Legislator Case Law & Legislation
1870/2016 AI generated

1870/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1870/2016
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1870/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του κατά οποιονδήποτε τρόπο, η διαφοροποίηση δε αυτή προσδιορίζεται από το δικαστήριο, αναλόγως των ειδικών περιστατικών τα οποία προβάλλονται και γίνονται αποδεκτά.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1870 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)

ΑΡΙΘΜΟΣ 1870/2016

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρυσούλα Παρασκευά, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου (σύμφωνα με την υπ’ αριθ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη-Εισηγητή και Ιωάννη Μαγγίνα, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του την 1η Νοεμβρίου 2016, με την παρουσία της Αντεισαγγελέως του Αρείου Πάγου Ευσταθίας Σπυροπούλου (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντα - κατηγορουμένου Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., που παρέστη με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Μιχαήλ Πικραμένο, περί αναιρέσεως της υπ’ αριθ.32/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Ανατολικής Κρήτης.

Το Τριμελές Εφετείο Ανατολικής Κρήτης, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και ο αναιρεσείων - κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../17-6-2016 αίτησή του, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό .../2016.

Αφού άκουσε

Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντα, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και την Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης,

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η υπό κρίση, από 15-6-2016 αίτηση του κατηγορουμένου Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ..., για αναίρεση της 32/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης, με την οποία αυτός καταδικάσθηκε σε ποινή φυλακίσεως δύο (2) ετών την οποία ανέστειλε για τρία έτη, ασκήθηκε νομότυπα, εμπρόθεσμα και παραδεκτά. Κατ’ άρθρον 1 §1 Ν. 3500 (ΦΕΚ Α’ 232) 24-10-2006 ισχύοντος από 24/1/2007, ενδοοικογενειακή βία, για τον παρόντα νόμο θεωρείται "Η τέλεση αξιόποινης πράξης σε βάρος μέλους της οικογένειας, σύμφωνα με τα άρθρα 6, 7, 8 και 9 του παρόντος και τα άρθρα 299 και 311 του Κώδικα", ενώ σύμφωνα με την παρ. 2 στοιχ. α’ θεωρείται ως οικογένεια η κοινότητα που αποτελείται από συζύγους ή γονείς και συγγενείς πρώτου και δευτέρου βαθμού εξ αίματος ή εξ αγχιστείας και τα εξ υιοθεσίας τέκνα τους. Περαιτέρω, κατ’ άρθρον 6 § 1 ιδίου Νόμου "Το μέλος της οικογένειας, το οποίο προξενεί σε άλλο μέλος αυτής σημαντική κάκωση ή βλάβη της υγείας του υπό την έννοια του εδ. α της παρ. 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα ή με συνεχή συμπεριφορά προξενεί εντελώς ελαφρά σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του με την έννοια του εδαφίου β της παραπάνω διάταξης τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον, ενός έτους. 2. Αν η πράξη της πρώτης παραγράφου είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα κίνδυνο για τη ζωή του ή βαριά σωματική βλάβη, επιβάλλεται φυλάκιση τουλάχιστον δύο ετών...".

Κατά τις διατάξεις του άρθρου 308 παρ. 1 του ΠΚ όποιος με πρόθεση προξενεί σε άλλον σωματική κάκωση ή βλάβη της υγείας του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι τριών ετών. Αν η κάκωση ή η βλάβη της υγείας που του προξένησε είναι εντελώς ελαφρά, τιμωρείται με φυλάκιση το πολύ έξι μηνών ή με χρηματική ποινή. Και αν είναι ασήμαντη τιμωρείται με πρόστιμο.

Από τις άνω διατάξεις προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της απλής σωματικής βλάβης συνίσταται στην πρόκληση σε άλλον σωματικής κακώσεως ή βλάβης της υγείας του κατά οποιονδήποτε τρόπο, η διαφοροποίηση δε αυτή προσδιορίζεται από το δικαστήριο, αναλόγως των ειδικών περιστατικών τα οποία προβάλλονται και γίνονται αποδεκτά.

Η συνδρομή δε των στοιχείων της αντικειμενικής υποστάσεως για το έγκλημα αυτό πρέπει να αιτιολογείται ειδικώς στην καταδικαστική απόφαση εν όψει της διαβαθμίσεως της σωματικής βλάβης, αναλόγως της σπουδαιότητάς της αν μπορούσε να προκαλέσει στο θύμα βαριά σωματική βλάβη, σε απλή, σε εντελώς ελαφρά, η οποία χωρίς να είναι εντελώς επουσιώδης έχει επιπόλαιες συνέπειες και σε ασήμαντη, η οποία είναι αυτή που έχει ήπιες συνέπειες.

Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας πρέπει να είναι αιτιολογημένη ως προς τον προσδιορισμό με ακρίβεια του είδους της σωματικής κακώσεως ή της βλάβης της υγείας του παθόντος προκειμένου να ελεγχθεί η ύπαρξη και ο χαρακτήρας της σωματικής βλάβης. Η σχετική κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο, ο οποίος δεν αρκείται στις αφηρημένες εκφράσεις της προσβαλλόμενης αποφάσεως αλλά εκτιμά τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας προκειμένου να αποφανθεί για κάθε συγκεκριμένη περίπτωση για το είδος της σωματικής βλάβης που προξενήθηκε.

Περαιτέρω, η καταδικαστική απόφαση έχει την απαιτουμένη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 Κ.Π.Δ. ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγον αναιρέσεως εκ του άρθρου 510 παρ.1 στοιχ. Δ’ ιδίου Κώδικος, όταν αναφέρονται σ’ αυτή με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και από τα οποία το δικαστήριο που την εξέδωσε συνήγαγε την ύπαρξη των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος για το οποίο καταδικάσθηκε ο κατηγορούμενος, τα αποδεικτικά μέσα από τα οποία προέκυψαν τα περιστατικά αυτά και οι νομικοί συλλογισμοί με βάση τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών στην εφαρμοσθείσα ουσιαστική ποινική διάταξη.

Δια την ύπαρξη τοιαύτης αιτιολογίας είναι επιτρεπτή η αλληλοσυμπλήρωση του αιτιολογικού προς το διατακτικό που αποτελούν ενιαίο σύνολο και αρκεί να αναφέρονται τα αποδεικτικά μέσα κατ’ είδος γενικώς, χωρίς να απαιτείται να εκτίθεται τι προέκυψε χωριστά εξ ενός εκάστου αυτών και χωρίς να απαιτείται να αναφέρεται από ποίο συγκεκριμένως αποδεικτικό μέσο προέκυψεν η κάθε παραδοχή.

Ούτε είναι απαραίτητη η αξιολογική συσχέτιση και σύγκριση των διαφόρων αποδεικτικών μέσων μεταξύ των (εγγράφων, μαρτυρικών καταθέσεων), ούτε απαιτείται να ορίζεται ποίο βαρύνει περισσότερο για τον σχηματισμό της δικαστικής κρίσεως. Απαιτείται μόνο να προκύπτει ότι το δικαστήριον έλαβεν υπόψη του και συνεξετίμησε για τον σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως όλα τα αποδεικτικά στοιχεία και όχι μερικά κατ’ επιλογήν, όπως επιβάλλουν οι διατάξεις των άρθρων 177 §1 και 187 Κ.Π.Δ. (Ολ.ΑΠ 1/2005).

Έλλειψη αιτιολογίας υπάρχει και στην περίπτωση που αυτή είναι τυπική, όπως είναι και εκείνη που δεν περιέχει τα πραγματικά περιστατικά που προέκυψαν από τη διαδικασία, αλλά το δικαστήριο περιορίζεται να αναφερθεί με τυπικές φράσεις στο διατακτικό της αποφάσεως που περιέχει τα στοιχεία του κατηγορητηρίου.

Η απλή επανάληψη στο σκεπτικό της αποφάσεως του διατακτικού, καθ’ εαυτή, δεν συνιστά ελλιπή αιτιολογία, ούτε η παραπομπή του σκεπτικού στο διατακτικό, εφ’ όσον το διατακτικό είναι λεπτομερές και εκτίθενται στο περιεχόμενό του πλήρως και σαφώς τα πραγματικά περιστατικά που συνιστούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος για το οποίον εξεδόθη η καταδικαστική απόφαση. [Α.Π. 182/2014].

Εξάλλου, μεταξύ των αποδεικτικών μέσων περιλαμβάνεται, κατά το άρθρο 178 περ. γ του ΚΠοινΔ και η πραγματογνωμοσύνη, η οποία διατάσσεται κατά το άρθρο 183 του ίδιου Κώδικα, υπό προϋποθέσεις, από τον ανακριτικό υπάλληλο, το δικαστικό συμβούλιο ή το δικαστήριο αυτεπαγγέλτως ή μετά από αίτηση των διαδίκων ή του εισαγγελέα. Το άνω αποδεικτικό μέσο της πραγματογνωμοσύνης, η οποία διατάσσεται, κατά το άρθρο 183 του ΚΠοινΔ, αποτελεί ιδιαίτερο και αυτοτελές αποδεικτικό μέσο, διακρινόμενο των εγγράφων και πρέπει το δικαστήριο να αναφέρει ειδικά ότι το έλαβε υπόψη του για το σχηματισμό της δικανικής του πεποιθήσεως ή να προκύπτει από το περιεχόμενο των περιστατικών που εκθέτει ότι το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε με τα άλλα αποδεικτικά μέσα κατά τρόπο αναμφισβήτητο. Διαφορετικά, αν δηλαδή δεν αναφέρεται μεταξύ των αποδεικτικών μέσων, δεν υπάρχει βεβαιότητα ότι το Δικαστήριο το έλαβε υπόψη του και το συνεκτίμησε, χωρίς να αρκεί η αναφορά του στα έγγραφα που αναγνώσθηκαν, οπότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ του ΚΠοινΔ, εκτός αν η λήψη υπόψη του, προκύπτει από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεως.

Στην προκειμένη περίπτωση, το Τριμελές Εφετείο [Πλημμελημάτων] Ανατολικής Κρήτης, ως δευτεροβάθμιο δικαστήριο, με την αναιρεσιβαλλομένη, με αριθμό 32/2016 απόφασή του, καταδίκασε τον κατηγορούμενο και ήδη αναιρεσείοντα Μ. Κ., σε ποινή φυλακίσεως δύο [2] ετών, για την αξιόποινη πράξη της ενδοοικογενειακής σωματικής βλάβης δεχόμενο, όπως προκύπτει από το σκεπτικό της σε συνδυασμό με το διατακτικό της, τα οποία παραδεκτώς αλληλοσυμπληρώνονται, κατά πιστή μεταφορά, τα ακόλουθα: "Από την αποδεικτική διαδικασία που έγινε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου τούτου και ειδικότερα από τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων κατηγορίας και υπερασπίσεως, από τα έγγραφα, τα οποία αναγνώσθηκαν στο ακροατήριο, από την απολογία του κατηγορουμένου και γενικά από όλη τη συζήτηση της υποθέσεως αποδείχθηκε και το δικαστήριο πείσθηκε ότι ο κατηγορούμενος στο ..., την 3η Ιουνίου 2008 και συγκεκριμένα εντός της οικίας του, όπου βρίσκονταν μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο του, Μ.

Κ. του Ν. και Χ., επιτέθηκε σε αυτήν, την άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε την χτυπάει στον τοίχο και τον νιπτήρα της τουαλέτας, στη συνέχεια δε την πέταξε στο πάτωμα και την κλωτσούσε, προκαλώντας της με αυτό τον τρόπο πολλαπλές θλαστικές κακώσεις τριχωτού κεφαλής, εκχυμωτικούς μώλωπες αριστερού βραχίονος, ευμεγέθη εκχυμωτικό μώλωπα έξω πλάγιας επιφάνειας δεξιού μηρού, εκχυμωτικό μώλωπα αυχένος και θλάση μυών, προκαλούμενης κατά την ψηλάφιση ευαισθησίας της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, με έντονη ζάλη.

Η πράξη του δε αυτή? εξ’ αιτίας των θέσεων των επενεχθεισών σωματικών βλαβών (κεφαλή, αυχένος, σπονδυλική στήλη), αλλά και της έντασης και σφοδρότητας της επίθεσης, μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη. Αντίθετα δεν αποδείχθηκε ότι ο κατηγορούμενος στον ως άνω τόπο και χρόνο, προσέβαλε την αξιοπρέπεια της εγκαλούσας, εν διαστάσει συζύγου του Μ.

Κ. του Ν. και Χ., και ειδικότερα, εισερχόμενος στην τουαλέτα, κατά τη χρονική στιγμή που η τελευταία βρισκόταν εντός αυτής και (όταν βλέποντας τον του ζήτησε να φύγει και αφού δεν το έκανε επιχείρησε αυτή να φύγει) λέγοντας της: "Φοβάσαι μη δω κάτι που δεν έχω ξαναδεί; γαμιέσαι με τον Π. πουτάνα και εγώ που σε είχα δέκα χρόνια δεν θες να σε βλέπω.

Τώρα που θα πάρω τον αγαπούλη σου τηλέφωνο θα καταλάβει ότι σε έχω εγώ και σε γαμάω", στη συνέχεια δε, την οδήγησε στην κρεβατοκάμαρα και την πέταξε στο κρεβάτι, της έσκισε την φούστα και περαιτέρω έσκισε και πήρε το εσώρουχο της, επιχειρώντας, παρά τη θέληση της, να ακουμπήσει το δάκτυλο του στον πρωκτό της, προσβάλλοντας έτσι την γενετήσια αξιοπρέπεια της και ότι στον ως άνω τόπο και χρόνο, με περισσότερες πράξεις που συνιστούν εξακολούθηση του ίδιου εγκλήματος (σε απόπειρα και τετελεσμένη μορφή) προσπάθησε να εξαναγκάσει την εγκαλούσα, εν διαστάσει σύζυγο του, Μ.

Κ. του Ν. και Χ., αρπάζοντας την από τα μαλλιά και κτυπώντας την στον τοίχο και τον νιπτήρα της τουαλέτας, να μιλήσει στον Ε. Π. του Κ., στον οποίο ο ίδιος είχε τηλεφωνήσει, θεωρώντας ότι είχε ερωτική σχέση με την εν διαστάσει σύζυγό του". Ακολούθως το δικαστήριο της ουσίας κήρυξε ένοχο τον κατηγορούμενο του ότι: "Στο ..., την 3η Ιουνίου 2008, τέλεσε με περισσότερες πράξεις περισσότερα εγκλήματα, που προβλέπονται και τιμωρούνται στο νόμο με στερητικές της ελευθερίας ποινές και συγκεκριμένα:

Ως μέλος οικογένειας προξένησε σε άλλο μέλος αυτής, σωματική κάκωση και βλάβη της υγείας του, υπό την έννοια του εδαφίου α’ της παραγράφου 1 του άρθρου 308 του Ποινικού Κώδικα, η οποία είναι δυνατόν να προκαλέσει στο θύμα βαριά σωματική βλάβη. Ειδικότερα, στον ως άνω τόπο και χρόνο και συγκεκριμένα εντός της οικίας του, όπου βρίσκονταν μαζί με την εν διαστάσει σύζυγο του, Μ.

Κ. του Ν. και Χ., επιτέθηκε σε αυτήν, την άρπαξε από τα μαλλιά και άρχισε την χτυπάει στον τοίχο και τον νιπτήρα της τουαλέτας, στη συνέχεια δε την πέταξε στο πάτωμα και την κλωτσούσε, προκαλώντας της με αυτό τον τρόπο πολλαπλές θλαστικές κακώσεις τριχωτού κεφαλής, εκχυμωτικούς μώλωπες αριστερού βραχίονος, ευμεγέθη εκχυμωτικό μώλωπα έξω πλάγιας επιφάνειας δεξιού μηρού, εκχυμωτικό μώλωπα αυχένος και θλάση μυών, προκαλουμένης κατά την ψηλάφιση ευαισθησίας της αυχενικής μοίρας της σπονδυλικής στήλης, με έντονη ζάλη.

Η πράξη του δε αυτή• εξ’ αιτίας των θέσεων των επενεχθεισών σωματικών βλαβών (κεφαλή, αυχένος, σπονδυλική στήλη), αλλά και της έντασης και σφοδρότητας της επίθεσης, μπορούσε να προκαλέσει στην παθούσα βαριά σωματική βλάβη".

Με αυτά που δέχθηκε το άνω δικαστήριο διέλαβε στην προσβαλλομένη απόφασή του την απαιτουμένη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, αφού εκθέτει σ’ αυτή με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία απεδείχθησαν από την ακροαματική διαδικασία και συγκροτούν την αντικειμενική και υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος της παραβάσεως του άρθρου 6 §§1, 2 εδ.Ν.3500/2006, για το οποίο και καταδικάσθηκε ο αναιρεσείων κατηγορούμενος, τις αποδείξεις από τις οποίες συνήγαγε τα περιστατικά αυτά καθώς και τους συλλογισμούς με βάση τους οποίους υπήγαγε τα περιστατικά αυτά στις ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 26 παρ. 1, 27 ΠΚ και 6 §§1, 2 εδ. α’ Ν.3500/2006 που εφήρμοσε.

Ειδικότερα αναφέρει η απόφαση όλα τα τα κατ’ είδος μνημονευόμενα στο προοίμιο του σκεπτικού αποδεικτικά μέσα, τα οποία έλαβεν υπόψη και τα οποία αξιολόγησε και εξετίμησε για να εξάγει την κρίση του το Δικαστήριο και δεν προέβηκε σε επιλεκτική εκτίμηση αυτών, χωρίς δε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, να είναι απαραίτητο για την πληρότητα της αιτιολογίας, ν’ αναφέρει από πού ή από ποια αποδεικτικά μέσα αποδείχθηκε η κάθε παραδοχή της, όπως αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, ενώ, εξάλλου, όπως προκύπτει από την, παραδεκτή για τις ανάγκες του αναιρετικού λόγου, επισκόπηση της επιδίκου ιατροδικαστικής έκθεσης, των πρακτικών και του αιτιολογικού της προσβαλλομένης, ναι μεν η ιατροδικαστική έκθεση δεν μνημονεύεται ειδικά στο προοίμιο του σκεπτικού της προσβαλλομένης αποφάσεως, πλην όμως από τις διαλαμβανόμενες στο αιτιολογικό της τελευταίας παραδοχές αναμφίβολα προκύπτει ότι το περιεχόμενο της έχει ληφθεί υπόψη από το δικάσαν ως άνω Δικαστήριο και έχει συνεκτιμηθεί με τα λοιπά αποδεικτικά μέσα, από τα πορίσματα της οποίας δεν διαφοροποιείται η κρίση του Δικαστηρίου.

Περαιτέρω, εκ της σχεδόν ομοίας διατυπώσεως του σκεπτικού και του διατακτικού που περιέχει το κατηγορητήριο κατ’ ουδέν καθίσταται, άνευ ετέρου, η αιτιολογία ελλιπής, όπως επίσης αβασίμως αιτιάται ο αναιρεσείων, αφού, εν προκειμένω και το διατακτικό είναι πλήρες και λεπτομερές και διαλαμβάνει στο περιεχόμενό του όλα τα στοιχειοθετούντα το ως άνω έγκλημα για το οποίο κατεδικάσθηκε ο αναιρεσείων περιστατικά.

Η επιβαλλόμενη από τα άρθρα 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία της δικαστικής απόφασης, η έλλειψη της οποίας ιδρύει τον από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ’ λόγο αναίρεσης, πρέπει να εκτείνεται και στον περί συνδρομής ορισμένης ελαφρυντικής περίστασης του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ.

αυτοτελή ισχυρισμό του κατηγορουμένου, αφού η παραδοχή του οδηγεί στην επιβολή μειωμένης ποινής, κατά το μέτρο του άρθρου 83 του ίδιου Κώδικα. Όταν δε συντρέχουν περισσότερες ελαφρυντικές περιστάσεις σύμφωνα με το άρθρο 85 Π.Κ., ναι μεν η μείωση της ποινής γίνεται μόνο μία φορά, το δικαστήριο όμως, προκειμένου να προβεί στην επιμέτρηση της ποινής θα λάβει υπόψη του, μέσα στα όρια της ελαττωμένης ποινής και το εν λόγω γεγονός της συνδρομής των περισσοτέρων ελαφρυντικών περιστάσεων.

Ως ελαφρυντική περίσταση, κατά το άρθρο 84 παρ. 2 εδ.α’ , δ’ και ε’ Π.Κ. θεωρείται το ότι: " εδ.α’ ...ο υπαίτιος έζησε ως το χρόνο που έγινε το έγκλημα έντιμη, ατομική, οικογενειακή, επαγγελματική και γενικά κοινωνική ζωή... εδ.δ’ ...έδειξε ειλικρινή μετάνοια...και εδ.ε’ ... ο υπαίτιος συμπεριφέρθηκε καλά για σχετικά μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του".

Εξάλλου, το ουσιαστικό δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει και δη να παραθέσει την, κατά τα προαναφερθέντα, ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία προς απόκρουση αυτοτελών ισχυρισμών, όπως είναι και τα πιο πάνω αιτήματα για την αναγνώριση ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. 2 Π.Κ., που προτείνεται κατ’ άρθρο 170 παρ. 2 και 333 παρ. 2 ΚΠΔ, αν οι ισχυρισμοί αυτοί δεν είναι σαφείς και ορισμένοι και μάλιστα με την επίκληση των θεμελιούντων αυτούς πραγματικών περιστατικών.

Μόνη η επίκληση της νομικής διάταξης που προβλέπει την ελαφρυντική περίσταση ή τον χαρακτηρισμό με τον οποίο είναι γνωστή αυτή στη νομική ορολογία καθιστά τον σχετικό ισχυρισμό αόριστο στον οποίο ως τέτοιο το Δικαστήριο της ουσίας δεν έχει υποχρέωση να απαντήσει ή να αιτιολογήσει την απόρριψη του. [Α.Π.1203/2015, Α.Π.1305/2013].

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς επισκοπούμενα πρακτικά της προσβαλλομένης αποφάσεως ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζήτησε δια των συνηγόρων του, να του αναγνωριστούν οι ελαφρυντικές περιστάσεις του άρθρου 84 παρ.2 εδ.α’ , δ’ και ε’ [πρότερου έντιμου βίου, ειλικρινούς μετάνοιας και καλής συμπεριφοράς για μεγάλο διάστημα μετά την πράξη του]. Ο ισχυρισμός αυτός, έτσι, όπως προβλήθηκε, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, είναι εντελώς αόριστος, δεδομένου ότι δεν περιέχονται τα κατά νόμο απαραίτητα πραγματικά περιστατικά για τη θεμελίωση των επικληθέντων ως άνω ελαφρυντικών περιστάσεων και επομένως, το δικαστήριο δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει σ’ αυτόν, πολύ περισσότερον να αιτιολογήσει την απόρριψή του, στον οποίο εκ περισσού απάντησε, με την αιτιολογία: "Το δικαστήριο απορρίπτει τους αυτοτελείς ισχυρισμούς για αναγνώριση των ελαφρυντικών περιστάσεων του άρθρου 84 παρ. εδ.α’ , ε’ και δ’ του Π.Κ".

Συνεπώς ο συναφής εκ του αριθμού 510 παρ. 1 στοιχ Δ Κ.Ποιν.Δ προβαλλόμενος λόγος αναιρέσεως, υπό τις ειδικότερες ως άνω αιτιάσεις, με τον οποίο πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας είναι αβάσιμος.

Κατ’ ακολουθία όλων των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί ο αναιρεσείων στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό (άρθ. 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 15-6-2016 αίτηση του Μ. Κ. του Ε., κατοίκου ... (οδός ...), για αναίρεση της 32/2016 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Πλημμελημάτων Ανατολικής Κρήτης.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται στο ποσό των διακοσίων πενήντα (250) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2016.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 16 Δεκεμβρίου 2016.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ