Legislator Case Law & Legislation
1870/2011 AI generated

Supreme Court dismisses appeal for failure to apply gap-filling rules when court explicitly rejects ambiguity in contract terms.

Case Number 1870/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Court of First Instance's decision regarding property boundaries. The appellant argued the lower court violated gap-filling rules by ignoring an alleged ambiguity in the 1994 sales contract. However, the court found the lower court explicitly rejected any ambiguity and provided sufficient reasoning for its interpretation, rendering the appeal unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 173 and 200 of the Civil Code; The Supreme Court's review of gap-filling rules is limited to cases where the lower court fails to address an acknowledged ambiguity or omits necessary reasoning, as the court of first instance has the primary duty to interpret the contract.

Keywords

AI generated
Civil Code gap filling contract ambiguity review property boundary dispute Supreme Court appeal interpretation rules

Cited Legislation

AI generated
Article 1033 of the Civil Code
Articles 974, 1041, 1042, 1045, 1051 of the Civil Code
Articles 173 and 200 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1870 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1870/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Θ. Δ. του Σ. και Σ., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Ζήση Φασούλα.

Του αναιρεσίβλητου: Δ. Λ. του Χ. και Α., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητα του ως δικηγόρου.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-4-2005 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 69/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 363/2007 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 1-4-2009 αίτησή του και με τους από 4-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 10-9-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης και των πρόσθετων λόγων.

Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και των προσθέτων λόγων, ο αναιρεσίβλητος ατομικά την απόρριψή τους, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, σύμφωνα με το άρθρο 1033 του ΑΚ, για τη μεταβίβαση της κυριότητας ακινήτου απαιτείται συμφωνία μεταξύ του κυρίου και εκείνου που την αποκτά, ότι μετατίθεται σ' αυτόν η κυριότητα για κάποια νόμιμη αιτία. Η συμφωνία γίνεται με συμβολαιογραφικό έγγραφο που υποβάλλεται σε μεταγραφή. Για τη μεταβίβαση με τον παράγωγο αυτό τρόπο της κυριότητας του ακινήτου, αποτελεί προϋπόθεση να ήταν κύριος εκείνος που συμφώνησε τη μεταβίβασή της.

Συνακόλουθα, επί διεκδικητικής αγωγής, που έχει ως βάση τον παράγωγο αυτό τρόπο κτήσεως της κυριότητας, πρέπει το επίδικο ακίνητο να ταυτίζεται με το ακίνητο που περιγράφεται στον μεταβιβαστικό τίτλο. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 974, 1041, 1042, 1045, 1051 του ίδιου Κώδικα, συνάγεται, ότι, για την κτήση της κυριότητας ακινήτου με τακτική μεν χρησικτησία απαιτείται άσκηση νομής με καλή πίστη και νόμιμο τίτλο για μία δεκαετία, με έκτακτη δε χρησικτησία άσκηση νομής επί συνεχή εικοσαετία, με τη δυνατότητα του νομέα να συνυπολογίσει το δικό του χρόνο χρησικτησίας στο χρόνο χρησικτησίας του δικαιοπαρόχου του.

Κατά την έννοια των διατάξεων αυτών, σε καλή πίστη μεν βρίσκεται ο νομέας, όταν χωρίς βαριά αμέλεια έχει την πεποίθηση κατά το χρόνο απόκτησης της νομής, ότι απέκτησε την κυριότητα του πράγματος, νομή δε συνιστούν οι εμφανείς υλικές ενέργειες επάνω στο ακίνητο που προσιδιάζουν στη φύση και τον προορισμό του, με τις οποίες εκδηλώνεται η βούληση του νομέα να έχει το ακίνητο για δικό του, ως τέτοιες δε θεωρούνται, μεταξύ άλλων, η επίβλεψη, η επίσκεψη, οι καταμετρήσεις, ο καθαρισμός, η αναστήλωση, η χρήση του ακινήτου, η κατασκευή σ' αυτό οριζόντιων και κάθετων ιδιοκτησιών και η χρησιμοποίησή του.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν δεν προκύπτουν επαρκώς από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης τα περιστατικά που είναι αναγκαία στη συγκεκριμένη περίπτωση για την κρίση του δικαστηρίου περί της συνδρομής των νόμιμων όρων και προϋποθέσεων της διάταξης που εφαρμόστηκε ή περί της μη συνδρομής τούτων, η οποία αποκλείει την εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση έχει ανεπαρκείς ή αντιφατικές αιτιολογίες σχετικά με τον χαρακτηρισμό των περιστατικών που έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται σαφώς (Ολ.ΑΠ 1/1999, Ολ.ΑΠ 24/1992).

Στην προκείμενη περίπτωση, από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει ότι το Εφετείο δέχτηκε, αναφορικά με την διεκδικητική περί κυριότητας ακινήτου αγωγή του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος και τη σχετική ανταγωγή του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου, τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: "Με το πωλητήριο συμβόλαιο .../31-12-1993, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αμαρουσίου Κωνσταντίνο Γκιούσα και μεταγράφηκε στον τόμο ...

των βιβλίων μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κορίνθου με αύξ. αρ. 295 - 298, ο εναγόμενος - αντενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος απέκτησε την κυριότητα, μεταξύ των άλλων, και των ακόλουθων ακινήτων: α) του αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στη θέση "..." του οικισμού "..." του Δημοτικού Διαμερίσματος Ίσθμιας του Δήμου Λουτρακίου του Ν.

Κορινθίας, αποτυπώνεται με τον αριθμό 13 στο τοπογραφικό διάγραμμα, το οποίο έχει συνταχθεί κατά τον Οκτώβριο του έτους 1986 από το Θ. Σ., Πολιτικό Μηχανικό, και έχει προσαρτηθεί στο προαναφερόμενο συμβόλαιο, έχει εμβαδό 9.200 τ.μ. και συνορεύει, κατά το προαναφερόμενο συμβόλαιο, ανατολικά σε πλευρά Α-Θ, ευθείας γραμμής, μήκους 141 μ., εν μέρει με αγροτικό δρόμο και εν μέρει με παρακείμενη ιδιοκτησία της Β.

Λ., δυτικά εν μέρει επί πλευράς Β-Γ, ευθείας γραμμής, μήκους 33 μ., με παρακείμενη ιδιοκτησία του Α. Δ. και εν μέρει επί πλευράς Δ-Ε, ευθείας γραμμής, μήκους 116,50 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων του Θ. Π., βόρεια σε πλευρά Θ-Η-Ζ-Ε, τεθλασμένης γραμμής, συνολικού μήκους 62,50 μ., με ιδιοκτησία κληρονόμων Φ. και Θ. Π. και νότια εν μέρει επί πλευράς Α-Β τεθλασμένης γραμμής, μήκους 53 μ.

με παρακείμενη ιδιοκτησία της Β. Λ. και εν μέρει επί πλευράς Γ-Δ, ευθείας γραμμής, μήκους 34,20 μ., με ιδιοκτησία Α. Δ. και β) του αγροτεμαχίου, το οποίο βρίσκεται στην προαναφερόμενη θέση, αποτυπώνεται στο τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε κατά το Νοέμβριο του έτους 1990 από το Θ. Σ., Πολιτικό Μηχανικό, με τον αριθμό 13, έχει εμβαδόν 1635 τ.μ.

και συνορεύει, κατά το προαναφερόμενο συμβόλαιο, βόρεια σε τεθλασμένη πλευράς συνολικού μήκους 61,50 μ., με ιδιοκτησία της Β. Λ., ανατολικά σε πλευρά, μήκους 30 μ., με ιδιοκτησία Δ. Λ., νότια σε πλευρά, μήκους 51,20 μ., με δρόμο και δυτικά σε πλευρά, μήκους 37,50 μ., με το ακίνητο 14. Στη συνέχεια, ο εναγόμενος - αντενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος υπήγαγε το δεύτερο από τα προαναφερόμενα ακίνητα, το οποίο σε νεότερη καταμέτρηση βρέθηκε να έχει εμβαδό 1.655,14 τ.μ., στις διατάξεις του ΝΔ 1074/1971, του Ν. 3741/1929 και των άρθρων 1002 και 1117 του ΑΚ και συνέστησε επί αυτού, με τη σχετική πράξη .../26-10-1994, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλο και μεταγράφηκε στον τόμο ... "των προαναφερόμενων βιβλίων μεταγραφών με αύξ.

αρ. 119, τρεις αυτοτελείς κάθετες ιδιοκτησίες, οι οποίες αποτυπώνονται με τα στοιχεία β-γ-ι-θ, η-θ-ι-δ-κ-η και α-η-κ-ε-ζ-α στο τοπογραφικό διάγραμμα που συντάχθηκε κατά τον Οκτώβριο του έτους 1994 από το Θ. Σ., Πολιτικό Μηχανικό, και προσαρτήθηκε στην πράξη αυτή. Η δεύτερη από τις προαναφερόμενες κάθετες ιδιοκτησίες (η-θ-ι-δ-κ-η) έχει εμβαδό 803,40 τ.μ.

και ποσοστό συνιδιοκτησίας στο έδαφος του ακινήτου 486%, συνορεύει δε σύμφωνα με την προαναφερόμενη πράξη, βόρεια σε τεθλασμένη πλευρά ι-δ μήκους 13,70 μ. και δ-κ μήκους 14 μ. με ακίνητο του αναιρεσιβλήτου, νότια σε πλευρά η-θ ευθείας γραμμής μήκους 26,50 μ. με κοινοτικό δρόμο, ανατολικά σε πλευρά ι-θ ευθείας γραμμής μήκους 29,75 μ.

με την κάθετη ιδιοκτησία θ-ι-γ-β-θ και δυτικά σε πλευρά η-κ ευθείας γραμμής μήκους 34,10 μ. με την κάθετη ιδιοκτησία η-κ-ε-ζ-α-η. Περαιτέρω, με το συμβόλαιο .../26-10-1994, που συντάχθηκε από το Συμβολαιογράφο Αθηνών Ηλία Παπασταθόπουλο και μεταγράφηκε στον τόμο ... των ίδιων βιβλίων μεταγραφών με αύξ. αρ. 120, ο αναιρεσίβλητος μεταβίβασε, λόγω πώλησης, στον αναιρεσείοντα τη δεύτερη (μεσαία) από τις προαναφερόμενες κάθετες ιδιοκτησίες δηλαδή εκείνη με τα στοιχεία η-θ-ι-δ-κ-η, εμβαδού 803,40 τ.μ.

μετά του αναλογούντος σ' αυτή ποσοστού συνιδιοκτησίας στο όλο παραπάνω ακίνητο (εμβαδού 1.655,14 τ.μ.) 486/1000 εξ αδιαιρέτου. Μετά την απόκτηση της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας, ο αναιρεσείων διαμόρφωσε το έδαφος αυτής, μείωσε το ύψος της στάθμης του εδάφους, ανήγειρε σ' αυτή διώροφη οικοδομή με βάση τις οικοδομικές άδειες 653/1995, 193/2000 και 241/2000 της Δ/νσης ΧΩ.ΠΟ.ΠΕ.

της Νομαρχιακής Αυτοδιοίκησης Κορινθίας και οριοθέτησε αυτή στην ανατολική, τη δυτική και τη νότια πλευρά της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας καθορίστηκαν με σαφήνεια στο προαναφερόμενο συμβόλαιο .../26-10-1994 με αναφορά στο προαναφερόμενο από Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Θ. Σ., που έχει προσαρτηθεί στην προαναφερόμενη πράξη σύστασης κάθετων ιδιοκτησιών με αποτέλεσμα να μην διαπιστώνεται κενό ούτε αμφιβολία έστω και έμμεσα στη βούληση των συμβληθέντων με το προαναφερόμενο συμβόλαιο .../26-10-1994, ως προς τα βόρεια όρια της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας και συνακόλουθα να μην συντρέχει λόγος προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.

Ειδικότερα, με το συμβόλαιο αυτό ορίστηκε, ως βόρεια πλευρά της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας, η τεθλασμένη γραμμή ι-δ-κ, συνολικού μήκους 27,70 μ. [13,70μ.(ι-δ) +14μ.(δ-κ)] και πέραν αυτής άλλο ακίνητο του εναγομένου (πρώην Β. Λ.). Η γραμμή αυτή αποτελεί την κορυφογραμμή επικλινούς εδάφους, με μεταβλητό ύψος 6 έως 7 μ., το οποίο εκτείνεται, βόρεια αυτής (κορυφογραμμής).

Η τεθλασμένη αυτή γραμμή συμπίπτει με την κορυφογραμμή του προαναφερομένου επικλινούς εδάφους. Το γεγονός αυτό παραδέχεται ο αναιρεσείων όχι μόνο με τις προτάσεις του, αλλά και με την αγωγή του, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, καθώς και με την από 2-9-2006 πρώτη από τις κρινόμενες εφέσεις.

Μάλιστα, με την αγωγή του ισχυρίζεται στη σελίδα 9 ότι "... Κατά την αγορά της αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας μου, ο εναγόμενος μου υπέδειξε ότι αυτή εκτείνεται προς βορρά μέχρι την κορυφογραμμή του ιδιαίτερα επικλινούς πρανούς-γκρεμού ...". Έτσι, η κάθετη, αυτή, ιδιοκτησία δεν εκτείνεται πέραν της κορυφογραμμής αυτής, που συμπίπτει, όπως προαναφέρθηκε, με την τεθλασμένη γραμμή, η οποία έχει τεθεί από τους διαδίκους ως βόρειο όριο αυτής.

Πρέπει να τονισθεί ότι δεν υφίσταται διαφορά μεταξύ της καθ' όρια και κατ' εμβαδόν περιγραφής του ακινήτου στο οποίο συστήθηκε η κάθετη ως άνω συνιδιοκτησία στα παραπάνω συμβόλαια (.../31-12-1993, .../26-10-1994, .../ 26-10-1994). Βέβαια, ο ήδη αναιρεσείων ισχυρίζεται, ότι εφόσον πέραν της κορυφογραμμής αυτής προς την πλευρά του πρώτου από τα πιο πάνω αναφερόμενα ακίνητα του αναιρεσιβλήτου, δηλαδή το ακίνητο εμβαδού 9.200 τ.μ., υπάρχει έντονα επικλινές έδαφος, αυτό ενσωματώνεται και ανήκει στην υψηλότερη ιδιοκτησία, την οποία στηρίζει, δεδομένου ότι η ενδεχόμενη επιχείρηση τεχνικών έργων επί αυτού από τον αναιρεσίβλητο, ιδιοκτήτη του αγροτεμαχίου (εμβαδού 9.200 τ.μ.) της χαμηλότερης στάθμης θα έθετε σε μεγάλο κίνδυνο, ολοκληρωτικής καταστροφής, το ακίνητο της υψηλότερης στάθμης (κάθετης ιδιοκτησίας).

Όμως εφόσον το ακίνητο (κάθετη ιδιοκτησία) του ενάγοντος - αντεναγομένου εκτείνεται μέχρι την κορυφογραμμή, η κυριότητα του επί αυτού εκτείνεται, κατά τη διάταξη του άρθρου 1001 εδάφ. α' του ΑΚ, στο χώρο πάνω και κάτω από το έδαφος και όχι και επί του επικλινούς εδάφους, που εκτείνεται πέραν της κορυφογραμμής προς το ακίνητο του αναιρεσιβλήτου εμβαδού 9.200 τ.μ..

Κατά συνέπεια, το επίδικο με την αγωγή τμήμα ακινήτου, δηλαδή το εδαφικό τμήμα, το οποίο έχει εμβαδό 260 περίπου τ.μ. και ορίζεται ανατολικά σε πλευρά μήκους 1,80 μ. από το βόρειο τμήμα του υφιστάμενου ανατολικού μανδροτοίχου της αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας του ενάγοντος - αντεναγομένου, που συνορεύει με την υπό τα περιμετρικά αλφαβητικά γράμματα θ-β-γ-ι-θ κάθετη ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου μέχρι την προβολή της προέκτασης της πλευράς αυτής στην πλευρά που αποτυπώνεται με τα στοιχεία Α-Β στο από Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Πολιτικού Μηχανικού Θ.

Σ., δυτικά σε πλευρά μήκους 2 μ. από το βόρειο τμήμα του υφιστάμενου δυτικού μανδροτοίχου της αυτοτελούς κάθετης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, που συνορεύει με την υπό τα περιμετρικά αλφαβητικά γράμματα η-κ-ε-ζ-α-η αυτοτελή κάθετη ιδιοκτησία του αναιρεσιβλήτου μέχρι την προβολή της προέκτασης της πλευράς αυτής στην πλευρά Α-Β του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος, βόρεια από την προβολή της κορυφογραμμής του επικλινούς εδάφους σε τμήμα της πλευράς Α-Β του ίδιου τοπογραφικού διαγράμματος και νότια με την υπόλοιπη κάθετη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου (κάθετης ιδιοκτησίας) του περιήλθε στον αναιρεσείοντα με το προαναφερόμενο συμβόλαιο .../ 26-10-1994.

Περαιτέρω, συνεχίζει το Εφετείο, με την πρώτη από τις κρινόμενες ανταγωγές, ο εναγόμενος - αντενάγων ισχυρίζεται, μεταξύ των άλλων, ότι ο ενάγων - αντεναγόμενος κατέλαβε αρχικά με την επέκταση του ανατολικού και του δυτικού μανδρότοιχου της προαναφερόμενης κάθετης ιδιοκτησίας του και στη συνέχεια με την τοποθέτηση συρμάτινου πλέγματος στο μοναδικό άνοιγμα , από το οποίο μπορούσε να εισέλθει στο πρώτο από τα προαναφερόμενα ακίνητα του εμβαδού 9.200 τ.μ., μεταξύ του τέλους του δυτικού μανδρότοιχου και του βράχου, φυτεύοντας γκαζόν μέχρι τα όρια πρανούς και ειδικότερα ότι έχει καταλάβει τμήμα του ακινήτου του αυτού, το οποίο (τμήμα) απεικονιζόμενο στο από 4-4-2002 τοπογραφικό διάγραμμα του Νικ.

Κωστούρου, ορίζεται νότια από την τεθλασμένη πλευρά Η-Θ-Ι, μήκους 14 μ.+ 13,70 μ., η οποία αντιστοιχεί στην πλευρά κ-δ-ι του προαναφερόμενου τοπογραφικού διαγράμματος του Θ. Σ. και αποτελεί τη βόρεια πλευρά της κάθετης ιδιοκτησίας του ενάγοντος - αντεναγομένου, βόρεια με το απεικονιζόμενο με κάθετες γραμμές πρανές, επί πλευράς ελαφρώς τεθλασμένης μήκους 23 περίπου μ. (19μ.+4μ.), η οποία αρχίζει από τον υφιστάμενο (αριστερά) μεγάλο βράχο και καταλήγει, στο βόρειο άκρο του ανατολικού μανδρότοιχου, ανατολικά με την πρώτη κάθετη ιδιοκτησία του επί πλευράς μήκους 3 μ.

από το σημείο Ι μέχρι το πρανές και δυτικά με την τρίτη κάθετη ιδιοκτησία του επί πλευράς μήκους 5,5 μ. περίπου από το σημείο Η μέχρι το βράχο. Από την περιγραφή, στα προαναφερόμενα συμβόλαια .../31-12-1993 και .../ 26-10-1994, των ορίων του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 9.200 τ.μ., και της κάθετης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος συνάγεται, ότι η κάθετη ιδιοκτησία που μεταβιβάστηκε στον αναιρεσείοντα είναι συνεχόμενη και εφαπτόμενη του βορείως αυτής κειμένου ακινήτου εμβαδού 9.200 τ.μ.

του αναιρεσιβλήτου.

Συνεπώς, εφόσον η επίδικη με την πρώτη ανταγωγή εδαφική λωρίδα, που επεκτείνεται πέραν της τεθλασμένης γραμμής, η οποία έχει οριστεί από τους διαδίκους ως βόρειο όριο της κάθετης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, αποτελεί τμήμα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, εμβαδού 9.200 τ.μ. Κατά την περίφραξη της κάθετης ιδιοκτησίας του, ο αναιρεσείων επεξέτεινε τον ανατολικό και το δυτικό μανδρότοιχο αυτής (κάθετης ιδιοκτησίας) πέραν του βόρειου ορίου της εντός του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, κατά 2,42 μ.

και 2,23 μ. αντίστοιχα. Εξάλλου, ο αναιρεσείων κατασκεύασε στο βορειοανατολικό τμήμα της κάθετης ιδιοκτησίας του πισίνα, τμήμα της οποίας βρίσκεται στην επίδικη αυτή εδαφική λωρίδα. Με τις ενέργειες αυτές, ο αναιρεσείων έχει προσβάλει την κυριότητα του αναιρεσιβλήτου στην προαναφερόμενη επίδικη εδαφική λωρίδα, που αποτελεί, όπως, προαναφέρθηκε, μέρος του ακινήτου, εμβαδού 9.200 τ.μ.".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο δέχτηκε, ότι το επίδικο τμήμα, δηλαδή το εδαφικό τμήμα, εμβαδού 260 τ.μ. δεν αποτελεί τμήμα του ακινήτου (κάθετης ιδιοκτησίας), που περιήλθε στον ενάγοντα-αναιρεσείοντα με το αναφερόμενο συμβόλαιο .../26-10-1994 και ότι έτσι ο αναιρεσείων δεν κατέστη κύριος του επίδικου αυτού τμήματος ακινήτου με παράγωγο τρόπο, ενώ περαιτέρω δέχτηκε ότι η επίδικη με την ένδικη ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου εδαφική λωρίδα εμβαδού 200 τ.μ.

αποτελεί τμήμα του ακινήτου του τελευταίου. Κατόπιν τούτου, απέρριψε την αγωγή, επικυρώνοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει όμοια και δέχτηκε τη ένδικη ανταγωγή του αναιρεσιβλήτου, εξαφανίζοντας κατά τούτο την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει εκπρόθεσμη την εν λόγω ανταγωγή. Με τις αιτιολογίες του αυτές το Εφετείο δεν στέρησε την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του νόμιμης βάσης, αφού διέλαβε σ' αυτή σαφείς, πλήρεις και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες σχετικά με την ακριβή θέση των επίδικων με την αγωγή και την ανταγωγή εκτάσεων και την κτήση της κυριότητας επ' αυτών, οι οποίες αιτιολογίες στηρίζουν το ορθό διατακτικό της και καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την έλλειψη του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στην επίδικη έκταση των 260 τ.μ.

και αντίθετα της απόδειξης του γεγονότος, ότι η κάθετη ιδιοκτησία του αναιρεσείοντος είναι συνεχόμενη και εφαπτόμενη του βορείως αυτής κειμένου ακινήτου του αναιρεσιβλήτου, αφού η εδαφική λωρίδα των 200 τ.μ., που εκτείνεται πέραν της τεθλασμένης γραμμής, η οποία έχει οριστεί από τους διαδίκους ως βόρειο όριο της κάθετης ιδιοκτησίας του αναιρεσείοντος, αποτελεί τμήμα του ακινήτου του αναιρεσιβλήτου.

Επομένως, οι συναφείς πρώτος και δεύτερος λόγοι της αναίρεσης και δεύτερος πρόσθετος λόγος από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμοι.

Επειδή, οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ, που εκφράζουν γενικότερες ερμηνευτικές αρχές, εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση κατά την οποία υπάρχει κενό στην ερμηνευόμενη σύμβαση ή αμφιβολία ως προς τις δηλώσεις βούλησης των συμβληθέντων. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκαν οι ερμηνευτικοί ως άνω κανόνες των δικαιοπραξιών.

Η εκτίμηση του δικαστηρίου της ουσίας για ύπαρξη κενού στην δικαιοπρακτική δήλωση βουλήσεως ή ασάφειας στην διατύπωση αυτής και για τον λόγο αυτό η προσφυγή στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ για τη συμπλήρωση του κενού ή την άρση της ασάφειας, δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εκτός αν, από όσα το δικαστήριο της ουσίας δέχεται, δεν διευκρινίζεται η θέση του στο ζήτημα αν υπάρχει ή όχι κενό ή ασάφεια στη δήλωση βουλήσεως, αφού, από την καταφατική ή αποφατική απάντηση στο ζήτημα αυτό, εξαρτάται αν θα εφαρμοστούν ή όχι οι παραπάνω ερμηνευτικές διατάξεις.

Παραβιάζονται ομοίως οι διατάξεις των άρθρων αυτών στην περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας, παρά την διαπίστωση, έστω και έμμεση, κενού ή αμφιβολίας για την έννοια της δικαιοπραξίας, είτε παραλείπει να προσφύγει σ' αυτές για να διαπιστώσει την αληθινή βούληση των δικαιοπρακτησάντων ή δεν παραθέτει στην απόφασή του πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των διατάξεων αυτών, είτε προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους.

Στην προκείμενη περίπτωση, ο αναιρεσείων, με τον πρώτο πρόσθετο, αλλά και τελευταίο εξεταζόμενο λόγο αναίρεσης, προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλειες, ότι το Εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, μη προσφεύγοντας σ' αυτές, καίτοι εμμέσως αναγνώρισε ότι στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο .../26-10-1994 υπάρχει πράγματι κενό ως προς τη θέση των ορίων των όμορων ιδιοκτησιών, το οποίο μόνο με την ερμηνεία θα μπορούσε να καλυφθεί.

Από την προσβαλλόμενη απόφαση, όμως, όπως το περιεχόμενό της λεπτομερώς ανωτέρω εκτέθηκε, και δη από την παραδοχή της αποφάσεως, ότι "τα όρια της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας καθορίστηκαν με σαφήνεια στο συμβόλαιο .../26-10-1994 με αναφορά στο από Οκτωβρίου 1994 τοπογραφικό διάγραμμα του Θ. Σ., με αποτέλεσμα να μην διαπιστώνεται κενό ούτε αμφιβολία έστω και έμμεσα στη βούληση των συμβληθέντων με το συμβόλαιο αυτό, ως προς τα βόρεια όρια της κάθετης αυτής ιδιοκτησίας και συνακόλουθα να μην συντρέχει λόγος προσφυγής στις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ", προκύπτει, ότι το δικαστήριο της ουσίας ανελέγκτως αποκλείει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας ως προς το περιεχόμενο της διατυπωθείσας στο ανωτέρω συμβόλαιο δικαιοπρακτικής βουλήσεως των δι' αυτού συμβληθέντων, με ρητό αποκλεισμό της ανάγκης προσφυγής στους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, διαλαμβάνοντας, παράλληλα, με επαρκείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, το περιεχόμενο της συνομολογηθείσας συμβάσεως, ειδικότερα ως προς τα βόρεια όρια της κάθετης ιδιοκτησίας.

Επομένως, ο λόγος αυτός αναίρεσης, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 1-4-2009 αίτηση του Θ. Δ. για αναίρεση της 363/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου, καθώς και τους από 4-8-2010 πρόσθετους λόγους.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ