόπειρας μεσολάβησης σε παράνομη υιοθεσία, καθόσον δεν αποκόμισε αθέμιτο όφελος από αυτήν, γιατί το έγκλημα για το οποίο κρίθηκε αυτός παραπεμπτέος, ολοκληρώνεται με την απλή μεσολάβηση, χωρίς να απαιτείται και αποκόμιση του παράνομου οφέλους ή έκδοση δικαστικής απόφασης για την υιοθεσία .
γ) είναι αβάσιμη η αιτίαση του ίδιου αναιρεσείοντα ότι το Συμβούλιο δεν αιτιολογεί την συνδρομή στο πρόσωπό του των επιβαρυντικών περιστάσεων της με πρόθεση κερδοσκοπίας και κατ' επάγγελμα τέλεσης της πράξης , καθόσον η αιτιολογία των περιστάσεων αυτών προκύπτει από την παραδοχή του Συμβουλίου ότι ο αναιρεσείων μαζί με τον Ν.
Κ. και την σύντροφό του τελευταίου V. S., έφερναν συστηματικά στην Ελλάδα αλλοδαπές γυναίκες που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, στη συνέχεια δε μεσολαβούσαν στις παράνομες υιοθεσίες των παιδιών που γεννούσαν , σε άτεκνα ζευγάρια , αποκομίζοντας οικονομικά οφέλη από αυτή την παράνομη δραστηριότητά τους .
δ) είναι αβάσιμη η αιτίαση του δεύτερου και της τρίτης των αναιρεσειόντων , ότι επήλθε απόλυτη ακυρότητα κατά την ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών διαδικασία , επειδή το Συμβούλιο τούτο , κατά την αυτοπρόσωπη ενώπιον του εμφάνιση των διαδίκων , δεν διόρισε διερμηνέα της Ρουμανικής γλώσσας προκειμένου να ακροασθεί την τρίτη εξ αυτών D.
F. και την εκκαλούσα V. S., οι οποίες αγνοούσαν την Ελληνική , καθόσον όπως προκύπτει από τα οικεία πρακτικά , η εξ αυτών D. F. παρέστη ενώπιον του Συμβουλίου με τον πληρεξούσιο δικηγόρο της τον οποίο ακροάστηκε το Συμβούλιο , επιπροσθέτως δε δεν προκύπτει από τα πρακτικά ότι υποβλήθηκε σχετικό αίτημα ή ότι ο πρόεδρος του Συμβουλίου διαπίστωσε ότι αυτές αγνοούσαν την Ελληνική γλώσσα, με συνέπεια να ανακύπτει υποχρέωσή του για διορισμό διερμηνέα(Α.Π 1186/2004, Α.Π 272/2002).
ε) είναι αβάσιμη η αιτίαση της αναιρεσείουσας D. F. περί απόλυτης ακυρότητας των απολογιών της που ελήφθησαν κατά την προδικασία , γιατί , όπως ήδη αναφέρθηκε , αυτές ελήφθησαν αφού τηρήθηκαν πιστά, όσα επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 100 και επόμ. του Κ.Π.Δ , η ιδία δε έχει υπογράψει ανεπιφύλακτα τις σχετικές εκθέσεις γνωστοποίησης των δικονομικών της δικαιωμάτων , πριν από την λήψη των απολογιών της αυτών.
στ) είναι απαράδεκτη ως αόριστη η αιτίαση του Ν. Κ. , ότι το Συμβούλιο Εφετών δεν έλαβε υπόψη του τα έγγραφα που προσήγαγε και επικαλέστηκε κατά την αυτοπρόσωπη ενώπιον του Συμβουλίου εμφάνισή του , γιατί δεν προσδιορίζει ποια ήταν τα έγγραφα αυτά. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων σύμφωνα με τις οποίες το Συμβούλιο Εφετών δεν συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα , αλλά έλαβε υπόψη του επιλεκτικά μερικά μόνο από αυτά, είναι αβάσιμες , γιατί το Συμβούλιο Εφετών κατά την έκθεση των αποδεικτικών μέσων , αναφέρει ότι έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα έγγραφα της δικογραφίας , δεν ήταν δε απαραίτητη η ειδική αναφορά σε κάθε ένα από αυτά.
Οι ίδιες αιτιάσεις, καθ' ο μέρος τους αναφέρονται στην εσφαλμένη εκτίμηση και αξιολόγηση των αποδείξεων , πλήττουν, υπό το πρόσχημα της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας , την επί της ουσίας ανέλεγκτη αναιρετικά κρίση του Συμβουλίου Εφετών, και για το λόγο αυτό είναι απαράδεκτες.
Τέλος πρέπει να απορριφθούν οι αιτήσεις για αυτοπρόσωπη εμφάνιση ενώπιον του Συμβουλίου Σας , που υποβάλλουν οι αναιρεσείοντες Π. Μ. και Ν. Κ. , γιατί με τις απολογίες και τα υπομνήματα τους , τις εκθέσεις που έχουν συνταχθεί για τις εφέσεις που άσκησαν κατά του πρωτοβάθμιου παραπεμπτικού βουλεύματος , καθώς και με τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως , έχουν επαρκώς εκθέσει τις θέσεις τους και δεν παρίσταται ανάγκη οποιασδήποτε διευκρίνησης από την πλευρά τους.
Για τους λόγους αυτούς Προτείνω: α) να απορριφθούν οι αντίστοιχες υπ' αριθμ. 1/5-3-2010, 2/5-3-2010 και 3/10-3-2010 αιτήσεις αναιρέσεως των: α) Π. Μ. του Κ., β) Ν. Κ. του Χ., και γ) D. F. του K., κατά του υπ' αριθμ.34/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου, και β) να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα σε βάρος των αναιρεσειόντων. Αθήνα 31 Μαΐου 2010.
Ο Αντεισαγγελέας του Αρείου Πάγου Νικόλαος Παντελής
Αφού άκουσε τον Αντεισαγγελέα, που αναφέρθηκε στην παραπάνω εισαγγελική πρόταση και έπειτα αποχώρησε,
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Εισάγονται ενώπιον του Αρείου Πάγου: 1) η από 10-3-2010 αίτηση αναιρέσεως της D. F. του K., 2) η από 5-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Ν. Κ. και 3) η από 5-3-2010 αίτηση αναιρέσεως του Π. Μ., οι οποίες στρέφονται κατά του υπ' αριθμ. 34/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου και οι οποίες πρέπει να συνεξεταστούν, επειδή είναι συναφείς μεταξύ τους.
Κατά την παράγραφο 2 του άρθρου 10 του Ν.2447/1996, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον ενός έτους και χρηματική ποινή μέχρι 500.000 δραχμών, εκείνος που δίνει σε υιοθεσία το παιδί του, καθώς και εκείνος που μεσολαβεί στην υιοθεσία, αποκομίζοντας ο ίδιος ή προσπορίζοντας σε άλλους αθέμιτο όφελος, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου, εκείνος που τελεί κατ' επάγγελμα ή με πρόθεση κερδοσκοπίας τις πιο πάνω αξιόποινες πράξεις τιμωρείται με κάθειρξη μέχρι δέκα ετών και χρηματική ποινή μέχρι 5.000.000 δραχμών.
Από τις ανωτέρω διατάξεις προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του ανωτέρω εγκλήματος της παράνομης υιοθεσίας στην κακουργηματική μορφή, απαιτείται: α) παράδοση από τον υπαίτιο του παιδιού του για υιοθεσία ή η μεσολάβηση του τρίτου για την υιοθεσία, ανεξάρτητα αν η τελευταία τελέστηκε με δικαστική απόφαση, β) η παράδοση του τέκνου ή η μεσολάβηση να έγινε με σκοπό να αποκομίσει ο υπαίτιος αθέμιτο όφελος ή να προσπορίσει σε άλλους τέτοιο όφελος, χωρίς να είναι απαραίτητη και η αποκόμιση ή προσπόριση τέτοιου οφέλους.
Είναι δε αθέμιτο το όφελος το οποίο αποκτάται με τρόπο που προσκρούει όχι μόνο στο νόμο, αλλά και, κυρίως, στην ηθική, όπως και στο ανωτέρω έγκλημα, όπου το τέκνο αντιμετωπίζεται ως πράγμα και χρησιμοποιείται ως αντικείμενο οικονομικής συναλλαγής και γ) τέλεση της ανωτέρω πράξεως κατ' επάγγελμα ή με πρόθεση κερδοσκοπία.
Τέλεση δε με πρόθεση κερδοσκοπίας υπάρχει όταν ο δράστης αποβλέπει σε πορισμό εισοδήματος, έστω και αν προέρχεται από μία μόνο πράξη και χωρίς να είναι αναγκαίο να πορισθεί πράγματι τέτοιο εισόδημα. Περαιτέρω, το παραπεμπτικό βούλευμα έχει την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 484 §1 στοιχ.
δ' του ίδιου Κώδικα, όταν αναφέρονται σε αυτό με σαφήνεια, πληρότητα, και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής του κατηγορουμένου για το αποδιδόμενο σε αυτόν έγκλημα, οι αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι σκέψεις και συλλογισμοί βάσει των οποίων το συμβούλιο έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή του κατηγορουμένου στο ακροατήριο.
Για την ύπαρξη τέτοιας αιτιολογίας είναι παραδεκτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού με το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο. Σχετικά με τα αποδεικτικά μέσα αρκεί να μνημονεύονται αυτά γενικά κατά το είδος τους, χωρίς να είναι ανάγκη να εκτίθεται τι προέκυψε από το καθένα, απαιτείται όμως να προκύπτει ότι το συμβούλιο για το σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε όλα τα αποδεικτικά μέσα και όχι κατ' επιλογή μερικά από αυτά.
Τέλος λόγο αναιρέσεως του παραπεμπτικού βουλεύματος από το άρθρο 484 §1 στοιχ. β' του Κ.Π.Δ. συνιστά και η εσφαλμένη εφαρμογή ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, η οποία υπάρχει όταν το συμβούλιο δεν υπήγαγε σωστά το περιστατικά που δέχτηκε στη διάταξη που εφαρμόστηκε. Περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, υπάρχει και όταν η παραβίαση αυτής γίνεται εκ πλαγίου, γιατί στο πόρισμα που περιλαμβάνεται στο συνοικισμό του αιτιολογικού με το διατακτικό και αναφέρεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις η λογικά κενά, ώστε να μην είναι εφικτός ο έλεγχος από τον Άρειο Πάγο της ορθής ή μη εφαρμογής της ουσιαστικής ποινικής διατάξεως που εφαρμόστηκε, οπότε το βούλευμα στερείται νόμιμης βάσης.
Στην προκειμένη περίπτωση, το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, με το προσβαλλόμενο υπ' αριθμ. 34/2010 βούλευμά του και με επιτρεπτή καθολική αναφορά στην ενσωματωμένη σ' αυτό εισαγγελική πρόταση, δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει και συγκεκριμένα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, τις απολογίες των κατηγορουμένων και τις απόψεις των τελευταίων που εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ενώπιον του Συμβουλίου, προέκυψαν τα περιστατικά που αναφέρονται στην εισαγγελική πρόταση, στην οποία εκτίθενται τα ακόλουθα σχετικά με τους εκκαλούντες και ήδη αναιρεσείοντες και την εκκαλούσα (και μη αναιρεσείουσα) V.
S.: "1) Στις 15-3-2009 και περί ώρα 16:20 ενημερώθηκε τηλεφωνικά το Αστυνομικό Τμήμα του Αερολιμένα Κω από το κέντρο της Άμεσης Δράσης Αττικής, ότι με απογευματινή πτήση από την Αθήνα προς την Κω επρόκειτο να ταξιδέψει μια αλλοδαπή γυναίκα Ρουμανικής καταγωγής με το όνομα "Ν." α.λ.σ., με σκοπό να παραδώσει το νεογέννητο μωρό της, που θα είχε μαζί της για παράνομη υιοθεσία.
Αμέσως αστυνομικός του ανωτέρω τμήματος ενημέρωσε το Τμήμα Ασφαλείας Κω και στη συνέχεια αστυνομικοί έθεσαν σε παρακολούθηση τον Αερολιμένα της Κω. Με την πτήση της Ολυμπιακής Αεροπορίας με αριθμό 736 από Αθήνα για Κω και γύρω στις 20:25, έφτασε στο αεροδρόμιο της Κω η πρώτη κατηγορούμενη D. F., Ρουμανικής Υπηκοότητας, συνοδευόμενη από τον δεύτερο κατηγορούμενο Ν.
Κ.. Ο τελευταίος κρατούσε στα χέρια του το ηλικίας μόλις 10 ημερών βρέφος της ανωτέρω.
2) Tους κατηγορούμενους αυτούς παρέλαβε από το αεροδρόμιο η Ε. Κ. και ο σύζυγός της Κ. Ν. και όλοι μαζί μετέβησαν με ΙΧΕ αυτοκίνητο στην οικία των προαναφερόμενων, που βρίσκεται στην περιοχή ... της Κω, όπου οι κατηγορούμενοι τους παρέδωσαν το βρέφος. Στη συνέχεια όλοι οι προαναφερθέντες (στην αρχή και μέχρι την έκδοση του εκκαλουμένου βουλεύματος ήταν κατηγορούμενοι και οι Κ.
και Ν.) με το ανωτέρω όχημα μετέβησαν στο ξενοδοχείο "ΜΑΡΙΤΙΝΑ", στο κέντρο της Κω, όπου εγκαταστάθηκαν οι δύο πρώτοι κατηγορούμενοι, ενώ το ανωτέρω ζευγάρι επέστρεψε στην οικία τους. 3) Ακολούθως οι αστυνομικοί προέβηκαν σε έρευνα στην οικία των Ε. Κ. και Κ. Ν., όπου βρήκαν το νεογέννητο βρέφος και τους συνέλαβαν.
Τότε η Ε. Κ. παρέδωσε στους αστυνομικούς τρεις αποδείξεις καταθέσεων σε λογαριασμό του κατηγορουμένου Ν. Κ., συνολικού ποσού 900 ευρώ, οι οποίες και κατασχέθηκαν. Επίσης, οι αστυνομικοί μετέβησαν στο ξενοδοχείο όπου είχαν εγκατασταθεί οι δύο κατηγορούμενοι εκκαλούντες και τους συνέλαβαν. 4) Κατά την έρευνα που επακολούθησε προέκυψε ότι η πρώτη κατηγορούμενη, ύστερα από συνεννόηση με τη σύντροφο του (δεύτερου) Ν.
Κ., την τέταρτη κατηγορουμένη εκκαλούσα S. V. (με την οποία είχαν μεγαλώσει μαζί στο ίδιο ορφανοτροφείο στη Ρουμανία), ήρθε στην Ελλάδα και εγκαταστάθηκε στην κατοικία τους στη Θήβα, ενώ ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Στη συνέχεια και με τη μεσολάβηση του δεύτερου και του τρίτου (Π. Μ.) κατηγορουμένων (επίσης κατοίκου Θηβών, και ο οποίος εργαζόταν μαζί με τον Κ.
το 2007 στο Νοσοκομείο Θηβών) μετέβη στην Κω, περί τα τέλη Ιανουαρίου του 2009, προκειμένου να δώσει παρανόμως το παιδί που θα γεννούσε στους Ε. Κ. και Κ. Ν.. Όμως, μετά τη γέννηση του παιδιού (στις 6/3/2009) έφυγε από την Κω στις 10/3/2009 και πήγε ξανά στη Θήβα με το νεογέννητο βρέφος, όπου μέσω του κατηγορουμένου Ν. Κ. ήρθε σε επαφή με άλλο ζευγάρι υποψήφιων θετών γονέων. 5) Εντούτοις στις 15/3/2009 επέστρεψε στην Κω, μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο, προκειμένου να παραδώσουν το βρέφος στους Ε.
Κ. και Κ. Ν.. Να σημειωθεί ότι πριν από ένα περίπου έτος ο Ν. Κ. φιλοξένησε στην οικία του στην Θήβα μια ακόμη αλλοδαπή υπήκοο Ρουμανίας την M. L., η οποία επίσης είχε έρθει στην Ελλάδα με δικά του έξοδα - μετά από συνεννόηση με την σύντροφό του V. S. - και ευρισκόμενη και αυτή σε κατάσταση εγκυμοσύνης ήθελε επίσης να δώσει το παιδί που θα γεννούσε για υιοθεσία, όπως πράγματι έπραξε. 6) Η ενεργός ανάμειξη του τρίτου κατηγορουμένου Π.
Μ. στην υπόθεση της παράνομης υιοθεσίας του βρέφους που γέννησε η πρώτη κατηγορούμενη και δη η μεσολάβηση αυτού μεταξύ της φυσικής μητέρας και των υποψήφιων θετών γονέων, προκύπτει από τις απολογίες των συγκατηγορουμένων του Ν. Κ., D. F. και τα όσα υποστήριξε η (μη κατηγορούμενη πλέον) Ε. Κ.. Η τελευταία αναφέρει με σαφήνεια ότι δέχτηκε τηλεφώνημα από άτομο, άγνωστο σ' αυτή, με το όνομα "Π.", το οποίο την ρώτησε αν ενδιαφέρεται να υιοθετήσει το συγκεκριμένο βρέφος.
Επισημαίνεται ακόμη ότι η άγνωστη γυναίκα που προέβη στην ανώνυμη καταγγελία στην Άμεση Δράση Αττικής για την εν λόγω παράνομη υιοθεσία ανέφερε και τα ονόματα αμφοτέρων των κατηγορουμένων Ν. Κ. και Μ. (βλ. την από 16/3/2009 κατάθεση αστυνομικού Β. Σ.). Οι ισχυρισμοί του Π. Μ. ότι δεν είχε καμία ανάμειξη στην υπόθεση πέραν της καλοπροαίρετης ενημέρωσης της Ε.
Κ. για την επιθυμία της D. F. να δώσει το παιδί που θα γεννούσε για υιοθεσία, δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί, ενόψει των παραπάνω αναφερθέντων αποδεικτικών στοιχείων. Άλλωστε έρχονται σε πλήρη αντίθεση με τα όσα υποστήριξε ο ίδιος στην απολογία του ενώπιον του Ανακριτή, όπου ισχυρίστηκε ότι ο συγκατηγορούμενός του Ν.
Κ. του ζήτησε να τον βοηθήσει να βρει ένα γιατρό για να κάνει εξετάσεις η ως άνω αλλοδαπή, την οποία φιλοξενούσε στην οικία του και βρισκόταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης. Ο ίδιος δεν ήθελε να μεσολαβήσει σε γιατρό του Νοσοκομείου Θηβών για να μην το μάθει η σύζυγος του και έτσι αυτός (ο Π. Μ.) επικοινώνησε με τη γνωστή του Ε.
Κ., η οποία όμως δήλωσε ότι δεν τον γνώριζε, προκειμένου να βοηθήσει την ως άνω αλλοδαπή να κάνει τις σχετικές εξετάσεις στο Νοσοκομείο της Κω. Ακόμα ότι μετά από 10-15 ημέρες επικοινώνησε μαζί του η Ε. Κ. και του ανέφερε η ίδια ότι προτίθεται να υιοθετήσει το παιδί που θα γεννούσε η ανωτέρω αλλοδαπή, ισχυρισμοί που κρίνονται αντιφατικοί και είναι απορριπτέοι. 7) Δηλαδή οι Ν.
Κ. μαζί με τη σύντροφο του V. S. και τον Π. Μ., αφού έφερναν στην Ελλάδα αλλοδαπές γυναίκες που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης, μεσολαβούσαν στις παράνομες υιοθεσίες των παιδιών που γεννούσαν αυτές, σε άτεκνα ζευγάρια, αποκομίζοντας προφανώς οικονομικά οφέλη από αυτή την παράνομη δραστηριότητά τους.
Αξιοσημείωτο της συναλλαγής του ανωτέρω βρέφους είναι το γεγονός ότι, μετά τη γέννηση του η φυσική μητέρα του D. F., το μετέφερε στη Θήβα, όπου μέσω του κατηγορουμένου Κ. ήρθε σε επαφή και με άλλους υποψήφιους θετούς γονείς και τελικά επέστρεψε με τον τελευταίο στην Κω, προκειμένου να παραδώσουν το βρέφος στους Ε.
Κ. και Κ. Ν., έναντι αγνώστου τιμήματος, μέρος του οποίου αποτελούσε το ποσό των 900 ευρώ, που κατέθεσε η Ε. Κ. στον τραπεζικό λογαριασμό του Ν. Κ.. Οι ισχυρισμοί του τελευταίου ότι δεν εισέπραξε κανένα ποσό για τη μεσολάβηση του στην ανωτέρω υιοθεσία και ότι το ποσό των 900 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά την κάλυψη των εξόδων μεταφοράς της φυσικής μητέρας στην Κω δεν μπορούν - υπό το πρίσμα των όσων αναφέρθηκαν - να γίνουν πιστευτοί, αλλά και του ότι αυτός δεν μπόρεσε να δώσει καμιά πειστική εξήγηση κατά την απολογία του στον Ανακριτή για ποιο λόγο η συγκατηγορούμενή του D.
F. έφυγε με το νεογέννητο βρέφος της από την Κω και μετέβη στη Θήβα για να συναντήσει άλλο ζευγάρι υποψηφίων θετών γονέων και πως έτυχε αυτός να φιλοξενήσει στην οικία του στη Θήβα και άλλη Ρουμάνα υπήκοο, γνωστή της συντρόφου του V. S., η οποία επίσης είχε έρθει στην Ελλάδα σε κατάσταση εγκυμοσύνης με έξοδα του και η οποία επίσης έδωσε το παιδί που γέννησε σε υιοθεσία.
Οι ισχυρισμοί επίσης της V. S. ότι δεν εισέπραξε κανένα ποσό για τη μεσολάβησή της στην υιοθεσία του βρέφους της D. F. και ότι το ποσό των 900 ευρώ αφορούσε αποκλειστικά την κάλυψη των εξόδων μεταφορά της τελευταίας στην Κω δεν μπορούν να γίνουν πιστευτοί, όπως εκθέσαμε παραπάνω, άλλωστε ούτε αυτή μπόρεσε να δώσει καμία πειστική εξήγηση κατά την απολογία της στον Ανακριτή.
Σε κάθε περίπτωση ισχύουν και εδώ ο ίδιες απορίες που ισχύουν και για τον συγκατηγορούμενό της Ν. Κ.: δηλαδή, για ποιο λόγο η D. F. ισχυρίζεται στην προανακριτική της απολογία ότι μετά τη γέννα δέχτηκε απειλητικά τηλεφωνήματα από τον Ν. Κ. να επιστρέψει στη Θήβα, διότι αυτός είχε βρει άλλους υποψήφιους θετούς γονείς για να δοθεί το βρέφος της στην Αθήνα, αλλά και πως έτυχε η ίδια να καλέσει στην Ελλάδα και να φιλοξενήσει στην οικία της στη Θήβα τις ανωτέρω γνωστές της από το ίδιο ορφανοτροφείο στη Ρουμανία, ενώ όλες ήταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και ήρθαν στην Ελλάδα θέλοντας να δώσουν τα παιδιά που θα γεννούσαν σε υιοθεσία.
III) Οι εκκαλούντες υποστήριξαν ότι το εκκαλούμενο βούλευμα πάσχει σε ορισμένα σημεία. Ειδικότερα: 1) η πρώτη εκκαλούσα D. F. υποστήριξε: α) Η ανακριτική απολογία της εκκαλούσας, όπως άλλωστε και η προανακριτική της - και αντίθετα από αυτά που υποστηρίζει στην έφεσή της- έχουν εμφανή αναφορά στα δικαιώματα των οποίων μπορεί να κάνει χρήση, όπως για παράδειγμα τη λήψη προθεσμίας για να προετοιμαστεί και την παρουσία της με συνήγορο (βλ.
σχετικές). Επίσης στην ανακριτική της απολογία είχε ζητήσει και λάβει προθεσμία για να προετοιμαστεί (την οποία προφανώς λησμόνησε). Το γεγονός ότι της διορίστηκε συνήγορος διότι δεν είχε τα οικονομικά μέσα να το κάνει μόνη της, προφανώς δεν μπορεί να καταλογιστεί σε κανέναν, ούτε όμως μπορεί να επικαλεστεί το γεγονός αυτό για να προσβάλει τη διαδικασία.
β) Η ίδια στην αρχική της απολογία εξέθεσε επακριβώς τι ακριβώς συνέβη στην υπόθεση, ανέφερε για τα χρήματα, αλλά και για το πόσο καλοί άνθρωποι ήταν το ζεύγος Ν.-Κ. (και προανακριτικά το ίδιο είχε πει, χωρίς να της "ζητήσει" η Κ.) και ότι προτιμούσε να δοθεί το παιδί σ' αυτούς, οι οποίοι άλλωστε της είχαν προτείνει να μείνει στην Κω, να της βρουν εργασία κτλ.
γ) όλες οι άλλες αιτιάσεις κατά του εκκαλούμενου βουλεύματος συνιστούν άρνηση της κατηγορίας. Θα σημειώσουμε μόνο μια σύμπτωση που επαναλήφθηκε τρεις φορές: στην Ιταλία μετέβη με έξοδα του ζευγαριού των φίλων της. Στη Ρουμανία ζούσε, όπως και τα άλλα κορίτσια από το Ορφανοτροφείο, με έξοδα ενός Αμερικανού, ενώ, στην Ελλάδα ήλθε με έξοδα του δεύτερου κατηγορουμένου Κ., έμενε στο σπίτι του χωρίς να πληρώνει τίποτα, όπως άλλωστε και άλλη μια Ρουμάνα, και όλα αυτά τα έξοδα τεσσάρων ατόμων και ενός βρέφους πληρώνονταν από τον Κ.
με το μισθό των 900 ευρώ που λάμβανε από το Νοσοκομείο και τα 40 ευρώ την ημέρα που εισέπραττε αυτός όποτε πήγαινε στο βενζινάδικο. Πολλές συμπτώσεις για να αγνοεί τα πάντα και να μην έχει μάθει γιατί ακριβώς της έκαναν τα έξοδα να έλθει στην Ελλάδα. 2) Ο δεύτερος κατηγορούμενος Ν. Κ. επανέλαβε στην έφεση του όσα είχε υποστηρίξει και πριν επομένως ας περιοριστούμε σε μια μικρή ανασκόπηση.
α) Ο ίδιος διαθέτει μόνο τα εισοδήματα από την εργασία του, με τα οποία φροντίζει τα παιδιά του και δεν έκανε αυτός τα έξοδα για τη μετάβαση της πρώτης κατηγορουμένης στην Ελλάδα από την Ιταλία, Αυτά τα έκανε η τέταρτη, η οποία φροντίζει έναν ηλικιωμένο και εισπράττει 400 ευρώ. Μέχρι εδώ έχουμε δύο αντιφάσεις η μια ότι η F.
ήταν στην Ιταλία με ταυτόχρονη αποσιώπηση της γνωριμίας των δύο γυναικών από το Ορφανοτροφείο και η δεύτερη ότι η S. με τα 400 ευρώ της αμοιβής της έκανε τα έξοδα στη F. να έλθει στην Ελλάδα. β) ο ίδιος δεν γνώριζε την εγκυμοσύνη της F., αλλά το γνώριζε ο τρίτος κατηγορούμενος Μ. (σελ.3 απολογίας). Μερικές σειρές πιο κάτω ο ίδιος "ομολογεί" ότι ο Μ.
ρώτησε τον ίδιο "αν η Ν. ήθελε να δώσει το παιδί για υιοθεσία" διότι ενδιαφερόταν η Κ. κτλ, κτλ. (Η F. έφτασε στην Ελλάδα στις 8/11/2008 και γέννησε στις 6/3/2009, άρα κατά την άφιξή της ήταν πέντε μηνών. Αν ο ίδιος δεν το κατάλαβε ότι ήταν έγκυος, η S. μόλις θα την είδε προφανώς θα το κατάλαβε και εξίσου προφανώς θα του το είπε - έτσι, αν την είχαν καλέσει για να βοηθάει τη S. η βοήθεια που θα μπορούσε να προσφέρει θα ήταν μηδαμινή - και θα το κατανόησε όταν το πληροφορήθηκε).
Η απάντηση που έδωσε στον Μ. ήταν θετική. Ο τελευταίος γνώριζε την Κ., κάτι που η ίδια έχει διαψεύσει (βλ. απολογία της), την επιθυμία της να υιοθετήσει κτλ. Η F. δεν ζήτησε χρήματα για την παράδοση του παιδιού, ούτε η Κ. πρόσφερε, τους έστειλε μόνο τα έξοδα για να πάνε στην Κω. Τα 900 ευρώ είναι πολλά χρήματα όμως για ένα ταξίδι δύο ατόμων στην Κω, άρα είναι τα χρήματα για την παράνομη υιοθεσία του παιδιού.
γ) Μετά τη γέννα και τα παράπονα που έκανε η F. στη S., ότι δηλαδή η Κ. δεν την αφήνει να βλέπει το παιδί και παρά την παρέμβαση του εκκαλούντος στην Κ., τότε είπαν στην F. να επιστρέψει με το παιδί στη Θήβα. Αρνείται ότι απείλησε την F. προκειμένου να επιστρέψει στη Θήβα καθώς και ότι είχε βρεθεί άλλη οικογένεια για το παιδί, αλλά εκεί έπεσε σε άλλη αντίφαση, διότι ο ίδιος "ήθελε να γίνει σωστά η διαδικασία".
Φαίνεται ότι τον απασχολούσε, ενώ δεν θα έπρεπε, εφόσον δεν είχε νόμιμο συμφέρον όπως ισχυρίστηκε, να γίνει σωστά η διαδικασία παράδοσης του παιδιού. Συνέχισε μάλιστα τις αντιφάσεις λέγοντας ότι ο ίδιος είπε στην F., ότι, αφού δεν έδωσε το παιδί στην Κ. αυτός δεν θα ανακατευτεί πάλι. Οι αντιφάσεις συνεχίστηκαν, διότι στην ερώτηση πώς συνέβη και άλλαξε γνώμη η F.
για την παράδοση του παιδιού στην Κ., έδωσε τη μνημειώδη απάντηση ότι η F. ήθελε να έχει το παιδί αγκαλιά και αφού το είχε αγκαλιά στη Θήβα, τότε δέχτηκε να το δώσει για υιοθεσία (αν και αυτός θα ήταν ένας επαρκής λόγος να μη δεχτεί να το δώσει σε κανέναν πλέον), διότι ήθελε να φύγει από την Ελλάδα. Πολλές αντιφάσεις για να είναι τυχαίο, και ίσως γι' αυτό δεν απάντησε σαφώς στην ερώτηση του Ανακριτή σχετικά με το "τυχαίο" να υπάρχουν τόσες εγκυμοσύνες και τόσες υιοθεσίες στο στενό φιλικό του κύκλο. 3) Ο τρίτος κατηγορούμενος Μ.
α) ευθύς εξαρχής ισχυρίστηκε ότι τις επικοινωνίες με την οικογένεια Ν. τις έκανε ο Κ., ο οποίος όμως μόλις παραπάνω "απάντησε" ότι την πρωτογενή επαφή με τους υποψήφιους θετούς γονείς την είχε ο Μ., που άλλωστε τους γνώριζε, και στη συνέχεια ρώτησε τον ίδιο αν η F. δεχόταν να δώσει το παιδί για υιοθεσία. Παράλληλα αναγνωρίζει ως μόνη εμπλοκή του ότι μετέφερε στην Κ.
τις πληροφορίες που είχε στη διάθεση του για την εγκυμοσύνη της F.. Εδώ λοιπόν είναι το κρίσιμο στοιχείο, διότι απέκτησε τις πληροφορίες επικοινωνώντας εναλλάξ με το Κ., την Κ. την F. και μετέφερε τις πληροφορίες που είχε από τον έναν στον άλλον. β) η παραπομπή στα όσα του είπε ο μάρτυρας Κ. στην Γενική Τράπεζα Κω (στην οποία ο Μ.
είχε μεταβεί προκειμένου να πάρει δάνεια Αυτός ηλεκτρολόγος ελεύθερος επαγγελματίας που εργάζεται και σε βενζινάδικο - όπως και ο Κ. άλλωστε, τον οποίο ο εκκαλών τον είχε απασχολήσει στο παρελθόν ως ηλεκτρολόγο για 10-15 ημέρες-χρειάστηκε να ζητήσει δάνειο από τη Γενική Τράπεζα της Κω. Αλλά ακόμα και αν η συγκεκριμένη τράπεζα δεν έχει υποκατάστημα στη Θήβα, θα μπορούσε να μεταβεί στη Χαλκίδα ή στην Αθήνα, όπου θα έβρισκε αρκετά υποκαταστήματα) είναι καταλυτική:
κανένας δεν αρχίζει "στα καλά καθούμενα" να πληροφορήσει έναν άσχετο (αυτός-Μ. - σε σχέση με το ζεύγος Ν.) και την αδυναμία να αποκτήσουν παιδί, αν δεν γνωρίζει ότι αυτός ο άσχετος μπορεί να αποτελέσει τον κρίκο που λείπει από την αλυσίδα. Αν δεν έτρεχε πριν τον ίδιο η φήμη του ότι "μπορεί να επιτύχει εκεί που απέτυχαν οι προσπάθειες εξωσωματικής γονιμοποίησης".
Πράγματι ο μάρτυρας πέτυχε να βρει τον ελλείποντα κρίκο, γι' αυτό αμέσως μετά επικοινώνησε με την Κ. και την ενημέρωσε για την κοπέλα που ήταν έγκυος (βλ. σελ. 9,10 της έφεσης Μ.). γ) και δεν πρόκειται για την απλή γνωστοποίηση σε υποψήφιους γονείς της ύπαρξης ενός παιδιού που μπορεί να υιοθετηθεί (βλ. στο ίδιο σελ. 13), αλλά για μια αρκετό μεγάλη σειρά ενεργειών προκειμένου να φτάσουν στην επίσκεψη F.
και Κ. στην Κω. δ) οι τυχαίες συναντήσεις Μ. και Κ. είναι αποκαλυπτικές: συναντήθηκαν όταν ο ηλεκτρολόγος Μ. πήγε στο σπίτι του ηλεκτρολόγου Κ. να επισκευάσει το ψυγείο. Τον επισκέφθηκε πάλι για να ανταποδώσει επίσκεψη που του είχε κάνει ο Κ. και συναντήθηκαν όταν ο πατέρας του Μ. νοσηλευόταν στο Νοσοκομείο.
Αν αμφότεροι δεν είχαν εμπλακεί στην ίδια αξιόποινη πράξη δεν θα υπήρχε πρόβλημα. Τώρα όμως υπάρχει, αφού όχι μόνο ενεπλάκησαν, αλλά προσπάθησαν να μηδενίσουν το γεγονός της ύπαρξης φιλικών σχέσεων. Το γεγονός του μηδενισμού των σχέσεων επανήλθε στην περίπτωση του ζεύγους Ν. με τον Μ.. Οι πρώτοι διέψευσαν ότι τον γνωρίζουν, ενώ ο ίδιος πρόβαλε τα όσα κατάθεσε ο μάρτυρας Κ.. 4) Η τέταρτη εκκαλούσα V.
S. υποστήριξε κατά αρχήν α) ότι τα 900 ευρώ κατατέθηκαν στο λογαριασμό του Κ. προκειμένου να καλύψουν το ταξίδι των δύο ατόμων στην Κω. Το ποσό, όπως έχουμε ήδη αναφέρει είναι υπερβολικό και με δεδομένο ότι ο Κ. θα συνόδευσε μόνο τη F., άρα θα επέστρεφε σύντομα και στη συνέχεια αυτή θα ζούσε στο σπίτι του ζεύγους Ν.-Κ.
δεν θα χρειαζόταν παραπάνω από 200-250 ευρώ. Έτσι τα χρήματα αυτά ήταν για την παράνομη υιοθεσία του παιδιού. β) Η ίδια πρόβαλε επίσης το γεγονός της ανθρώπινης πλευράς της πρόσκλησης F. στην Ελλάδα, ότι δηλαδή είχαν ζήσει μαζί στο Ορφανοτροφείο. Αντιφάσκει όμως με όσα υποστήριξε ο Κ. ότι η F. ερχόμενη στην Ελλάδα θα βοηθούσε τη σύντροφό του.
Στη συνέχεια της έφεσης καταλήγει η εκκαλούσα σ' αυτό το επιχείρημα, το οποίο όμως έλαβε χώρα με πρωτοβουλία της F.. Επομένως υπάρχει αντίφαση, γ) Η ίδια εκκαλούσα αγνοούσε την εγκυμοσύνη της F., την εγκυμοσύνη των πέντε μηνών, και το πληροφορήθηκε όταν πήγαν στο Νοσοκομείο. Ο ισχυρισμός δεν μπορεί να ευσταθήσει, αφού αποκλείεται γυναίκα που έχει γεννήσει πρόσφατα να μην καταλάβει ότι κάποια άλλη είναι έγκυος στον πέμπτο μήνα".
Μετά από αυτά το Συμβούλιο Εφετών απέρριψε κατ' ουσίαν τις εφέσεις κατά του υπ' αριθμ. 110/2009 βουλεύματος του Συμβουλίου Πλημμελειοδικών Κω, με το οποίο οι ήδη αναιρεσείοντες παραπέμφθηκαν ενώπιον του Μικτού Ορκωτού Δικαστηρίου της περιφέρειας του Εφετείου Δωδεκανήσου για το κακούργημα της παράδοσης παιδιού σε υιοθεσία με πρόθεση κερδοσκοπίας η πρώτη και της μεσολάβησης σε υιοθεσία με πρόθεση κερδοσκοπίας οι λοιποί αναιρεσείοντες και επικύρωσε το εν λόγω παραπεμπτικό βούλευμα.
Με αυτά που δέχθηκε το Συμβούλιο Εφετών Δωδεκανήσου, διέλαβε στο προσβαλλόμενο βούλευμά του την απαιτούμενη από τα άρθρα 93 §3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία προέκυψαν από την ανάκριση και θεμελιώνουν την ύπαρξη επαρκών ενδείξεων ενοχής των αναιρεσειόντων κατηγορουμένων για το αποδιδόμενο σ' αυτούς έγκλημα της παράδοσης παιδιού σε υιοθεσία με πρόθεση κερδοσκοπίας για την πρώτη και της μεσολάβησης σε υιοθεσία με πρόθεση κερδοσκοπίας για τους λοιπούς, τις αποδείξεις από τις οποίες προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και τις σκέψεις και τους συλλογισμούς, με βάση τους οποίους έκρινε ότι από τα περιστατικά αυτά προκύπτουν επαρκείς ενδείξεις για την παραπομπή των ανωτέρω κατηγορουμένων στο ακροατήριο.
Ειδικότερα αναφέρει: α) ότι η πρώτη κατηγορουμένη ήλθε στην Ελλάδα σε κατάσταση εγκυμοσύνης και εγκαταστάθηκε στην οικία του δεύτερου κατηγορουμένου Ν. Κ. στη Θήβα, με σκοπό να γεννήσει και να δώσει το τέκνο της για υιοθεσία αντί αγνώστου χρηματικού ποσού, αποβλέποντας να πορισθεί εισόδημα από την υιοθεσία αυτή, β) ότι οι κατηγορούμενοι Ν.
Κ. και Π. Μ. που εργάζονταν μαζί στο Νοσοκομείο Θήβας, μεσολάβησαν στην υιοθεσία αυτή, αφού βρήκαν το ζεύγος Κ. Ν. και Ε. Κ. στην Κω, με τους οποίους είχε έλθει σε επαφή ο Μ. που τους γνώριζε, γ) ότι η πρώτη κατηγορουμένη, πριν ακόμη γεννήσει, επισκέφθηκε μαζί με τον δεύτερο κατηγορούμενο τους ανωτέρω υποψήφιους θετούς γονείς και μετά τη γέννηση του τέκνου της το παρέδωσε στους ανωτέρω μαζί με τον Κ., δ) ότι η μεσολάβηση των κατηγορουμένων έγινε με σκοπό το αθέμιτο όφελος και μάλιστα η Ε.
Κ. κατέθεσε στον τραπεζικό λογαριασμό του δεύτερου κατηγορουμένου το συνολικό ποσό των 900 Ευρώ που αποτελούσε προκαταβολή αμοιβής για τη μεσολάβηση αυτή, ε) ότι οι κατηγορούμενοι Κ. και Μ. ενεργούσαν με πρόθεση κερδοσκοπίας, γιατί έφερναν αλλοδαπές γυναίκες που βρίσκονταν σε κατάσταση εγκυμοσύνης και μεσολαβούσαν στις υιοθεσίες των παιδιών που γεννούσαν, ποριζόμενοι εισόδημα από τις μεσολαβήσεις αυτές, μεταξύ δε αυτών των γυναικών ήταν και η πρώτη κατηγορουμένη και η M.
L., οι οποίες είχαν μεγαλώσει στο ίδιο ορφανοτροφείο με τη σύντροφο του δεύτερου κατηγορουμένου V. S.. Περαιτέρω, προκύπτει ότι το Συμβούλιο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε, όπως αναφέρει στο προσβαλλόμενο βούλευμά του, όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα και τις απόψεις των κατηγορουμένων που εξέθεσαν κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους και με τους πληρεξούσιους δικηγόρους τους ενώπιον του Συμβουλίου.
Επομένως, είναι αβάσιμες οι αντίθετες αιτιάσεις: 1) της πρώτης αναιρεσείουσας, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η μήνυση που αυτή υπέβαλε κατά του ζεύγους Ν., 2) των λοιπών αναιρεσειόντων, ότι δεν λήφθηκαν υπόψη όσα εξέθεσαν ενώπιον του Συμβουλίου κατά την αυτοπρόσωπη παράστασή τους, καθώς και τα έγγραφα που προσκόμισαν και 3) του τρίτου αναιρεσείοντος, ότι δεν λήφθηκε υπόψη η συμπληρωματική κατάθεση της Ε.
Κ.. Επίσης, είναι αβάσιμες και οι αιτιάσεις: 1) των αναιρεσειόντων Κ. και Μ., ότι εσφαλμένως το Συμβούλιο δέχθηκε τετελεσμένο έγκλημα μεσολάβησης σε υιοθεσία, ενώ πρόκειται για απόπειρα αυτού, επειδή δεν αποκομίστηκε όφελος, αφού όπως αναφέρθηκε δεν απαιτείται και η αποκόμιση οφέλους, περά από το ότι εν προκειμένω έγινε δεκτό ότι αποκομίστηκε όφελος, μέρος του οποίου αποτελεί το ποσό των 900 Ευρώ που κατατέθηκε στο λογαριασμό του Κ., 2) του αναιρεσείοντος Κ., ότι εσφαλμένως το Συμβούλιο δέχθηκε κατ' επάγγελμα τέλεση του ανωτέρω εγκλήματος, ενώ δεν δέχεται ότι συντρέχουν τα στοιχεία αυτής, αφού το Συμβούλιο δέχτηκε μόνο πρόθεση κερδοσκοπίας και όχι και κατ' επάγγελμα τέλεση και 3) του αναιρεσείοντος Μ., ότι το Συμβούλιο δέχτηκε αντιφατικά, αφενός ότι αυτός δεν γνώριζε την Ε.
Κ. και αφετέρου ότι τη γνώριζε και μεσολάβησε για την υιοθεσία, αφού το Συμβούλιο δέχτηκε ότι αυτός γνώριζε την Κ. και προέβη στη μεσολάβηση, αλλά η Κ. κατέθεσε ότι δεν τον γνώριζε, παραδοχές που δεν είναι αντιφατικές. Επομένως, οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 484 παρ. 1δ' και β' του ΚΠΔ, οι οποίοι στηρίζονται στις προαναφερθείσες αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι.
Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων που αναφέρονται σε έλλειψη αιτιολογίας, είναι απαράδεκτες, γιατί στην πραγματικότητα πλήττουν την ουσιαστική κρίση του Συμβουλίου, που είναι αναιρετικά ανέλεγκτη. Εξάλλου, επικαλούνται οι αναιρεσείοντες: 1) η πρώτη: α) ότι κατά την αυτοπρόσωπη εμφάνισή της ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, ο δικηγόρος της ζήτησε να διοριστεί διερμηνέας της Ρουμανικής γλώσσας, προκειμένου να εκθέσεις τις απόψεις της, αλλά το Συμβούλιο Εφετών δεν έκανε δεκτό το αίτημά της και έτσι δεν εξέθεσε τις απόψεις της προς υπεράσπισή της και β) ότι κατά την απολογία της στην προδικασία, δεν της γνωστοποιήθηκε επακριβώς η κατηγορία ούτε τα δικαιώματα που είχε, παρά μόνο το δικαίωμα διορισμού συνηγόρου και έτσι δεν μπόρεσε να προετοιμάσει την υπεράσπισή της, ζητώντας προθεσμία προς απολογία, 2) ο δεύτερος αναιρεσείων:
α) την έλλειψη διορισμού διερμηνέως για τις συγκατηγορούμενές του F. και S., οι οποίες θα εξέθεταν στοιχεία υπέρ της αθωότητάς του και β) ότι η παράστασή του ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών ήταν ολιγόλεπτη και έτσι δεν του δόθηκε χρόνος για να εκθέσει τις απόψεις του προς υπεράσπισή του. Οι ανωτέρω αιτιάσεις, οι οποίες, όπως εκτιμώνται, αναφέρονται σε απόλυτη ακυρότητα που αφορά την υπεράσπιση των ανωτέρω αναιρεσειόντων (άρθρ. 171 §1δ του ΚΠΔ), είναι αβάσιμες.
Ειδικότερα, από τα πρακτικά που συντάχθηκαν για την αυτοπρόσωπη εμφάνιση των κατηγορουμένων ενώπιον του Συμβουλίου Εφετών, δεν προκύπτει ότι υποβλήθηκε αίτηση για διορισμό διερμηνέα ούτε ότι διαπίστωσε ο Πρόεδρος του Συμβουλίου άγνοια της Ελληνικής γλώσσας, ώστε να έχει υποχρέωση διορισμού διερμηνέα, ούτε προκύπτει ότι ο δεύτερος αναιρεσείων ζήτησε περισσότερο χρόνο για να εκθέσει τις απόψεις του και δεν του δόθηκε.
Επίσης από τις απολογίες της πρώτης αναιρεσείουσας τόσο στην προανάκριση, όσο και στην κύρια ανάκριση, προκύπτει ότι αυτές λήφθηκαν αφού τηρήθηκαν όσα επιτάσσουν οι διατάξεις των άρθρων 100 και επόμ. του ΚΠΔ, η ίδια δε έχει υπογράψει τις σχετικές εκθέσεις γνωστοποίησης των δικονομικών της δικαιωμάτων πριν απολογηθεί και στη συνέχεια απολογήθηκε κανονικά, αφού διορίστηκε σ' αυτήν αυτεπάγγελτος συνήγορος.
Επομένως, είναι αβάσιμος και ο σχετικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 484 §1α του ΚΠΔ, που στηρίζεται στις ως άνω αιτιάσεις. Τέλος, οι αναιρεσείοντες Κ. και Μ. ζητούν να διαταχθεί η εμφάνισή τους ενώπιον του Αρείου Πάγου για να εκθέσουν τις απόψεις τους και να δώσουν διευκρινίσεις για την υπόθεση. Όμως αυτοί με τις απολογίες τους, τα υπομνήματά τους, τις εφέσεις τους και τις κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως, έχουν εκθέσει λεπτομερώς τις θέσεις του και δεν παρίσταται ανάγκη οποιασδήποτε περαιτέρω διευκρινίσεως.
Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθούν οι κρινόμενες αιτήσεις αναιρέσεως και τα αιτήματα αυτοπρόσωπης εμφάνισης και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας (άρθρ. 583 §1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει το από 5-3-2010 αίτημα των Ν. Κ. και Π. Μ., για αυτοπρόσωπη εμφάνισή τους ενώπιον του Αρείου Πάγου.
Απορρίπτει: 1) την από 10-3-2010 αίτηση της D. F. του K., 2) την από 5-3-2010 αίτηση του Ν. Κ. του Χ. και 3) την από 5-3-2010 αίτηση του Π. Μ. του Κ., για αναίρεση του υπ' αριθμ. 34/2010 βουλεύματος του Συμβουλίου Εφετών Δωδεκανήσου.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) Ευρώ για κάθε αναιρεσείοντα.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010. Και,
Εκδόθηκε στην Αθήνα στις 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ