Supreme Court dismisses bank's appeal against labor court ruling on wrongful dismissal and damages.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the Agricultural Bank of Greece's appeal against the Athens Court of Appeal's judgment. The lower court found the bank's board decision to transfer an employee from a central to a branch position invalid due to abuse of power and violation of good faith, ordering compensation for moral damages. The Court of Appeal upheld this finding, rejecting the bank's arguments regarding the validity of the transfer and the sufficiency of its reasoning.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 561(1) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that appeals challenging the substantive assessment of facts and the abuse of discretionary power by a board decision must be rejected as inadmissible or unfounded if the lower court's reasoning is clear and legally sound.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1870 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1870/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και με διακριτικό τίτλο "ΑΤΕΒank", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Μάριο Παναγιωτόπουλο.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ψ1, ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Νικόλαο Φιλιππόπουλο, 2) Γενικής Συνομοσπονδίας Εργατών Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, 3) Ομοσπονδίας Τραπεζοϋπαλληλικών Οργανώσεων Ελλάδος (ΟΤΟΕ), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 4) Συλλόγου Εργαζομένων Αγροτικής Τράπεζας της Ελλάδος, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Οι 2η, 3η και 4ος αναιρεσίβλητοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Φιλιππόπουλο, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 15-9-2004 αγωγή του ήδη 1ου αναιρεσιβλήτου και με τις υπέρ αυτού προφορικώς ασκηθείσες ενώπιον του ακροατηρίου πρόσθετες παρεμβάσεις των ήδη 2ης, 3ης και 4ου αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 693/2005 του ίδιου Δικαστηρίου και 7854/2006 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 20-12-2007 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ειρήνη Αθανασίου διάβασε την από 7-10-2008 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος των αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή το υπηρεσιακό καθεστώς του προσωπικού της αναιρεσείουσας (ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕ ΒΑΝΚ") διέπεται από τον Οργανισμό της, ο οποίος εγκρίθηκε με την υπ'αριθ. 226698/1980 της 6-3-1973 απόφαση του Υπουργού Εθνικής Οικονομίας, που δημοσιεύθηκε στο υπ' αριθ. 389/2-4-1973 Φ.Ε.Κ.
τ.Β' και κυρώθηκε τόσο η ίδια όσο και ο ως άνω Οργανισμός της με το ν.δ. 213 της 4/5-10-1973 (Φ.Ε.Κ. τ Α' 270) και έχει ισχύ ουσιαστικού νόμου. Κατά τα άρθρα 93 παρ. Ί και 2 και 94 παρ.2 εδ. β του Οργανισμού αυτού, η Τράπεζα έχει πάντοτε το δικαίωμα να μεταθέτει τους υπαλλήλους της από την κεντρική στην περιφερειακή υπηρεσία και αντιθέτως, καθώς και από μία περιφερειακή υπηρεσία σε άλλη τέτοια, υπό τον όρο της ύπαρξης κενής ομοιόβαθμης οργανικής θέσης του κλάδου στον οποίο ανήκει ο υπάλληλος, επιφυλασσόμενης της διάταξης του άρθρου 94 παρ .2 εδ.
β' (άρθρο 93 παρ. 1). Οι μεταθέσεις ενεργούνται, των μεν διευθυντών και υποδιευθυντών με απόφαση του διοικητικού συμβουλίου, μετά από πρόταση του διοικητή, των δε λοιπών υπαλλήλων με απόφαση του διοικητή μετά από γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου (άρθρο 93 παρ. 2). Ο διοικητής, μετά γνώμη του πρωτοβάθμιου υπηρεσιακού συμβουλίου, μπορεί να αναθέτει στον υπάλληλο και καθήκοντα κατώτερης θέσης της από αυτόν κατεχόμενης ή θέσης την οποία μπορούσε να καταλάβει υπάλληλος του βαθμού του, προς πλήρωση υπηρεσιακών αναγκών (άρθρο 94 παρ. 2β').
Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 7 του ν.2112/1920, 361, 643 επ. του ΑΚ, σαφώς προκύπτει ότι δεν επιτρέπεται η μονομερής εκ μέρους του εργοδότη μεταβολή των όρων της εργασιακής συμβάσεως, που συνήφθη μεταξύ αυτού και του εργαζομένου. Τέτοια μεταβολή, βλαπτική υλικά ή ηθικά, θεμελιώνει τα προβλεπόμενα για την περίπτωση αυτή δικαιώματα του μισθωτού, όπως, μεταξύ άλλων, να αξιώσει την τήρηση των όρων της συμβάσεως αυτής και την εξακολούθηση της παροχής της εργασίας του με τους ίδιους όρους, όπως πριν από τη μεταβολή.
Εξάλλου, ο εργοδότης, ασκώντας το από το άρθρο 652 του ΑΚ συναγόμενο διευθυντικό δικαίωμα αυτού, στο οποίο υπόκειται ο εργαζόμενος με σχέση εξαρτημένης εργασίας, έχει την εξουσία να εξειδικεύει εκάστοτε την υποχρέωση του μισθωτού για εργασία, καθορίζοντας τους όρους της παροχής της και δη τον τόπο, το χρόνο και τον τρόπο αυτής, εφόσον οι όροι αυτοί δεν έχουν προσδιοριστεί από κανόνες δικαίου η από την εργασιακή σύμβαση, επομένως και να μεταθέτει και μετακινεί τον εργαζόμενο.
Αποτελεί όμως παραλλήλως το δικαίωμα αυτό και εφαρμογή στις εργασιακές σχέσεις της εξουσίας του εργοδότη, ως διευθυντή της εκμεταλλεύσεως, να οργανώνει και να διευθύνει την επιχείρησή του κατά τον προσφορότερο τρόπο. Βασικός περιορισμός του διευθυντικού δικαιώματος τίθεται από την απαγορευτική διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ, υπό την έννοια ότι ο εργοδότης δεν μπορεί να ασκεί το δικαίωμα αυτό καταχρηστικώς (Ολ ΑΠ 25/2003). 'Ετσι υπάρχει καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος του εργοδότη όταν αυτό ασκείται μεν σύμφωνα με τους όρους της εργασιακής συμβάσεως, του νόμου ή του εσωτερικού κανονισμού εργασίας, πλην όμως κατά προφανή υπέρβαση των ορίων που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος, οπότε η απόφασή του είναι αντίθετη προς το νόμο (το άρθρο 281 ΑΚ) και θεωρείται άκυρη (άρθρα 3, 174, 180 ΑΚ), είναι δε ενδεχόμενο να προκαλείται εκ τούτου και παράνομη προσβολή στην προσωπικότητα του μισθωτού, στον οποίο στην περίπτωση αυτήν παρέχεται το δικαίωμα να ζητήσει την επιδίκαση σ' αυτόν χρηματικής ικανοποιήσεως για την ηθική βλάβη την οποία από το λόγο αυτόν υπέστη (άρθρα 57, 59, 299, 914, 932 ΑΚ).
Εξάλλου, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ.19 ΚΠολΔ, λόγος αναιρέσεως για έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά, που είναι αναγκαία, για να κριθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συντρέχουν οι νόμιμοι όροι της διατάξεως του ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόστηκε ή δεν συντρέχουν, ώστε να αποκλείεται η εφαρμογή της, καθώς και όταν η απόφαση δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ελλιπείς ή αντιφατικές ως προς το νομικό χαρακτηρισμό των πραγματικών περιστατικών, τα οποία έγιναν δεκτά και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.
Αντιθέτως, δεν υπάρχει έλλειψη νόμιμης βάσεως όταν πρόκειται για ελλείψεις, που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και μάλιστα στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του εξαγόμενου από αυτές πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται στην απόφαση σαφώς. Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχτηκε τα ακόλουθα :
Ο αναιρεσίβλητος είναι πτυχιούχος του Οικονομικού Τμήματος της πρώην Ανωτάτης Σχολής Οικονομικών και Εμπορικών Επιστημών (ΑΣΟΕΕ), κάτοχος μεταπτυχιακού τίτλου (Master of Arts), καθώς και διδακτορικού διπλώματος (Doctor of philosophy) του Πανεπιστημίου Clark της Μασαχουσέτης των ΗΠΑ. Γνωρίζει άριστα την αγγλική γλώσσα (είναι κάτοχος lower και proficiency του Πανεπιστημίου Cambridge της Αγγλίας), πολύ καλά τη γερμανική και μέτρια τη γαλλική γλώσσα.
Λόγω των προσόντων του αυτών, προσλήφθηκε στις 2-1-1975 από την αναιρεσείουσα ως έκτακτος ειδικός επιστήμονας στη Διεύθυνση Μελετών και Προγραμματισμού. Στις 17-12-1979 μονιμοποιήθηκε και εντάχθηκε, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 130 παρ. 1 του ως άνω Οργανισμού της αναιρεσείουσας στον κλάδο των οικονομολόγων στον οποίο ανήκε.
Μετά τη μονιμοποίηση του εξελίχθηκε κανονικά στους βαθμούς οικονομολόγου Β', οικονομικού αναλυτή και οικονομολόγου Α' (Τμηματάρχη Α'), τον οποίο κατείχε από 17-12-1981. Επειδή η αναιρεσείουσα παρέλειψε να τον προαγάγει στους επόμενους βαθμούς του Υποδιευθυντή και Διευθυντή, ο αναιρεσίβλητος κατέφυγε στο δικαστήριο και με την υπ' αριθμ. 1320/1996 απόφαση του Εφετείου Αθηνών κρίθηκε ότι αυτός έπρεπε να προαχθεί, στο βαθμό μεν του Υποδιευθυντή από 24-7-1992, στο βαθμό δε του Διευθυντή από 30-11-1992, βαθμό τον οποίο ήδη κατέχει από τις αρχές δε του έτους 2004 είναι ο πρώτος στην τάξη Διευθυντής της αναιρεσείουσας.
Επίσης, μετά τη μονιμοποίηση του υπηρέτησε ως Προϊστάμενος του Τμήματος Οικονομικών Μελετών και Προγραμματισμού (1976-1982), ως Αναπληρωτής Προϊστάμενος Τμήματος Μελετών και Ανάπτυξης Αγροτικών Οικισμών (από 21-9-1982 έως 13-5-1984), ως Προϊστάμενος Τμήματος Τραπεζικού Συστήματος (από 14-5-1984 έως 14-1-1993), ως Προϊστάμενος Τμήματος Επενδυτικών Πρωτοβουλιών (από 15-1-1993 έως 5-7-1995), ως Προϊστάμενος της νεοσύστατης Υποδιεύθυνσης Θυγατρικών Εταιρειών (από 5-7-1995 έως 15-9-1997), ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Τραπεζικών Εργασιών (από 16-7-1997 έως 30-9-2000), ως Προϊστάμενος της νεοσύστατης Διεύθυνσης Ιδιωτών - Αγροτών (από 1-10-2000 έως 11-11-2001) και ως Προϊστάμενος στη Διεύθυνση Συμβουλευτικών Υπηρεσιών από 12-11-2001 μέχρι στις 18-5-2004, οπότε μετατέθηκε στο κατάστημα Αθηνών ως Διευθυντής.
Κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας του στην αναιρεσείουσα παρακολούθησε τα αναφερόμενα οκτώ επιμορφωτικά σεμινάρια. Έχει διατελέσει: α) Συντονιστής των συναρμόδιων υπηρεσιών της αναιρεσείουσας Τράπεζας για την ομαλή είσοδο της στη νέα χιλιετία, β) Συντονιστής της αναιρεσείουσας για την επιτυχή προώθηση των Αγρομετόχων και υπεύθυνος προώθησης τους σε δύο γεωγραφικά διαμερίσματα, γ) Υπεύθυνος για την προώθηση της μετοχοποίησης της ΑΤΕ σε δύο γεωγραφικά διαμερίσματα, δ) Συντονιστής ομάδας έργου και Διοικητής Έργου για το σχεδιασμό, την επιχειρησιακή ανάπτυξη, την εκπαίδευση του προσωπικού και την προώθηση του πρωτοποριακού προϊόντος της ΑΤΕ της ΑΓΡΟΚΑΡΤΑ * ΜΑΕSΤRΟ (Α *Μ).
ε) Μέλος ομάδων έργου για τη διαμόρφωση εισηγήσεων σχετικών με τις πωλήσεις εκ μέρους της ΑΤΕ, του συνόλου ή μέρους των μετοχών της Τράπεζας Κεντρικής Ελλάδος, της επιχείρησης "Μιμίκος", των ΚΑΕ και της ΕΒΖ αλλά και της εξαγοράς της ΕΤΒΑ, καθώς και της συμμετοχής του Ομίλου ΑΤΕ σε εταιρείες Επενδύσεων Χαρτοφυλακίου, της συγχώνευσης της Αγροτικής Ασφαλιστικής με την Αγροτική Ζωής, της ανάπτυξης από την ΑΤΕ της Ηλεκτρονικής Τραπεζικής, της εξαγοράς από την ΑΤΕ μιας εταιρείας :
πληροφορικής. Επίσης έχει διδάξει ως ειδικός επιστήμονας στην ΑΣΟΕΕ στο μάθημα της "μακροοικονομικής ανάλυσης" και "οικονομικής θεωρίας της απασχόλησης" και ως εισηγητής κατ' επανάληψη στο εκπαιδευτικό κέντρο της ΑΤΕ " στο μάθημα της εισαγωγής στις διεθνείς "νομισματικές σχέσεις και στις συναλλαγές σε συνάλλαγμα".
Ακόμη, κατά τη διετία 1992 - 1994, ασχολήθηκε σε συστηματική βάση ως ειδικός εμπειρογνώμονας για την Ελλάδα του "παρατηρητηρίου" των εργασιακών σχέσεων που έχει προωθήσει η Ευρωπαϊκή Ένωση για την παρακολούθηση, καταγραφή και ανάλυση των εξελίξεων στις εργασιακές σχέσεις στις χώρες - μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης.
Τέλος, έχει εκπονήσει τις αναφερόμενες μελέτες και συγγράμματα. Από το έτος 1981 έχει αναπτύξει έντονη συνδικαλιστική δράση και έχει διατελέσει μέλος του Δ.Σ. του Συλλόγου Επιστημονικού Προσωπικού ΑΤΕ (ΣΕΠΑΤΕ), και Πρόεδρός του από τον Ιούλιο 1983 έως το Μάιο 1998, Αντιπρόεδρος της ΟΤΟΕ σε συνέδρια της ΓΣΕΕ, μέλος της Διοίκησης της ΟΤΟΕ, μέλος της Εξελεγκτικής Επιτροπής του ΕΚΑ και μέλος της Διοίκησης του Οικονομικού Επιμελητηρίου της Ελλάδος.
Από τα μέσα του 2003 έχει αρχίσει να επαναδραστηριοποιείται συνδικαλιστικά και στη Γ.Σ. του Ενοποιημένου Συλλόγου Εργαζομένων ΑΤΕ (ΣΕΑΤΕ), που πραγματοποιήθηκε στις 15-5-2004, ανακηρύχθηκε υποψήφιος και έθεσε υποψηφιότητα με το Συνδυασμό της Δημοκρατικής Συνδικαλιστικής Ενότητας, για το αξίωμα του μέλους του Δ.Σ.
και για Αντιπρόσωπος στην ΟΤΟΕ και στο ΕΚΑ. Στις αρχαιρεσίες δε που πραγματοποιήθηκαν στις 23 και 24 Ιουνίου 2004, σύμφωνα με τα αποτελέσματα της Κεντρικής Εφορευτικής Επιτροπής εκλέχθηκε μέλος του Δ.Σ. του ΣΕΑΤΕ και αντιπρόσωπος του στην ΟΤΟΕ και το ΕΚΑ. Με την υπ' αριθμ. ..... απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου της αναιρεσείουσας Τράπεζας, μετά από πρόταση του Διοικητή της, ο αναιρεσίβλητος μετατέθηκε στο κατάστημα Αθηνών της αναιρεσείουσας, ως Διευθυντής αυτού.
Η απόφαση αυτή κοινοποιήθηκε στον αναιρεσίβλητο στις 19-5-2004, με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού, όπως διορθώθηκε με το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της ίδιας υπηρεσίας, σύμφωνα με τα οποία καθίστατο σ' αυτόν γνωστό ότι μετατέθηκε στο κατάστημα Αθηνών ωςΔιευθυντής. Ο αναιρεσίβλητος δεν αποδέχθηκε τη μετάθεσή του αυτήν και με το .....
έγγραφό του προς τη Διεύθυνση Ανθρώπινου Δυναμικού, γνώρισε στην αναιρεσείουσα ότι θεωρεί τη μετάθεσή του αυτήν παράνομη ως αντίθετη προς τις διατάξεις των άρθρων 130 παρ. 1, 93 παρ. 1 και 27 παρ. Β1 του Οργανισμού της Τράπεζας, με βάση τις οποίες μονιμοποιήθηκε σ' αυτήν, και ότι η μετάθεση αυτή αποτελεί βλαπτική μεταβολή των όρων της σύμβασης εργασίας του κατά παράβαση των διατάξεων του άρθρου 281 του ΑΚ, και ζήτησε να τηρηθεί η νομιμότητα.
Η αναιρεσείουσα δεν ανακάλεσε την ως άνω απόφασή της, αλλ' αντιθέτως κοινοποίησε στον αναιρεσίβλητο στις 24-5-2004 το υπ' αριθμ. ..... έγγραφο της ως άνω Διεύθυνσης, με το οποίο τον καλούσε να αναλάβει υπηρεσία στη νέα του θέση το βραδύτερο μέχρι τις 28-5-2004. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο ισχυρισμός της αναιρεσείουσας ότι η θέση του Διευθυντή καταστήματος, και δη των Αθηνών (Πανεπιστημίου 23) "είναι κυρίαρχη οργανική θέση Διευθυντού, και δεν μπορεί να γίνει διαχωρισμός με τη θέση που ήδη κατέχει ο αντίδικος" και ότι "οι εξουσίες που έχει ένας διευθυντής καταστήματος με βάση τον Οργανισμό της Τράπεζας είναι πολύ μεγαλύτερες από αυτές που έχει ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών", δεν είναι βάσιμος.
Και αυτό γιατί: Σύμφωνα με το άρθρο 23 παρ. 1 του Οργανισμού της εναγομένης, ο Διευθυντής καταστήματος προΐσταται αυτού, συντονίζει και προωθεί τις πωλήσεις όλων των προϊόντων της Τράπεζας και του Ομίλου, ασκεί την ανατεθειμένη σ' αυτόν πίστη και γενικά εκτελεί τα ανατεθειμένα σ' αυτόν καθήκοντα, σύμφωνα με το καταστατικό, τον οργανισμό, τους κανονισμούς και τις αποφάσεις της Διοίκησης, υπό την εποπτεία και έλεγχο των αρμοδίων Διευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας.
Ειδικότερα: α) Παρακολουθεί, εποπτεύει και ελέγχει τις υπηρεσίες του καταστήματος, ευθυνόμενος για την άρτια και κανονική λειτουργία τους. β) Επιβλέπει και παίρνει τα κατάλληλα μέτρα, ώστε μέσα στις τασσόμενες προθεσμίες να διεξάγεται και ολοκληρώνεται η υπηρεσία του καταστήματος, ευθυνόμενος, μαζί με τον Υποδιευθυντή, τον Προϊστάμενο λογιστηρίου και τον Προϊστάμενο του αρμοδίου γραφείου, για κάθε καθυστέρηση ή παράλειψη.
γ) Υπογράφει τις προς το ταμείο εντολές χορηγήσεων, αρμοδιότητας της Διεύθυνσης του καταστήματος και πληρωμών των κάθε είδους δαπανών. δ) Καταρτίζει και υποβάλλει στη Διοίκηση τον προϋπολογισμό των εξόδων διαχείρισης του καταστήματος για το επόμενο έτος. ε) Ασκεί στους υπαλλήλους του καταστήματος πειθαρχική εξουσία, υποχρεούμενος να κοινοποιεί τις πειθαρχικές αποφάσεις του στη Διεύθυνση Προσωπικού.
στ) Κανονίζει την κίνηση των υπαλλήλων μέσα στην περιφέρεια του καταστήματος για εκτέλεση υπηρεσίας, παρακολουθεί την εκτέλεση της εργασίας που τους ανατίθεται και ελέγχει τα δικαιολογητικά οδοιπορικών εξόδων, δίδοντας εντολή για την πληρωμή των εκκαθαριζομένων ποσών. Και ζ) ενεργεί καθημερινά την καταμέτρηση των μετρητών του ταμείου και τηρεί το ένα από τα δυο κλειδιά του χρηματοκιβωτίου, ευθυνόμενος προσωπικά για την εξασφάλιση του χρηματικού ποσού και της περιουσίας του καταστήματος.
Επίσης ευθύνεται για την ασφάλεια των γραφείων του καταστήματος. Αντίθετα, σύμφωνα με το άρθρο 19 του ως άνω Οργανισμού της ΑΤΕ, οι Προϊστάμενοι των Διευθύνσεων και Υποδιευθύνσεων της Κεντρικής Υπηρεσίας της Αγροτικής Τράπεζας, οι οποίες ανέρχονται σε 27 (άρθρο 2 του Οργανισμού): α) Είναι υπεύθυνοι για την εύρυθμη και αποδοτική λειτουργία των υπ' αυτούς υπηρεσιών, β) Παρακολουθούν, εποπτεύουν και ελέγχουν τους υπ' αυτούς υπαλλήλους και ασκούν επ' αυτών πειθαρχική εξουσία, γ) Ενημερώνουν τακτικώς το Διοικητή επί της πορείας των εργασιών της αρμοδιότητας τους.
δ) Ελέγχουν και προσυπογράφουν τα σχέδια των χρηζόντων της υπογραφής του Διοικητή εγγράφων, ε) Εκδίδουν τις προς την περιφερειακή υπηρεσία διαταγές, με τις οποίες παρέχονται οδηγίες επί θεμάτων αναγομένων στις αρμοδιότητες της υπ' αυτούς Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης, στ) Υπογράφουν: αα) "Κατ' εξουσιοδότηση Διοικητή" κάθε φύσεως έγγραφα, μεταξύ των οποίων και εκείνα με τα οποία αναλαμβάνονται υποχρεώσεις σε βάρος της Τράπεζας μέχρι ποσού οριζόμενου εκάστοτε με απόφαση του Διοικητή, ββ) Κάθε έγγραφο αναθέσεως κεφαλαίων και πιστώσεων, κατ' εξουσιοδότηση του Διοικητή, ενεργούντος βάσει της παρεχόμενης σ' αυτόν εγκρίσεως για χορήγηση δανείων από το Διοικητικό Συμβούλιο ή το Συμβούλιο Χορηγήσεων, γγ) Τα έγγραφα με τα οποία εντέλλεται η πληρωμή οποιουδήποτε ποσού, παγίως και επακριβώς καθορισμένου με το Καταστατικό ή τον Οργανισμό της Τράπεζας ή με απόφαση του Διοικητικού Συμβουλίου ή του Διοικητή ή των συλλογικών οργάνων της Διοικήσεως, ως του Συμβουλίου Χορηγήσεων και της Επιτροπής Προμηθειών.
Και δδ) όλα τα λοιπά έγγραφα της υπ' αυτούς Διεύθυνσης ή Υποδιεύθυνσης. Επίσης οι Προϊστάμενοι της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών είναι ακόμη υπεύθυνοι για την: α) Υποστήριξη των Μονάδων Πελατείας με την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών σε θέματα οικονομίας, κλαδικών αναλύσεων και ΕU. β) Ανάλυση, μελέτη, εκτίμηση - πρόβλεψη της πορείας της παγκόσμιας και ελληνικής οικονομίας και της ακολουθούμενης οικονομικής, νομισματικής και δημοσιονομικής πολιτικής και η αξιολόγηση των επιπτώσεων στο τραπεζικό σύστημα και στην Τράπεζα ειδικότερα, γ) Μελέτη, ανάλυση και ενημέρωση για τις μεταβολές των θεσμικών, οικονομικών πλαισίων της ΕΕ και η εισήγηση για τις επιρροές των παραπάνω μεταβολών στις υποχρεώσεις, στις πολιτικές και τις πηγές άντλησης πόρων της Τράπεζας.
δ) Μελέτη του πρωτογενούς και δευτερογενούς αγροτικού τομέα, με σκοπό τον προσδιορισμό των ειδικών τεχνικών εξελίξεων/τάσεων, περιορισμών και απαιτήσεων στην εγχώρια και διεθνή αγορά και την επεξεργασία πολιτικής στον τομέα αυτό και ε) παρακολούθηση των εξελίξεων της Κοινής Αγροτικής Πολιτικής της Ε.Ε.
και του Παγκόσμιου Οργανισμού Εμπορίου και την αξιολόγηση των επιπτώσεων τους στο Γεωργικό Τομέα. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος με τη μετάθεσή του από τη θέση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών (Διεύθυνσης Κεντρικής Υπηρεσίας) στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών (Περιφερειακής Υπηρεσίας), υποβαθμίζεται από επιτελικό στέλεχος της Τράπεζας σε εκτελεστικό, αφού από τη θέση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών, στην οποία υπηρετούσε, είχε ως κύριο έργο την παροχή συμβουλευτικών υπηρεσιών στις άλλες μονάδες της Τράπεζας σε θέματα οικονομίας, κλαδικών αναλύσεων, ευρωπαϊκής ένωσης και αγροτικής τεχνογνωσίας, ενώ στις αρμοδιότητες του περιλαμβανόταν, μεταξύ άλλων, και η έκδοση προς τις Περιφερειακές Υπηρεσίες της Τράπεζας, τις οποίες αποτελούν τα Καταστήματα, οι Θυρίδες και τα Γραφεία Αντιπροσωπείας Εξωτερικού (άρθρο 20 παρ. 1 του Οργανισμού), διαταγών, με τις οποίες παρέχονται οδηγίες επί θεμάτων αναγομένων στις αρμοδιότητες της Διεύθυνσης που προΐσταται.
Έτσι με την παραπάνω μετάθεση του στο κατάστημα Αθηνών (Πανεπιστημίου 23), στο οποίο υπηρετούν 30 περίπου υπάλληλοι και το οποίο από πλευράς υφισταμένων υπολείπεται 15 τουλάχιστον άλλων καταστημάτων, ακόμη και μικρότερης κατηγορίας, όπως των Χανίων, Λαμίας και Αγρινίου υποχρεώνεται να δέχεται και να εκτελεί οδηγίες των Προϊσταμένων Επιτελικών Διευθύνσεων, και να εκτελεί τις εντολές των Προϊσταμένων των παραπάνω επιτελικών Διευθύνσεων, όλων νεοτέρων του ακόμα και στο βαθμό, δηλαδή θα εποπτεύεται και θα ελέγχεται από τις Διευθύνσεις στις οποίες μέχρι τη μετάθεση του ήταν προϊστάμενος.
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι δεν αληθεύει ότι η μετάθεση του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών, έγινε για υπηρεσιακό λόγο και συγκεκριμένα "σε εφαρμογή διατάξεων του Οργανισμού σε κενή ισότιμη και ισόβαθμη οργανική θέση, επιβλήθηκε δε από καθαρά υπηρεσιακούς λόγους στο πλαίσιο περιορισμένων αλλαγών σε επίπεδο ανωτάτων στελεχών για την εύρυθμη λειτουργία της Τράπεζας".
Δέχτηκε ακόμη το Εφετείο ότι ο αναιρεσίβλητος είναι ο αρχαιότερος Διευθυντής της αναιρεσείουσας και θα συνταξιοδοτούνταν αρχές του έτους 2007, η δε μετάθεση του και η τοποθέτηση του στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών συνεπαγόταν και υλική ζημία γι' αυτόν, αφού κλήθηκε να παραδώσει το υπηρεσιακό κινητό τηλέφωνο που χρησιμοποιούσε ως Προϊστάμενος της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών, αφού οι εγκρίσεις για χρήση υπηρεσιακών κινητών τηλεφώνων αφορούν Προϊσταμένους και Αναπληρωτές μόνον Κεντρικών Υπηρεσιών και έτσι θα επιβαρυνόταν με την πληρωμή χρήσης κινητού τηλεφώνου, που ανέρχεται σε 60 ευρώ περίπου μηνιαίως.
Επίσης ο ίδιος δεν είχε υπηρετήσει ποτέ σε Κατάστημα (Περιφερειακή Διεύθυνση) της αναιρεσείουσας. Έτσι, δύο χρόνια πριν από τη συνταξιοδότησή του, σε ηλικία 62 ετών (γεννήθηκε το έτος 1943) και ενώ αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας (έπασχε από καρκίνο), γεγονός γνωστό στην αναιρεσείουσα, καλούνταν, με τη μετάθεση και την τοποθέτησή του ως Διευθυντή στο Κατάστημα Αθηνών, να διεκπεραιώσει εργασίες τελείως διάφορες από εκείνες που έκανε μέχρι τότε, που απαιτούν μακροχρόνια προσαρμογή και εξοικείωση και επομένως δεν εξυπηρετούσαν ούτε το καλώς νοούμενο συμφέρον της αναιρεσείουσας.
Εξάλλου η τελευταία είχε την ευχέρεια να μεταθέσει στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών άλλους υπαλλήλους από τους υπ' αυτήν απασχολούμενους στην Κεντρική Υπηρεσία της, χωρίς να δημιουργηθούν σ' αυτούς τα προβλήματα που δημιουργήθηκαν στον αναιρεσίβλητο. Δέχτηκε δε το Εφετείο ότι η μετάθεση του αναιρεσιβλήτου στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών, η για την οποία απόφαση λήφθηκε χωρίς να ληφθούν υπόψη από το αρμόδιο Διοικητικό Συμβούλιο και το Διοικητή της αναιρεσείουσας οι παραπάνω λόγοι που συνηγορούν υπέρ της μη μετάθεσής του, έγινε λόγω της συνδικαλιστικής του δράσης και της προσωπικής αντιπαράθεσης τούτου (αναιρεσιβλήτου) στο παρελθόν με το Διοικητή της ΑΤΕ., και όχι για υπηρεσιακό λόγο, κατά τα ειδικότερα στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς αναφερόμενα, και με την υιοθέτηση, όπως εκτιμάται, των αναφερόμενων ένορκων βεβαιώσεων και μαρτυρικής καταθέσεως.
Με βάση δε όλες τις παραπάνω παραδοχές του το Εφετείο δέχτηκε ότι η μετάθεση του αναιρεσιβλήτου και η τοποθέτηση του στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο οικονομικός και κοινωνικός σκοπός του δικαιώματος και είναι άκυρη και ανενεργός, είχε δε ως αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, του οποίου έθιξε "και την επαγγελματική και επιστημονική αξία και υπόληψη", προσβάλλοντας και την κοινωνική θέση του και "μειώνοντας την προσωπικότητά του ως προς την έκφανση της επαγγελματικής και επιστημονικής του ικανότητας, με αποτέλεσμα να προξενηθεί σ' αυτόν ηθική βλάβη", με συνέπεια για την αποκατάσταση αυτής (ηθικής βλάβης) να πρέπει να καταβληθεί σ' αυτόν από την αναιρεσείουσα χρηματική ικανοποίηση, το ύψος της οποίας, ενόψει του τρόπου και των συνθηκών της αποφασισθείσας επίδικης μετά θέσεως, του βαθμού του πταίσματος των οργάνων αυτής (αναιρεσείουσας) και της οικονομικής καταστάσεως των διαδίκων, ορίστηκε στο ποσό των 1.000 ευρώ.
Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του, αφού αντικατέστησε τη σχετική με την ακυρότητα της μεταθέσεως του αναιρεσιβλήτου κατά το άρθρο 281 ΑΚ αιτιολογία της εκκληθείσας υπ' αριθ.693/ 2005 οριστικής αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, απέρριψε κατ' ουσίαν και την έφεση του αναιρεσιβλήτου και κατά ένα μέρος της, όπως εκτιμάται, την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της αμέσως πιο πάνω πρωτόδικης αποφάσεως, επικυρώνοντας έτσι την εν λόγω απόφαση κατά το μέρος της που αφορούσε την αναγνώριση της ακυρότητας της ως άνω μεταθέσεως του αναιρεσιβλήτου, και ακολούθως δέχτηκε κατ' ουσίαν κατά ένα μέρος της την τελευταία έφεση (της αναιρεσείουσας) και εξαφάνισε κατά ένα μέρος της την πρωτόδικη αυτήν απόφαση και δη κατά το μέρος της που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, καθώς και το κεφάλαιο της για τα δικαστικά έξοδα.
Στη συνέχεια δε, ύστερα από διακράτηση της υποθέσεως, δέχτηκε κατά ένα μέρος την ένδικη αγωγή του αναιρεσιβλήτου κατά το κεφάλαιο της που αφορούσε την επιδίκαση χρηματικής ικανοποιήσεως λόγω ηθικής βλάβης, αναγνωρίζοντας ότι η αναιρεσείουσα οφείλει να καταβάλει στον αναιρεσίβλητο για την αιτία αυτήν το ποσό των 1.000 ευρώ.
Κρίνοντας έτσι το Εφετείο, του οποίου το αποδεικτικό πόρισμα εκτίθεται σαφώς: α) Δεν παραβίασε την ως άνω ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 του ΑΚ. Και αυτό γιατί, με βάση τις παραπάνω παραδοχές του, πράγματι η προαναφερόμενη απόφαση (πράξη) του Δ.Σ. της αναιρεσείουσας για μετάθεση του αναιρεσιβλήτου από τη θέση του Προϊσταμένου της Διεύθυνσης Συμβουλευτικών Υπηρεσιών (Διεύθυνσης Κεντρικής Υπηρεσίας) στη θέση του Διευθυντή του Καταστήματος Αθηνών (Περιφερειακής Υπηρεσίας) ήταν άκυρη, ως υπερβαίνουσα προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη και ο κοινωνικός και οικονομικός σκοπός του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, έχοντας μάλιστα ως αποτέλεσμα την παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου για τους παραπάνω στην προσβαλλόμενη απόφαση ειδικότερα αναφερόμενους λόγους.
Και β) δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, κατά τα προεκτιθέμενα, οι αιτιολογίες που έχει διαλάβει στην απόφασή του αυτή σχετικά με τα ζητήματα που αναφέρονται στην κατά τα πιο πάνω καταχρηστική άσκηση του διευθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, καθώς και στην εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου και πλήρεις και σαφείς είναι.
Οι αιτιολογίες δε αυτές καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή εφαρμογή των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων που εφαρμόστηκαν, στις οποίες περιλαμβάνονται και εκείνες των άρθρων 3, 174, 180 και 281 του ΑΚ. Ενόψει αυτών : 1) Ο πρώτος λόγος αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, με τον οποίο προβάλλεται η αιτίαση της παραβιάσεως του άρθρου 281 του ΑΚ και 2) οι ενιαίως κρινόμενοι δεύτερος και τρίτος (και τελευταίος) λόγοι αναιρέσεως, από το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ, με τους οποίους προβάλλονται οι αιτιάσεις της ελλείψεως νόμιμης βάσεως της προσβαλλόμενης αποφάσεως λόγω ασαφών και ανεπαρκών αιτιολογιών επί των ζητημάτων που αναφέρονται πιο πάνω υπό το στοιχείο β' και σχετίζονται, αντίστοιχα, με την καταχρηστική άσκηση του διεθυντικού δικαιώματος της αναιρεσείουσας, καθώς και με την εξαιτίας τούτου παράνομη προσβολή της προσωπικότητας του αναιρεσιβλήτου, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι.
Οι λοιπές αιτιάσεις, που προβάλλονται με τους ως άνω (μοναδικούς) 1ο, 2ο και 3ο λόγους αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως απαράδεκτες, γιατί οι αιτιάσεις αυτές αναφέρονται στην εκτίμηση της ουσίας πραγματικών γεγονότων και ως εκ τούτου ανάγονται στην ανέλεγκτη αναιρετικώς περί πραγμάτων σχετική κρίση του Εφετείου (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ). -
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20 Δεκεμβρίου 2007 αίτηση της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΓΡΟΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." και με το διακριτικό τίτλο "ΑΤΕΒΑΝΚ" για αναίρεση της υπ' αριθ. 7854/2006 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ