Legislator Case Law & Legislation
1871/2006 AI generated

Supreme Court allows appeal due to insufficient factual basis in lower court's negligence liability decision.

Case Number 1871/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal against a second-instance judgment regarding a traffic accident involving two drivers and a pedestrian. The appellants argued that the lower court failed to establish the factual basis for its finding of negligence, specifically regarding the speed and reaction distance of the vehicles involved. The court held that the lower court's reasoning was insufficient to allow for appellate review of the substantive law application, thus remanding the case for retrial.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(19) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; A lack of legal basis for appeal exists when the factual circumstances constituting the substantive rule applied do not clearly emerge from the reasoning, rendering appellate review of the correct application of law impossible.

Keywords

AI generated
lack of legal basis appeal insufficient factual reasoning negligence liability traffic accident appellate review limitation remittal for retrial

Cited Legislation

AI generated
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure
Article 561(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 297, 298, 300, 330 and 914 of the Civil Code
Article 580(3) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1871 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1871/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Μιχαήλ Νικολιδάκη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Των αναιρεσιβλήτων: 1. Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία ..... και εκπροσωπείται νόμιμα, στην Ελλάδα εδρεύει στην Καλλιθέα Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα από την ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ..... η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Χρυσούλα Πετρουλέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. και 2. ανώνυμης ελληνικής εταιρείας γενικών ασφαλειών με την επωνυμία "Η ΕΘΝΙΚΗ Α.Ε.Ε.Γ.Α.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Ανδροβιτσανέα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23 Ιανουαρίου 2002 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4081/2003 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 8635/2004 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 30 Σεπτεμβρίου 2005 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναίρεσης για έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν σαφώς από το αιτιολογικό της τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης, καθώς και όταν η απόφαση έχει ελλιπείς ή αντιφατικές αιτιολογίες στο νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Αντίθετα δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσης όταν πρόκειται για ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου απ'αυτές πορίσματος, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές το πόρισμα και για το λόγο αυτό γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 και 914 ΑΚ συνάγεται, ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Η παράνομη συμπεριφορά ως όρος της αδικοπραξίας μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία, είτε από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης δε συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου, ήταν κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.

Τα πιο πάνω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ. Τέλος, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθεαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του επελθόντος αποτελέσματος.

Στην προκείμενη περίπτωση το Εφετείο δέχτηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του τα ακόλουθα: "Η λεωφόρος Κηφισσού είναι αυτοκινητόδρομος, με ένδειξη Π27, δηλαδή οδός ειδικής μελέτης και κατασκευής για την κυκλοφορία αυτοκινήτων οχημάτων, η οποία δεν εξυπηρετεί τις ιδιοκτησίες που συνορεύουν με αυτή και η οποία διαθέτει χωριστά οδοστρώματα για τις δύο κατευθυνσεις κυκλοφορίας αυτή προς τον Πειραιά και αυτή προς Λαμία, τα οποία χωρίζονται με νησίδα που φέρει αντιθαμβωτικό πλέγμα, δε διασταυρώνεται ισοπέδως με άλλη οδό και το πλάτος του οδοστρώματος στην προς Λαμία κατεύθυνση και στο ύψος του αριθμού 87 είναι περίπου 14 μ.

Την 23-8-2001 την 15.35 ώρα ο ..... ηλικίας 83 ετών, πατέρας των δύο πρώτων εναγόντων, πεθερός των τρίτης και τέταρτου, παππούς των πέμπτου, έκτης έβδομης και ογδόου και αδελφός του ένατου από αυτούς, αφού είχε διασχίσει πεζός το ρεύμα κυκλοφορίας της παραπάνω λεωφόρου που οδηγεί στον Πειραιά, έφτασε στη διαχωριστική νησίδα των δύο ρευμάτων κυκλοφορίας και στάθηκε στην άκρη του οδοστρώματος του αντιθέτου ρεύματος κυκλοφορίας, αυτού δηλαδή που οδηγεί προς τη Λαμία, με πρόθεση, να το διασχίσει κάθετα.

Τον ίδιο χρόνο στη δεύτερη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας κινιόταν το ..... ΙΧΕ αυτοκίνητο που οδηγούσε η ..... και την έναντι τρίτη αστική του ευθύνη κάλυπτε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία ...... Πίσω από το αυτοκίνητο αυτό κινιόταν το .....ΔΧΕ (ταξί) που οδηγούσε ο ..... και την αστική του ευθύνη κάλυπτε η εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "Εθνική ΑΕ".

Ο τελευταίος οδηγός, στο ύψος του αυτοκινητόδρομου, όπου βρίσκεται ο αριθμός 87, άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας και κινήθηκε στην τρίτη από αριστερά, σε θέση παράλληλη προς το αυτοκίνητο της ..... Η οδηγός αυτή είχε αντιληφθεί τον πεζό να στέκεται στην άκρη του οδοστρώματος και να ελέγχει την κίνηση των οχημάτων στο οδόστρωμα, προκειμένου να το διασχίσει.

Ο πεζός λοιπόν άρχισε με αργό βηματισμό να διασχίζει την αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας δίνοντας την εντύπωση στην κινούμενη στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας οδηγό, ότι ελέγχει πλήρως την κίνησή του και ότι δεν θα επιχειρήσει είσοδο στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας πριν τη δική της διέλευση. Και ενώ λοιπόν η .....

είχε την πεποίθηση ότι ο πεζός θ'ανέμενε τη διέλευση του οχήματός της, ο τελευταίος, όταν το αυτοκίνητο βρισκόταν σε ελάχιστη απόσταση, άρχισε να βηματίζει στη μεσαία λωρίδα κυκλοφορίας. Η οδηγός ..... τότε ενήργησε αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά, χωρίς όμως να κατορθώσει ν'αποφύγει τον πεζό, τον οποίο κτύπησε με το δεξιό μπροστινό τμήμα του οχήματός της, τον εκτίναξε στον αέρα ρίχνοντάς τον στον ανεμοθώρακα πρώτα και στη συνέχεια στο πλάγιο αριστερό τμήμα πάνω από το μπροστινό αριστερό τροχό του οχήματος του ....., ο οποίος εκείνη τη στιγμή είχε φτάσει, κινούμενος στην τρίτη από αριστερά λωρίδα κυκλοφορίας, το ύψος του οχήματος ......

Αποτέλεσμα του παραπάνω ατυχήματος υπήρξε ο θανάσιμος τραυματισμός του πεζού ....., ο οποίος υπέστη βαρειές κακώσεις στο κεφάλι, το θώρακα και τον αυχένα από τις οποίες και επήλθε ο θάνατός του. Με τα δεδομένα αυτά αποκλειστικά υπαίτιος του θανασίμου τραυματισμού του υπήρξε ο ίδιος ο πεζός ....., ο οποίος επιχείρησε να διασχίσει αυτοκινητόδρομο και παρά την επικινδυνότητα αυτής του της ενέργειας, δε βεβαιώθηκε προηγουμένως, ότι δεν θα παρεμποδίσει την κίνηση των οχημάτων που κινούνταν στην οδό και που λόγω της ιδιαιτερότητας του δρόμου είχαν συνεχή ροή με αυξημένη ταχύτητα, αλλά αντίθετα διέσχισε το οδόστρωμα του αυτοκινητοδρόμου, με αποτέλεσμα να εμπλακεί στην κίνηση του κανονικά κινουμένου οχήματος της .....

και να τραυματιστεί θανάσιμα. Αντίθετα δεν αποδείχτηκε ότι βαρύνει οποιοσδήποτε βαθμός αμέλειας την οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία οχήματος της Παναγιώτας ....., εφόσον η κίνηση του οχήματος της οδηγού αυτής στο οδόστρωμα ήταν κανονική, αυξημένη (πέραν της επιτρεπόμενης των 80 χλμ/ώρα) ταχύτητα στο αυτοκίνητό της δεν αποδείχτηκε, και όταν αντιλήφτηκε την εντελώς απρόσμενη είσοδο του πεζού στη λωρίδα κυκλοφορίας της ενήργησε τον ενδεδειγμένο στην περίπτωση αυτή αποφευκτικό ελιγμό προς τα αριστερά.

Κυρίως όμως αποδείχτηκε ότι η ..... είχε από απόσταση αντιληφτεί τον πεζό στην άκρη του οδοστρώματος τουλάχιστον αυτή των 80 μέτρων, όπως επίσης αντιλήφτηκε έγκαιρα και την κίνηση του πεζού, με αργό βηματισμό στην αριστερή λωρίδα κυκλοφορίας. Όμως η συνολική συμπεριφορά του πεζού, ο οποίος έδειχνε να ελέγχει την κατάσταση του δρόμου και να διασχίζει την αριστερή λωρίδα με αργό βηματισμό, εύλογα δημιούργησε την εντύπωση στην παραπάνω οδηγό ότι αυτός δεν θα επιχειρούσε είσοδο στην λωρίδα κυκλοφορίας που αυτή κινιόταν πριν τη δική της διέλευση.

Όταν λοιπόν η ..... αντιλήφτηκε ότι ο πεζός άρχιζε να διασχίζει τη δική της λωρίδα κυκλοφορίας, σε χρόνο πλέον που το δικό της αυτοκίνητο απείχε περί τα δέκα μέτρα, δεν είχε άλλη δυνατότητα παρά μόνο, τα ενεργήσει ελιγμό προς τα αριστερά, για να τον αποφύγει. Αλλά και τον οδηγό του ασφαλισμένου στην εναγομένη ασφαλιστική εταιρία "Εθνική" Γ. .....

δεν αποδείχτηκε ότι βαρύνει οποιαδήποτε υπαιτιότητα στην επέλευση του επιδίκου θανάσιμου τραυματισμού του ....., διότι αυτός έχοντας από απόσταση αντιληφτεί τον πεζό και για να αποφύγει οποιαδήποτε αντίδραση της οδηγού του προπορευομένου οχήματος της ....., άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας προς τα δεξιά και κινήθηκε σε θέση παράλληλη προς το προηγούμενο αυτοκίνητο, χωρίς ν' αναμένει ότι το παράλληλα από αριστερά του κινούμενο όχημα θα κτυπήσει τον πεζό και θα τον εκσφενδονίσει στο δικό του αυτοκίνητο,.

Σύμφωνα λοιπόν με τις σκέψεις αυτές το πρωτοβάθμιο δικαστήριο που δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του θανάτου του ..... υπήρξε ο ίδιος, σωστά εκτίμησε τις αποδείξεις και τα αντίθετα υποστηριζόμενα με την έφεση κρίνονται ουσιαστικά αβάσιμα.

Συνεπώς η έφεση θ' απορριφθεί". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε πράγματι στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες, για το κρίσιμο ζήτημα της υπαιτιότητας των παραπάνω προσώπων που έχουν εμπλακεί στο ως άνω θανατηφόρο αυτοκινητικό ατύχημα. Ειδικότερα, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, σε σχέση με την οδηγό .....

του ..... ΙΧΕ αυτοκινήτου: α) Δεν προσδιορίζει σε πόση απόσταση εκτίναξε με το αυτοκίνητό της τον θανόντα πεζό ..... από το σημείο παράσυρσής του μέχρι του σημείου πτώσης του στο οδόστρωμα, για να διαπιστωθεί αν η οδηγός αυτή εκινείτο με υπερβολική ή με κανονική ταχύτητα, καθώς και αν οδηγούσε με σύνεση και προσοχή.

Και β) Δεν εξειδικεύει την "κανονική" ταχύτητα με την οποία εκινείτο η ως άνω οδηγός κατά τη στιγμή του ατυχήματος, που κρίνει ότι δεν ήταν "μεγαλύτερη της επιτρεπόμενης των 80 χλμ/ω", ούτε διευκρινίζει αν μείωσε την όποια ταχύτητα είχε, όταν αυτή από απόσταση τουλάχιστον 80 μέτρων είχε αντιληφθεί τον υπερήλικα πεζό (ηλικίας 83 ετών) στην άκρη του οδοστρώματος να κινείται με αργό βηματισμό στην αριστερή λωρίδα του ρεύματος κυκλοφορίας που οδηγεί προς Λαμία με πρόθεση να το διασχίσει κάθετα, για να διαπιστωθεί αν είχε τον έλεγχο του οχήματός της και ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις επικρατούσες εκεί συνθήκες του αυτοκινητόδρομου μέσα από κατοικημένη περιοχή, ώστε να μπορεί να αποφύγει την παράσυρση του ως άνω πεζού.

Επίσης η ίδια η προσβαλλόμενη απόφαση, αναφορικά με τον οδηγό του .....-ΔΧΕ (ταξί) Γεώργιο .....: γ) Δεν διευκρινίζει από πόση απόσταση αντιλήφθηκε τον θανόντα πεζό και "άλλαξε λωρίδα κυκλοφορίας προς τα δεξιά και κινήθηκε σε θέση παράλληλη προς το αυτοκίνητο της Παναγιώτας .....", ούτε προσδιορίζει με ποια ταχύτητα εκινείτο και αυτός στο σημείο του ατυχήματος, ούτε αναφέρει αν όταν αντιλήφθηκε την παραπάνω κίνηση του πεζού μείωσε την όποια ταχύτητα είχε, για να διαπιστωθεί αν είχε τον έλεγχο του οχήματός του και ρύθμισε την ταχύτητά του ανάλογα με τις ως άνω συνθήκες της οδού, ώστε να μπορεί να αποφύγει την σύγκρουση του αυτοκινήτου του με τον πεζό.

Με αυτές τις αιτιολογίες καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος για την ορθή ή όχι εφαρμογή των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκαν για το κρίσιμο παραπάνω ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Μετά απ' αυτά, ο συναφής δεύτερος λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, όπως συμπληρώθηκε και διευκρινίσθηκε από τον εισηγητή (άρθρο 562 παρ. 4 ΚΠολΔικ), με τον οποίο προβάλλεται ασάφεια και ανεπάρκεια αιτιολογιών σε σχέση με το ως άνω ουσιώδης ζήτημα, πρέπει να γίνει δεκτός ως βάσιμος.

Συνακόλουθα πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη, κατά το μέρος εκείνο (διατάξεις) που αφορά τους εδώ διαδίκους, στη συνέχεια δε να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της κατά το αναιρούμενο μέρος της στο ίδιο Εφετείο που την εξέδωσε, διότι είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλους δικαστές (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔικ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 8635/2004 απόφαση του Εφετείου Αθηνών, ως προς τις διατάξεις της εκείνες που αφορούν τους διαδίκους της παρούσας δίκης.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της, κατά το αναιρούμενο μέρος της, στο ίδιο Εφετείο Αθηνών, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που δίκασαν προηγουμένως. Και

Καταδικάζει τις αναιρεσίβλητες στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1500) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006.

Δημοσιεύθηκε σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριο την 1η Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ