Legislator Case Law & Legislation
1871/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against municipal council's legal representation due to missing committee approval.

Case Number 1871/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decisions regarding a construction contract dispute. The appellant argued the municipal council failed to consider his employment claims and contract details, but the court found these arguments legally unfounded. Consequently, the appeal was rejected because the lower courts correctly dismissed the original suit as legally baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 111(2)(1) of the Municipal and Communal Code; Article 559(8) of the Code of Civil Procedure: An appeal is inadmissible if the lower court dismissed a suit as legally baseless, and the appeal fails when the defendant's legal representative lacks the required municipal committee authorization.

Keywords

AI generated
municipal legal representation municipal committee approval legal representative authorization admissibility of appeal legally baseless suit Code of Civil Procedure municipal council liability

Cited Legislation

AI generated
Article 111(2)(1) of the Municipal and Communal Code
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 562(2) of the Code of Civil Procedure
Article 94(1) of the Code of Civil Procedure
Article 96(1) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1871 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 1871/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσεόντος: ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αγγελο Μαρκόπουλο.

Του αναιρεσιβλήτου: Δήμου Λασιώνος του Νομού Ηλείας, κατοίκου Ηλείας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Απόστολο Κωνσταντινίδη.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 9-1-2003 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1313/2003 του ίδιου Δικαστηρίου και 1004/2005 του Εφετείου Πατρών. Την αναίρεση των αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 20-10-2008 αίτησή του η οποία κατατέθηκε α) στο στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ηλείας με αριθ. καταθ. 107/2008 και β) Εφετείο Πατρών με αριθ. καταθ. 177/2008. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Ιωάννης Ιωαννίδης ανέγνωσε την από 27-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 111 παρ. 2 περ. 1 του Δημοτικού και Κοινοτικού Κώδικα, όπως αυτός κωδικοποιήθηκε με το άρθρο μόνο του Π.Δ 410/1995 9ήδη άρθρου 103 παρ. 2 περ. 1 του Ν. 3463/2006 Κύρωση του Κώδικα Δήμου και Κοινοτήτων) και των άρθρων 94 παρ. 1 και 96 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει ότι, για την ολοκλήρωση της παροχής της δικαστικής πληρεξουσιότητας σε δικηγόρο για την εκπροσώπηση δήμου στα πολιτικά δικαστήρια, απαιτείται αφενός μεν απόφαση της δημαρχιακής επιτροπής για την παροχή της σχετικής εντολής στον δικηγόρο, αφετέρου δε διορισμό του δικηγόρου ως δικαστικού πληρεξουσίου του δήμου με συμβολαιογραφική πράξη ή με έγγραφο κατ' άρθρο 96 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ ή με προφορική δήλωση του Δημάρχου που καταχωρίζεται στα πρακτικά.

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα πρακτικά, ο αναιρεσίβλητος Δήμος Λασιώνος Νομού Ηλείας εκπροσωπήθηκε από τον Δικηγόρο Απόστολο Κωνσταντινίδη, ο οποίος προσκόμισε το υπ' αριθ. 8944/8-5-09 πληρεξούσιο της Συμ/φου Πύργου, Μαρίας Κων/νου Χριστόπουλου, με τον οποίο διορίζεται ειδικός πληρεξούσιος δικηγόρος του αναιρεσίβλητου Δήμου με δήλωση του Δημάρχου του, πλην όμως αυτό δεν αρκεί για τη νομιμοποίηση εφόσον δεν προσκομίζεται σχετική απόφαση της προς τούτο αρμόδιας Δημαρχιακής Επιτροπής.

Έτσι, ο αναιρεσίβλητος Δήμος θεωρείται ως μη παριστάμενος, δεδομένου δε ότι αυτός κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από τον αναιρεσείοντα να παραστεί κατά την συζήτηση αυτή (Βλ. 668Δ/20-11-08 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείο Πύργου Ηλείας ...), πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης σαν να ήταν παρών.

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 553 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν ασκηθεί έφεση κατά πρωτόδικης απόφασης, πλήττουσα αυτήν ως προς όλα τα κεφάλαιά της, σε αναίρεση υπόκειται μόνο η εφετειακή απόφαση, είτε με αυτή απορρίφθηκε η έφεση είτε έγινε δεκτή, καθ' όσον στην πρώτη περίπτωση η πρωτόδικη απόφαση ενσωματώνεται στην εφετειακή, στη δε δεύτερη εξαφανίζεται.

Επομένως, η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως, κατά το μέρος της που στρέφεται κατά της υπ'αριθ. 1313/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, είναι απαράδεκτη, καθόσον η απόφαση αυτή, μετά την απόρριψη της ασκηθείσης εφέσεως, ενσωματώθηκε στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου Πατρών. Επειδή κατά την έννοια της διατάξεως του άρθρου 681 ΑΚ, κατά την οποία με τη σύμβαση μισθώσεως έργου ο εργολάβος έχει υποχρέωση να εκτελέσει το έργο και ο εργοδότης να καταβάλει τη συμφωνημένη αμοιβή, ως έργο, του οποίου ανέλαβε την εκτέλεση με αμοιβή ο εργολάβος, θεωρείται κάθε αποτέλεσμα της εργασίας και δραστηριότητας αυτού, αδιάφορα με τη φύση του, ώστε και η ανάθεση σε μηχανικό εκπονήσεως σχεδίων και μελετών κάθε φύσεως φέρει τον χαρακτήρα της συμβάσεως μισθώσεως έργου.

Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 684 ΑΚ, κατά την οποία ο εργολάβος έχει δικαίωμα να υποκαταστήσει άλλον στην εκτέλεση του έργου, εκτός αν προκύπτει το αντίθετο από τη σύμβαση ή τη φύση του έργου, προκύπτει ότι, κατ'έξαίρεση του θεσπιζομένου σ'αυτήν κανόνος της αυτοπρόσωπης εκτελέσεως του έργου, επιτρέπεται η εκτέλεση του έργου με άλλον και όταν προκύπτει τέτοιο δικαίωμα του εργολάβου από τη φύση του συμφωνηθέντος έργου, που απαιτεί ειδικές γνώσεις επιστήμης ή τέχνης, την οποία αυτός στερείται.

Όταν ο εργολάβος χρησιμοποιεί και άλλα πρόσωπα κατά την εκτέλεση του έργου, έχοντας τέτοιο δικαίωμα, τα πρόσωπα αυτά (υπεργολάβοι) είναι βοηθοί εκπληρώσεως του εργολάβου κατά τη διάταξη του άρθρου 334 ΑΚ. Στην περίπτωση αυτή οι υπεργολάβοι έχουν τη διεύθυνση και την εποπτεία των εργασιών που τους ανατέθηκαν.

Αλλά και όταν ούτε από την σύμβαση ούτε από την φύση του έργου προκύπτει δικαίωμα του εργολάβου για υποκατάσταση και πάλι έχει τη δυνατότητα να χρησιμοποιήσει βοηθητικά πρόσωπα κατά την εκτέλεση του έργου, τα οποία είναι επίσης βοηθοί εκπληρώσεως κατά την διάταξη 334 ΑΚ. Εάν δε, όταν συντρέχει η εν λόγω περίπτωση, ο εργολάβος εκτέλεσε το έργο με υπεργολάβο, ο εργοδότης έχει υποχρέωση κατ'άρθρο 681 ΑΚ να καταβάλει την αμοιβή του υπεργολάβου στον εργολάβο, ο οποίος είναι ο μόνος υπεύθυνος έναντι αυτού, η αμοιβή δε αυτή περιλαμβάνεται στην αμοιβή που συμφωνήθηκε και καταβλήθηκε στον εργολάβο και αν ο τελευταίος δεν την κατέβαλε στον υπεργολάβο, αφού υπάρχει υποχρέωση αυτού προς καταβολή της, διότι ενέχει θέση εργοδότη έναντι αυτού, ενώ ο υπεργολάβος δεν έχει ευθεία αγωγή προς πληρωμή της αμοιβής του κατά του αρχικού εργοδότη, με τον οποίο δεν συνδέεται νομικά, εκτός αν αυτός εργάζεται σωματικά, οπότε δικαιούται να ασκήσει απ'ευθείας κατ'αυτού την απαίτησή του για τον μισθό κατ'άρθρο 702 ΑΚ.

Εξάλλου, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που προβλέπεται ως λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο και την αιτίαση ότι η αγωγή, επί της οποίας έκρινε σε πρώτο ή δεύτερο βαθμό το δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ενώ συνέβαινε το αντίθετο, σύμφωνα με το συγκεκριμένο κανόνα του ουσιαστικού δικαίου.

Στην περίπτωση αυτή για να είναι ορισμένος ο λόγος αναίρεσης και συνεπώς για να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο με πληρότητα η ιστορική βάση της αγωγής που κρίθηκε νόμιμη ή απορρίφθηκε ως μη νόμιμη και το αίτημα αυτής, όπως υποβλήθηκε με το δικόγραφο της αγωγής στο δικαστήριο της ουσίας, διότι έτσι μόνο μπορεί να ελεγχθεί αν η νομική πλημμέλεια που αποδίδεται στην απόφαση οδήγησε σε εσφαλμένο διατακτικό, από το οποίο να εξαρτάται τελικώς η ευδοκίμηση της αναίρεσης.

Εν προκειμένω, ο ενάγων (αναιρεσείων) με τον 1ο λόγο της αίτησης αναίρεσης, υπό την επίκληση του αριθμού 1, του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι, με το να κρίνει την αγωγή ως νόμω αβάσιμη και να την απορρίψει, παραβίασε τη διάταξη του άρθρου 702 ΑΚ. Ο λόγος αυτός είναι αόριστος, διότι ο αναιρεσείων δεν εκθέτει στο αναιρετήριο με πληρότητα και σαφήνεια τα πραγματικά περιστατικά, τα θεμελιωτικά της αγωγής, με την οποία άσκησε κατά του εναγομένου (αναιρεσιβλήτου) την αξίωση προς απόληψη της αμοιβής του από την εκτέλεση του έργου που του ανέθεσε ο τελευταίος, ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος για το να η απόρριψη της αγωγής ως νόμω αβάσιμης συνιστά ή όχι παραβίαση της παραπάνω διάταξης του ουσιαστικού δικαίου.

Επειδή, κατά το άρθρο 559 αρ. 8 Κ.Πολ.Δ αναίρεση επιτρέπεται και αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα, κατά την έννοια του νόμου, θεωρούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση (και συνεπώς θεμελιώνουν το αίτημα) αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως ή αντενστάσεως.

Η θεμελίωση αυτού του λόγου προϋποθέτει ότι ο μη ληφθείς υπόψη πραγματικός ισχυρισμός είναι παραδεκτός και νόμιμος και άρα η παράλειψη του ουσιαστικού δικαστηρίου να απαντήσει σε ισχυρισμό απαράδεκτο, αόριστο, μη νόμιμο ή αλυσιτελή δεν ιδρύει τον προκείμενο λόγο αναιρέσεως. Με τον δεύτερο λόγο του αναιρτηρίου, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559, ψέγεται το Εφετείο ότι, δεχθέν, πως, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, την εκτέλεση των κρίσιμων έργων είχε αναθέσει αρχικώς ο αναιρεσίβλητος Δήμος Λασιώνος (εργοδότης) στον πολιτικό μηχανικό ... (εργολάβο) και εν συνεχεία ο τελευταίος στον αναιρεσείοντα (υπερεργολάβο), δεν έλαβε υπόψη α) τον περιεχόμενο στην αγωγή ισχυρισμό του αναιρεσείοντος περί απασχολήσεως του ως εργάτη στην εκτέλεση των έργων και εντεύθεν περί δικαιώματός του να ζητήσει τον μισθό του από τον αναιρεσιβλητο κατ' άρθρο 702 ΑΚ, γεγονός που αποδεικνύετο από την 1040/1-4-2003 ένορκη βεβαίωση των συνεργαζόμενων του και β) το γεγονός ότι ο άνω Δήμος (αναιρεσίβλητος) ανέθεσε την εκτέλεση των έργων, με σχετική σύμβαση, μόνο στον αναιρεσείοντα και όχι στον μηχανικό ....

Τα στοιχεία όμως αυτά (υπό α'και β') δεν παρέχουν στην αγωγή έρεισμα για την νομική της θεμελίωση αφού, πέρα από την αντιφατικότητά τους, τη λογική δηλαδή ανακολουθία του ως προς το πρόσωπο του εργοδότη του αναιρεσείοντος, ο τελευταίος δεν αναφέρει ότι (συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του άρθρου 702 ΑΚ (οφειλή του αναιρεσιβλήτου προς τον εργολάβο ..., απαίτηση για μισθό του αναιρεσείοντος κατά του εργολάβου, παράδοση του έργου από τον εργολάβο στον αναιρεσίβλητο εργοδότη), αλλ' ούτε και αποσαφηνίζει αν το υπό στοιχείο β' περιέχεται στην αγωγή ή προκύπτει από τις αποδείξεις.

Επομένως, ο ερευνώμενος λόγος είναι απαράδεκτος (άρθρο 562 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ). Επειδή οι αναιρετικοί λόγοι του άρθρου 559 αριθ. 11γ και 19 Κ.Πολ.Δ προϋποθέτουν ουσιαστική έρευνα της υπόθεσης και επομένως δεν ιδρύονται όταν το ουσιαστικό δικαστήριο απέρριψε την αγωγή ως νόμω αβάσιμη.

Συνεπώς, ο 3ος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως εκ του αριθ. 19 και ο 4ος εκ του αριθ. 11γ'του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, με τους οποίους ψέγεται το Εφετείο ότι απέρριψε την ένδικη αγωγή ως νόμω αβάσιμη χωρίς επαρκείς αιτιολογίες και χωρίς να λάβει υπόψη τα επικληθέντα και προσαχθέντα έγγραφα που αναφέρονται στο αναιρετήριο, είναι απαράδεκτοι. Επομένως, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-10-2008 αίτηση του ..., για αναίρεση των υπ' αριθ. 1004/2005 και 1313/2003 αποφάσεων του Εφετείου Πατρών και του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηλείας, αντιστοίχως.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Μαΐου 2009. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009 .

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ