Supreme Court dismisses appeal on perjury and libel convictions, upholding lower court's fact-finding and evidence evaluation.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appeal filed by four defendants against a third-instance judgment convicting them of perjury and libel. The defendants argued against the court's findings, but the Supreme Court affirmed that the lower court correctly established the material facts, including the falsity of the defendants' sworn testimony and their knowledge of the lies. Consequently, the court rejected the appeal as unfounded and ordered the appellants to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 224, 362, 363 of the Criminal Code; The court's evaluation of evidence regarding perjury and libel is final and binding, and appeals challenging factual findings are inadmissible unless there is a clear error in the application of law.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1870 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1870/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ ----
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο - Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας του Αρείου Πάγου) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων - κατηγορουμένων: 1) Σ. Τ. του Θ., 2) Β. Μ. του Γ., αμφοτέρων κατοίκων ..., 3) Χ. Μ. του Ν., κατοίκου ... και 4) Θ. Μ. του Γ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Διαμαντή, για αναίρεση της με αριθμό 1510/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας.
Με πολιτικώς ενάγοντες τους: 1) Γ. Α. του Β., ... και 2) Ε. Α. του Β., ..., που παρέστησαν με τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεμιστοκλή Μαυροκέφαλο. Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή και οι αναιρεσείοντες - κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 21 Μαΐου 2010 κοινή αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 800/2010.
Α φ ο ύ ά κ ο υ σ ε Τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων που ζήτησαν όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου, ο οποίος πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 224 παρ. 2 του ΠΚ, όπως ίσχυε πριν από την αντικατάσταση της παρ. i αυτού από το άρθρο 1 παρ. i του Ν.3327/2005, με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών τιμωρείται όποιος, ενώ εξετάζεται ενόρκως ως μάρτυρας ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση ή αναφέρεται στον όρκο που έχει δώσει, καταθέτει εν γνώσει του ψέμματα ή αρνείται ή αποκρύπτει την αλήθεια.
Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της ψευδορκίας μάρτυρα απαιτείται: α) ο μάρτυρας να καταθέσει ενόρκως ενώπιον αρχής, η οποία είναι αρμόδια για την εξέτασή του, β) τα πραγματικά περιστατικά τα οποία κατέθεσε να είναι ψευδή και γ) να υφίσταται άμεσος δόλος του, που συνίσταται στη γνώση αυτού ότι αυτά που κατέθεσε είναι ψευδή ή ότι έχει γνώση των αληθινών, αλλά σκοπίμως τα αποκρύπτει ή αρνείται να κατά καταθέσει.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 362 του ΠΚ, όποιος με οποιονδήποτε τρόπο ισχυρίζεται ή διαδίδει για κάποιον άλλον γεγονός που μπορεί να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών ή με χρηματική ποινή, ενώ κατά το άρθρο 363 του ίδιου Κώδικα, αν στην περίπτωση του άρθρου 362 το γεγονός είναι ψευδές και ο υπαίτιος γνώριζε ότι αυτό είναι ψευδές, τιμωρείται με φυλάκιση τουλάχιστον τριών μηνών.
Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προκύπτει ότι για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της συκοφαντικής δυσφήμησης απαιτείται: α) ισχυρισμός ή διάδοση από τον υπαίτιο, με οποιονδήποτε τρόπο, ενώπιον τρίτου για κάποιον άλλο γεγονότος που θα μπορούσε να βλάψει την τιμή ή την υπόληψή του, β) το γεγονός αυτό να είναι ψευδές και ο δράστης να τελεί εν γνώσει της αναλήθειάς του και γ) δόλια προαίρεση, η οποία περιλαμβάνει εν γνώσει του δράστη ότι το ισχυριζόμενο ή διαδιδόμενο γεγονός είναι πρόσφορο να βλάψει την τιμή ή την υπόληψη του άλλου και τη θέληση να ισχυριστεί ή να διαδώσει αυτό το βλαπτικό γεγονός.
Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Δ του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν, με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά.
τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Η ειδική και εμπεριστατωμένη αυτή αιτιολογία πρέπει να εκτείνεται όχι μόνον στην κρίση για την ενοχή, αλλά να περιλαμβάνει και την αναφορά των αποδεικτικών μέσων, από τα οποία το δικαστήριο οδηγήθηκε στην καταδικαστική του κρίση. Τα αποδεικτικά μέσα, δηλαδή, πρέπει να προκύπτει με βεβαιότητα, ότι έχουν ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο, όλα στο σύνολο τους και όχι ορισμένα μόνον από αυτά.
Για τη βεβαιότητα δε αυτή αρκεί να μνημονεύονται όλα, έστω κατά το είδος τους (μάρτυρες, έγγραφα κ.λ.π.), χωρίς ανάγκη ειδικότερης αναφοράς τους και μνείας του τι προέκυψε από καθένα. Δεν αποτελεί, όμως, λόγο αναιρέσεως η εσφαλμένη εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα η εσφαλμένη εκτίμηση των εγγράφων, η εσφαλμένη αξιολόγηση των καταθέσεων των μαρτύρων, η παράλειψη αναφοράς και αξιολόγησης κάθε αποδεικτικού στοιχείου χωριστά και η παράλειψη της αξιολογικής συσχετίσεως των αποδεικτικών στοιχείων μεταξύ τους, καθόσον στις περιπτώσεις αυτές πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.
Ειδικώς προκειμένου περί καταδίκης για ηθική αυτουργία, πρέπει για την πληρότητα της αιτιολογίας να αναφέρονται στην απόφαση ο τρόπο και τα μέσα με τα οποία ο ηθικός αυτουργός προκάλεσε στον φυσικό αυτουργό την απόφαση να τελέσει την αξιόποινη πράξη, δεν είναι, όμως, αναγκαίο να εξειδικεύεται περαιτέρω σε τι συνίστανται οι προτροπές, παραινέσεις, πειθώ ή φορτικότητα που τυχόν χρησιμοποίησε ο ηθικός αυτουργός.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την προσβαλλόμενη υπ' αριθ. 1510/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ' είδος αναφέρει αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Οι κατηγορούμενοι στους τόπους και χρόνους που αναγράφονται στο διατακτικό με περισσότερες πράξεις τέλεσαν περισσότερα αδικήματα.
Και ειδικότερα: Α) Στη Λάρισα, την 20.2.2003, η πρώτη και δεύτερη των κατηγορουμένων Σ. Τ. και Β. Μ. και στην Αθήνα, την 14.5.2003, ο τρίτος των κατηγορουμένων Χ. Μ., ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες ενώπιον αρχής αρμόδιας να ενεργεί ένορκη εξέταση, εν γνώσει τους κατέθεσαν ψέματα και συγκεκριμένα, ενώ εξετάζονταν ενόρκως ως μάρτυρες, οι δύο πρώτες ενώπιον της Πταισματοδίκου Λάρισας του Γ' Τμήματος Τριανταφυλλιάς Στρατάκη και .ο τρίτος ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών του 6ου Τμήματος Ανθούλας Πολίτου, κατά τη διενέργεια προανάκρισης, για ποινική δικογραφία που είχε σχηματισθεί σε βάρος των (νυν) εγκαλούντων Ε.
Α. και Γ. Α., μετά την από 30.1.2003 έγκληση του Θ. Μ. (τετάρτου των κατηγορουμένων), κατέθεσαν μετά από συμβουλές παροτρύνσεις πειθώ και φορτικότητα του τετάρτου των κατηγορουμένων, Θ. Μ., εν γνώσει τους ψευδώς, μεταξύ άλλων: α) η μεν πρώτη ότι: "γνωρίζω προσωπικά ότι ο (τότε) μηνυτής και (νυν τέταρτος των κατηγορουμένων Θ.
Μ.) εδάνεισε στον κ. Α. (ως άνω πρώτο των εγκαλούντων) το ποσό των 85.000 μάρκων και έλαβε 34 συναλλαγματικές των 2.500 μάρκων η κάθε μία ως εγγύηση επιστροφής χρημάτων. Ότι δάνεισε τα χρήματα στον Ε. Α., το γνωρίζω διότι μου έπαιρνε τηλέφωνο στη Σκιάθο, ζητώντας να μιλήσει με τον (τότε) μηνυτή (και νυν ως άνω τέταρτο των κατηγορουμένων) και έλεγε, όταν ο κ. (Θ.) Μ.
δεν έβγαινε στο τηλέφωνο, να πω στον τελευταίο να του δανείσει τα παραπάνω χρήματα...Γνωρίζω ότι τα δάνεισε τον Ιούνιο, γιατί το ξενοδοχείο βρισκόταν σε λειτουργία και είχε μεγάλη ρευστότητα χρημάτων την περίοδο εκείνη...". β) Η δεύτερη ότι: "Ο (τότε) μηνυτής (Θ. Μ.) εκτός του ότι είναι αδελφός μου, είναι και συνεταίρος μου κατά 47,5% στο ξενοδοχείο "ARCO" στη Σκιάθο.
Ο αδελφός μου που είναι διευθύνων σύμβουλος της εταιρίας "Μ. Α.Ε." της οποίας ιδιοκτησία είναι το ξενοδοχείο "ARCO" ταξίδευε το καλοκαίρι του 1993 σε διάφορες περιοχές στη Γερμανία. Συναντήθηκε τότε κατά σύμπτωση με τον Ε. Α. (πρώτο των εγκαλούντων) και εκείνος του εξέθεσε τα οικονομικά του προβλήματα και ζήτησε από τον αδερφό μου χρήματα.
Ο αδελφός μου επικοινώνησε μαζί μου επειδή είμαστε συνέταιροι, με ενημέρωσε και εγώ συμφώνησα να του δώσει τα δανεικά με τον όρο κάποιας εξασφάλισης. Πράγματι, ο αδελφός μου πήρε 34 συναλλαγματικές οπισθογραφημένες ως εξασφάλιση του ποσού των 85.000 μάρκων...Είναι ψευδές επομένως αυτό που ισχυρίζεται ο αδελφός Α. (ο δεύτερος των εγκαλούντων, Γ.
Α.) ότι δάνεισε μέσω των συναλλαγματικών το ποσό των 87.0000 μάρκων στον αδελφό μου Θ. Μ....". γ) Ο τρίτος ότι: "Από τους (τότε) μηνυόμενους γνωρίζω μόνον τον πρώτο (δηλαδή τον πρώτο των νυν εγκαλούντων, Ε. Α.). Είχα μιλήσει τηλεφωνικά μαζί του μερικές φορές το έτος 1994... Ο Μ. (τέταρτος των κατηγορουμένων) είχε δώσει στη Γερμανία στον Ε.
Α. (πρώτο των εγκαλούντων) 85.000 μάρκα. Αυτό το γνωρίζω, γιατί ο Ε. Α. μου είπε τηλεφωνικά να παρακαλέσω τον κ. Μ. να μην προβεί σε δικαστικές ενέργειες και σιγά σιγά θα τον εξοφλούσε. Το 1994 εκπαίδευα τα άτομα στην υποδοχή του ξενοδοχείου του κ. Μ. και τότε πήρε μερικές φορές τηλέφωνο ο Ε. Α., όπως προανέφερα..." Τα ως άνω γεγονότα ήταν ψευδή, διότι ουδέποτε ο ως άνω πρώτος των εγκαλούντων, Ε.
Α. δανείστηκε χρήματα από τον Θ. Μ., αλλά αντίθετα (ο πρώτος εγκαλών) έδωσε στον τελευταίο 35 συναλλαγματικές των 2.500 μάρκων για να τις εισπράξει από τους αδελφούς Δ., που ήταν αποδέκτες, να κρατήσει τα χρήματα, για να διευκολυνθεί και να τα επιστρέψει μετά από ένα χρόνο με νόμιμο τόκο και επομένως ουδέποτε ο Ε.
Α. ήλθε σε τηλεφωνική επικοινωνία με τους ως άνω κατηγορουμένους σχετικά με την επιστροφή του ποσού του δανείου. Οι δε ως άνω κατηγορούμενοι κατέθεσαν τα εν λόγω ψευδή γεγονότα ενώ τελούσαν εν γνώσει της αναληθείας αυτών.
Β)Στην Λάρισα, την 20.2.2003, η πρώτη και δεύτερη των κατηγορουμένων Σ. Τ. και Β. Μ. και στην Αθήνα, την 14.5.2003, ο τρίτος των κατηγορουμένων Χ. Μ., ενώπιον τρίτου ισχυρίσθηκαν για κάποιον άλλον ψευδές γεγονός που μπορούσε να βλάψει την τιμή και την υπόληψη του, ενώ γνώριζαν ότι αυτό ήταν ψευδές και συγκεκριμένα, στις ίδιες ως άνω ένορκες καταθέσεις τους, οι δύο πρώτες ενώπιον της Πταισματοδίκου Λάρισας του Γ' Τμήματος Τριανταφυλλιάς Στρατάκη και ο τρίτος ενώπιον της Πταισματοδίκη Αθηνών του 6ου Τμήματος Ανθούλας Πολίτου, ισχυρίσθηκαν για τους εγκαλούντες, Ε.
Α. και Γ. Α., μετά από συμβουλές, παροτρύνσεις πειθώ και φορτικότητα του τετάρτου των κατηγορουμένων Θ. Μ., τα αναλυτικά αναφερόμενα στην υπό στοιχείο Α πράξη γεγονότα, τα οποία ως προεκτέθηκε ήταν ψευδή και δυνάμενα να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη αυτών, ενώ οι ίδιοι (ως άνω κατηγορούμενοι) τελούσαν εν γνώσει της αναλήθειας των ισχυρισμών τους και επιπλέον γνώριζαν ότι οι ισχυρισμοί αυτοί μπορούσαν να βλάψουν την τιμή και την υπόληψη των εγκαλούντων.
Οι δε εγκαλούντες έλαβαν γνώση της άνω πράξης περί τα τέλη Μαΐου 2003, όταν κλήθηκαν για την απολογία ενώπιον του Πταισματοδίκου Χαλκίδος. Ειδικότερα αποδείχθηκε, ότι ο πρώτος εγκαλών Ε. Α., κατοικούσε μόνιμα στο ΑΑCΗΕΝ της Γερμανίας, όπου λειτουργούσε επιχείρηση εστιατορίου και διατηρούσε συγχρόνως στην ίδια πόλη ξενοδοχείο μικρής δυναμικότητας.
Με τον τέταρτο κατηγορούμενο συνδέονταν με μακροχρόνια φιλία από τότε που ο τελευταίος ως φοιτητής της Αρχιτεκτονικής Σχολής του Πανεπιστημίου του ΑΑCΗΕΝ διέμενε στην πόλη αυτή και ήταν μόνιμος πελάτης στο ανωτέρω ξενοδοχείο του. Μετά το πέρας των σπουδών του ο τελευταίος εγκαταστάθηκε στην Ελλάδα και το έτος 1986 περίπου συνέστησε ετερόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "Α.
Μ. και Σια ΕΕ", με μέλη τον ίδιο, την αδελφή του Β. και τη σύζυγο του Α., η οποία στη συνέχεια μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Μ. Τουριστική-Ξενοδοχειακή-Κατασκευαστική Σκιάθου ΑΕ" και υπεισήλθε έτσι στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις της άνω ετερόρρυθμης εταιρίας. Η παραπάνω ετερόρρυθμη εταιρία το έτος 1986 περίπου είχε προβεί στην κατασκευή της ξενοδοχειακής μονάδος στην Αγία Παρασκευή Σκιάθου, που λειτούργησε με το διακριτικό τίτλο "ΑRCΟ".
Για την αντιμετώπιση των δαπανών της ανέγερσης και κατασκευής της άνω ξενοδοχειακής μονάδος η εταιρία αυτή έλαβε από την "Ιονική και Λαϊκή Τράπεζα της Ελλάδος ΑΕ" δάνειο. Στη συνέχεια όμως, κατέστη υπερήμερη ως προς την καταβολή των συμφωνημένων απαιτητών δόσεων του άνω δανείου και έτσι, ενόψει της επισπευδομένης αναγκαστικής εκτελέσεως σε βάρος της ακίνητης περιουσίας της εκ μέρους της δανείστριας τράπεζας, ο ανωτέρω κατηγορούμενος προς αντιμετώπιση της οικονομικής αδυναμίας της εταιρίας για την αποπληρωμή των οφειλομένων δόσεων, απεφάσισε να αποφανθεί σε χρηματοπιστωτικούς οίκους της Γερμανίας.
Έτσι αυτός τον Ιανουάριο του 1993 μετέβη στο Άαχεν της Γερμανίας, όπου επισκέφθηκε το πρώτο εγκαλούντα στο ανωτέρω ξενοδοχείο και τότε εκμυστηρεύτηκε σ' αυτόν τα σοβαρά οικονομικά προβλήματα που αντιμετώπιζε και του ζήτησε να τον βοηθήσει οικονομικά. Ο πρώτος εγκαλών προκειμένου να τον βοηθήσει στην αντιμετώπιση των οικονομικών προβλημάτων του έδωσε ως δάνειο τριάντα πέντε (35) συναλλαγματικές εκδόσεως του, ποσού 2.500 Γερμανικών μάρκων η κάθε μία και συνολικού ποσού 85.000 ευρώ και αποδοχής των αδελφών Δ.
και Γ. Δ., οι οποίες αντιπροσώπευαν μισθώματα του εστιατορίου του ανωτέρω εγκαλούντα που βρίσκονταν κάτω από το ξενοδοχείο του και είχε εκμισθώσει σ' αυτούς, χωρίς οι τελευταίοι να προβούν στην εξόφληση τους. Τις ανωτέρω συναλλαγματικές ανέλαβε την υποχρέωση να εισπράξει για λογαριασμό του πρώτου εγκαλούντος και να εκμεταλλευθεί το ποσό που θα εισέπραττε, επί ένα χρόνο επιστρέφοντας το με το νόμιμο τόκο μετά το πέρας του ταχθέντος χρονικού διαστήματος.
Η αναλήθεια των αναφερομένων στην υπό στοιχ. Α' πράξη γεγονότων αποδείχθηκε και ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας, το οποίο με την υπ' αριθμ. 990/2000 απόφαση του καταδίκασε τον τέταρτο των κατηγορουμένων Θ. Μ. για τις πράξεις της απόπειρας απάτης ιδιαίτερα μεγάλης αξίας και της υπεξαιρέσεως ιδιαίτερα μεγάλης αξίας σε βάρος του Ε.
Α., σε συνολική ποινή φυλάκισης δεκαοκτώ (18) μηνών, η οποία (απόφαση) αναγνώσθηκε. Η ανωτέρω απόφαση κατέστη αμετάκλητη με την υπ' αριθμ. 938/2000 απόφαση του Αρείου Πάγου, μετά την απόρριψη της ασκηθείσας κατ' αυτής από τον τέταρτο κατ/νο αναίρεσης. Ακολούθως, το υπ' αριθμ. 293/2000 βούλευμα του Συμβουλίου Πλημ/κων Χαλκίδας, που κατέστη αμετάκλητο (βλ.
την από 6.11.2007 βεβαίωση της Γραμματέως του Πρωτοδικείου Χαλκίδας), το οποίο (βούλευμα) και αναγνώσθηκε, αποφάνθηκε ότι δεν πρέπει να γίνει κατηγορία κατά των νυν εγκαλούντων Ε. Α. και Γ. Α., για την πράξη της ψευδορκίας μάρτυρα που αυτοί φέρονταν ότι είχαν τελέσει ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Βόλου και του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας την 12-5-1999 και 5-10-2000 αντίστοιχα, καταθέτοντας ότι ο Ε.
Α. ουδέποτε δανείστηκε χρήματα από τον Θ. Μ. αλλά αντίθετα ο Ε. Α. παρέδωσε στον Θ. Μ. 35 συναλλαγματικές, ποσού 2.500 μάρκων εκάστη για να τις εισπράξει από τους αδελφούς Δ., που ήταν αποδέκτες, να κρατήσει τα χρήματα για να διευκολυνθεί και να τα επιστρέψει μετά από ένα χρόνο. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει οι κατηγορούμενοι να κηρυχθούν ένοχοι, οι μεν πρώτος, δεύτερη και τρίτος των αξιόποινων πράξεων της ψευδορκίας μάρτυρα και συκοφαντικής δυσφήμησης, ο δε τέταρτος της ηθικής αυτουργίας στις ως άνω πράξεις που τέλεσαν οι λοιποί κατηγορούμενοι..".
Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο Θ. Μ. σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννιά (9) μηνών και τον καθένα από τους λοιπούς κατηγορουμένους σε συνολική ποινή φυλακίσεως πέντε (5) μηνών.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ. 3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων των εγκλημάτων της ψευδορκίας μάρτυρα, της συκοφαντικής δυσφημήσεως και της ηθικής αυτουργίας σ' αυτές, για τα οποία καταδίκασε τους κατηγορουμένους, τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 46 παρ. 1α, 22 παρ. 2, 362, 363 του ΠΚ.
Ειδικότερα αναφέρει: α) το περιεχόμενο των ενόρκων καταθέσεων των κατηγορουμένων Β. Μ., Σ. Τ. και Χ. Μ. ενώπιον των αρμόδιων Πταισματοδικών και των γεγονότων τα οποία ισχυρίστηκαν με τις καταθέσεις τους ενώπιον των ανωτέρω προανακριτών, β) ότι τα γεγονότα που κατέθεσαν και ισχυρίστηκαν ήταν ψευδή και αυτοί γνώριζαν ότι ήταν ψευδή.
Η γνώση του ψεύδους και ο άμεσος δόλος αυτών προκύπτει από την παραδοχή ότι αυτά τα γνώριζαν από δική τους αντίληψη. Συγκεκριμένα η Σ. Τ. κατέθεσε ότι γνώριζε προσωπικά ότι ο Θ. Μ. δάνεισε χρήματα στους εγκαλούντες, οι οποίοι της το γνωστοποίησαν και τηλεφωνικώς. Η Β. Μ. κατέθεσε ότι της τηλεφώνησε ο Θ. Μ. από τη Γερμανία και της γνωστοποίησε το δανεισμό προς τους εγκαλούντες και αυτή έδωσε την έγκριση για το δάνειο επειδή ήταν συνεταίροι με τον Θ.
Μ.. Ο Χ. Μ. κατέθεσε ότι το γνωρίζει από τον ίδιο τον πολιτικώς ενάγοντα Ε. Α., ο οποίος επικοινώνησε μαζί του και του ζήτησε να μεσολαβήσει στον δανειστή Θ. Μ. να μην επιδιώξει δικαστικώς την επιστροφή του δανείου και ότι σιγά-σιγά θα το πλήρωνε, γ) ότι ο Θ. Μ. προκάλεσε στους συγκατηγορουμένους του την απόφαση να τελέσουν τις πράξεις της ψευδορκίας μάρτυρα και της συκοφαντικής δυσφημήσεως, χρησιμοποιώντας συμβουλές, παροτρύνσεις, πειθώ και φορτικότητα.
Επίσης προκύπτει από την απόφαση ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει και το γεγονός ότι εξαίρει μερικά από αυτά δεν σημαίνει ότι αγνόησε τα άλλα. Επομένως οι αντίθετες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων είναι αβάσιμες και επίσης είναι αβάσιμος και ο μοναδικός λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ.
Δ' του ΚΠΔ που στηρίζεται στις αιτιάσεις αυτές. Οι υπόλοιπες αιτιάσεις των αναιρεσειόντων πλήττουν την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων και έτσι είναι απαράδεκτες. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, καθώς και τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων (άρθ. 583 παρ. 1 του ΚΠΔ και 183, 176 του ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 21.5.2010 αίτηση των: 1) Σ. Τ. του Θ., 2) Β. Μ. του Γ., 3) Χ. Μ. του Ν. και 4) Θ. Μ. του Γ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 1510/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας.
Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ για τον καθένα, καθώς και τα δικαστικά έξοδα των παρασταθέντων πολιτικώς εναγόντων, τα οποία ορίζει στο συνολικό ποσό των πεντακοσίων (500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ