1870/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1870/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1870 / 2007 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1870/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Βασίλειο Νικόπουλο, Αντιπρόεδρο, Γεώργιο Καπερώνη, Σταύρο Γαβαλά, Ιωάννη Ιωαννίδη και Μιχαήλ Θεοχαρίδη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 7 Φεβρουαρίου 2007, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων - καθών η πρόσθετη παρέμβαση-καλούντων: 1) Χ1, 2) Χ2, 3) α) Χ3, β) Χ4, 4) Χ5, 5) Χ6, 6) Χ7, 7) Χ8, που εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Δημήτριο Παπακωνσταντίνου, και 8) Χ9, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Πανταζή.
Των αναιρεσιβλήτων-καθών η κλήση: 1) Υπέρ η πρόσθετη παρέμβαση Ελληνικού Δημοσίου που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Λευθεριώτου Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, 2)α) Εξωραϊστικού και εκπολιτιστικού συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός και Πολιτιστικός Σύλλογος Περιοχών ..........", που εδρεύει στον οικισμό ".........." περιοχής ........., β) Ψ1, γ) Συλλόγου με την επωνυμία "Εκπολιτιστικός και Εξωραϊστικός Σύλλογος ........", που εδρεύει στο .........., δ) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος .........", που εδρεύει στην .........., ε) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος ........., που εδρεύει στα ........, στ)Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός και Εκπολιτιστικός Σύλλογος ...........", που εδρεύει στην .........., ζ) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός - Πολιτιστικός Μορφωτικός και Οικιστικός Σύλλογος .........", που εδρεύει στην ειδική θέση ........ της περιοχής ............. Δήμου Σαρωνικού, η) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Σύλλογος Οικισμού ............." που εδρεύει στον .......... της Κοινότητας ......... και θ) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Σύλλογος ..........", που εδρεύει στην ..........., νόμιμα εκπροσωπουμένων, οι οποίοι δεν εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο.
Του προσεπικαλουμένου-καθών η κλήση και του εκ των αρχικών εναγόντων και εκ των εφεσιβλήτων, αναγκαστικού ομοδίκου Ψ2 που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέφανο Πανταζή.
Των Προσθέτως παρεμβαινόντων-καθών η κλήση: 1) Δήμου Σαρωνικού, που έχει την έδρα του στα Αθίκια Κορινθίας και εκπροσωπείται νόμιμα, 2) Εξωραϊστικού και εκπολιτιστικού συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Σύλλογος Περιοχών ..........." που εδρεύει στον οικισμό "........." περιοχή ......... Δήμου Σαρωνικού και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χαρίλαο Βερβενιώτη και 3) Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Πολιτιστικός- Μορφωτικός και Οικιστικός Σύλλογος ...........", που εδρεύει στην ειδική θέση ".........." της περιφέρειας ........ Δήμου Σαρωνικού και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 29-6-1993 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Κορίνθου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 279/1994, 286/1996 και 220/1997 μη οριστικές, 233/1998 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 411/2001 μη οριστική, 190/2003 του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 20-5-2004 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 504/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 15-6-2006 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Μιχαήλ Θεοχαρίδης ανέγνωσε τις από 2-2-2005 και 15-12-2005 εκθέσεις του αποχωρήσαντος από την υπηρεσία Αρεοπαγίτη Χαράλαμπο Αντωνιάδη, με τις οποίες εισηγήθηκε να απορριφθεί η ένδικη αίτηση αναιρέσεως της 190/2003 αποφάσεως του Εφετείου Ναυπλίου και να γίνει τυπικά δεκτή η πρόσθετη παρέμβαση. Οι πληρεξούσιοι των αναιρεσειόντων ζήτησαν την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι του 1ου αναιρεσιβλήτου και των προσθέτως παρεμβαινόντων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
ΕΠΕΙΔΗ, από το άρθρο 576 παρ. 1-2 ΚΠολΔ προκύπτει ότι αν κατά τη συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος ο Άρειος Πάγος ερευνά αν ο απολειπόμενος διάδικος επισπεύδει τη συζήτηση, εάν δε την επισπεύδει ο αντίδικός του ερευνά αν ο τελευταίος έχει κλητεύσει νομίμως και εμπροθέσμως τον απολειπόμενο και σε καταφατική περίπτωση η συζήτηση προβαίνει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από τις με αριθμούς .........., .........., ........., .........., .........., ........., ..........., ............, ............. και με αριθμούς .........., ............., .........., .........., ..........., ..............., ........., ............ και .......... εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου ............., αντίγραφο αφενός της υπό κρίση αίτησης αναίρεσης και αφετέρου της από 15-6-2006 κλήσης των αναιρεσειόντων για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης, με την κάτω από αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου, επιδόθηκαν νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στους με αριθμούς 2α έως 2θ αναιρεσιβλήτους, που είχαν παρέμβει προσθέτως στο Εφετείο υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, α) "Εξωραϊστικό και Πολιτιστικό Σύλλογο ..........
β) Ψ1 γ) "Εκπολιτιστικό και Εξωραϊστικό Σύλλογο ........." δ) "Εξωραϊστικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο ........... " ε) "Εξωραϊστικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο .............." στ) " Εξωραϊστικό και Εκπολιτιστικό Σύλλογο ........... " ζ) " Εξωραϊστικό- Πολιτιστικό Μορφωτικό και Οικιστικό Σύλλογο .........." η) "Εξωραϊστικό Σύλλογο Οικισμού .........." και θ) " Εξωραϊστικό Σύλλογο .............".
Επομένως, αφού οι αναιρεσίβλητοι αυτοί δεν εμφανίσθηκαν στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, ούτε υπέβαλαν την από το άρθρο 242 ΚΠολΔ δήλωση μη παραστάσεως στο ακροατήριο, πρέπει η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης να προχωρήσει σαν να ήταν παρόντες όλοι οι διάδικοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τις διατάξεις των άρθρων 80, 81 παρ.1 εδ.α΄ και 215 παρ.1 του ΚΠολΔ, αν σε δίκη που εκκρεμεί μεταξύ άλλων τρίτος έχει έννομο συμφέρον να νικήσει κάποιος διάδικος, έχει δικαίωμα, ως την έκδοση αμετάκλητης απόφασης επί της κύριας δίκης, να ασκήσει πρόσθετη παρέμβαση για να υποστηρίξει το διάδικο αυτόν.
Η πρόσθετη παρέμβαση ασκείται σύμφωνα με τις διατάξεις που ισχύουν για την αγωγή και κοινοποιείται σε όλους τους διαδίκους. Επομένως είναι παραδεκτή στην κατ' αναίρεση δίκη η πρόσθετη παρέμβαση (Ολ. ΑΠ 1/1996). Στην προκειμένη περίπτωση, από τα διαδικαστικά έγγραφα της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Το Εφετείο Ναυπλίου με την προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 190/2003 απόφασή του έκανε εν μέρει δεκτή την ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων κατά του πρώτου των αναιρεσιβλήτων Ελληνικού Δημοσίου περί αναγνωρίσεως κυριότητας στο επίδικο ακίνητο.
Με την από 20-7-2005 πρόσθετη παρέμβασή τους υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, ο μεν Δήμος Σαρωνικού παρεμβαίνει το πρώτον ενώπιον του Αρείου Πάγου, οι δε Εξωραϊστικοί Πολιτιστικοί Σύλλογοι με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Σύλλογος Περιοχών .........." και "Εξωραϊστικός Πολιτιστικός- Μορφωτικός και Οικιστικός Σύλλογος ..........", μετά την πρόσθετη παρέμβασή τους ενώπιον του Εφετείου, παρεμβαίνουν και ενώπιον του Αρείου Πάγου, επικαλούμενοι ότι έχουν έννομο συμφέρον να αποβεί η δίκη υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, συνιστάμενο στην εκπλήρωση των σκοπών τους για προστασία του περιβάλλοντος και συντήρηση και διαφύλαξη του φυσικού κάλλους της περιοχής, καθόσον το τμήμα του επιδίκου ακινήτου, επί του οποίου δεν αναγνωρίσθηκαν με την προσβαλλόμενη απόφαση συγκύριοι οι αναιρεσείοντες, είναι κοινόχρηστο και έχει ιδιαίτερα χαρακτηριστικά και σπάνιο φυσικό κάλλος, σ' ένα δε μέρος αυτού υπάρχουν ήδη διάφορες αθλητικές εγκαταστάσεις στις οποίες αθλούνται οι νέοι της περιοχής του Δήμου Σαρωνικού.
Ενόψει των περιστατικών αυτών οι ανωτέρω παρεμβαίνοντες έχουν έννομο συμφέρον για την άσκηση πρόσθετης παρέμβασης υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, αφού η απόφαση που θα εκδοθεί θα έχει οπωσδήποτε αντανακλαστικές συνέπειες τόσο για τους δημότες του παρεμβαίνοντος Δήμου Σαρωνικού, όσο και για τα μέλη των παρεμβαινόντων Εξωραϊστικών Πολιτιστικών Συλλόγων.
Συνεπώς η πρόσθετη αυτή παρέμβαση, η οποία, όπως προκύπτει από τις υπ' αριθμ. ........... και ........... εκθέσεις επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..........., κοινοποιήθηκε νόμιμα στους αρχικούς διαδίκους και φέρεται για συζήτηση, μαζί με την αίτηση αναίρεσης, με την από 15-6-2006 κλήση των αναιρεσειόντων, είναι τυπικά παραδεκτή. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ........... έκθεση επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου .............., αντίγραφο της παραπάνω κλήσης των αναιρεσειόντων για συζήτηση της αίτησης αναίρεσης και της παρέμβασης επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως από τους αναιρεσείοντες, που επισπεύδουν τη συζήτηση, στον τρίτο των προσθέτως παρεμβαινόντων "Εξωραϊστικό- Πολιτιστικό Μορφωτικό και Οικιστικό Σύλλογο ............". Επομένως, αφού ο παρεμβαίνων αυτός δεν εμφανίσθηκε στο ακροατήριο κατά τη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας και κατά την εκφώνηση της υπόθεσης από τη σειρά του οικείου πινακίου, πρέπει η συζήτηση να προχωρήσει σαν να ήταν και αυτός παρών (άρθρα 271 παρ.3 και 576 παρ.1-2 του ΚΠολΔ).
ΕΠΕΙΔΗ, από τις συνδυασμένες διατάξεις περί υδάτων του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, των νόμων112, Πανδ. (50, 16), 1 παρ.4, 7 Πανδ. (43, 14), 13 παρ.7, Πανδ. (47.10), 23 παρ.1, Πανδ.(8.3), 69 Π.(18.1) και 4 παρ.6, Π.(50.15), συνάγεται ότι κατά το Β.Ρ. δίκαιο οι λίμνες διακρίνονταν σε δημόσιες (lacus publici), δηλαδή κοινής χρήσεως λίμνες και σε ιδιωτικές (lacus privati).
Δημόσιες λίμνες, σύμφωνα με τις ίδιες διατάξεις, θεωρούνται εκείνες που σχηματίζονται από δημόσιους ποταμούς, δηλαδή εκείνες στις οποίες εκβάλλουν ελεύθερες και αέναες ροές υδάτων. Οι λίμνες αυτές αποτελούν την προέκταση και το τέρμα της αέναης ροής των υδάτων και επομένως, όπως και αυτά (ύδατα), έτσι και εκείνες ως προς το ύδωρ και την κοίτη ή τις όχθες είναι κοινής χρήσεως πράγματα.
Αλλά και το άρθρο 967 του ΑΚ μεταξύ των πραγμάτων κοινής χρήσης συγκαταλέγει "τα νερά με ελεύθερη και αέναη ροή", καθώς και " τις μεγάλες λίμνες και τις όχθες τους". Εφόσον δε τα νερά που ρέουν με ελεύθερη και αέναη ροή είναι κοινής χρήσεως και οι λίμνες που σχηματίζονται ως συνέχεια και επέκταση αυτών έχουν το χαρακτήρα μεγάλης λίμνης και συνεπώς είναι κοινής χρήσεως.
Η διάταξη αυτή του άρθρου 967 ΑΚ έχει εφαρμογή και επί της κυριότητας των λιμνών που υπήρχαν κατά την εισαγωγή του ΑΚ (23-2-1946), διότι η ιδιότητα του πράγματος ως εκτός συναλλαγής κρίνεται με το νεότερο νόμο και για το ήδη υφιστάμενο δικαίωμα κυριότητας, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 55 του Εισαγωγικού Νόμου του ΑΚ.
Κατά δε το άρθρο 968 του ΑΚ τα κοινόχρηστα πράγματα, εφόσον δεν ανήκουν σε δήμο ή κοινότητα ή ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά, ανήκουν στο Δημόσιο. Η κυριότητα αυτή του Δημοσίου, στην οποία ο ΑΚ υπάγει τα δημόσια κτήματα, είναι η κυριότητα του αστικού δικαίου, η οποία εξακολουθεί να υπάρχει και όταν αυτά παύσουν κατά το άρθρο 971 του ίδιου Κώδικα να υπηρετούν την κοινή χρήση, παύσουν δηλαδή τα κοινής χρήσεως πράγματα να είναι εκτός συναλλαγής.
Περαιτέρω, κατά τις διατάξεις των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ.20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3) του προϊσχύσαντος Β.Ρ. Δικαίου, μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής πάνω σ' αυτό με καλή πίστη και διάνοια κυρίου επί μία συνεχή τριακονταετία, με τη δυνατότητα εκείνου που χρησιδέσποζε να συνυπολογίσει στο χρόνο της δικής του νομής και το χρόνο νομής του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού.
Για την ειδική δε διαδοχή και μάλιστα για τη μεταβίβαση της νομής του ακινήτου χρειαζόταν δικαιοπραξία, υποβαλλόμενη στον τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου, σύμφωνα με το νόμο Τη΄ της 26/10-6/11-1856 " Περί μεταγραφής κ.λ.π.". Οι εν λόγω διατάξεις του Β.Ρ. δικαίου δεν καταργήθηκαν με το νόμο της 21-6/3-7-1837 " περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", στο άρθρο 21 του οποίου ορίσθηκε ότι " ως προς τον τρόπο κτήσεως και διατηρήσεως της ιδιοκτησίας των δημοσίων κτημάτων, εφαρμόζονται αι εν τω πολιτικώ νόμω διατάξεις".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915, όπως αυτό προκύπτει από τις διατάξεις του ν. ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα " περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε συνδυασμό με το άρθρο 21 του ν.δ.
της 22-4/26-5-1926 " περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", αφού έκτοτε είχε ανασταλεί η λήξη κάθε παραγραφής δικαιωμάτων και του χρόνου χρησικτησίας, από δε τις 26-5-1926, που ακόμη ίσχυε η αναστολή αυτή, απαγορεύθηκε η παραγραφή των εμπραγμάτων δικαιωμάτων σε ακίνητα του Δημοσίου και συνεπώς δεν είναι δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σε αυτά με χρησικτησία (Ολ.
ΑΠ 75/1987). Εξάλλου, ο προβλεπόμενος από το άρθρο559 αρ.1 εδ.α΄ του ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, για ευθεία παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, εφόσον το δικαστήριο ερεύνησε κατ' ουσίαν την υπόθεση, κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο.
Ιδρύεται δε ο αναιρετικός αυτός λόγος αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίασή του. Τούτο συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται.
Ειδικότερα οι γενικοί κανόνες που τίθενται από τα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ, σύμφωνα με τα οποία, κατά την ερμηνεία των δικαιοπραξιών αναζητείται η αληθινής βούληση των μερών, χωρίς προσήλωσης στις λέξεις, και οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη, εφαρμόζονται μόνο στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο της ουσίας, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη ως προς αυτό κρίση του, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως, ότι υπάρχει στη σύμβαση κενό ή αμφιβολία ως προς τις βουλήσεις των συμβαλλομένων που δηλώθηκαν.
Υπό την προϋπόθεση αυτή παραβιάζει τους κανόνες τούτους το δικαστήριο της ουσίας, είτε όταν παραλείπει να προσφύγει σ' αυτούς για να διαπιστώσει την αληθινή έννοια της δήλωσης της βούλησης των συμβαλλομένων, είτε όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή τους, εφαρμόζοντας εσφαλμένα τις νομικές έννοιες στις οποίες στηρίζονται, είτε όταν παραλείπει να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά στοιχεία από τα οποία προκύπτει η συγκεκριμένη εφαρμογή τους.
Τέλος, κατά το άρθρο 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν εφαρμόσθηκε ορθώς ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται όταν υπάρχουν ελλείψεις που ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα στην ανάλυση, στάθμιση και αξιολόγηση αυτών και στην αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως, σαφώς και χωρίς αντιφάσεις (Ολ.
ΑΠ 24/1992). Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε με αυτήν ως αποδειχθέντα τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά: Το επίδικο ακίνητο βρίσκεται στη θέση " ........." της κτηματικής περιφέρειας της άλλοτε Κοινότητας .........., ήδη Δήμου Σαρωνικού, του Νομού Κορινθίας, έχει έκταση 36.448, 18 τ.μ., και συνορεύει βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με συνεχόμενο ακίνητο των εναγόντων, νοτιοανατολικά με ακίνητα ιδιοκτησίας Ζ1 κ΄Ζ2 νοτιοδυτικά με την επαρχιακή οδό ............
και δυτικά με ακίνητο ιδιοκτησίας Ζ3. Στο βορειοανατολικό άκρο του ακινήτου αυτού και επί της παραλίας υπάρχουν ερείπια κτίσματος, διαστάσεων 13, 7 Χ 5 μ., στο οποίο λειτουργούσε από το έτος 1850 υδρόμυλος. Νοτιοδυτικά του κτίσματος αυτού υπάρχει λιθόστρωτος δρόμος, πλάτους 1, 20 μέτρων περίπου, ο οποίος αρχίζει από το κτίσμα, έχει κατεύθυνση προς νότο σε μήκος 60 μέτρων περίπου, όπου και καταλήγει, εκατέρωθεν δε αυτού υπάρχουν τοιχεία από λιθοδομή.
Ακόμη, εκατέρωθεν της οδού αυτής υπάρχουν μικρές λίμνες, που σχηματίστηκαν από ρέοντα ύδατα, τα οποία προέρχονται από φυσικές αναβλύσεις, ευρισκόμενες στην ανατολική πλευρά του επιδίκου και της παραπάνω οδού, αλλά και δυτικά αυτής και προς το κέντρο του όλου ακινήτου. Μεταξύ της πιο πάνω λιθόστρωτης οδού και του ανατολικού ορίου του επιδίκου, που είναι βραχώδης λόφος, υπάρχει, παράλληλα σχεδόν με την ίδια οδό, τοιχείο μήκους 60 περίπου μέτρων.
Επίσης υπάρχουν τοιχεία, ένα στο βόρειο μέρος του επιδίκου, δυτικά του υδρόμυλου και κάθετα προς τη λιθόστρωτη οδό, με την οποία δεν εφάπτεται, και ένα άλλο, νοτιότερα αυτού, και σχεδόν κάθετα προς την ίδια οδό με κατεύθυνση νοτιοδυτικά. Και τα δύο αυτά τοιχεία βρίσκονται μέσα στη λίμνη, δυτικά του λιθόστρωτου δρόμου και του υδρόμυλου, ο οποίος περιβάλλεται από τα ύδατα των λιμνών που έχουν φυσική έξοδο προς τη θάλασσα, βόρεια αυτού, έτσι ώστε τα ύδατα στο σημείο εξόδου τους να καλύπτουν την παραλιακή ζώνη, που αποτελείται από άμμο και συνεχίζει δυτικά καθόλο το μήκος της βόρειας πλευράς του επιδίκου, και να ενώνονται με τη θάλασσα.
Μέσα στη μεγαλύτερη λίμνη, προς το κέντρο του όλου ακινήτου, υπάρχουν υπολείμματα παλαιού κτιρίου, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού .............. ως χάλασμα, ενώ εκτός της λίμνης και δυτικότερα υπάρχει κτίσμα που στο ίδιο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ως λινός. Ακόμη μέσα στο επίδικο και στο νοτιοδυτικό τμήμα του, όπου εφάπτεται με την επαρχιακή οδό ................, υπάρχει γήπεδο ποδοσφαίρου και ανατολικά αυτού γήπεδο μπάσκετ, όπως αυτά αποτυπώνονται στο ίδιο πιο πάνω σχεδιάγραμμα.
Σε ένα τμήμα του νότιου και δυτικού μέρους του επιδίκου υπάρχουν αραιά δένδρα, ενώ η υπόλοιπη επιφάνειά του είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος χέρσα και σε άλλα σημεία εμφανίζει βαλτώδη βλάστηση. Τέλος στο επίδικο υπάρχει περίφραξη από συρματόπλεγμα στη δυτική πλευρά του, όπου εφάπτεται με το ακίνητο ιδιοκτησίας Ζ3, καθώς και στην ανατολική πλευρά του, όπου εφάπτεται με το ακίνητο ιδιοκτησίας Ζ1 και Ζ2.
Αυτή είναι η σημερινή πραγματική κατάσταση του επιδίκου. Οι ενάγοντες ισχυρίζονται ότι απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου ακινήτου με παράγωγο τρόπο και επικαλούνται προς τούτο, γι' αυτούς και τους δικαιοπαρόχους τους, τίτλους που αρχίζουν από το έτος 1850 και φθάνουν μέχρι το έτος 1969. Ειδικότερα για την απόκτηση της κυριότητας του επιδίκου από τους ίδιους οι ενάγοντες επικαλούνται και προσκομίζουν 1) το υπ' αριθμ. ...........
συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Σολυγείας Δ. Μπάκουλη, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο αγόρασαν από τις Γ1 και Γ2, οι μεν πρώτος, δεύτερος, έκτος και έβδομος από αυτούς τα 64/160 εξ αδιαιρέτου, οι δε τρίτος, τέταρτος και πέμπτος από αυτούς τα 32/160 εξ αδιαιρέτου ενός αγροτικού ακινήτου, αποτελούμενου " από δασική έκταση με συνεχόμενο αγρό, από ήμερο και βαλτώδη τόπο, επιφανείας 164.601, 90 τ.μ., με τον υδρόμυλο που υπάρχει σ' αυτό, τις λίμνες, το ρέον ύδωρ και διάφορα ετοιμόρροπα κτίσματα", τμήμα του οποίου (ακινήτου), κατά τους ισχυρισμούς τους, αποτελεί το επίδικο, 2) το υπ' αριθμ. .............
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Σολυγείας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται ότι περιήλθαν στους πέντε πρώτους ενάγοντες τα 205/640 ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, λόγω αγοράς από τους προηγούμενους συγκυρίους Ζ4, Ζ5,Ζ6, Ζ7 και Ζ8, 3) το υπ' αριθμ........... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου ως άνω συμβολαιογράφου Σολυγείας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται ότι περιήλθαν στον όγδοο ενάγοντα τα 30/640 ποσοστά εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, λόγω αγοράς από την προηγούμενη συγκυρία Ζ9, 4) το υπ' αριθμ...........
αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου συμβολαιογράφου Σολυγείας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται ότι περιήλθε στον όγδοο ενάγοντα το 1/4 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, λόγω αγοράς από την προηγούμενο συγκύριο Ζ10 και 5) το υπ' αριθμ......... αγοραπωλητήριο συμβόλαιο του ίδιου παραπάνω συμβολαιογράφου Σολυγείας, που μεταγράφηκε νόμιμα, με το οποίο φέρεται ότι περιήλθαν στον ένατο ενάγοντα τα 5/640 εξ αδιαιρέτου του επιδίκου ακινήτου, λόγω αγοράς από την προηγούμενη συγκυρία Ζ9.
Περαιτέρω το Εφετείο, αφού παραθέτει αναλυτικά και τους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κτήσης των αμέσων, απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους, οι οποίοι αρχίζουν από το έτος 1850 και φθάνουν μέχρι το έτος 1969, δέχεται τα ακόλουθα : Για πρώτη φορά αναγράφεται η επιφάνεια του επιδίκου στους τίτλους των εναγόντων του έτους 1965, ενώ σε όλους τους προηγούμενους τίτλους αυτή δεν προσδιορίζεται.
Στους περισσότερους από τους τίτλους αυτούς το επίδικο περιγράφεται ως ένας υδρόμυλος με τα εξαρτήματά του και τη γύρω από αυτόν γνωστή περιοχή του, λίμνη και ύδατα. Στους ίδιους τίτλους, εκτός από την αναφορά του υδρόμυλου με τη γύρω περιοχή του, αναφέρονται και τα όρια του μεταβιβαζόμενου ακινήτου, τα οποία όμως δεν είναι κάθε φορά τα ίδια, ενώ σε μερικούς δεν αναφέρονται καθόλου όρια.
Στους περισσότερους από τους τίτλους των δικαιοπαρόχων των εναγόντων τα όρια του ακινήτου που μεταβιβάζεται προσδιορίζονται ως ακολούθως: Βόρεια με θάλασσα, ανατολικά με βράχο, νότια με ακίνητα ιδιοκτησίας Ψ1 και ήδη Ζ και δυτικά με δρόμο. Ειδικότερα ως προς το δυτικό όριο, αυτό αναφέρεται σε άλλα συμβόλαια ως δημόσιος δρόμος, σε άλλα ως δρόμος ...........
και σε άλλα ως δρόμος. Ο πραγματογνώμονας ............. γνωμοδότησε ότι το δυτικό όριο που αναφέρεται στους προαναφερόμενους τίτλους των εναγόντων είναι η επαρχιακή οδός ............. Σοφικού, που αποτελεί το νοτιοδυτικό όριο του επιδίκου, ενόψει του ότι τα υπόλοιπα τρία όρια ήταν σταθερά, και έτσι κατέληξε στο συμπέρασμα ότι το επίδικο ακίνητο, επιφανείας 40 περίπου στρεμμάτων, περιλαμβάνεται στους τίτλους των εναγόντων.
Η εκτίμηση, όμως, αυτή δεν είναι ακριβής. Από το τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του ίδιου πραγματογνώμονα, που συνοδεύει την έκθεσή του πραγματογνωμοσύνης, προκύπτει ότι η οδός ..........., που υπήρχε πριν από το 1860, αποτελεί το νότιο-νοτιοδυτικό όριο του επιδίκου και όχι το δυτικό όριο αυτού, το οποίο, όπως από το ίδιο σχεδιάγραμμα προκύπτει, είναι το ακίνητο πρώην ιδιοκτησίας Ζ10 και ήδη Ζ3 και μάλιστα σε πλευρά μήκους 163, 51 μέτρων.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι νοτιοδυτικά του επιδίκου και στο σημείο όπου αυτό εφάπτεται με την παραπάνω οδό .......... υπήρχε πριν από το έτος 1860 δρόμος αγροτικός, ο οποίος είχε κατεύθυνση βορειοανατολικά και στα όρια του επιδίκου με τον αγρό ιδιοκτησίας Ζ, στη συνέχεια έκαμπτε προς νότο και διερχόταν μπροστά από τα κτίσματα που υπήρχαν στο χείμαρρο ........, ευρισκόμενο νοτιοανατολικά του επιδίκου, συνέχιζε με κατεύθυνση προς νότο εντός του συνεχόμενου προς ανατολάς δασώδους ακινήτου των εναγόντων, που δεν είναι επίδικο, και ακολούθως έκαμπτε προς βορρά και μετά δυτικά και εφάπτονταν με την προαναφερθείσα λιθόστρωτη οδό, δια της οποίας επικοινωνούσε ο ανωτέρω υδρόμυλος με την οδό ..............
Έτσι το δυτικό όριο του ακινήτου που μεταβιβάσθηκε στους ενάγοντες με τους παραπάνω αναφερόμενους τίτλους κυριότητας(συμβόλαια) είναι ο προαναφερόμενος αγροτικός δρόμος και όχι η επαρχιακή οδός .......... Υπέρ της άποψης αυτής συνηγορούν και τα εξής: Το επίδικο ακίνητο, από το έδαφος του οποίου αναβλύζουν υπόγεια ύδατα συνεχούς ροής και η επιφάνεια του οποίου είναι χαμηλότερη από την επιφάνεια της θάλασσας, καλυπτόταν ανέκαθεν με ύδατα που είχαν δημιουργήσει λίμνες, μικρές και μεγαλύτερες, οι οποίες επικοινωνούσαν μεταξύ τους, αλλά και με τη θάλασσα, ενώ όπου δεν υπήρχαν λίμνες και ειδικότερα στα μικρά τμήματα γης τα ευρισκόμενα στις όχθες των λιμνών, η επιφάνεια ήταν βαλτώδης με βλάστηση από βούρλα.
Όπως εκτέθηκε, δυτικά του επίμαχου υδρόμυλου υπάρχουν τμήματα τοιχοποιίας παλαιού κτιρίου, καθώς και άλλα τοιχεία. Τα κτίσματα αυτά, που δεν έγιναν την ίδια εποχή που κατασκευάσθηκε ο παραπάνω υδρόμυλος, αλλά είναι μεταγενέστερα, αφού η κατασκευή τους εντοπίζεται στο χρονικό διάστημα των ετών 1920-1930, δεν αποδείχθηκε ότι είχαν σχέση με τη λειτουργία του εν λόγω υδρόμυλου.
Ειδικότερα στο επίδικο ακίνητο δεν υπήρχε μόνο ο υδρόμυλος αυτός, αλλά και άλλοι υδρόμυλοι, πράγμα που προκύπτει τόσο από την κατάθεση του μάρτυρα των εναγόντων ενώπιον του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, στη δίκη επί της ανακοπής αυτών κατά του πρωτοκόλλου διοικητικής αποβολής, η οποία περιέχεται στα υπ' αριθμ. 33/1983 πρακτικά συνεδριάσεως του ίδιου Ειρηνοδικείου, όσο και από το υπ' αριθμ..............συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κ.
Τζιρακόπουλου, που μεταγράφηκε νόμιμα, το οποίο αναφέρεται σε αγοραπωλησία ιδανικού μεριδίου δύο διαφορετικών υδρομύλων, κειμένων στη θέση "..........." του Δήμου Σολυγείας, δηλαδή στην ίδια θέση στην οποία βρίσκεται το επίδικο. Στο ίδιο συμπέρασμα οδηγεί και το ότι σε ορισμένους από τους τίτλους των δικαιοπαρόχων των εναγόντων αναφέρεται η μεταβίβαση υδρόμυλου με διαφορετικά όρια από εκείνα που πράγματι έχει ο παραπάνω υδρόμυλος.
Έτσι στο .......... συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κορίνθου Θ. Θεοδώρου αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται, αδιαιρέτως, μερίδιο υδρόμυλου που συνορεύει με Ψ1, κληρονόμους ........... και θάλασσα, στο ........... συμβόλαιο αγοράς αναφέρεται ότι μεταβιβάζεται, αδιαιρέτως, μερίδιο υδρόμυλου που συνορεύει με θάλασσα, δρόμο, αγρό Ψ3 και υδραγωγείο και στην υπ' αριθμ..........
πράξη αποδοχής κληρονομίας, που συνέταξε ο συμβολαιογράφος Κορίνθου Κ. Παβέλλας, με την οποία οι άμεσοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων Γ1 και Γ2 αποδέχθηκαν την επαχθείσα σ' αυτές εξ αδιαθέτου κληρονομία του αποβιώσαντος κατά το έτος 1950, συζύγου και πατέρα τους, αντίστοιχα, Γ, αναφέρεται ότι ο υδρόμυλος έχει ως όρια ........., ..........
και θάλασσα. Ενόψει των περιστατικών αυτών δεν αποδείχθηκε ότι τα κτίσματα που υπήρχαν νοτιοδυτικά του παραπάνω υδρόμυλου και προς το μέσο του επιδίκου, υπολείμματα των οποίων διασώζονται μέχρι σήμερα, κατασκευάσθηκαν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και ότι εξυπηρετούσαν τη λειτουργία του υδρόμυλου αυτού.
Περαιτέρω αποδείχθηκε ότι στο ανατολικό όριο του επιδίκου και στο σημείο όπου αυτό εφάπτεται με βραχώδη λόφο και με το συνεχόμενο ακίνητο των εναγόντων υπήρχαν ανέκαθεν και υπάρχουν πηγές, από τις οποίες αναβλύζουν κατά τρόπο διαρκή υπόγεια ύδατα, τα οποία περικλείονταν σε υδατοδεξαμενή, με την κατασκευή τοιχείων ανάσχεσης των υδάτων, και με τη χρήση των οποίων λειτουργούσε ο ανωτέρω υδρόμυλος.
Τμήματα των τοιχείων αυτών, το ένα από τα οποία βρίσκεται μεταξύ του λιθόστρωτου δρόμου και του βράχου, που αποτελεί το ανατολικό όριο του επιδίκου, διασώζονται μέχρι σήμερα. Ο λιθόστρωτος δρόμος με τα εκατέρωθεν αυτού τοιχεία από λιθοδομή και το ευρισκόμενο ανατολικά αυτού τοιχείο ανάσχεσης των υδάτων έχουν κατασκευασθεί από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων για τη λειτουργία του ρηθέντος υδρομύλου τους, για την οποία και επαρκούσαν τα αναβλύζοντα ύδατα των πηγών.
Με βάση τα δεδομένα αυτά το ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων των εναγόντων ως υδρόμυλος, με την περιοχή του, είναι το τμήμα του φερομένου ως επιδίκου ακινήτου, στην ανατολική πλευρά αυτού, το οποίο έχει επιφάνεια 2.841, 73 τετραγ. μέτρων και συνορεύει βόρεια με τη θάλασσα, νότια με ακίνητο ιδιοκτησίας Ζ, ανατολικά με βράχο και δυτικά με τον προαναφερόμενο λιθόστρωτο δρόμο, του οποίου η νοητή προέκταση νοτιοδυτικά εφάπτεται με τον αγροτικό δρόμο που αρχίζει από την επαρχιακή οδό ............
Το τμήμα αυτό αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού ......... με περιμετρικά στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ- Α1-Β1- C1-D1-Ε1-Ζ1-Θ. Επομένως, αφού το τμήμα αυτό του επιδίκου περιλαμβάνεται στους επικαλούμενους από τους ενάγοντες τίτλους κυριότητας των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων τους, αυτοί (ενάγοντες) κατέστησαν συγκύριοι του τμήματος τούτου με τα προαναφερόμενα πωλητήρια και μεταβιβαστικά συμβόλαια, ως αποκτήσαντες από αληθείς κυρίους.
Στην υπόλοιπη έκταση του επιδίκου ακινήτου, δυτικά του πιο πάνω τμήματος, ανέβλυζαν και αναβλύζουν από διάφορα σημεία αυτής υπόγεια ύδατα, τα οποία έρρεαν συνεχώς και ελεύθερα, δημιουργούσαν μικρές και μεγαλύτερες λίμνες και φυσική κοίτη από την οποία διέρχονταν αδιάκοπα και ελεύθερα και ενώνονταν με τη θάλασσα.
Στις όχθες των λιμνών αυτών, όπου η επιφάνειά τους ήταν βαλτώδης υπήρχε σχετική βλάστηση από βούρλα. Τη μορφή αυτή είχε ανέκαθεν το προαναφερόμενο υπόλοιπο ακίνητο και τουλάχιστον από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1945. Έτσι στις αεροφωτογραφίες του έτους 1945 αποτυπώνεται αυτό ως μία εκτεταμένη λίμνη, με διάσπαρτη βαλτώδη βλάστηση.
Σε μεταγενέστερη αεροφωτογραφία του έτους 1967 η επιφάνεια της λίμνης είναι μειωμένη, καθόσον έχουν αρχίσει επεμβάσεις με επιχωματώσεις στο βορειοδυτικό και νοτιοανατολικό τμήμα αυτού, οι οποίες, στη συνέχεια, όπως προκύπτει από αεροφωτογραφίες των ετών 1972 και 1987, έχουν γίνει σε πολύ μεγαλύτερη επιφάνεια.
Με αυτά τα δεδομένα το παραπάνω υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου, που αποτελούσε τη φυσική κοίτη των υδάτων που έρρεαν ελεύθερα και διαρκώς, είναι κοινόχρηστο και δεν μπορούσε να καταστεί αντικείμενο αποκλειστικού εμπραγμάτου δικαιώματος και ανήκει στο Δημόσιο. Το υπόλοιπο αυτό τμήμα του επιδίκου και κυρίως τα ύδατα από τα οποία αυτό καλυπτόταν χρησίμευαν για τις ανάγκες των κατοίκων της περιοχής, όπου βρίσκεται, οι οποίοι το χρησιμοποιούσαν για να πλένουν τα ρούχα τους, αλλά και για να αλιεύουν ιχθείς στις λίμνες του.
Φυσική εξουσίαση του υπολοίπου αυτού τμήματος, με διάνοια κυρίων, από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των εναγόντων και μάλιστα από το έτος 1885 μέχρι την 11-9-1915 δεν αποδείχθηκε. Το υπόλοιπο αυτό τμήμα του επιδίκου ουδέποτε καλλιεργήθηκε, αφού καλυπτόταν πάντοτε με ρέοντα ύδατα και τα μικρά τμήματα στις όχθες των λιμνών του είχαν βαλτώδη μορφή και ήταν αδύνατο να καλλιεργηθούν.
Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα κτίσματα που είχαν κατασκευασθεί μέσα σ' αυτό, υπολείμματα των οποίων διασώζονται μέχρι σήμερα, δηλαδή τα τοιχεία και το χάλασμα που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του ως άνω πραγματογνώμονα, ανεγέρθηκαν από τους δικαιοπαρόχους των εναγόντων, ότι τα κτίσματα αυτά είχαν λειτουργική σχέση με τον υδρόμυλό τους, ότι για τη λειτουργία του υδρόμυλου τους αυτοί δημιούργησαν στο ίδιο τμήμα υδατοδεξαμενή και δέσμευαν εκεί τα ρέοντα ύδατα, διοχετεύοντάς τα ακολούθως στον υδρόμυλο για τη λειτουργία του.
Ο υδρόμυλος των δικαιοπαρόχων των εναγόντων λειτουργούσε με τα ύδατα που ανέβλυζαν από τις πηγές τις ευρισκόμενες μέσα στο τμήμα του επιδίκου που περιλαμβάνεται στους τίτλους αυτών, νοτιοανατολικά του υδρομύλου, τα οποία και επαρκούσαν για τη λειτουργία αυτού. Ενόψει όλων αυτών, δεν αποδείχθηκε τριακονταετής νομή χρησικτησίας των δικαιοπαρόχων των εναγόντων στο παραπάνω υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, η οποία να συμπληρώθηκε μέχρι τις 11-9-1915.
Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο έκρινε ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσείοντες απέκτησαν με τους επικαλούμενους παράγωγους τρόπους, με βάση τους ανωτέρω μνημονευόμενους τίτλους, τη συγκυριότητα μόνο του προαναφερομένου τμήματος του επιδίκου ακινήτου, εμβαδού 2.841, 73 τ.μ., ότι το υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου, που αποτελούσε τη φυσική κοίτη των υδάτων που έρρεαν ελεύθερα και διαρκώς, δημιουργώντας μικρές και μεγαλύτερες λίμνες και φυσική κοίτη από την οποία διέρχονταν αδιάκοπα και ελεύθερα και ενώνονταν με τη θάλασσα, είναι ανέκαθεν κοινόχρηστο και δεν μπορούσε να καταστεί αντικείμενο αποκλειστικού εμπραγμάτου δικαιώματος και συνεπώς ούτε οι δικαιοπάροχοι των αναιρεσειόντων ούτε οι ίδιοι απέκτησαν την κυριότητα του τμήματος τούτου με παράγωγους τρόπους, αλλ' ούτε και πρωτοτύπως με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, στην οποία στηριζόταν η επικουρική βάση της αγωγής, ακολούθως δε, αφού δέχθηκε την έφεση του εναγομένου, ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, και εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δέχθηκε ως βάσιμη την αγωγή των αναιρεσειόντων περί αναγνωρίσεως της συγκυριότητάς τους μόνο ως προς το προαναφερόμενο τμήμα του επιδίκου, εμβαδού 2.841, 73 τ.μ, απορρίπτοντας αυτήν ως προς το υπόλοιπο τμήμα αυτού, κατά παραδοχή της ενστάσεως ιδίας κυριότητας που είχε προβάλει κατά της αγωγής το αναιρεσίβλητο Δημόσιο.
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού Δικαίου περί υδάτων των νόμων 112, Πανδ. (50, 16), 1 παρ.4, 7 Πανδ. (43, 14), 13 παρ.7, Πανδ. (47.10), 23 παρ.1, Πανδ. (8.3), 69 Π.(18.1) και 4 παρ.6 Π.(50.15) και περί έκτακτης χρησικτησίας των νόμων 8 παρ.1 Κωδ. (7.39), 9 παρ.1 Πανδ. (50.14), 2 παρ. 20 Πανδ. (41.4), 6 Πανδ. (44.3), 76 παρ.1 Πανδ. (18.1) και 7 παρ.3 Πανδ. (23.3), ούτε τις διατάξεις του νόμου Τη΄ της 26/10-6/11-1856 "Περί μεταγραφής κ.λ.π.", του άρθρου 21 του ν.
της 21-6/3-7-1837 " περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", του ν. ΔΞΗ/1912, και των άρθρων 967, 968 και 1033 του ΑΚ, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, αλλ' ούτε και τις διατάξεις των άρθρων 5 και 6 του Ν.ΣΞΓ/1867 "Περί οδοποιίας", 4 παρ.2 του Ν. 3406/1927, που καθορίζουν την έννοια του αγροτικού δρόμου, και των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ, οι οποίες δεν είχαν στην προκειμένη περίπτωση έδαφος εφαρμογής, αφού, κατά τις παραδοχές του Εφετείου, το τμήμα του επιδίκου, στο οποίο δεν αναγνωρίσθηκαν συγκύριοι οι αναιρεσείοντες, δεν ήταν αγροτικός δρόμος, αλλά από το έτος 1850 είχε την ιδιότητα του κοινόχρηστου πράγματος, που ανήκε στην κυριότητα του Δημοσίου, και συνεπώς μετά την 11-9-1915 δεν ήταν δυνατή η απόκτηση από άλλον κυριότητας σ' αυτό με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, βάσει των ανωτέρω διατάξεων του ΒΡ δικαίου και των άρθρων 1041 και 1045 του ΑΚ.
Εξάλλου το Εφετείο με το να δεχθεί ότι το ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων των εναγόντων ως υδρόμυλος, με την περιοχή του, είναι τμήμα του επιδίκου ακινήτου, το οποίο (τμήμα) έχει επιφάνεια 2.841, 73 τετραγ. μέτρων και όρια τα αναλυτικά αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, προέβη σε εφαρμογή επί του εδάφους των τίτλων αυτών, σε σχέση με το επίδικο ακίνητο, χωρίς να δεχθεί, ούτε εμμέσως, την ύπαρξη κενών ή ασάφειας στα συμβόλαια αυτά των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, και συνεπώς ορθώς δεν εφάρμοσε τους ερμηνευτικούς κανόνες των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ.
Περαιτέρω το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το προαναπτυχθέν περιεχόμενο αυτής, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα κρίσιμα ζητήματα α) της απόκτησης συγκυριότητας από τους απώτερους και απώτατους δικαιοπαρόχους των αναιρεσειόντων, με παράγωγους τρόπους μόνο επί του τμήματος του επιδίκου, με στοιχεία Θ-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ- Α1-Β1- C1-D1-Ε1-Ζ1-Θ, εκτάσεως 2.841,73 τετραγ.
μέτρων και όχι και επί του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου, το οποίο δεν εμπεριέχεται στο ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους κυριότητας αυτών, β) του από το έτος 1850 τουλάχιστον χαρακτήρα του υπολοίπου αυτού τμήματος του επιδίκου ακινήτου, ως κοινόχρηστου πράγματος, και συνακόλουθα ως ανήκοντος έκτοτε στην ιδιωτική περιουσία του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και γ) της μη συνδρομής των προϋποθέσεων για την απόκτηση συγκυριότητας επί του υπολοίπου τούτου τμήματος από τους αναιρεσείοντες και τους δικαιοπαρόχους τους με τους πρωτότυπους τρόπους της τακτικής ή έκτακτης χρησικτησίας, στους οποίους στηριζόταν η επικουρική βάση της αγωγής των αναιρεσειόντων.
Ειδικότερα, σε σχέση με το χαρακτήρα του υπολοίπου τμήματος του επιδίκου, που δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους κτήσης των απωτέρων και απωτάτων δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, ως κοινόχρηστου πράγματος, σαφείς είναι οι παραδοχές του Εφετείου περί καλύψεως ολόκληρου του τμήματος αυτού τουλάχιστον από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1945 από αέναες και ελεύθερες ροές υδάτων, που μέσω φυσικής κοίτης ενώνονταν με τη θάλασσα, και από λίμνες που σχηματίζονταν από τις αέναες ροές των υδάτων αυτών, δηλαδή λίμνες, οι οποίες, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, αλλά και των άρθρων 967 και 968 του ΑΚ είχαν το χαρακτήρα της δημόσιας κοινής χρήσεως λίμνης, ανεξάρτητα από την έκταση που καταλάμβανε καθεμιά (μικρότερη ή μεγαλύτερη), και συνεπώς ήταν και αυτές, όπως και τα ύδατα που έρρεαν με ελεύθερη και αέναη ροή, κοινής χρήσεως πράγματα που ανήκουν στην κυριότητα του Δημοσίου.
Περαιτέρω, εφόσον το Εφετείο δέχθηκε ότι επί του ανωτέρω υπολοίπου τμήματος του επιδίκου ακινήτου, που από το έτος 1850 καλυπτόταν από αέναες και ελεύθερες ροές υδάτων και λίμνες και ως κοινής χρήσεως πράγμα ανήκει στο Δημόσιο, οι απώτεροι και απώτατοι δικαιοπάροχοι των εναγόντων δεν ασκούσαν από το έτος 1885 μέχρι την 11-9-1915 πράξεις φυσικής εξουσίασης, με διάνοια κυρίου, οι διακατοχικές πράξεις που αυτοί άσκησαν μετά το έτος 1950 και στη συνέχεια οι ίδιοι οι ενάγοντες μέχρι την έγερση της αγωγής δεν μπορούσαν να προσπορίσουν σ' αυτούς κυριότητα επί του τμήματος τούτου με χρησικτησία (τακτική ή έκτακτη), αφού, σύμφωνα με τις διατάξεις του ν.
ΔΞΗ/1912 και τα αλλεπάλληλα διατάγματα " περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν σε εκτέλεσή του, σε δημόσια κτήματα χωρεί μόνο η έκτακτη χρησικτησία, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11-9-1915. Εξάλλου αντίφαση προς την παραδοχή ότι στο ανωτέρω υπόλοιπο, κοινής χρήσεως, τμήμα του επιδίκου ανέκαθεν ανέβλυζαν υπόγεια ύδατα, τα οποία έρρεαν συνεχώς και ελεύθερα και δημιουργούσαν μικρές και μεγαλύτερες λίμνες και φυσική κοίτη από την οποία διέρχονταν αδιάκοπα και ελεύθερα και ενώνονταν με τη θάλασσα, δεν υπάρχει από τις περαιτέρω παραδοχές ότι μέσα στη μεγαλύτερη λίμνη, προς το κέντρο του όλου επιδίκου ακινήτου, υπάρχουν υπολείμματα παλαιού κτιρίου, που αποτυπώνονται στο σχεδιάγραμμα του πραγματογνώμονα μηχανικού ...........
ως χάλασμα, ότι εκτός της λίμνης και δυτικότερα υπάρχει κτίσμα που στο ίδιο σχεδιάγραμμα αποτυπώνεται ως λινός, ότι στο νοτιοδυτικό τμήμα του επιδίκου, όπου εφάπτεται με την επαρχιακή οδό ..........., υπάρχει γήπεδο ποδοσφαίρου και ανατολικά αυτού γήπεδο μπάσκετ, ότι σε τμήμα του νότιου και δυτικού μέρους του επιδίκου υπάρχουν αραιά δένδρα και ότι η υπόλοιπη επιφάνειά του είναι κατά το μεγαλύτερο μέρος χέρσα και σε άλλα σημεία εμφανίζει βαλτώδη βλάστηση, αφού η μεν πρώτη παραδοχή αναφέρεται στη μορφή και το χαρακτήρα που είχε το παραπάνω υπόλοιπο τμήμα του επιδίκου ακινήτου από το έτος 1850 μέχρι το έτος 1945, ενώ οι λοιπές παραδοχές αναφέρονται στη σημερινή πραγματική κατάσταση του όλου επιδίκου ακινήτου.
Επομένως οι δεύτερος, τρίτος, τέταρτος, πέμπτος, έκτος, έβδομος, όγδοος, δέκατος, ενδέκατος, δωδέκατος, δέκατος τέταρτος και δέκατος πέμπτος λόγοι της κρινόμενης αίτησης αναιρέσεως, με τους οποίους οι αναιρεσείοντες προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ.1 και 19 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παραβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του ΑΚ, του ΒΡ δικαίου και των ειδικών νόμων που αναφέρθηκαν και ότι σε σχέση με την εφαρμογή των διατάξεων αυτών στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, περιλαμβάνοντας σ' αυτήν ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι.
Οι ίδιοι λόγοι αναίρεσης, κατά το μέρος που περιέχουν αιτιάσεις για ελλιπείς και αντιφατικές αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης αναφορικά με τον προσδιορισμό της ταυτότητας του τμήματος του επιδίκου ακινήτου, επί του οποίου δεν αναγνωρίστηκε η κυριότητα των αναιρεσειόντων, και αναφορικά με το ότι το τμήμα αυτό δεν εμπεριέχεται στους επικαλούμενους τίτλους τους, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι αιτιάσεις αυτές ανάγονται αποκλειστικά στην εκτίμηση, στάθμιση και αξιολόγηση των αποδείξεων από το δικαστήριο της ουσίας και στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού του πορίσματος, η οποία δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, εφόσον το πόρισμα που έχει εξαχθεί από τις αποδείξεις, ότι δηλαδή το προαναφερόμενο τμήμα του επιδίκου δεν περιλαμβάνεται στο ακίνητο που περιγράφεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων και από το έτος 1850 τουλάχιστον αυτό έχει το χαρακτήρα κοινόχρηστου πράγματος, και συνακόλουθα ανήκει έκτοτε στην κυριότητα του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, διατυπώνεται με πληρότητα και σαφήνεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 559 αριθ.8 περ.α΄ ΚΠολ.Δ, αναίρεση επιτρέπεται και όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ως πράγματα κατά την έννοια της διάταξης αυτής νοούνται οι αυτοτελείς ισχυρισμοί των διαδίκων που συγκροτούν την ιστορική βάση και επομένως στηρίζουν το αίτημα αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, ή αντένστασης και όχι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα, νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων. [Α.Π.
Ολ. 469/1984, Ολ. Α.Π.25/2003 και 3/1997]. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, μέρος πρώτο, έκτο, μέρος πρώτο και ένατο, μέρος δεύτερο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 εδ.α΄ Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη "πράγματα" που δεν προτάθηκαν νόμιμα και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης και ειδικότερα ότι α) έλαβε υπόψη ανατρεπτικό της αγωγής, κατά την κύρια βάση αυτής περί κτήσεως της κυριότητας από παράγωγο τρόπο, ισχυρισμό ότι το δυτικό όριο του ακινήτου που περιγράφεται στους τίτλους των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων είναι ο αγροτικός δρόμος, χωρίς ο ισχυρισμός αυτός να έχει προταθεί από τους αναιρεσιβλήτους, β) δέχθηκε ότι " στο επίδικο ακίνητο υπήρχαν, εκτός του υδρόμυλου των δικαιοπαρόχων των αναιρεσειόντων, και άλλοι υδρόμυλοι", χωρίς να έχει προταθεί τέτοιος ισχυρισμός από τους αναιρεσιβλήτους και γ) δέχθηκε ότι "στο επίδικο ανάβλυζαν και αναβλύζουν και ρέουν ακατάπαυστα ύδατα", χωρίς το αναιρεσίβλητο Δημόσιο να επαναφέρει στο Εφετείο τους αόριστους ισχυρισμούς του " περί κοινοχρησίας του επιδίκου από αενάως και ελευθέρως ρέοντα ύδατα".
Από τους ισχυρισμούς αυτούς, οι μεν δύο πρώτοι, που αφορούν, αντίστοιχα, τον προσδιορισμό ως δυτικού ορίου του επιδίκου τον αγροτικό δρόμο και την ύπαρξη εντός του επιδίκου και άλλων υδρομύλων, συνιστούν αιτιολογημένη άρνηση της ιστορικής βάσης της αγωγής και δη του θεμελιούντος αυτήν ισχυρισμού των αναιρεσειόντων ότι οι δικαιοπάροχοί τους απέκτησαν τη συγκυριότητα του επιδίκου με παράγωγους τρόπους και με τακτική και έκτακτη χρησικτησία, ο δε τρίτος ισχυρισμός περί υπάρξεως στο επίδικο υδάτων που αναβλύζουν και ρέουν ακατάπαυστα αναφέρεται σε περιστατικά που προέκυψαν από τις αποδείξεις, διευκρινιστικά της ενστάσεως του εναγομένου Δημοσίου περί ιδίας αυτού κυριότητας στο επίδικο ακίνητο, λόγω της ιδιότητάς του ως κοινόχρηστου πράγματος, την οποία (ένσταση) αυτό είχε προτείνει πρωτοδίκως και νομίμως επανέφερε με λόγο της έφεσής του στο Εφετείο.
Συνεπώς οι ισχυρισμοί αυτοί δεν αποτελούν ουσιώδη για την έκβαση της δίκης πράγματα και γι' αυτό οι υπό εξέταση λόγοι αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά το άρθρο 562 παρ.2 ΚΠολΔ. είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.
Η διάταξη αυτή καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο. Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με τους πρώτο, μέρος δεύτερο, και ένατο, μέρος πρώτο, λόγους της αίτησης αναίρεσης προβάλλουν κατά της προσβαλλόμενης απόφασης αιτιάσεις από το άρθρο 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο παρά το νόμο δεν κήρυξε απαράδεκτο, αφενός το μη προταθέντα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο ισχυρισμό του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου περί του ότι δυτικό όριο του επιδίκου ήταν ο αγροτικός δρόμος και αφετέρου τον ισχυρισμό αυτού περί ιδίας κυριότητάς του στο επίδικο ακίνητο, ο οποίος ήταν αόριστος.
Οι λόγοι αυτοί αναίρεσης είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι οι παραπάνω ισχυρισμοί των αναιρεσειόντων, στους οποίους αυτοί στηρίζονται, δηλαδή περί απαραδέκτου και αοριστίας των ως άνω ισχυρισμών του αναιρεσιβλήτου Δημοσίου, δεν προτάθηκαν από αυτούς στο Εφετείο, όπως προκύπτει από τις ενώπιον αυτού κατά τη συζήτηση, μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, υποβληθείσες από 18-9-2002 προτάσεις τους.
ΕΠΕΙΔΗ, με τον δέκατο πέμπτο, μέρος πρώτο, λόγο αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η από το άρθρο 559 αριθ.8 περ.β΄ ΚΠολΔ πλημμέλεια, ότι το εκδόσαν αυτήν Εφετείο δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και συγκεκριμένα το νομίμως προταθέντα ισχυρισμό των αναιρεσειόντων περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των με αριθμούς 2α έως 2θ αναιρεσιβλήτων, να παρέμβουν προσθέτως στο Εφετείο υπέρ του πρώτου αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, Όπως, όμως, προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο εξέτασε τον ισχυρισμό αυτό των αναιρεσειόντων και τον απέρριψε ως αβάσιμο, κρίνοντας ότι υφίσταται έννομο συμφέρον των ανωτέρω αναιρεσιβλήτων για την άσκηση πρόσθετης υπέρ του Δημοσίου παρέμβασης.
Επομένως ο ως άνω λόγος αναιρέσεως είναι απορριπτέος ως αβάσιμος.
ΕΠΕΙΔΗ, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 περίπτωση γ΄ του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναίρεσης και αν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν λήφθηκε υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας συγκεκριμένο μέσο απόδειξης.
Δεν γεννάται, όμως ο λόγος αυτός, αν από τη γενική μνεία ότι λήφθηκαν υπόψη όλα τα κατ' είδος έστω αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα, σε συνδυασμό με το υπόλοιπο περιεχόμενο της απόφασης, καθίσταται βέβαιο ότι λήφθηκε υπόψη συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο που επικαλείται ο αναιρεσείων. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δέκατο τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθ. 11 περ.
γ΄ του ΚΠολΔ, ισχυριζόμενοι ότι το Εφετείο για το σχηματισμό του αποδεικτικού του πορίσματος, με βάση το οποίο έκρινε αβάσιμη την αγωγή τους ως προς το τμήμα του επιδίκου, στο οποίο δεν αναγνωρίσθηκαν αυτοί συγκύριοι, δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που αυτοί επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν και συγκεκριμένα 1) Το υπ' αριθμ. ...............
έγγραφο της Εφορίας Κορίνθου προς τον ΕΟΤ 2) Το υπ' αριθμ........... έγγραφο του Δασαρχείου Κορίνθου 3) Το υπ' αριθμ. ......... έγγραφο του Αγρονόμου Κορίνθου, 4) Την υπ' αριθμ. ............. συμβολαιογραφική πράξη περί καθορισμού ορίων του συμβολαιογράφου Κορίνθου Κ. Παβέλλα, 5) Την από 10/7/1966 αίτηση των αναιρεσειόντων, ενώπιον του Ειρηνοδικείου Σολυγείας, κατά του Ζ6, περί λήψεως ασφαλιστικών μέτρων νομής, 6) Την υπ' αριθμ. 7/1966 απόφαση του Ειρηνοδικείου Σολυγείας, με την οποία έγινε δεκτή η ανωτέρω αίτηση 7) Τις υπ' αριθμ. 316 και 317/1984 αποφάσεις του Εφετείου Ναυπλίου 8) Τις από ...........
αναφορές του Εξωραϊστικού Συλλόγου Νέα Αλμυρή, 9) Την υπ' αριθμ. 33/1983 απόφαση του Ειρηνοδικείου Κορίνθου, με την οποία ακυρώθηκε το υπ' αριθμ. .... πρωτόκολλο διοικητικής αποβολής του Οικον. Εφόρου Κορίνθου και 10) Την από 8-2-1989 αίτηση των αναιρεσειόντων προς τον Υπουργό Οικονομικών για ανάκληση της υπ' αριθμ. .........
γνωμοδότησης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι απορριπτέος ως αβάσιμος, διότι από την προσβαλλόμενη απόφαση και ειδικότερα από την περιεχόμενη σ' αυτήν βεβαίωση ότι λήφθηκαν υπόψη τα επικαλούμενα και νομίμως προσκομιζόμενα από τους διαδίκους έγγραφα, σε συνδυασμό με τις σκέψεις που αυτή περιέχει για τη στήριξη του αποδεικτικού της πορίσματος, δεν καταλείπεται καμιά απολύτως αμφιβολία ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του και συνεκτίμησε με τις υπόλοιπες αποδείξεις και όλα τα παραπάνω αναφερόμενα έγγραφα.
Εξάλλου, οι πρώτος, μέρος τρίτο, και δέκατος πέμπτος, μέρος δεύτερο, λόγοι της αίτησης αναίρεσης, με τους οποίους προβάλλονται οι από το ίδιο άρθρο 559 αριθ.11 περίπτωση γ΄ του ΚΠολΔ αιτιάσεις, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη " τις συνομολογήσεις" από τους αναιρεσιβλήτους των ισχυρισμών των αναιρεσειόντων περί υπάρξεως ταυτότητας μεταξύ του επιδίκου ακινήτου και εκείνου που περιγράφεται στους τίτλους αυτών και περί ελλείψεως εννόμου συμφέροντος των με αριθμούς 2α έως 2θ αναιρεσιβλήτων να παρέμβουν προσθέτως υπέρ του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου, είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι, διότι, όπως προκύπτει από τις υποβληθείσες κατά τη συζήτηση μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, από 18-9-2002 προτάσεις των αναιρεσειόντων, δεν έγινε επίκληση από αυτούς στο Εφετείο τέτοιας ομολογίας των αναιρεσιβλήτων.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-5-2004 αίτηση των 1) Χ1 2) Χ2 3) α) Χ3 β) Χ4 4) Χ5 5) Χ6 6) Χ7 7) Χ8 και 8) Χ9 για αναίρεση της 190/2003 απόφασης του Εφετείου Ναυπλίου.
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και των προσθέτως παρεμβαινόντων, Δήμου Σαρωνικού και Εξωραϊστικού Πολιτιστικού Συλλόγου με την επωνυμία "Εξωραϊστικός Σύλλογος Περιοχών .............", τα οποία ορίζει για το Ελληνικό Δημόσιο σε εξακόσια(600) ευρώ και για τους παρεμβαίνοντες, που έχουν κοινή παράσταση, σε χίλια εκατόν εβδομήντα (1170) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 20 Ιουνίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στις 10 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ