Legislator Case Law & Legislation
186/2026 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on agency contracts, ruling national law prevails over EU Directive due to specific statutory provisions.

Case Number 186/2026
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal against the Third Instance Court's decision regarding agency contracts between OPAAP and five individuals. The appellants argued that EU competition law principles should invalidate these contracts, but the court found their request for a preliminary ruling to the European Court of Justice was vague and unsubstantiated. Consequently, the court held that these specific contracts are governed by Greek national law, specifically the Commercial Agents Law and the Civil Code, which explicitly allow for termination without violating EU directives.

Legislator headnote

AI generated

Articles 1, 2, 5 of Presidential Decree 219/1991; Article 8 of Presidential Decree 219/1991; Article 724 of the Civil Code: Contracts for the sale of goods or services concluded between an agent and a principal are governed by national law and do not fall under the scope of the Commercial Agents Directive, allowing for termination in accordance with domestic statutory provisions.

Keywords

AI generated
Commercial Agents Law EU Directive 86/653 National Law Precedence Agency Contract Termination Preliminary Ruling Request OPAAP Agency Contracts Civil Code Termination

Cited Legislation

AI generated
Presidential Decree 219/1991
Civil Code
Article 101 of the TFEU
Article 102 of the TFEU
Directive 86/653/EEC

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 186 / 2026 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 186 /2026

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μιχαήλ Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Παναγιώτη Βενιζελέα - Εισηγητή, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Κορνηλία Πανούτσου και Ευαγγελία Γίτση, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 13 Οκτωβρίου 2025, με την παρουσία και του γραμματέα Ι. Π. , για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Ε. Σ. του Γ. , 2) Μ. Χ. του Δ. , 3) Μ. Π. του Α. , 4) Β. Σ. του Α. και 5) Θ. Τ. του Χ. , κατοίκων ... Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Δημήτριο Αυγητίδη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.

Της αναιρεσίβλητης: ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Λάμπρο Κιτσαρά, ο οποίος ανακάλεσε την από 08 Οκτωβρίου 2025 δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-02-2018 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2891/2019 του ίδιου Δικαστηρίου και 1172/2021 του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 28-03-2022 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι) Ο Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου (ΟΠΑΠ) ιδρύθηκε ως νομικό πρόσωπο ιδιωτικού δικαίου με το άρθρο 1 του Β.Δ. της 20/29-12-1958 "Περί συστάσεως Οργανισμού Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου", εκδοθέντος κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 6 παρ.2 του Ν.Δ. 3865/1958, ακολούθως δε, με το Π.Δ. .../1999, μετατράπηκε σε ανώνυμη εταιρεία.

Το ως άνω Π.Δ. στα άρθρα 1, 2 παρ. 1 και 2 και 5 παρ. 1 και 11 ορίζει, μεταξύ άλλων, ότι: "Συνιστάται ανώνυμη εταιρεία, με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." και σε συντομογραφία και διακριτικό τίτλο "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε."... Η εταιρεία λειτουργεί χάριν του δημοσίου συμφέροντος κατά τους κανόνες της ιδιωτικής οικονομίας, διεπομένη από τις διατάξεις του Ν. 2414/1996 "Εκσυγχρονισμός Δημοσίων Επιχειρήσεων και Οργανισμών και άλλες διατάξεις" και του Κ.Ν. 2190/1920 "περί ανωνύμων εταιρειών", όπως έχουν τροποποιηθεί και ισχύουν..." (άρθρο 1), ότι "1.

Σκοπός της εταιρείας είναι: α) Η οργάνωση, η λειτουργία και η διεξαγωγή από την εταιρεία ή σε συνεργασία με τρίτους των παιχνιδιών ΠΡΟΠΟ, ΛΟΤΤΟ, ΠΡΟΤΟ, ΠΡΟΠΟΓΚΟΛ, ΤΖΟΚΕΡ, ΜΠΙΝΓΚΟ, ΚΙΝΟ, ΟΛΥΜΠΙΑΚΟ ΛΑΧΕΙΟ, ΑΡΙΘΜΟΛΑΧΕΙΩΝ, ΛΑΧΕΙΩΝ - ΠΑΙΓΝΙΩΝ, καθώς, και κάθε άλλου τυχερού παιχνιδιού, που στο μέλλον ήθελε αποφασίσει το Δ.Σ.

σε ολόκληρη τη χώρα και εκτός αυτής για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου, καθώς και η έκδοση δελτίου "ΣΤΟΙΧΗΜΑΤΩΝ ΠΡΟΚΑΘΟΡΙΣΜΕΝΗΣ Ή ΜΗ ΑΠΟΔΟΣΗΣ" στα πάσης φύσεως ατομικά ή ομαδικά παιχνίδια, όπως και γεγονότων η φύση των οποίων προσφέρεται για διεξαγωγή στοιχήματος... β) Η διαχείριση των ανωτέρω παιχνιδιών, αλλά και όσων πρόκειται να διεξαχθούν στο μέλλον, ασκείται κατ` αποκλειστικότητα από την εταιρεία Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε. για λογαριασμό του Ελληνικού Δημοσίου... 2. Για την επίτευξη των σκοπών της ασκούνται από την ΟΠΑΠ Α.Ε. και οι ακόλουθες δραστηριότητες. α)...β)...γ)...δ) Η σύσταση σε όλη τη χώρα πρακτορείων που πρακτορεύονται εν γένει παιχνίδια της εταιρείας κατ` αποκλειστικότητα και η χορήγηση αδειών λειτουργίας πρακτορείων σε φυσικά ή νομικά πρόσωπα για ένα ή περισσότερα από τα παιχνίδια της, με τους όρους και τις προϋποθέσεις, που κάθε φορά θέτει, το Δ.Σ.

της εταιρείας" (άρθρο 2 παρ. 1 και 2), και ότι "1. Το μετοχικό κεφάλαιο της Εταιρείας ανέρχεται σήμερα στο ποσό των τριάντα ενός δισεκατομμυρίων εννεακοσίων εκατομμuρίων (31.900.000.000) δραχμών, διαιρούμενο σε τριακόσια δέκα εννέα εκατομμύρια (319.000.000) ονομαστικές και αδιαίρετες μετοχές, ονομαστικής αξίας εκατό (100) δραχμών η κάθε μία, οι οποίες ανήκουν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου. 11.

Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές μέσω του Χρηματιστηρίου Αξιών Αθηνών ποσοστό έως 49% του εκάστοτε μετοχικού κεφαλαίου της εταιρείας" (άρθρο 5 παρ 1 και 11, όπως αντικαταστάθηκε με την ΚΥΑ των Υπουργών Οικονομίας και Οικονομικών και Πολιτισμού υπ' αρ. 34335/2000 ( ΦΕΚ Β' 1622/ 2000). Από τις διατάξεις αυτές σαφώς συνάγεται ότι η συνιστώμενη με το ως άνω Π.Δ. .../1999 ανώνυμη εταιρεία ανήκε στον ευρύτερο δημόσιο τομέα (ΟλΑΠ 7/2011, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 414/2021).

Περαιτέρω, με το άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 2843/2000 η ΟΠΑΠ Α.Ε., εισήχθη στο Χρηματιστήριο Αξιών Αθηνών (Χ.Α.Α.), με το Δημόσιο να διατηρεί την απόλυτη πλειοψηφία (51%) των μετοχών του, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου ορίσθηκε ότι με σύμβαση, που συνάπτεται μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ, παραχωρείται για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας από την ΟΠΑΠ των παιγνιδιών, που διεξάγονταν τον χρόνο εκείνο από αυτήν.

Από την έναρξη ισχύος του Ν. 3336/2005, που τροποποίησε το ανωτέρω άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 2843/2000 το Δημόσιο περιορίσθηκε μεν σε μειοψηφικό ποσοστό των μετοχών (34%), συνέχισε όμως να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Διοικητικού Συμβουλίου(ΔΣ) της, αλλά με το άρθρο 20 του μεταγενέστερου Ν. 3429/2005, το δικαίωμα αυτό του Δημοσίου να διορίζει την πλειοψηφία των μελών του Δ.Σ.

καταργήθηκε. Με την από 15-12-2000, σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε., η οποία συνήφθη κατά ρητή πρόβλεψη της προαναφερθείσας διατάξεως της παρ. 2 του άρθρου 27 του Ν. 2843/2000, παραχωρήθηκε στην ΟΠΑΠ Α.Ε., για χρονικό διάστημα είκοσι (20) ετών, το αποκλειστικό δικαίωμα διεξαγωγής, διοργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιχνιδιών και όχι (όπως υπό το κράτος ισχύος του Π.Δ. .../1999) απλής διαχείρισής τους για λογαριασμό του Δημοσίου.

Υπό το νομικό αυτό καθεστώς, η εποπτεία που ασκούσε το Δημόσιο στις δραστηριότητες και τη λειτουργία της ΟΠΑΠ περιοριζόταν στην έγκριση των σχετικών με τις δραστηριότητές της κανονισμών και στην παρακολούθηση της διαδικασίας διεξαγωγής των παιχνιδιών, μέσω της συστάσεως, δυνάμει της παρ. 5 του άρθρου 27 του Ν. 2843/2000, Επιτροπής Ελέγχου, Ανακήρυξης Νικητών και Εκδίκασης Ενστάσεων, με αποστολή την παρακολούθηση της τήρησης της διαδικασίας διεξαγωγής όλων των παιχνιδιών που διεξάγονται από την ΟΠΑΠ, την ανακήρυξη των νικητών για κάθε παιχνίδι και την εκδίκαση των ενστάσεων των παικτών.

Στην συνέχεια εκδόθηκαν α) η 185/6-9-2011 απόφαση της Διυπουργικής Επιτροπής Αναδιαρθρώσεων και Αποκρατικοποιήσεων (Δ.Ε.Α.Α.) (ΦΕΚ Β' 2061/16-9-2011), με την οποία μεταβιβάσθηκε και περιήλθε χωρίς αντάλλαγμα στο "Ταμείο Αξιοποίησης Ιδιωτικής Περιουσίας του Δημοσίου" (Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ.) α) το δικαίωμα του Δημοσίου για την επέκταση μέχρι 10 έτη από τη λήξη της, της από 15-12-2000 σύμβασης, που έχει συνάψει με την εταιρεία ΟΠΑΠ Α.Ε.

κατά τις διατάξεις του άρθρου 27 του Ν. 2843/2000 και β) Το δικαίωμα του Δημοσίου επί του τιμήματος για τη χορήγηση στην ΟΠΑΠ Α.Ε. άδειας εγκατάστασης και λειτουργίας 35.000 παιγνιομηχανημάτων, όπως προβλέπεται στις παραγράφους 2 και 3 του άρθρου 39 του Ν. 4002/2011 και β) η 193/27.10.2011 απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. (ΦΕΚ Β' 2501/4-11-2011), με την οποία μεταβιβάσθηκε στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ., κατά πλήρη κυριότητα και άνευ ανταλλάγματος, ποσοστό 29% επί του μετοχικού κεφαλαίου της ΟΠΑΠ.

Α.Ε., το οποίο ανήκε στο Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν δε αυτών, υπογράφηκε, στις 4-11-2011, μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε., η "Τροποποιητική πράξη της από 15.12.2000 Σύμβασης παραχώρησης μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε." και στις 12-12-2011, μεταξύ του Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. και της ΟΠΑΠ Α.Ε., η "Πρόσθετη Πράξη στην από 15-12-2000 Σύμβαση μεταξύ του Ελληνικού Δημοσίου και της ΟΠΑΠ Α.Ε.", με την οποία παρατάθηκε, έναντι ανταλλάγματος, για δέκα (10) έτη μετά τη λήξη της αρχικής συμβάσεως, στις 12-10-2020, και μέχρι τις 12-10-2030, η παραχώρηση του αποκλειστικού δικαιώματος διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των τυχερών παιγνίων, που είχε παραχωρηθεί στην ΟΠΑΠ Α.Ε.

με την αρχική σύμβαση. Ακολούθως, με την παρ. 7 του άρθρου 1 της από 7-9-2012 ΠΝΠ, (ΦΕΚ Α'175/7-9-2012), η οποία, με το άρθρο πρώτο Ν. 4092/8-11-2012, κυρώθηκε και απόκτησε ισχύ νόμου από τότε που ίσχυσε, τροποποιήθηκε το ανωτέρω άρθρο 27 παρ. 1 του Ν. 2843.2000 και ορίστηκε ότι "Το Δημόσιο δύναται να διαθέτει σε επενδυτές ποσοστό μέχρι και 100% της εκάστοτε συμμετοχής του στο εκάστοτε μετοχικό κεφάλαιο της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "Οργανισμός Προγνωστικών Αγώνων Ποδοσφαίρου Α.Ε." (Ο.Π.Α.Π.)", με την 219/26-9-2012 απόφαση της Δ.Ε.Α.Α. (ΦΕΚ Β' 2625/27-9-2012) μεταβιβάσθηκε στο Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. , κατά κυριότητα και άνευ ανταλλάγματος, και το υπόλοιπο ποσοστό του 4% των μετοχών της Ο.Π.Α.Π.

Α.Ε. που κατείχε το Ελληνικό Δημόσιο, κατόπιν δε αυτών, στις 12.8.2013, υπεγράφη η σύμβαση πωλήσεως του ανωτέρω συνολικού ποσοστού του 33% της Ο.Π.Α.Π. Α.Ε. από το Τ.Α.Ι.ΠΕ.Δ. σε ανώνυμη εταιρεία ιδιωτικών συμφερόντων (ΣτΕ 1601/2019).

Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 43 παρ. 1 και 2 του Συντάγματος "1. Ο Πρόεδρος της Δημοκρατίας εκδίδει τα διατάγματα που είναι αναγκαία για την εκτέλεση των νόμων και δεν μπορεί ποτέ να αναστείλει την εφαρμογή τους ούτε να εξαιρέσει κανέναν από την εκτέλεσή τους. 2. Ύστερα από πρόταση του αρμόδιου Υπουργού επιτρέπεται η έκδοση κανονιστικών διαταγμάτων, με ειδική εξουσιοδότηση νόμου και μέσα στα όριά της.

Εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων από άλλα όργανα της διοίκησης επιτρέπεται προκειμένου να ρυθμιστούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με τοπικό ενδιαφέρον ή με χαρακτήρα τεχνικό ή λεπτομερειακό". Με τις διατάξεις αυτές του άρθρου 43 παρ. 2 του Συντάγματος παρέχεται στον κοινό νομοθέτη το δικαίωμα να μεταβιβάζει την αρμοδιότητά του προς θέσπιση κανόνων δικαίου στην εκτελεστική εξουσία, με νομοθετική προς τούτο εξουσιοδότηση, απευθυνόμενη κατ' αρχήν προς τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας ως αρχηγό της εκτελεστικής εξουσίας, ο οποίος και ασκεί τη μεταβιβαζόμενη αρμοδιότητα με την έκδοση προεδρικών διαταγμάτων.

Η νομοθετική εξουσιοδότηση, για να είναι νόμιμη, πρέπει να είναι ειδική και ορισμένη, δηλαδή να προβαίνει σε συγκεκριμένο προσδιορισμό του αντικειμένου της και να καθορίζει τα όριά της σε σχέση προς αυτό. Η εξουσιοδοτική επομένως διάταξη πρέπει να μην είναι γενική και αόριστη, άσχετα αν είναι ευρεία ή στενή, δηλαδή αν περιλαμβάνει μεγάλο ή μικρό αριθμό περιπτώσεων, τις οποίες η Διοίκηση μπορεί να ρυθμίσει κανονιστικώς βάσει της νομοθετικής εξουσιοδότησης.

Η ευρύτητα έτσι της εξουσιοδότησης δεν επηρεάζει το κύρος της, εφόσον το περιεχόμενο της είναι ορισμένο. Νομοθετική εξουσιοδότηση για έκδοση κανονιστικών πράξεων μπορεί να παρασχεθεί και σε άλλα, εκτός του Προέδρου της Δημοκρατίας, όργανα της Διοίκησης, προκειμένου όμως να ρυθμισθούν ειδικότερα θέματα ή θέματα με "τεχνικό" ή "λεπτομερειακό" χαρακτήρα, νοούνται δε ως ειδικότερα θέματα εκείνα τα οποία αποτελούν κατά το περιεχόμενό τους και σε σχέση με την ουσιαστική ρύθμιση που περιέχεται στο νομοθετικό κείμενο, μερικότερη περίπτωση ορισμένου θέματος που αποτελεί το αντικείμενο της νομοθετικής ρύθμισης (ΟλΣτΕ 1776/2007, ΑΠ 1356/2023).

Κανονιστικές πράξεις της διοίκησης, που στερούνται εξουσιοδοτικής κάλυψης, είναι νομικά ανίσχυρες (ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 52/2015). Απαιτείται επομένως στην περίπτωση αυτή να περιέχει το νομοθετικό κείμενο όχι απλώς τον καθ' ύλη προσδιορισμό του αντικειμένου της εξουσιοδότησης, αλλά επιπλέον και την ουσιαστική ρύθμισή του, έστω και σε γενικό, ορισμένο όμως πλαίσιο, σύμφωνα προς το οποίο θα ενεργήσει η Διοίκηση προκειμένου να ρυθμίσει τα μερικότερα θέματα.

Μάλιστα οι ουσιαστικές αυτές ρυθμίσεις μπορούν να υπάρχουν τόσο στις διατάξεις του εξουσιοδοτικού νόμου, όσο και σε διατάξεις άλλων νόμων, σχετικών με τα θέματα που αποτελούν αντικείμενο της νομοθετικής εξουσιοδότησης (ΟλΣτΕ 1210/2010, ΟλΣτΕ 1892/2010, ΑΠ 1356/2023, ΑΠ 2092/2022, ΑΠ 648/2011). Τέτοια νομοθετική εξουσιοδότηση σε όργανο της διοίκησης παρασχέθηκε, σε σχέση με την ΟΠΑΠ Α.Ε., με το άρθρο 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο ορίζει ότι "με κοινή απόφαση του Υπουργού Πολιτισμού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, αρμόδιου για θέματα αθλητισμού, ρυθμίζονται θέματα σχετικά με τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών του Ο.Π.Α.Π., τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους, τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια".

Κατ' εξουσιοδότηση της διάταξης αυτής εκδόθηκε αρχικά η υπ' αρ. ...-1999 (ΦΕΚ Β'2004/1999) απόφαση της Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων Υποχρεώσεις και Δικαιώματα Πρακτόρων ΟΠΑΠ" και, στη συνέχεια, η υπ' αρ. ...-2003 (ΦΕΚ Β'124/2003) απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού "Κανονισμός Λειτουργίας Πρακτορείων της "ΟΡΓΑΝΙΣΜΟΣ ΠΡΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΑΓΩΝΩΝ ΠΟΔΟΣΦΑΙΡΟΥ Α.Ε.", η οποία ακυρώθηκε με την υπ' αρ. 1776/2007 απόφαση της ολομέλειας του Συμβουλίου της Επικρατείας, καθόσον κρίθηκε μη νόμιμη ως αντίθετη στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, αφού κρίθηκε ότι "η προβλεπόμενη από την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 περίπτ.

γ' του ν. 2557/1997 δυνατότητα ρυθμίσεως της εν γένει επαγγελματικής καταστάσεως των πρακτόρων των παιχνιδιών της "Ο.Π.Α.Π. Α.Ε.", των όρων δηλαδή ασκήσεως ενός ελευθερίου επαγγέλματος, με κανονισμούς που εγκρίνονται με κοινή απόφαση του Υπουργού και του Υφυπουργού Πολιτισμού, χωρίς οι όροι αυτοί να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, δεν αποτελεί ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα".

Ακολούθως, σε συμμόρφωση προς την απόφαση αυτή, με την παρ. 1 του άρθρου 47 Ν. 3905/2010, προστέθηκαν νέες παράγραφοι 11 και 12 στο άρθρο 27 του Ν. 2843/2000 και καθορίστηκε με λεπτομέρεια το περιεχόμενο της κοινής απόφασης των Υπουργών Οικονομικών και Πολιτισμού, με βάση την οποία θα χορηγούνται πλέον στο μέλλον οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών του ΟΠΑΠ και θα συνάπτονται οι συμβάσεις πρακτορείας, ενώ με την παρ. 2 του ιδίου άρθρου 47 ορίστηκε ότι "η διάταξη του άρθρου 7 παράγραφος 24 στοιχείο γ` του ν. 2557/1997...

και όλες οι αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ` εξουσιοδότηση αυτής καταργούνται. Οι συμβάσεις μεταξύ της ΟΠΑΠ Α.Ε. και των πρακτόρων που υπεγράφησαν επί τη βάσει των ανωτέρω αποφάσεων, καθώς και οι άδειες πρακτόρευσης των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε., που εκδόθηκαν επί τη βάσει των ίδιων αποφάσεων έως το χρόνο έναρξης ισχύος του παρόντος νόμου, θεωρούνται νόμιμες και ισχυρές".

Σύμφωνα με τις παραπάνω διατάξεις, η υπ' αρ. ...-2003 απόφαση του Υφυπουργού Πολιτισμού, με την οποία εγκρίθηκε ο Κανονισμός λειτουργίας των πρακτορείων της εταιρείας ΟΠΑΠ ΑΕ, όπως και η προγενέστερη υπ' αρ. ...-1999 υπουργική απόφαση, παρότι δημοσιεύτηκαν στο ΦΕΚ, δεν έχουν κανονιστική αλλά μόνο συμβατική ισχύ, καθόσον οι όροι της αποτέλεσαν το περιεχόμενο της συνδέουσας τα μέρη σύμβασης πρακτορείας γιατί εκδόθηκαν κατά νομοθετική εξουσιοδότηση δοθείσα με την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 7 παρ. 24 εδ.

γ' του Ν. 2557/1997, το οποίο όμως είναι αντίθετο στο άρθρο 43 παρ. 2 του Συντάγματος, γιατί εξουσιοδοτεί τους αρμόδιους υπουργούς για την έκδοση απόφασης, που θα ρυθμίζει τις προϋποθέσεις χορήγησης και ανάκλησης άδειας σε πράκτορες των παιχνιδιών της ΟΠΑΠ Α.Ε. , τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις τους και τους όρους λειτουργίας των παιχνιδιών και των επιχειρήσεων των πρακτόρων, χωρίς οι προϋποθέσεις αυτές να διαγράφονται, έστω και σε γενικές γραμμές, στην εξουσιοδοτική ή άλλη σχετική διάταξη, η δε απόφαση δεν ρυθμίζει ούτε ειδικότερο θέμα της λειτουργίας των εν λόγω πρακτορείων ή του τρόπου διεξαγωγής των επί μέρους παιχνιδιών, ούτε θέμα τεχνικού χαρακτήρα.

Ωστόσο, για τις συμβάσεις πρακτορείας, που συνάφθηκαν με βάση την υπ' αρ. ...-1999 απόφαση, όπως ρητά το ορίζει και η διάταξη του άρθρου 47 παρ. 2 του Ν. 3905/2010, που την κατήργησε σιωπηρά, η απόφαση εξακολουθεί να αποτελεί, το συμβατικό πλαίσιο σύναψης και λειτουργίας των σχετικών συμβάσεων πρακτορείας μεταξύ της ΟΠΑΠ και των πρακτόρων αυτής, ακολούθως δε ο Ν. 4141/2013 "Επενδυτικά εργαλεία ανάπτυξης, παροχή πιστώσεων και άλλες διατάξεις", με το άρθρο 24 αυτού, που επιγράφεται "Ρυθμίσεις θεμάτων της ΟΠΑΠ Α.Ε.", κατάργησε και ρητά με τις παρ. 21 και 60 αντιστοίχως τα ανωτέρω Π.Δ. .../1999 και ΥΑ ...-1999(ΑΠ 1356/2023, πρβλ.

ΑΠ 1127/2018, ΑΠ 666/2002). Μετά την κατάργηση αρχικά σιωπηρά και ακολούθως και ρητά της προαναφερθείσας ΥΑ ...-1999 υπουργικής απόφασης, η σχέση ΟΠΑΠ ΑΕ και πρακτόρων παρέμεινε νομοθετικά αρρύθμιστη, χωρίς κανονιστικό πλαίσιο, και διεπόταν μόνο από τους όρους των μεταξύ τους συμβάσεων μέχρι την έκδοση της εκδοθείσας κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 54 παρ. 5 του Ν. 4002/2011, υπ' αρ. ....2016 απόφασης της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ ....2017), όπως αυτή τροποποιήθηκε και ισχύει με την απόφαση της ΕΕΕΠ ....2017, η οποία εκδόθηκε εγκύρως, όπως κρίθηκε και με την 1601/2019 απόφαση του ΣτΕ, με την οποία απορρίφθηκε κατ' ουσίαν η η κατ' αυτής ασκηθείσα αίτηση ακύρωσης. (ΑΠ 1214/2025).

Περαιτέρω, στις σύγχρονες εμπορικές συναλλαγές καθοριστικός είναι ο ρόλος των διαμεσολαβητικών υπηρεσιών, που προσφέρουν ανεξάρτητες επιχειρήσεις στον εντολέα τους ή ευρύτερα στο κοινό, όπως είναι και οι επιχειρήσεις πρακτορείας(ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1660/2024). Η σχετική με αυτές ρύθμιση στο νόμο είναι εξαιρετικά ελλιπής, αφού ως γενική διάταξη υπάρχει μόνο αυτή του άρθρου 2 του από 2 (14)-5-1835 διατάγματος "περί της αρμοδιότητας των εμποροδικείων", σύμφωνα με την οποία θεωρείται ως πράξη εμπορική και η επιχείρηση πρακτορείας, ενώ ειδικές διατάξεις υπάρχουν μόνο για ορισμένες μορφές πρακτορικής δράσης, όπως αυτή του ναυτικού πράκτορα, που ρυθμίζεται από το Π.Δ. 229/1995 και το τροποποιητικό αυτού Π.Δ. 427/1995, μόνον όμως ως προς την οργάνωση και την άσκηση του επαγγέλματος του ναυτικού πράκτορα και όχι ως προς τη σύμβαση καθ` εαυτή της ναυτικής πρακτορείας.

Σε όλες πάντως τις περιπτώσεις η επιχείρηση πρακτορείας έχει ως αντικείμενο την έναντι ανταλλάγματος παροχή προς το κοινό ιδιωτικών υπηρεσιών κάθε φύσης, ειδικότερα δε πράκτορας είναι ο ανεξάρτητος επιχειρηματίας (φυσικό ή νομικό πρόσωπο), που παρέχει με αμοιβή υπηρεσίες σε τρίτο πρόσωπο, διαθέτοντας προς το σκοπό αυτό πλήρως οργανωμένο γραφείο, στελεχωμένο με πρόσωπα της δικής του επιλογής, τα οποία προσλαμβάνει και απολύει ο ίδιος.

Κατά την έννοια αυτή οι παρεχόμενες προς το κοινό υπηρεσίες του πράκτορα παρέχονται είτε στο όνομά αυτών για λογαριασμό των οποίων ενεργεί, είτε στο δικό του όνομα. Αντίστοιχα η σχέση του πράκτορα μ` αυτούς προσλαμβάνει το χαρακτήρα είτε της εμπορικής αντιπροσωπείας προς παροχή υπηρεσιών είτε της παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας, αφού κύριο γνώρισμα του εμπορικού αντιπροσώπου είναι ότι ενεργεί στο όνομα και για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, ενώ αντίθετα ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί με το δικό του όνομα για λογαριασμό όμως του αντιπροσωπευομένου (άρθρ. 90 ΕμπΝ).

Κατά την αυτή διάκριση και η σχέση των πρακτόρων με τους εντολείς τους ταυτίζεται ή έστω ομοιάζει με αυτή του εμπορικού ή του παραγγελιοδοχικού αντιπροσώπου.

Συνεπώς, εφόσον η σύμβαση πρακτορείας έχει σε κάθε περίπτωση τα στοιχεία εντολής και η ρύθμισή της, μολονότι αναγκαία, είναι ελλιπής, καταλείποντας ακούσιο (γνήσιο) κενό, εφαρμόζονται αναλογικά σ` αυτή οι διατάξεις κατ` αρχήν του ΑΚ για την εντολή (άρθρ. 713-729), στις οποίες μάλιστα ρητά ως προς τη σύμβαση παραγγελίας παραπέμπει το άρθρ. 91 του ΕμπΝ σε συνδυασμό με το άρθρ. 3 του ΕισΝΑΚ (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 159/2018, ΑΠ 1728/2014).

Σύμφωνα με το άρθρο 14§4 του Ν. 3557/19-5-2007 "Οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, όπως ισχύει, εφαρμόζονται αναλόγως στις συμβάσεις: α) αντιπροσωπείας, οι οποίες αφορούν παροχή υπηρεσιών, β) αποκλειστικής διανομής, εφόσον, ως συνέπεια της σύμβασης αυτής, ο διανομέας ενεργεί ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης του προμηθευτή".

Επομένως οι διατάξεις του διατάγματος αυτού εφαρμόζονται έκτοτε αναμφίβολα και στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας. Με δεδομένο ωστόσο ότι η σύμβαση παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας παρουσιάζει μεγαλύτερη λειτουργική ομοιότητα με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας απ` ότι η σύμβαση αποκλειστικής διανομής, αφού ο αποκλειστικός διανομέας ενεργεί διαμεσολαβητικές εμπορικές πράξεις στο όνομα και για λογαριασμό του, ενώ ο παραγγελιοδοχικός αντιπρόσωπος ενεργεί μεν στο όνομά του, αλλά για λογαριασμό του εντολέα του, για λογαριασμό όμως του οποίου, αλλά και στο όνομά του, δηλαδή του εντολέα, ενεργεί και ο εμπορικός αντιπρόσωπος, πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, σε συνδυασμό και με τις αρχές τις ισότητας και της καλής πίστης (άρθρ. 4§1 του Συντάγματος, 288 ΑΚ), να γίνει δεκτό ότι με βάση την αυτή διάταξη του άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007 οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων" εφαρμόζονται αναλόγως και στις συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας και συνεπώς και στις συμβάσεις πρακτορείας, όταν έχουν το χαρακτήρα αυτό (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1660/2014), με βάση δε τις αρχές αυτές ενδείκνυται και πριν από το Ν. 3577/2007, η αναλογική, ολική ή μερική, εφαρμογή των διατάξεών του Π.Δ. 219/1991 γενικότερα σε όσες διαμεσολαβητικές εμπορικές συμβάσεις εμφανίζουν τα βασικά χαρακτηριστικά της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και υπάρχει παρόμοια κατάσταση συμφερόντων, που δημιουργεί αντίστοιχη ανάγκη προστασίας, αφού το αντίθετο ούτε από την αντίστοιχη κοινοτική ρύθμιση συνάγεται ούτε εξ αντιδιαστολής μπορεί να συναχθεί από τη σιωπή του διατάγματος αυτού και την περιορισμένη (και όχι περιοριστική) ρυθμιστική εμβέλεια των διατάξεών του, αν ληφθεί ειδικότερα υπόψη ότι ο νομοθέτης, έχοντας ως άμεση προτεραιότητα να εισάγει με το Π.Δ. 219/1991 τις ρυθμίσεις της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ στο εσωτερικό δίκαιο, δεν είχε ταυτόχρονα ως σκοπό να περιορίσει οπωσδήποτε την εφαρμογή του αποκλειστικά στους εμπορικούς αντιπροσώπους και σιωπηρά να αποκλείσει από την εφαρμογή του παρόμοιες εμπορικές διαμεσολαβητικές δραστηριότητες.

Κατά την έννοια αυτή διαπιστώνεται συγκριτικά με τη ρύθμιση του Π.Δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο η ύπαρξη αντίστοιχου κενού στη νομοθετική ρύθμιση των λοιπών παρεμφερών μ` αυτόν τύπων επαγγελματικής διαμεσολάβησης στη λειτουργία του εμπορίου, που δεν δικαιολογείται στο σύστημα της έννομης τάξης, όπως έμμεσα επιβεβαιώνεται και από την κατά παραπομπή νομοθέτηση με το άρθρ. 14§4 του ν. 3577/2007.

Πρόκειται δηλαδή για ασύγγνωστο ακούσιο κενό, το οποίο ο νομοθέτης όφειλε να προβλέψει και να καλύψει (πρωτογενές κενό), αφού κενό συνιστά γενικώς η έλλειψη στη συγκεκριμένη περίπτωση σύννομης ρύθμισης, μολονότι η έννομη τάξη την αξιώνει λόγω της ομοιότητας της περίπτωσης αυτής με άλλες ρυθμισμένες στο νόμο περιπτώσεις. Μάλιστα κενό δεν συνιστά μόνον η παντελής έλλειψη ρύθμισης στη συγκεκριμένη περίπτωση, αλλά και η ελλιπής ρύθμιση, όταν συνιστά αδικαιολόγητη απόκλιση από τις ρυθμισμένες όμοιες περιπτώσεις, οπότε ανακύπτει και πάλι ανάγκη πλήρωσης του κενού μέσω της αναλογίας, η οποία ως ειδικότερη έκφραση της τελολογικής μεθόδου ερμηνείας και εφαρμογής του δικαίου στηρίζεται στην ουσιώδη ομοιότητα της αρρύθμιστης περίπτωσης με ρυθμισμένες από την έννομη τάξη περιπτώσεις (ΟλΑΠ 15/2023, ΑΠ 1660/2024). Η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής του Π.Δ. 219/1991 για τον εμπορικό αντιπρόσωπο και σε άλλες μορφές εμπορικών διαμεσολαβητικών δραστηριοτήτων κρίνεται κατά περίπτωση (ad hoc), αλλά όχι επιλεκτικά, έτσι ώστε η αναλογία να αποτελεί για την περίπτωση αυτή εισαγωγή στην πραγματικότητα ατομικού δικαίου, αλλά θα πρέπει η ατομική περίπτωση να συγκεντρώνει τα στοιχεία που δικαιολογούν εξ αντικειμένου την επέκταση και σ` αυτή των ρυθμίσεων του ως άνω Π.Δ.

Δηλαδή με βάση τα στοιχεία αυτά επιτυγχάνεται η αναλογική εφαρμογή του Π.Δ. 219/1991 σε κάθε όμοια περίπτωση και όχι αποκλειστικά στην κρινόμενη ατομική περίπτωση και μάλιστα κατά τον ίδιο αντικειμενικό τρόπο εξειδικεύεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των επιμέρους διατάξεων του στο σύνολο των όμοιων περιπτώσεων, οπότε ασφαλώς δεν πρόκειται για ανεπίτρεπτη από το άρθρ. 26 του Συντάγματος άσκηση νομοθετικού έργου από το δικαστήριο.

Στο πλαίσιο αυτό κρίνεται και η δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής των άρθρων του Π.Δ. 219/1991 σε κάθε δυνατή περίπτωση, όταν συντρέχουν τα αναγκαία προς τούτο στοιχεία (ΟλΑΠ 15/2013, ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 533/2022). Τέτοια ομοιότητα υπάρχει, ιδίως, όταν οι πράκτορες αναλαμβάνουν με τη σύμβαση υποχρεώσεις ανάλογες με αυτές που απορρέουν για τον εμπορικό αντιπρόσωπο από τις διατάξεις του άρθρου 4 παρ. 1 του Π.Δ. 219/1991 και ειδικότερα:

α) να παραλείπουν ανταγωνιστικές σε βάρος του εντολέα τους πράξεις κατά τη διάρκεια, αλλά και μετά τη λήξη της σύμβασής τους, β) να τηρούν το επαγγελματικό απόρρητο, γ) να προωθούν διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα του εντολέα τους στη συμβατική περιοχή ευθύνης τους, υποκείμενοι μάλιστα στον έλεγχό του ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων ή αναλόγως των αγορών, δ) να διαφημίζουν τα πωλούμενα προϊόντα ακόμη και με δικές τους δαπάνες και ε) να γνωστοποιούν στον εντολέα τους το πελατολόγιό τους.

Η συνομολόγηση των υποχρεώσεων αυτών, οι οποίες δεν είναι αναγκαίο να συντρέχουν σωρευτικά, αλλά μπορούν και να παραλλάσσουν, έτσι ώστε η έλλειψη μιας από αυτές να καλύπτεται από την ιδιαίτερη ένταση των λοιπών, καθιστά τους παραπάνω επαγγελματίες αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας του εντολέα τους, αφού η εμπορική τους δραστηριότητα, μολονότι αναπτύσσεται με δικό τους κίνδυνο, συνεπάγεται, εντούτοις, οφέλη αμέσως και για τον εντολέα τους, δηλαδή αυτός δεν αντλεί οικονομικά οφέλη μόνον από την εκπλήρωση της κύριας συμβατικής τους υποχρέωσης, αλλά και από τις ως άνω ιδιαίτερες υποχρεώσεις τους (ΟλΑΠ 15/2013, ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 191/2016, ΑΠ 455/2014).

II. Η καταγγελία αποτελεί συνήθη λόγο τερματισμού και λύσης των διαρκών συμβάσεων, ορισμένου ή αορίστου χρόνου, είναι δε δυνατόν να προβλέπεται είτε ευθέως από τον νόμο είτε από την ίδια τη σύμβαση. Αυτή ασκείται με καταρχήν άτυπη (άρθρο 158 ΑΚ), απευθυντέα προς τον έτερο συμβαλλόμενο (άρθρο 167 ΑΚ), δήλωση βούλησης, με την οποία καθορίζεται η λήξη ενοχής, που αφορά διαρκή παροχή από σύμβαση ορισμένης ή αόριστης διάρκειας. Η δήλωση αυτή γνωστοποιείται στον καθ` ου απευθύνεται και ενεργεί από τότε που θα περιέλθει σε αυτόν, διαμορφώνοντας νέα νομική κατάσταση και επιφέροντας τη λύση της ενοχής για το μέλλον.

Συνεπώς, στις διαρκείς ενοχικές συμβάσεις καθένας συμβαλλόμενος έχει το δικαίωμα να προβεί σε μονομερή λύση της σύμβασης είτε χωρίς τη συνδρομή συγκεκριμένου λόγου (οπότε γίνεται λόγος για "τακτική" ή "αναιτιολόγητη" καταγγελία), είτε με τη συνδρομή συγκεκριμένου "σπουδαίου" λόγου (οπότε γίνεται λόγος για "έκτακτη" καταγγελία), με βάση την γενικότερη ισχύουσα στις διαρκείς συμβάσεις αρχή ότι η ύπαρξη σπουδαίου λόγου δικαιολογεί τη λύση αυτών με καταγγελία(ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 861/2025).

Ειδικότερα, ανεξάρτητα από τη συμφωνηθείσα διάρκεια κάθε διαρκούς ενοχικής σχέσης, ήτοι εάν πρόκειται για σύμβαση με ορισμένη ή αόριστη διάρκεια, γίνεται δεκτό, με βάση τις διατάξεις των άρθρων 281, 288, 386,585, 588, 594, 612, 613, 672, 725, 766 ΑΚ (βλ. και άρθρο 8 παρ. 8 του Π.Δ. 219/1991), ότι επιτρέπεται να καταγγελθεί αυτή σε κάθε περίπτωση για σπουδαίο λόγο, ο οποίος συντρέχει, όταν, σύμφωνα με τις αρχές της καλής πίστης και των συναλλακτικών ηθών, η συνέχιση της διαρκούς ενοχικής σχέσης γίνεται υπέρμετρα δυσβάστακτη είτε για τα δύο μέρη είτε για ένα μόνο από αυτά (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 165/2015, ΑΠ 346/2014, ΑΠ 1326/2013, ΑΠ 416/2013). Η έκτακτη καταγγελία άλλοτε είναι απρόθεσμη (π.χ 594, 588, 672, 766 ΑΚ) και άλλοτε ισχύει μετά από προθεσμία (π.χ 612, 612 Α, 613 ΑΚ). Από το δικαίωμα αυτό (έκτακτης) καταγγελίας δεν επιτρέπεται παραίτηση εκ των προτέρων, δεδομένου ότι η σχετική συμβατική ρήτρα θα αντιβαίνει, ενόψει της έννοιας του σπουδαίου λόγου, στα χρηστά ήθη κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ, είναι επιτρεπτή, ωστόσο, στο πλαίσιο της συμβατικής αυτονομίας (361 ΑΚ), η συμφωνία των μερών ότι η άσκησή του θα υπόκειται σε συγκεκριμένους περιορισμούς, όπως π.χ. την τήρηση ορισμένης διαδικασίας ή την ενέργεια της καταγγελίας μετά από ορισμένο χρόνο(ΑΠ 1214/2025).

Περαιτέρω, στις διαρκείς ενοχές αορίστου χρόνου είναι δυνατή η λύση τους και με τακτική καταγγελία από οποιοδήποτε μέρος, ήτοι χωρίς τη συνδρομή σπουδαίου λόγου, εφόσον ο νόμος ή τα μέρη δεν έχουν προβλέψει διαφορετικά. Επιτρέπεται, δηλαδή, ο περιορισμός ή η παραίτηση ενός ή αμφοτέρων των μερών από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, εφόσον στη συγκεκριμένη περίπτωση ο περιορισμός ή η παραίτηση δεν αντιβαίνουν στα χρηστά ήθη, κατά τα άρθρα 178 και 179 ΑΚ.

Τούτο προκύπτει από τα εξής: α) Την αρχή της συμβατικής ελευθερίας (361 ΑΚ), σύμφωνα με την οποία τα μέρη είναι καταρχήν ελεύθερα να διαμορφώσουν το περιεχόμενο των αναλαμβανόμενων από τα ίδια συμβατικών δικαιωμάτων και υποχρεώσεων, μεταξύ των οποίων και ως προς τον τρόπο και τους όρους λύσης της μεταξύ τους σχέσης, β) Το γεγονός ότι η ίδια η συνομολόγηση σύμβασης ορισμένου χρόνου συνιστά επιτρεπτό αποκλεισμό από τα μέρη του δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την καθορισθείσα ορισμένη διάρκεια της σύμβασης, γ) Τον ενδοτικό χαρακτήρα επιμέρους νομοθετικών διατάξεων που προβλέπουν το δικαίωμα λύσης άνευ της συνδρομής σπουδαίου λόγου επιμέρους διαρκών ενοχών αορίστου χρόνου, ιδίως αυτών στις οποίες το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών έχει αυξημένη σημασία, όπως του άρθρου 218 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της πληρεξουσιότητας (εφόσον η πληρεξουσιότητα αφορά και το συμφέρον του αντιπροσώπου), του άρθρου 669 εδ.

β ΑΚ για το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εργασίας, του άρθρου 676 ΑΚ για την καταγγελία της σύμβασης εμπιστευτικών εργασιών, του άρθρου 724 ΑΚ για το δικαίωμα ανάκλησης της εντολής (η οποία μπορεί να αποκλεισθεί εάν αφορά αποκλειστικά ή και το συμφέρον του εντολοδόχου με συνέπεια να είναι καταρχήν άκυρη η τυχόν γενομένη ανάκληση και να επιτρέπεται αυτή μόνο για σπουδαίο λόγο, είτε με αναλογική εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 725 παρ. 2 ΑΚ για τον εντολοδόχο, είτε βάσει της γενικής αρχής του δικαίου του άρθρου 288 ΑΚ-αρχή της καλής πίστης (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1663/2003).

Εξάλλου, η τακτική καταγγελία είναι αναιτιώδης δικαιοπραξία και ο καταγγέλλων δεν υποχρεούται να εκθέτει στο έγγραφο της καταγγελίας τον σπουδαίο λόγο ή τα περιστατικά που τον θεμελιώνουν, αρκεί αυτή να μην αντίκειται σε απαγορευτική διάταξη νόμου (άρθρο 174 ΑΚ) ή στα χρηστά ήθη (άρθρο 178 ΑΚ) και να μην ασκείται καταχρηστικά (άρθρο 281 ΑΚ), οπότε είναι άκυρη (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 984/2019).

Στις διαρκείς, όμως, συμβάσεις με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στις οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων και οι συμβάσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής, η παράνομη, ή η άκαιρη, ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών (ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας), παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές, η ως άνω δε ερμηνευτική προσέγγιση στηρίζεται στην παραδοχή ότι ο εντολέας - αντιπροσωπευόμενος έχει δικαίωμα ελεύθερης ανάκλησης της εντολής, ενόψει της φύσης της εντολής ως σχέσης εμπιστοσύνης, η οποία, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 861/2025, ΑΠ 419/2018 , ΑΠ 697/2012, ΑΠ 163/2011, ΑΠ 390/2004), και τούτο ανεξαρτήτως του εάν η εντολή αφορά και στο συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου (ή τρίτου), σύμφωνα με το άρθρο 724 εδ.

β' ΑΚ, δεδομένου ότι σε κάθε σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, λόγω του αμφοτεροβαρούς της χαρακτήρα, η διαχείριση τον υποθέσεων του αντιπροσωπευόμενου αφορά και στο συμφέρον του αντιπροσώπου.

Συνεπώς, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί εγκύρως παραίτηση του εντολέα - αντιπροσωπευόμενου από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας (που αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου - αντιπροσώπου), δεν προκαλείται ακυρότητα της τυχόν ασκηθησόμενης από τον αντιπροσωπευόμενο τακτικής καταγγελίας, αλλά μόνο ενδοσυμβατική του ευθύνη, λόγω παράβασης συμβατικής του υποχρέωσης. Τα παραπάνω γίνονται δεκτά, αναφορικά με την εφαρμογή των διατάξεων των άρθρων 724 - 725 ΑΚ , και στην περίπτωση που η καταγγελία έγινε με σκοπό αθέμιτου ανταγωνισμού ή κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης του εντολέα ή με εκμετάλλευση της σχέσης οικονομικής εξάρτησης του εντολοδόχου από τον εντολέα, και επομένως δεν γεννάται δικαίωμα για τον εντολοδόχο να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης καθόσον όταν εκλείπουν οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, η καταγγελία επιφέρει σε κάθε περίπτωση τη λύση της σύμβασης (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 419/2018).

Περαιτέρω, ναι μεν η καταγγελία δεν επιδέχεται αίρεση, γιατί η προσθήκη αυτής δημιουργεί αβεβαιότητα ως προς τη μεταβολή της νομικής κατάστασης και την κατάργηση της έννομης σχέσης και δεν συμβιβάζεται με το χαρακτήρα αυτής ως διαπλαστικής δικαιοπραξίας, στην περίπτωση όμως που η προσθήκη αίρεσης δεν προκαλεί αβεβαιότητα στον αντισυμβαλλόμενο σχετικά με τη λήξη ή όχι της σύμβασης, δεν υπάρχει λόγος απαγόρευσης τέτοιας αίρεσης, όπως όταν η αίρεση είναι εξουσιαστική και εξαρτάται αποκλειστικά από τη βούληση του προς ον η καταγγελία- αντισυμβαλλόμενου και επομένως είναι έγκυρη η καταγγελία υπό τη διαλυτική, κατά το άρθρο 202 ΑΚ, αίρεση ότι ο αντισυμβαλλόμενος θα εγκρίνει πρόταση του καταγγέλλοντος για τροποποίηση των όρων της σύμβασης (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1322/2017, ΑΠ 217/2017), ενώ αποτελεί και θεμιτό τόπο επιδίωξης σύναψης νέας σύμβασης, στο μέτρο που ο καταγγέλλων έχει ούτως ή άλλως το δικαίωμα να καταγγείλει και να λύσει κατ' αυτόν τον τρόπο τη σύμβαση και αυτό δεν ασκείται καταχρηστικά (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 72/2019).

Μεταξύ των εφαρμοστέων αναλόγως διατάξεων του Π.Δ. 219/1991 στις συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι και αυτές του άρθρου 8 παρ. 3,4, 5 και 8 του Π.Δ. 219/1991, στις οποίες ορίζονται τα ακόλουθα:"3. Όταν η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας είναι αορίστου χρόνου, κάθε ένας από τους συμβαλλόμενους μπορεί να την καταγγείλει, με τήρηση ορισμένης προθεσμίας. 4.

Η προθεσμία καταγγελίας είναι ένας μήνας για το πρώτο έτος της σύμβασης, δύο μήνες από την αρχή του δεύτερου έτους, τρείς μήνες από την αρχή του τρίτου έτους, τέσσερις μήνες από την αρχή του τέταρτου έτους, πέντε μήνες από την αρχή του πέμπτου έτους και έξη μήνες από την αρχή του έκτου και τα επόμενα έτη 5.

Αν τα μέρη ορίσουν μεγαλύτερες προθεσμίες καταγγελίας από εκείνες που προβλέπονται από την παραγρ. 4 η προθεσμία καταγγελίας την οποία πρέπει να τηρήσει ο αντιπροσωπευόμενος δεν μπορεί να είναι μικρότερη από εκείνη που ισχύει για τον εμπορικό αντιπρόσωπο. 8. Η Σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας μπορεί να καταγγελθεί κατά πάντα χρόνο και χωρίς την τήρηση των προθεσμιών της παραγράφου 4 σε περίπτωση κατά την οποία ένα εκ των μερών παραλείψει την εκτέλεση του συνόλου ή μέρος των συμβατικών υποχρεώσεων καθώς και σε περίπτωση εκτάκτων περιστάσεων".

Συνεπώς σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, όταν η σύμβαση της εμπορικής αντιπροσωπείας, συνεπώς και η σύμβαση πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, είναι αορίστου χρόνου, οποιοσδήποτε των συμβαλλομένων μπορεί να την καταγγείλει, ελευθέρως, χωρίς αιτιολογία, με την τήρηση, όμως, της ορισμένης στο ανωτέρω άρθρο προθεσμίας.

Είναι προφανές ότι ο νομοθέτης, έχοντας υπόψη τις συνέπειες της τακτικής καταγγελίας της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας αορίστου χρόνου για τον εμπορικό αντιπρόσωπο, διαβάθμισε την προθεσμία αυτή, ανάλογα με τη διάρκεια της σύμβασης, αξιολογώντας ότι η κατ` ανώτατο όριο προθεσμία των έξι (6) μηνών είναι ικανή να προστατεύσει τα συμφέροντα του εμπορικού αντιπροσώπου.

Με την έννοια δε αυτή δεν καταλείπονται περιθώρια παρέκκλισης από τη νομοθετική αυτή ρύθμιση για την με συντομότερο χρόνο καταγγελία με την επίκληση παραβίασης διατάξεων άλλων νόμων, όπως του Ν. 146/1914 "περί αθέμιτου ανταγωνισμού", καθώς και των άρθρων 281, 288 ΑΚ (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1325/2019, ΑΠ 101/2018, ΑΠ 1441/2015), από δε τον σκοπό της διάταξης αυτής, που είναι η αποφυγή του αιφνιδιασμού του προς ον η καταγγελία, σαφώς συνάγεται ότι η καταγγελία μπορεί να καθορίζει μεγαλύτερο του ανωτέρου χρόνου για την λήξη της σύμβασης.

Η κατά τις ανωτέρω διατάξεις τακτική εκ μέρους του αντιπροσωπευόμενου καταγγελία της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπώς και πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, η οποία δεν απαιτεί αιτιολογία, δεν συνεπάγεται γι` αυτόν περαιτέρω επιζήμιες συνέπειες, εκτός αν συνιστά καταχρηστική, κατά το άρθρ. 281 του Α.Κ., άσκηση του δικαιώματός του, οπότε ναι μεν η καταγγελία δεν είναι άκυρη, όμως ο καταγγέλλων ευθύνεται έναντι του άλλου μέρους και μάλιστα τόσο συμβατικά, για παραβίαση, δηλαδή, της αντίστοιχης σύμβασης, όσο και εξωσυμβατικά, αφού η καταχρηστική καταγγελία συνιστά αδικοπραξία, κατά την έννοια των άρθρων 914 και 919 του Α.Κ. (ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1766/2009), που θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης ή και χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης κατά το άρθρο 932 του ίδιου Κώδικα, εφόσον βέβαια το άλλο μέρος υπέστη, εξ αιτίας της καταγγελίας, ζημία ή και ηθική βλάβη.

Αντίθετα, μόνο συμβατική ευθύνη απορρέει από την άκαιρη ή αντίθετη προς τη συμφωνία των μερών, αλλά όχι καταχρηστική, καταγγελία, η οποία, χωρίς και πάλι να είναι άκυρη, δημιουργεί, ωστόσο, για τον καταγγέλλοντα υποχρέωση αποζημίωσης του άλλου μέρους για τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 979/2014, ΑΠ 697/2012, ΑΠ 390/2004).

Η καταγγελία, πάντως, δεν είναι καταχρηστική, όταν η λύση της σύμβασης, στην οποία οδηγεί, εντάσσεται στις αντικειμενικά προβλέψιμες συναλλακτικές δυνατότητες του καταγγέλλοντος και δεν είναι άσχετη προς το καλώς νοούμενο συμφέρον της επιχείρησής του, ενώ και η τυχόν επωφελής για τα συμφέροντά του συμπεριφορά του άλλου μέρους δεν καθιστά την καταγγελία του καταχρηστική, αφού η συμπεριφορά αυτή του αντισυμβαλλομένου του εντάσσεται στο πλαίσιο της επιβαλλόμενης από το νόμο (άρθρο 288 του Α.Κ.) καλόπιστης απ` αυτόν εκπλήρωσης της παροχής του (ΟλΑΠ 12/2004, ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 1660/2024, ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1370/2019, ΑΠ 533/2016, ΑΠ 683/2010).

Εξάλλου, στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας συνεπώς και πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας, εφαρμόζονται, κατ` αναλογία και οι διατάξεις των άρθρων 713 επ. του ΑΚ περί εντολής, μεταξύ των οποίων και αυτή του άρθρου 725 ΑΚ, κατά την οποία ο εντολοδόχος έχει δικαίωμα να καταγγείλει την εντολή ελευθέρως και απεριορίστως κατά πάντα χρόνο χωρίς επίκληση λόγου ή θέση προθεσμίας, καθώς και αυτή του άρθρου 724 ΑΚ, στο εδ.

α' της οποίας ορίζεται ότι "ο εντολέας έχει δικαίωμα να ανακαλέσει την εντολή οποτεδήποτε", συνεπώς χωρίς να δεσμεύεται από χρονικούς ή άλλους περιορισμούς, εκτός αν συντρέχει περίπτωση καταχρηστικής άσκησης του δικαιώματος αυτού του εντολέα, οπότε ο εντολοδόχος έχει αξίωση αποζημίωσης από τη μη εκτέλεση της σύμβασης (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 881/2010), και στο εδ.

β' ότι "αντίθετη συμφωνία είναι άκυρη, εκτός αν η εντολή αφορά και το συμφέρον του εντολοδόχου ή τρίτου". Η ανάκληση της εντολής αποτελεί καταγγελία που ενεργεί για το μέλλον, ο δε νομοθέτης χρησιμοποιεί αυτόν τον όρο αντί του όρου καταγγελία λόγω του ατελούς αμφοτεροβαρούς χαρακτήρα της σύμβασης εντολής.

Το δικαίωμα πάντως προς ανάκληση ή καταγγελία της εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης που συνδέει τους συμβαλλόμενους, ασκείται μεν ελευθέρως, αλλά πάντοτε υπό τον περιορισμό του άρθρου 281 ΑΚ. Λόγω όμως της φύσης της σύμβασης εντολής, ως σχέσης εμπιστοσύνης, η ανάκληση ή η καταγγελία της, και αν ακόμα είναι καταχρηστική, δεν είναι ποτέ άκυρη, χορηγεί όμως στον εντολοδόχο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας που υπέστη από την ανάκληση ή την καταγγελία της εντολής, όχι όμως και να αξιώσει την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπουν πλέον οι προϋποθέσεις της σχέσης εμπιστοσύνης, που αξιώνει η άνω σύμβαση (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 804/2015, ΑΠ 390/2004, ΑΠ 849/2002).

ΙΙΙ) Σύμφωνα με το άρθρο 101 παρ. 1 και 2 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 81 της ΣΕΚ), το οποίο τυγχάνει άμεσης εφαρμογής από τον εθνικό δικαστή καθώς γεννά απευθείας δικαιώματα υπέρ των υποκειμένων δικαίου, τα οποία τα εθνικά δικαιοδοτικά όργανα οφείλουν να προστατεύουν (ΔΕΕ C-453/9 Courage σκ. 22, 23, ΔΕΕ C-282/95 Curin automobiles κατά Επιτροπής των Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων σκ. 39, ΔΕΕ C-127/73 BRT και Sabamm σκ. 14, 16, ΑΠ 1214/2025), "1.

Είναι ασυμβίβαστες με την εσωτερική αγορά και απαγορεύονται όλες οι συμφωνίες μεταξύ επιχειρήσεων, όλες οι αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων και κάθε εναρμονισμένη πρακτική, που δύνανται να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών και που έχουν ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού εντός της εσωτερικής αγοράς, και ιδίως εκείνες οι οποίες συνίστανται:

α) στον άμεσο ή έμμεσο καθορισμό των τιμών αγοράς ή πωλήσεως ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό ή στον έλεγχο της παραγωγής, της διαθέσεως, της τεχνολογικής αναπτύξεως ή των επενδύσεων, γ) στην κατανομή των αγορών ή των πηγών εφοδιασμού, δ) στην εφαρμογή άνισων όρων επί ισοδυνάμων παροχών, έναντι των εμπορικώς συναλλασσομένων, με αποτέλεσμα να περιέρχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, ε) στην εξάρτηση της συνάψεως συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσομένων, προσθέτων παροχών που εκ φύσεως ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν έχουν σχέση με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών. 2.

Οι απαγορευόμενες δυνάμει του παρόντος άρθρου συμφωνίες ή αποφάσεις είναι αυτοδικαίως άκυρες", ενώ την ίδια ακριβώς ρύθμιση προβλέπει και η διάταξη του άρθρου 1 παρ. 1 και 2 του ν. 3959/2021 "Προστασία του ελεύθερου ανταγωνισμού". Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 3 § 1 του Κανονισμού (ΕΚ) 1/2003 οσάκις οι αρχές ανταγωνισμού των κρατών μελών ή τα εθνικά δικαστήρια εφαρμόζουν την εθνική νομοθεσία ανταγωνισμού σε συμφωνίες, αποφάσεις ενώσεων επιχειρήσεων ή εναρμονισμένες πρακτικές κατά την έννοια του άρθρου 81 § 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 § 1 ΣΛΕΕ), οι οποίες είναι πιθανόν να επηρεάσουν το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, κατά την έννοια της διάταξης αυτής, οφείλουν να εφαρμόζουν επίσης το άρθρο 81 § 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ) στις εν λόγω συμφωνίες, αποφάσεις ή εναρμονισμένες πρακτικές.

Κατά συνέπεια, για την παράλληλη εφαρμογή του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, όταν μία υπόθεση κρίνεται από τα εθνικά δικαστήρια, πρέπει να συντρέχει το κριτήριο του επηρεασμού του ενδοκοινοτικού (νυν ενδοενωσιακού) εμπορίου. Κρίσιμη πάντως σε κάθε περίπτωση είναι η ερμηνεία που έχει δοθεί από το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, η οποία είναι δεσμευτική για το σύνολο των εθνικών δικαστηρίων και αρχών των κρατών μελών (ΔΕΕ C-8/08 - Mobile Netherlands BV κ.ά.

κατά Raad vanberstuurvande Nederlandse σκ. 50). Για την κατάφαση της ύπαρξης συμφωνίας κατά το άρθρο 101 ΣΛΕΕ απαιτείται η σύμπτωση βούλησης μεταξύ ανεξάρτητων οικονομικών οντοτήτων (ΔΕΕ C-74/2004 Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Volkswagen σκ .37). Μονομερείς συμπεριφορές δεν εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του ανωτέρου άρθρου(ΑΠ 1214/2025). Συμφωνία, κατά την έννοια του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, κρίθηκε από το ΔΕΕ ότι δεν μπορεί να βασίζεται σε εκδήλωση μιας μονομερούς πολιτικής ενός εκ των συμβαλλομένων, η οποία μπορεί να εφαρμοσθεί χωρίς τη συνδρομή ετέρου, αλλά προκειμένου να θεωρηθεί ότι έχει συναφθεί δια σιωπηρής αποδοχής, απαιτείται η σκοπούσα σε αποτέλεσμα στρεφόμενο κατά του ανταγωνισμού δήλωση βούλησης του ενός εκ των συμβαλλομένων να συνιστά πρόσκληση, ρητή ή έμμεση, στον έτερο συμβαλλόμενο προς πραγμάτωση από κοινού του σκοπού αυτού (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 Bundesverband der Arzneimittel-Importeure eV και Ευρωπαϊκή Επιτροπή κατά Bayer AG σκ. 101 και 102).

Μάλιστα, το γεγονός και μόνο ότι φαινομενικά μονομερείς συμπεριφορές μίας επιχείρησης, όπως ένα μέτρο που λαμβάνεται από τον παραγωγό, το οποίο έχει ως σκοπό ή ως αποτέλεσμα τον περιορισμό του ανταγωνισμού, εντάσσεται σε ένα πλέγμα διαρκών εμπορικών συμβατικών σχέσεων με τα πρόσωπα, προς τα οποία απευθύνεται (μεταπωλητές, διανομείς κ.α.), δεν αποδεικνύει ότι υφίσταται τέτοια συμφωνία (ΔΕΕ C-2 και C-3/2001 σκ. 141).

Απαιτείται επομένως, για να θεωρηθεί ότι μία φαινομενικά μονομερής συμπεριφορά, η οποία υιοθετήθηκε στο πλαίσιο των συμβατικών σχέσεων, συνεπάγεται στην πραγματικότητα συμφωνία μεταξύ επιχειρήσεων, υπό την έννοια του άρθρου 81 παρ. 1 ΣυνθΕΚ (νυν άρθρο 101 ΣΛΕΕ), η απόδειξη της ύπαρξης ρητής ή σιωπηρής συναίνεσης, εκ μέρους των λοιπών εταίρων, έναντι της υιοθετηθείσας μονομερούς συμπεριφοράς (ΔΕΕ C-450/2005 Automobile Peugeot κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 174 επ).

Περαιτέρω, σύμφωνα με την Ανακοίνωση της Ευρωπαϊκής Επιτροπής "Κατευθυντήριες γραμμές για τους κάθετους περιορισμούς" (2010/C 130/01), μεταξύ των κάθετων συμφωνιών που δεν εμπίπτουν κατά κανόνα στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 παρ. 1 ΣΛΕΕ, είναι οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας. Καθοριστικό δε κριτήριο για τον χαρακτηρισμό μιας συμφωνίας ως συμφωνίας εμπορικής αντιπροσωπείας κατά την εφαρμογή του άρθρου 101 § 1 (και αντιστοίχως του άρθρου 1 του ν.3959/2011) είναι ο χρηματοοικονομικός ή εμπορικός κίνδυνος που φέρει ο αντιπρόσωπος ως προς τις δραστηριότητες για τις οποίες έχει διοριστεί ως αντιπρόσωπος από τον αντιπροσωπευόμενο (ΓενΔΕΕ Τ-325/01 Damler Chrysler κατά Επιτροπής, ΔΕΕ C-217/05 Confederation Espanola κατά CESPA).

Υπάρχουν τρεις μορφές χρηματοοικονομικού ή εμπορικού κινδύνου που είναι κρίσιμες για να ορισθεί μια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας ενόψει της εφαρμογής του άρθρου 101 § 1 ΣΛΕΕ. Πιο συγκεκριμένα, για τους σκοπούς της εφαρμογής του άρθρου 101 § 1, η συμφωνία χαρακτηρίζεται ως γνήσια συμφωνία εμπορικής αντιπροσωπείας, εάν ο αντιπρόσωπος δεν φέρει κανέναν ή ασήμαντο μόνο κίνδυνο ως προς τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, ως προς τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος της δραστηριότητας και ως προς άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος.

Ωστόσο οι κίνδυνοι που απορρέουν από τη δραστηριότητα της παροχής υπηρεσιών εμπορικής αντιπροσωπείας γενικά, όπως ο κίνδυνος να εξαρτάται το εισόδημα του αντιπροσώπου από την επιτυχία του ως αντιπροσώπου ή από γενικές επενδύσεις σε εγκαταστάσεις ή προσωπικό για παράδειγμα, δεν είναι ουσιώδεις για την εκτίμηση αυτή (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 12-15).

Μια συμφωνία χαρακτηρίζεται συνεπώς κατά κανόνα ως συμφωνία αντιπροσωπείας, εφόσον ο αντιπρόσωπος δεν αποκτά κυριότητα επί των συμβατικών προϊόντων που αγοράζονται ή πωλούνται ή δεν παρέχει ο ίδιος τις υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση και εφόσον ο αντιπρόσωπος: α) δεν συμβάλλει στις δαπάνες για την προμήθεια/αγορά των αγαθών ή υπηρεσιών που αφορά ή σύμβαση, συμπεριλαμβανομένου του κόστους μεταφοράς των αγαθών, β) δεν διατηρεί με δικό του κόστος ή κίνδυνο αποθέματα των αγαθών, γ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη έναντι τρίτων για ζημίες που προκαλούνται από το πωλούμενο προϊόν (ευθύνη για το προϊόν), εκτός αν, ως αντιπρόσωπος, υπέχει ευθύνη για σχετικό ελάττωμα, δ) δεν αναλαμβάνει ευθύνη για τη μη εκτέλεση της σύμβασης από τον εκάστοτε πελάτη, με εξαίρεση των απώλεια της προμήθειας του αντιπροσώπου, εκτός αν υπάρχει υπαιτιότητα (πχ παράλειψη λήψης μέτρων ασφάλειας) ε) δεν έχει, άμεσα ή έμμεσα υποχρέωση να επενδύσει στην προώθηση των πωλήσεων, στ) δεν πραγματοποιεί ειδικές για την αγορά επενδύσεις σε εξοπλισμό, εγκαταστάσεις ή εκπαίδευση του προσωπικού, ζ) δεν ασκεί άλλες δραστηριότητες εντός της ίδιας αγοράς προϊόντος που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος (Κατευθυντήριες γραμμές, αρ. 16).

Εν ολίγοις για να κριθεί η έκταση του χρηματοοικονομικού και επιχειρηματικού κινδύνου που αναλαμβάνει ο αντιπρόσωπος κρίσιμοι είναι ιδίως, πρώτον, οι κίνδυνοι που συνδέονται άμεσα με τις συμβάσεις που συνάπτει ο αντιπρόσωπος, όπως η χρηματοδότηση αποθεμάτων, και, δεύτερον, οι κίνδυνοι που σχετίζονται με τις (κατά κανόνα μη ανακτήσιμες) επενδύσεις που απαιτούνται για την συγκεκριμένη μορφή δραστηριότητας, καθώς και οι συναφείς κίνδυνοι από την απαξίωση, φθορά, ή καταστροφή των πιο πάνω στοιχείων του ενεργητικού της επιχείρησης.

Αντιθέτως δεν φέρει κατ' αρχήν αξιόλογο επιχειρηματικό κίνδυνο, αν ο ρόλος του περιορίζεται στην προώθηση των πωλήσεων των προϊόντων του αντιπροσωπευόμενου με προμήθεια γιατί, στην περίπτωση αυτή, και ο εμπορικός του κίνδυνος περιορίζεται στον κίνδυνο απώλειας της προμήθειας, αν δεν πραγματοποιηθεί πώληση, χωρίς να διακινδυνεύει ίδιο κεφάλαιο.

Αν τους κινδύνους από την οικεία δραστηριότητα δεν τους φέρει ο ίδιος, αλλά ο εντολέας του, ο αντιπρόσωπος, ως μεσάζων, παρά την από νομικής άποψης αυτοτέλειά του, δεν λειτουργεί σε αυτή την σχετική αγορά ως ανεξάρτητη και αυτοτελής οικονομική οντότητα, αλλά ως ενιαία οικονομική μονάδα με τον αντιπροσωπευόμενο, υπό την έννοια δε αυτή "ενσωματώνεται" στην επιχειρηματική δομή του τελευταίου, ως εάν ήταν βοηθός εκπληρώσεως ή υπάλληλός του, υποχρεούμενος να ενεργεί σύμφωνα με τις εντολές, τις οδηγίες, και τις υποδείξεις του (ΓενΔΕΕ Τ 325/01,Daimler Chrysler κατά Επιτροπής σκέψεις 81-116 επ, ΔΕΕ C-217/05, Confederation Espanola κατά CESPA σκέψεις 34-66 επ.

ΑΠ 1214/2015, ΣΤΕ 2341/2018).

Στην περίπτωση συμφωνιών εμπορικής αντιπροσωπείας καμία από τις υποχρεώσεις που επιβάλλονται στον αντιπρόσωπο σχετικά με τις συμβάσεις που συνάπτει ή/και διαπραγματεύεται για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου δεν εμπίπτει στο πεδίο εφαρμογής του άρθρου 101 § 1, οι δε ακόλουθες υποχρεώσεις από την πλευρά του εμπορικού αντιπροσώπου θεωρούνται ότι αποτελούν αναπόσπαστο μέρος μιας σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας:

α) περιορισμοί όσον αφορά την εδαφική περιοχή εντός της οποίας μπορεί να πωλήσει τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, β) περιορισμοί σχετικά με τους πελάτες προς τους οποίους μπορεί να πωλεί τα εκάστοτε αγαθά ή τις υπηρεσίες ο αντιπρόσωπος, γ) τιμές και όροι πώλησης ή αγοράς των εκάστοτε αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο (Κατευθυντήριες Γραμμές, αρ. 18).

Όμως αν, εκτός από τη ρύθμιση των όρων πώλησης ή αγοράς των συμβατικών αγαθών ή υπηρεσιών από τον αντιπρόσωπο για λογαριασμό του αντιπροσωπευόμενου, οι συμφωνίες εμπορικής αντιπροσωπείας περιέχουν διατάξεις με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο (διατάξεις προώθησης ενός μόνου σήματος) ή με τις οποίες απαγορεύεται στον αντιπρόσωπο να ενεργεί ως αντιπρόσωπος ή διανομέας επιχειρήσεων που ανταγωνίζονται τον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λήξη της σύμβασης, οι οποίες αφορούν τον διασηματικό ανταγωνισμό, οι διατάξεις αυτές, στην περίπτωση που ο αντιπρόσωπος συνιστά χωριστή επιχείρηση από τον αντιπροσωπευόμενο, μπορεί να συνιστούν παραβίαση του άρθρου 101 § 1 ΣΛΕΕ, αν οδηγούν η συντελούν σε (σωρευτικό) αποκλεισμό της σχετικής αγοράς στην οποία πωλούνται ή αγοράζονται τα αγαθά ή οι υπηρεσίες που αφορά η σύμβαση.

Οι εν λόγω διατάξεις μπορεί να τύχουν απαλλαγής κατά κατηγορία, ιδίως εφόσον πληρούνται οι προϋποθέσεις που προβλέπει το άρθρο 5 του σχετικού Κανονισμού ΕΕ 330/2010. Μπορούν επίσης να δικαιολογηθούν σε μεμονωμένες περιπτώσεις για λόγους βελτίωσης της αποτελεσματικότητας βάσει του άρθρου 101 § 3, κατά τα αναφερόμενα στις παρ. 144-148 των Κατευθυντήριων Γραμμών (Κατευθυντήριες Γραμμές αρ. 19).

Πάντως για να απαγορευθεί βάσει του άρθρου 101 ΣΛΕΕ μία συμφωνία ή μεμονωμένος όρος αυτής θα πρέπει να ελέγχεται, αν πράγματι ο ανταγωνισμός είτε παρεμποδίστηκε είτε περιορίστηκε είτε νοθεύτηκε αισθητά (ΔΕΕ C 8/2008 T mobile Netherlands σκ 28 και 30, ΔΕΕ C 501, 513, 515, 519 /2006 GlaxoSmithKline κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 55, ΑΠ 1214/2025) και να λαμβάνεται υπόψη το συγκεκριμένο πλαίσιο εντός του οποίου αυτή αναπτύσσει τις συνέπειες της και ειδικότερα, το οικονομικό και νομικό πλαίσιο εντός του οποίου αναπτύσσουν τη δράση τους οι οικείες επιχειρήσεις, τη φύση των υπηρεσιών τις οποίες αφορά η συμφωνία, καθώς και τους πραγματικούς όρους λειτουργίας και τη διάρθρωση της αγοράς (ΔΕΕ C 234/1989 S. D. v Henninger Brau AG σκ. 14), αλλά και τα δυνητικά αποτελέσματα επί του ανταγωνισμού (ΔΕΕ C 238/2005 Asnef-Equifax Servicios, v Credito σκ . 50, ΑΠ 1214/2025).

Αξιολογείται ειδικότερα, αν σε περίπτωση μη εφαρμογής της επίμαχης συμφωνίας θα υφίσταντο πραγματικές και συγκεκριμένες δυνατότητες διείσδυσης στην αγορά ενός ανταγωνιστή και μάλιστα η είσοδος του δυνητικού ανταγωνιστή (ορισμός του οποίου προβλέπεται στον Κανονισμό 330/2010 στην παρ. 1γ του άρθρου 1 ως "οι επιχειρήσεις οι οποίες, αν δεν υπήρχε η κάθετη συμφωνία, κατά πάσα πιθανότητα θα αναλάμβαναν, με ρεαλιστικό σχεδίασμά και όχι ως θεωρητικό ενδεχόμενο, σε περίπτωση μικρής αλλά μόνιμης αύξησης των σχετικών τιμών, εντός σύντομης χρονικής περιόδου, τις απαραίτητες συμπληρωματικές επενδύσεις ή άλλο απαραίτητο κόστος μετατροπής προκειμένου να εισέλθουν στη σχετική αγορά") θα πρέπει να μπορεί να γίνει σε σύντομο χρονικό διάστημα (ΓενΔΕΕ Τ 461/2007 Visa Europe Ltd και Visa international Service κατά Ευρωπαϊκής Επιτροπής σκ. 166, 167,169, ΑΠ 1214/2025).

Περαιτέρω, σύμφωνα με το άρθρο 102 ΣΛΕΕ (από το πεδίο εφαρμογής του οποίου δεν προκύπτει ότι αποκλείονται οι σχέσεις μεταξύ αντιπροσώπου και αντιπροσωπευομένου στο πλαίσιο σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, ακόμη και αν εξαιρούνται από το πεδίο εφαρμογής των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 Ν.3959/2011, κατά τα παραπάνω - ΕπΑντ 237/ΙΙΙ/2003, ΦΕΚ /Β'653/2003, ΑΠ 1214/2025), απαγορεύεται, κατά το μέτρο που δύναται να επηρεάσει το εμπόριο μεταξύ κρατών μελών, η καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης τους εντός της εσωτερικής αγοράς ή σημαντικού τμήματός της, η κατάχρηση δε αυτή δύναται να συνίσταται ιδίως:

α) στην άμεση ή έμμεση επιβολή μη εύλογων τιμών αγοράς ή πώλησης ή άλλων όρων συναλλαγής, β) στον περιορισμό της παραγωγής, της διάθεσης ή της τεχνολογικής ανάπτυξης με ζημία των καταναλωτών, γ) στην εφαρμογή στο εμπόριο άνισων όρων για ισοδύναμες παροχές, έναντι των εμπορικώς συναλλασσόμενων, με αποτέλεσμα να περιέχονται αυτοί σε μειονεκτική θέση στον ανταγωνισμό, και δ) στην εξάρτηση της σύναψης συμβάσεων από την αποδοχή, εκ μέρους των συναλλασσόμενων, πρόσθετων παροχών, οι οποίες από τη φύση τους ή σύμφωνα με τις εμπορικές συνήθειες δεν συνδέονται με το αντικείμενο των συμβάσεων αυτών.

Η διαφοροποίηση ως προς το ζήτημα της ακυρότητας για την παράβαση του άρθρου 102 ΣΛΕΕ είναι κατανοητή, δεδομένου ότι η καταχρηστική συμπεριφορά δεν υλοποιείται μόνο μέσω της δικαιοπρακτικής οδού, αλλά και με άλλους τρόπους. Πανομοιότυπη διατύπωση έχει και το άρθρο 2 του ν.3959/2011, το οποίο απαγορεύει την καταχρηστική εκμετάλλευση από μία ή περισσότερες επιχειρήσεις της δεσπόζουσας θέσης στο σύνολο ή μέρος της αγοράς της Ελληνικής Επικράτειας, χωρίς όμως να προβλέπει ακυρότητα των σχετικών δικαιοπραξιών.

Η απουσία αστικής φύσης κύρωσης περί ακυρότητας των σχετικών πράξεων που συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, τόσο στη διάταξη του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 2 του ν.3959/2011, δεν αποτελεί ακούσιο κενό στο δίκαιο που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 § 2 του ν.3959/2011 και του άρθρου 101 § 2 ΣΛΕΕ, που προβλέπουν ως κύρωση την ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων των ενώσεων επιχειρήσεων (ΑΠ 1214/2025).

Συνεπώς, αφού το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ακυρότητα βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ δεν επέρχεται αυτοδίκαια από το ενωσιακό δίκαιο (ipso iure communitatis), αλλά πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε γενικά ως ακυρότητα της απαγορευμένης από το νόμο δικαιοπραξίας ή ειδικά ως ακυρότητα της δικαιοπραξίας που στοιχειοθετεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης(ΑΠ 1214/2015).

Εξάλλου, κατά το άρθρο 174 AK η ακυρότητα δικαιοπραξίας, της καταγγελίας περιλαμβανομένης (ΑΠ 1214/2015, ΑΠ 98/2004, ΑΠ 1431/2002) που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή, διότι ενδεχομένως τότε η απαγόρευση έχει άλλο στόχο. Στην περίπτωση δε δικαιοπρακτικών μέτρων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, δεν επέρχεται ως αστική συνέπεια η ακυρότητα κατ' άρθρο 174 AK, καθώς το άρθρο 2 του ν. 3959/2011 δεν αποδοκιμάζει την αντιανταγωνιστική δικαιοπραξία καθ' εαυτήν, αλλά τις συνθήκες σύναψής της και την εν γένει συμπεριφορά της δεσπόζουσας επιχείρησης, η οποία στο άρθρο 44 παρ. 2 του ίδιου νόμου τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη επισύρουσα χρηματική ποινή, ύψους 30.000 έως 300.000 ευρώ, η οποία συνεπώς θεμελιώνει αξίωση αποζημίωσης του θιγόμενου υπό τους όρους των άρθρων 914 επ. ΑΚ (ΑΠ 1214/2015, ΑΠ 387/2016, ΑΠ 1864/2014, ΑΠ 1286/2011).

Εξάλλου, συμπληρωματικά αναφέρεται ότι, όσον αφορά στην παράβαση του άρθρου 102, το άρθρο 103 παρ. 2 α' ΣΛΕΕ ορίζει ότι με τη θέσπιση των αναγκαίων κανονισμών και οδηγιών σκοπείται η εξασφάλιση της τήρησης των απαγορεύσεων που εισάγονται και με αυτή με την πρόβλεψη προστίμων και χρηματικών ποινών (ΑΠ 1214/2015).

IV) Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοσθεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοσθεί, ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοσθεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με εσφαλμένη εφαρμογή (Ολ.ΑΠ 7/2006, Ολ.ΑΠ 4/2005).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμου βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν.

Πηγή των ουσιαστικών κανόνων δικαίου μπορεί να είναι οποιοσδήποτε κανόνας της έννομης τάξης, άσχετα από την ιεραρχική του θέση. Έτσι, ο ουσιαστικού δικαίου κανόνας που παραβιάστηκε μπορεί να περιέχεται: α) Στο Σύνταγμα, β)στους γενικά παραδεδεγμένους κανόνες του διεθνούς δικαίου, που αποτελούν αναπόσπαστο μέρος του ελληνικού δικαίου με αυξημένη τυπική ισχύ (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι τα διεθνή έθιμα, γ)στις κυρωμένες με νόμο διεθνείς συμβάσεις (άρθ. 28 § 1 Συντ), όπως είναι η ΕΣΔΑ και τα Πρωτόκολλά της (ΟλΑΠ 7, 8/2006, ΑΠ 1214/2025), δ)στο δίκαιο της ΕΕ, πρωτότυπο και παράγωγο, δηλαδή στη Συνθήκη της ΕΕ, στο Χάρτη θεμελιωδών δικαιωμάτων της ΕΕ της 7.12.2000, όπως αναπροσαρμόστηκε στις 12.12.2007 (άρθ. 6 ΣΕΕ), στη Συνθήκη Λειτουργίας της ΕΕ και στους Κανονισμούς (άρθ. 288 ΣυνθΛΕΕ), που έχουν άμεση ισχύ (ΑΠ 1214/2025, ΑΠ 7/2009, ΑΠ 1404/2011) ή στις Οδηγίες, εφόσον οι τελευταίες περιέχουν κανόνες σαφείς και ορισμένους, χωρίς αιρέσεις και περιθώρια επιλογής, οπότε η παράλειψη του νομοθέτη να τις εκτελέσει εμπρόθεσμα συνεπάγεται την άμεση, από τη λήξη της προθεσμίας ισχύ της έναντι του κράτους και των κρατικών φορέων (κάθετη ισχύς) (ΟλΑΠ 19/2007, ΟλΑΠ 31/2009, ΟλΑΠ 23/1998, ΑΠ 1214/2025,), ε)στους νόμους που ψηφίζει η Βουλή, στους αναγκαστικούς νόμους, στα νομοθετικά διατάγματα και στις πράξεις νομοθετικού περιεχομένου κλπ.

Η υπουργική απόφαση, κανονιστικού περιεχομένου (ΑΠ 637/2017, ΑΠ 850/2004, ΑΠ 825/2004, ΑΠ 1605/ 1995), η οποία, για τη ρύθμιση των θεμάτων της, εκδίδεται επιτρεπτά στο πλαίσιο νομοθετικής εξουσιοδότησης που παρασχέθηκε νόμιμα, αποτελεί, υπό την προϋπόθεση δημοσίευσής της στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (ΑΠ 566/1995), κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ελέγχεται μέσω του άρθρου 559 αριθμ. 1 του ΚΠολΔ, όταν εσφαλμένα εφαρμόστηκε (ΑΠ 850/2004).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός πρέπει να καθορίζονται η συγκεκριμένη διάταξη του ουσιαστικού δικαίου, που παραβιάσθηκε και το αποδιδόμενο στο δικαστήριο νομικό σφάλμα περί την ερμηνεία και εφαρμογή της (Ολ.ΑΠ 20/2005, Ολ.ΑΠ 32/1996), αλλιώς ο λόγος αυτός είναι αόριστος και γι' αυτό απορριπτέος ως απαράδεκτος.

Στους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου, η παραβίαση των οποίων ιδρύει τον από τη διάταξη αυτή προβλεπόμενο λόγο, περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των άρθρων 173 και 200 Α.Κ., με τους οποίους ορίζεται ότι κατά την ερμηνεία της δήλωσης βουλήσεως αναζητείται η αληθινή βούληση χωρίς προσήλωση στις λέξεις, και ότι οι συμβάσεις ερμηνεύονται όπως απαιτεί η καλή πίστη, αφού ληφθούν υπόψη και τα συναλλακτικά ήθη και οι οποίοι εφαρμόζονται σε κάθε περίπτωση, κατά την οποία υπάρχει κενό στη δικαιοπραξία ή γεννιέται αμφιβολία για τη δήλωση βουλήσεως.

Μέσα από την εφαρμογή των διατάξεων αυτών θα ανευρεθεί και θα κατανοηθεί το πραγματικό περιεχόμενο μιας δικαιοπραξίας, κατά τρόπο ώστε τούτο να ανταποκρίνεται στην πραγματική θέληση των δικαιοπρακτούντων. Η προσφυγή στις διατάξεις αυτές προϋποθέτει την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία, που διαπιστώνεται κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη ουσιαστική κρίση του από το δικαστήριο, έστω και έμμεσα, οπότε, σε περίπτωση μη αναζήτησης του αληθινού περιεχομένου της δικαιοπραξίας βάσει των διατάξεων αυτών, ιδρύεται ο ως άνω λόγος αναίρεσης (Ολ.ΑΠ 26/2004, ΑΠ 862/2020).

Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων ότι το δικαστήριο διαπίστωσε ευθέως ή εμμέσως την ύπαρξη κενού ή αμφιβολίας στις δηλώσεις των συμβαλλομένων(ΑΠ 45/2019). Τέλος, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 106, 216 παρ. 1, 335, 337, 338 και 559 αριθ.1 και 8 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η αγωγή πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων που την θεμελιώνουν και δικαιολογούν την άσκησή της από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου.

Νομική βάση δεν είναι ανάγκη να περιέχει η αγωγή, τυχόν δε μνεία σ` αυτήν της υπαγωγής των πραγματικών περιστατικών που επικαλείται ο διάδικος για την θεμελίωσή της σε νομική διάταξη δεν δεσμεύει το δικαστήριο, το οποίο εφαρμόζει αυτεπάγγελτα το νόμο και προβαίνει στον προσήκοντα χαρακτηρισμό του αντικειμένου της αγωγής και από το περιεχόμενό της προσδίδει στην προβαλλόμενη με αυτήν έννομη σχέση την αρμόζουσα νομική έννοια, χωρίς να δεσμεύεται από τις απόψεις των διαδίκων (ΑΠ 73/2022, ΑΠ 1265/2019, ΑΠ 925/2017, ΑΠ 1752/2014, ΑΠ 734/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση, οι αναιρεσείοντες άσκησαν ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, κατά της αναιρεσίβλητης ανώνυμης εταιρείας ΟΠΑΠ Α.Ε. την από 20-2-2018 αγωγή τους, στην οποία εκθέτουν τα ακόλουθα, κρίσιμα για τον αναιρετικό έλεγχο, πραγματικά περιστατικά: Ότι δυνάμει εγγράφων συμβάσεων πρακτορείας αορίστου χρόνου, που σύναψαν με την εναγομένη, στις 29-4-2013 η πρώτη ενάγουσα(ήδη πρώτη αναιρεσείουσα), στις 22-4-2014 ο δεύτερος ενάγων(ήδη δεύτερος αναιρεσείων), στις 28-9-2009 η τρίτη και ο πέμπτος των εναγόντων(ήδη τρίτη και ο πέμπτος των αναιρεσειόντων), και στις 6-10-2016 η τέταρτη ενάγουσα(ήδη τέταρτη αναιρεσείουσα), είναι πράκτορες τυχερών παιγνίων της εναγομένης, των οποίων η οργάνωση, διεξαγωγή και διαχείριση έχει ανατεθεί κατ' αποκλειστικότητα από το Ελληνικό Δημόσιο σε αυτήν έως τις 12-10-2030 και έκτοτε δραστηριοποιούνται στον νομό Λαρίσης, έχοντας λάβει άδεια λειτουργίας πρακτορείου.

Ότι οι συμβάσεις συνάφθηκαν κατ' εφαρμογή του άρθρου 1 της ΥΑ 25.148/1999 και είχαν πανομοιότυπους όρους, όπως αναλυτικά εκτίθεται στην αγωγή, οι οποίοι προβλέπουν, μεταξύ άλλων, και τα ακόλουθα: α) ότι με τη σύμβαση παρέχεται άδεια πρακτόρευσης όλων των παιγνίων, που διεξάγει η ΟΠΑΠ στην Ελλάδα, ο πράκτορας δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα σε σχέση με τις ανατεθείσες από την ΟΠΑΠ δραστηριότητες, και η ΟΠΑΠ έχει πάντοτε τη δυνατότητα να αποφασίζει τη διακοπή των παιγνίων και των στοιχημάτων ή την οργάνωση νέων με βάση τα εκάστοτε δεδομένα της αγοράς(άρθρ. 1), ότι η σχέση μεταξύ τους έχει, λόγω της φύσης και του αντικειμένου της, έντονο προσωπικό και εμπιστευτικό χαρακτήρα, απαγορεύεται στον πράκτορα να συνεργάζεται με ανταγωνιστικές της ΟΠΑΠ επιχειρήσεις, η δε ΟΠΑΠ δεν αναλαμβάνει ευθύνη για την αποδοτικότητα του καταστήματος του πράκτορα (άρθρ. 2), β) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συμμορφώνεται με τις κατευθυντήριες γραμμές, προδιαγραφές και βασικούς κανόνες που ορίζει η ΟΠΑΠ για τη λειτουργία του δικτύου πρακτόρων αυτής και αναφέρονται, μεταξύ άλλων, στη διαρρύθμιση του καταστήματος, τις ώρες λειτουργίας του, την οικονομική και εμπορική του οργάνωση, την τιμολογιακή πολιτική και την αντιμετώπιση του παράνομου στοιχηματισμού (άρθρ. 5), ενώ υποχρεούται να παρακολουθεί ο ίδιος, και, αν το κρίνει σκόπιμο, και το τυχόν προσωπικό της επιχείρησής του τα επιμορφωτικά προγράμματα που πραγματοποιούνται από την ΟΠΑΠ για την αρχική εκπαίδευση και τη μετεκπαίδευση του πράκτορα (άρθρ. 9), γ) ότι η ΟΠΑΠ παρέχει στον πράκτορα όλο τον αναγκαίο τεχνικό εξοπλισμό, τον οποίο υποχρεούται να συντηρεί (άρθρ. 6), ενώ ο πράκτορας επιβαρύνεται μόνο με μέρος του κόστους χρήσης του εξοπλισμού που αφορά στον πάροχο τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης (άρθρ. 19, Παράρτημα IV παρ. 8), δ) ότι ο πράκτορας προσλαμβάνει προσωπικό με δικές του δαπάνες και ουδεμία συμβατική σχέση δημιουργείται μεταξύ του προσωπικού αυτού και της ΟΠΑΠ (άρθρ. 7), ε) ότι ο πράκτορας υποχρεούται σε εχεμύθεια για τις πληροφορίες που παρέχονται σε αυτόν και σχετίζονται με τη σύμβαση (άρθρ. 10), στ) ότι η ΟΠΑΠ δικαιούται να προβαίνει στον έλεγχο των νομίμων φορολογικών και λοιπών στοιχείων της επιχείρησης του πράκτορα (άρθρ. 12), ζ) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να συνεργάζεται αποκλειστικά με την ΟΠΑΠ ως προς τη διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, δύναται δε να ασκεί δραστηριότητα είσπραξης για λογαριασμό εταιριών ηλεκτρισμού, τηλεπικοινωνιών και ύδρευσης, η οποία δεν αναπτύσσεται σε περισσότερο από το 30% της επιφάνειας του καταστήματος, ενώ για οποιαδήποτε άλλη δραστηριότητα απαιτείται γραπτή έγκριση της ΟΠΑΠ (άρθρ. 13), η) ότι ο πράκτορας απαγορεύεται να προβαίνει σε ανταγωνιστικές πράξεις προς την ΟΠΑΠ, ως προς την οποία υπέχει υποχρέωση πίστης, κατά τα ειδικότερα αναφερόμενα στη σύμβαση (άρθρ. 14), θ) ότι η ΟΠΑΠ, προβαίνει με δικές της δαπάνες σε έκδοση ενημερωτικού και διαφημιστικού υλικού, το οποίο ο πράκτορας το χρησιμοποιεί κατά τις οδηγίες της και πρέπει να έχει στη διάθεση των ενδιαφερομένων στο πρακτορείο, ενώ κάθε προωθητική προβολή με πρωτοβουλία του πράκτορα απαιτεί έγκριση της (άρθρ. 15), ι) ότι ο πράκτορας υποχρεούται να παρέχει στους παίκτες πληροφορίες και ενημέρωση για τη διεξαγωγή των παιγνίων που προσφέρει η ΟΠΑΠ, να χορηγεί σε αυτούς δελτία συμμετοχής, να καταβάλει σε αυτούς τα κέρδη από τα παίγνια, εφόσον το επιτρέπει η ταμειακή του ρευστότητα και να δέχεται παράπονα πελατείας (άρθρ. 16, Παράρτημα IV παρ. 6), ια) ότι κατά την είσπραξη των χρημάτων από τους παίκτες ο πράκτορας ενεργεί ως άμεσος αντιπρόσωπος της εναγομένης (άρθρ. 17), ιβ) ότι ο πράκτορας λαμβάνει ως προμήθεια τα ποσοστά επί της παραγωγής του, όπως καθορίζονται από ειδικότερες κανονιστικές πράξεις και ειδικότερα Υπουργικές Αποφάσεις, που αναφέρονται στη σύμβαση, τα οποία παρακρατούνται από αυτόν άμεσα κατά τη διεξαγωγή κάθε παιγνίου (άρθρ. 18), ιγ) ότι η σύμβαση είναι αορίστου χρόνου και κάθε μέρος μπορεί να την καταγγείλει για σπουδαίο λόγο χωρίς προθεσμία, ως σπουδαίος λόγος καταγγελίας δε αναφέρονται ενδεικτικά περιπτώσεις, που σε σχέση με την ΟΠΑΠ συνδέονται κυρίως με την μη συμμόρφωση του πράκτορα με τις υποχρεώσεις του, ενώ ο πράκτορας μπορεί να καταγγείλει την σύμβαση και χωρίς σπουδαίο λόγο εντός προθεσμίας, που ορίζεται στη σύμβαση,(άρθρ. 23), ιδ) ότι μετά τη λύση της σύμβασης για οποιονδήποτε λόγο, ο πράκτορας απαγορεύεται να διενεργεί πράξεις ανταγωνισμού στο νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημά του, για χρονικό διάστημα ενός έτους, καθώς και να παραχωρήσει, να εκμισθώσει ή να υπεκμισθώσει τους χώρους του καταστήματος για χρήση ίδια ή παρεμφερή, άνευ γραπτής συναίνεσης της ΟΠΑΠ για τρία έτη (άρθρ. 26).

Ότι στις 7-12-2016 δημοσιεύτηκε στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως η υπ' αρ. 229/2/18-11-2016 απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ" (ΦΕΚ Β'3923/7-12-2016), η οποία έχει προσβληθεί με αίτηση ακύρωσης ενώπιον του Συμβουλίου της Επικρατείας από 11 σωματεία πρακτόρων και εκκρεμεί η έκδοση απόφασης.

Ότι η εναγόμενη, χρησιμοποιώντας ως πρόφαση τον Κανονισμό αυτό κατήγγειλε όλες τις συμβάσεις πρακτόρων της, που είχαν το ανωτέρω περιεχόμενο(χαρακτηριζόμενες ως συμβάσεις 2009), οι οποίες ανέρχονταν περίπου σε 4.500 συμβάσεις, μεταξύ των οποίων και τις συμβάσεις των εναγόντων, οι οποίες καταγγέλθηκαν στις 1-3-2017 για τις πρώτη, τρίτη και τέταρτη των εναγόντων, και στις 28-2-2017 για τους δεύτερο και πέμπτο τούτων, τα αποτελέσματα δε των καταγγελιών αυτών αναφέρθηκε στις καταγγελίες ότι θα επέρχονταν μετά την παρέλευση δώδεκα (12) μηνών από την επίδοση των καταγγελιών, οπότε και θα λυνόταν για τον καθένα η συμβατική σχέση, που έχει συνάψει με την εναγομένη.

Ότι με τις άνω καταγγελίες τους συγκοινοποιήθηκε και μία νέα σύμβαση με τυποποιημένους όρους, και τους γνωστοποιήθηκε ότι, σε περίπτωση που υπογράψουν τη νέα σύμβαση μέχρι τις 24-3-2017, η καταγγελία δεν θα ισχύσει και ο υπογράφων πράκτορας θα εξακολουθήσει να είναι πράκτορας της εναγομένης για αόριστο χρονικό διάστημα, ενώ η μεταξύ τους σχέση θα διέπεται από τους όρους της τελευταίας σύμβασης, η οποία τελεί σε εναρμόνιση με τη άνω σχετική απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) με τίτλο "Κανονισμός Πρακτόρων της ΟΠΑΠ ΑΕ".

Ότι με την καταγγελία αυτή η εναγομένη έθεσε το σύνολο των πρακτόρων της προ του εκβιαστικού διλήμματος, είτε να απολέσουν τις επιχειρήσεις τους, είτε να προσχωρήσουν σε μία προδιατυπωμένη από την εναγομένη σύμβαση με κατάφωρα παράνομο περιεχόμενο, το οποίο δεν θα υπέγραφε ούτε ένας εχέφρων άνθρωπος με ελεύθερη βούληση, δίλημμα στο οποίο υπέκυψαν τελικά οι περισσότεροι υφιστάμενοι πράκτορες, οι οποίοι υπέγραψαν την νέα σύμβαση, ενώ οι ενάγοντες είναι μεταξύ των πρακτόρων, που δεν υπέκυψαν στον εκβιασμό.

Α) Ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες ως αντίθετες στις διατάξεις των άρθρων 101 και 102 ΣΛΕΕ, 1 και 2 του ν. 3959/2011 περί προστασίας του ελεύθερου ανταγωνισμού, αλλά και των άρθρ. 174 και 179 ΑΚ, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) και η ακυρότητα αυτή έχει ως συνέπεια οι αξιώσεις τους να μη περιορίζονται αποκλειστικά στην αποκατάσταση της ζημίας, που υπέστησαν από την άκυρη καταγγελία των συμβάσεών τους, αλλά να τους χορηγείται το δικαίωμα να αξιώσουν την καταδίκη της εναγομένης στην τήρηση των υποχρεώσεών της, που απορρέουν από τις συμβάσεις αυτές, κατά τη διάταξη του άρθρου 946 ΚΠολΔ.

Ειδικότερα: α) Ότι τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρ. 101 ΣΛΕΕ, 1 του Ν. 3959/2011 και 174 ΑΚ, διότι στο πλαίσιο της καταγγελθείσας σύμβασης οι πράκτορες αυτοί αποτελούσαν ανεξάρτητες επιχειρήσεις και όχι αντιπροσώπους της εναγομένης και συνεπώς εφαρμόζονται οι διατάξεις και οι περιορισμοί του δικαίου του ανταγωνισμού, γιατί 1) η προμήθειά τους ήταν ανεξάρτητη των εσόδων της εναγομένης, διότι υπολογιζόταν επί του αντιτίμου, που καταβάλλει ο παίκτης για κάθε παίγνιο, ανεξάρτητα από την έκβασή του, δηλαδή ανεξάρτητα του εάν υπήρχε κέρδος για τον παίκτη και ζημία για την εναγόμενη και συνεπώς δεν ενεργούσαν ως εσωτερικό δίκτυο της εναγομένης, 2) η προμήθειά τους, καθώς και τα έσοδα της εναγομένης από τυχερά παίγνια, απαλλάσσονται από φόρο προστιθέμενης αξίας, 3) είχαν αναλάβει σημαντικό οικονομικό κίνδυνο, που αφορούσε: i) στην απόδοση των εισπράξεων στην εναγομένη, ακόμη και στην περίπτωση απώλειάς τους λόγω κλοπής ή ληστείας, ii) στην υποχρέωση χορήγησης εγγυητικής επιστολής στην εναγομένη για τη διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια, μονομερώς καθοριζόμενα από την εναγομένη και για την εξασφάλισή της για την εκ μέρους του παίκτη καταβολή του αντιτίμου του παιγνίου, ίίί) στην καθημερινή διαβίβαση από την εναγόμενη στην τράπεζα, όπου τηρείτο ο λογαριασμός κάθε πράκτορα, των ποσών που έπρεπε να χρεωθεί ή να πιστωθεί ο λογαριασμός του (πωλήσεις μείον προμήθεια μείον τα πληρωθέντα κέρδη σε παίκτες), iν) στην αδυναμία ακύρωσης των συμμετοχών στο παίγνιο "Στοιχηματισμός επί γεγονότων σε εξέλιξη-Πάμε Στοίχημα Live", με συνέπεια, σε περίπτωση εσφαλμένου χειρισμού ή εμπλοκής του μηχανογραφικού συστήματος, η άρνηση του παίκτη να καταβάλει την αξία της συμμετοχής να επιβαρύνει τον πράκτορα, ν) στην ανάληψη από τους πράκτορες του κινδύνου των αδιάθετων αποθεμάτων για την περίπτωση της μη διάθεσης του συνόλου των λαχνών πέντε μερίδων του Λαϊκού Λαχείου, το κόστος των οποίων επιβαρύνεται ο πράκτορας από θυγατρική της εναγομένης, vi) στην οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα από πρωτοβουλίες για την προώθηση των παιγνίων, όπως στην περίπτωση προώθησης Ομαδικών Συστημάτων (δελτίων υψηλής αξίας συμμετοχής επιμεριζόμενων σε περισσότερες μερίδες), των οποίων οι μερίδες μένουν αδιάθετες, νii) στη συμμετοχή του πράκτορα στα έξοδα μεταφοράς των δελτίων συμμετοχής στα παίγνια, με τη μεταφορά τους με ίδια μέσα από τα κεντρικά σημεία κάθε νομού, όπου αποστέλλονται από την εναγόμενη, προς το πρακτορείο, viii) στο κόστος εκτύπωσης από το διαδίκτυο των μεταβαλλομένων από την εναγόμενη αποδόσεων κέρδους των προσφερομένων στοιχημάτων για αθλητικά γεγονότα, προκειμένου να καταστούν προσιτά στο κοινό, με συνέπεια να είναι άχρηστες οι έντυπες εκδόσεις, που χορηγεί η εναγόμενη, ix) στη συμμετοχή του πράκτορα στο 65% του κόστους της τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης με το Κεντρικό Μηχανογραφικό Σύστημα της εναγόμενης, x) στη συμμετοχή στη διαφημιστική δαπάνη μέσω της υποχρέωσης του πράκτορα να ενημερώνει προφορικά τους παίκτες άλλων παιγνίων για το παιχνίδι ΚΙΝΟ και να προμηθεύεται με δαπάνες του εξοπλισμό για τη διεξαγωγή του, ενώ η εναγόμενη του προσφέρει επωφελείς επιλογές για την αγορά του εξοπλισμού, xi) στην υποχρέωση του πράκτορα να συνάπτει συνδρομές με πλατφόρμες OTE TV και NOVA, μέσω αντίστοιχης κεντρικής συμφωνίας της εναγόμενης με τις εταιρίες αυτές, επιβαρυνόμενος με τη σχετική δαπάνη, 4) ότι και στην προταθείσα νέα σύμβαση προβλέπεται ρητά ότι ο πράκτορας ασκεί ανεξάρτητη επιχείρηση, φέρει τους κινδύνους από τη λειτουργία του πρακτορείου και βαρύνεται με το σύνολο των δαπανών λειτουργίας και ανακαίνισής του, καθώς και το κόστος χρήσης του εξοπλισμού που χορηγεί η εναγόμενη και το κόστος μετεγκατάστασης σε περίπτωση σχετικής απαίτησης της εναγόμενης.

Ότι οι ως άνω καταγγελίες των συμβάσεων όλου του δικτύου των πρακτόρων της εναγομένης συνιστούν έμμεσο περιορισμό του ανταγωνισμού, γιατί με αυτές η εναγόμενη δε επεδίωξε να προβεί σε εναρμόνιση των συμβάσεων με τον ανωτέρω Κανονισμό της 7-12-2016, όπως ισχυρίζεται, αλλά αντίθετα επεδίωξε να αντικαταστήσει την ισχύουσα σύμβαση κάθε πράκτορα με μονομερώς προδιατυπωμένη από αυτήν σύμβαση, που περιέχει στο άρθρο 13 αυτής περιοριστικές του ανταγωνισμού ρήτρες, ήτοι:

α) την απαγόρευση ανταγωνισμού κατά τη διάρκεια της σύμβασης, δηλαδή ακόμα και μετά την παύση ισχύος του προβλεπόμενου νομοθετικά μονοπωλίου της εναγομένης στην διεξαγωγή τυχερών παιγνίων, και την απαγόρευση συμμετοχής του πράκτορα ως μετόχου σε ανταγωνιστική εταιρία, τόσο έναντι της εναγομένης και των συνδεδεμένων με αυτήν εταιριών, όσο και έναντι των τρίτων προσώπων, τις υπηρεσίες των οποίων επιλέγει η εναγόμενη για την παροχή υπηρεσιών, που σχετίζονται με το αντικείμενο της σύμβασης, β) την απαγόρευση ανταγωνισμού μετά τη λύση της σύμβασης για ένα έτος και για τον νομό, όπου βρίσκεται το κατάστημα του πράκτορα και γ) την απαγόρευση άσκησης μη ανταγωνιστικής δραστηριότητας κατά τη διάρκεια της σύμβασης χωρίς προηγούμενη άδεια της εναγόμενης.

Ότι επίσης οι καταγγελίες των συμβάσεων συνιστούν και καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης, που κατέχει η εναγομένη στην αγορά τυχερών παιγνίων, αφού αυτές είναι το όχημα της επιβολής στο σύνολο των πρακτόρων της καταχρηστικών όρων στις συμβάσεις, χωρίς προηγούμενη διαπραγμάτευση με τους πράκτορες, τους οποίους όρους αυτοί υποχρεούνται να αποδεχθούν, αν επιθυμούν να επιβιώσουν επαγγελματικά, με αποτέλεσμα να τυγχάνουν εφαρμογής οι διατάξεις των άρθρ. 102 ΣΛΕΕ, 2 του ν. 3959/2011 και 174, 179 ΑΚ, οι όροι δε αυτοί, πέραν των ανωτέρω αναφερθέντων για την απαγόρευση ανταγωνισμού είναι και οι όροι της προτεινόμενης σύμβασης, που προβλέπουν α) την υποχρέωση συνεργασίας με τρίτα πρόσωπα, επιλογής της εναγόμενης, για την παροχή υπηρεσιών προς το κοινό, που δεν έχουν σχέση με τα τυχερά παίγνια (λ.χ.

υπηρεσίες κινητής τηλεφωνίας, ταχυδρομικών υπηρεσιών), τόσο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, όσο και μετά το τέλος αυτής, με κύρωση την καταγγελία της σύμβασης, σε περίπτωση άρνησής τους, άγοντας σε άκυρη και κατά το άρθρο 179 ΑΚ υπέρμετρη δέσμευση των πρακτόρων β) τη δυνατότητα της εναγόμενης να μη διοργανώνει ούτε ένα παίγνιο, γ) την υποχρέωση συμμόρφωσης με τις εκάστοτε πολιτικές της εναγόμενης, που καθορίζονται μονομερώς από αυτή, με κύρωση μη συμμόρφωσης την καταγγελία της σύμβασης για σπουδαίο λόγο, δ) την αφαίρεση παιγνιομηχανημάτων από συγκεκριμένα πρακτορεία τύπου ΣΤ', στην περίπτωση που δεν επιτευχθεί ο τιθέμενος μονομερώς από την εναγόμενη στόχος, ε) την υποχρέωση του πράκτορα να διαφημίζει τα παίγνια της εναγόμενης, ακόμη και αν δεν τα παρέχει αυτός, στ) τον υπολογισμό της προμήθειας των πρακτόρων κατά τρόπο που θα οδηγήσει σε μείωση του ετήσιου ποσοστού αποζημίωσης, με βάση τις προβλέψεις για τις προμήθειες των ετών 2017-2021, που για να διατηρήσουν το υφιστάμενο ύψος αποζημίωσης πρέπει συνολικά οι πράκτορες να κατορθώσουν αύξηση πωλήσεων κατά 3,4 δισεκατομμύρια ευρώ και ζ) την απαγόρευση μίσθωσης από τον πράκτορα του καταστήματος σε τρίτο για την άσκηση της ίδιας ή παρεμφερούς δραστηριότητας άνευ της άδειας της εναγόμενης για δυο έτη μετά τη λύση της σύμβασης.

Ότι για αυτούς τους λόγους οι ένδικες καταγγελίες, που καταλαμβάνουν το σύνολο της Ελληνικής Επικράτειας και επηρεάζουν το ενωσιακό εμπόριο, ασκήθηκαν κατά παράβαση των άνω διατάξεων, γιατί έγιναν για να πιεστούν οι πράκτορες να υπογράψουν νέα σύμβαση με τους ως άνω όρους. Β) Ότι οι καταγγελίες ως τακτικές καταγγελίες είναι άκυρες και γιατί, σύμφωνα με τις επίδικες και επονομαζόμενες συμβάσεις 2009, οι οποίες είχαν συναφθεί σύμφωνα με τον έχοντα κανονιστική ισχύ Κανονισμό της εναγομένης, που θεσπίστηκε με την ΥΑ 25148/1999, η εναγομένη είχε δικαίωμα να καταγγείλει τη σύμβαση μόνο με έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο, σύμφωνα με τους όρους των άρθρων 8 και 23 του Κανονισμού αυτού, που ίσχυε κατά τον χρόνο σύναψης των συμβάσεων των εναγόντων και αποτελούσε και περιεχόμενο των συμβάσεών τους, ο οποίος εξακολουθούσε να τις διέπει και μετά την κατάργησή της ΥΑ 25148/1999 με το άρθρο 47 παρ. 2 Ν. 3905/2010, αφού η κατάργηση αυτή δεν μπορεί να έχει αναδρομική ισχύ, σύμφωνα με τα άρθρα 4, 17 του Συντάγματος και 6 παρ. 1 της Ευρωπαϊκής Σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου(ΕΣΔΑ) και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου αυτής, και εν προκειμένω, οι καταγγελίες τους από την εναγόμενη δεν στηρίζονται σε σπουδαίο λόγο από τους περιοριστικά αναφερομένους στο άρθρο 8 του Κανονισμού.

Σε κάθε περίπτωση από το άρθρο 23 της σύμβασης 2009, που έχουν υπογράψει οι ενάγοντες, η οποία ήταν αποτέλεσμα διαπραγματεύσεων της εναγομένης με το συνδικαλιστικό όργανο των πρακτόρων της, ερμηνευόμενη σύμφωνα με τα άρθρα 173 και 200 ΑΚ, προκύπτει ότι η εναγομένη στο άρθρο 23 παραιτήθηκε από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας της σύμβασης, το οποίο χορηγήθηκε μόνο στους πράκτορες και συνεπώς οι επίδικες καταγγελίες δε παράγουν αποτέλεσμα και δεν έχουν επιφέρει την λύση των συμβάσεων, ενώ η παραίτηση αυτή δεν είναι άκυρη, γιατί δε εφαρμόζονται οι διατάξεις του Π.Δ. 219/1991, αφού οι συμβάσεις δεν αποτελούν συμβάσεις εμπορικής αντιπροσωπείας, ούτε δε εφαρμόζεται η παρ. 2 του άρθρου 724 ΑΚ περί εντολής, γιατί εδώ η σύμβαση αφορά εκτός από το συμφέρον της εναγομένης και το συμφέρον των ιδίων.

Γ) Ότι στην περίπτωση που θεωρηθούν ως έκτακτες οι καταγγελίες είναι άκυρες, α) λόγω έλλειψης σπουδαίου λόγου, αφού τέτοιος δεν μπορεί να θεωρηθεί η επικαλούμενη στις καταγγελίες υποχρέωση της εναγομένης να συμμορφωθεί στο Κανονισμό του 2016, και β) άλλως λόγω απόσβεσης του δικαιώματος λόγω παρέλευσης προθεσμίας δύο μηνών από την επέλευση του γεγονότος που αποτέλεσε σπουδαίο λόγο κατά το άρθρο 23 της ισχύουσας σύμβασης.

Δ) Ότι σε κάθε περίπτωση, οι καταγγελίες είναι άκυρες επειδή το δικαίωμα καταγγελίας ασκήθηκε καταχρηστικά, διότι α) είχε ως σκοπό να τους εξαναγκάσει στην προσχώρηση στη νέα σύμβαση πρακτόρευσης του 2017, το περιεχόμενο της οποίας έχει διατυπωθεί μονομερώς από την εναγόμενη, β) μεταβάλλει τον τρόπο υπολογισμού των προμηθειών των πρακτόρων εις βάρος τους, μειώνοντας την προμήθειά τους, γ) στη νέα σύμβαση προβλέπονται οι υποχρεώσεις του πράκτορα i)να μετεγκαταστήσει το πρακτορείο, εφόσον το απαιτήσει η εναγόμενη, χωρίς να αναλάβει αυτή το κόστος μετεγκατάστασης και χωρίς αποζημίωση, ii) να ανακαινίσει το πρακτορείο ή να μεταβάλει τον τύπο του με δικά του έξοδα και iii) να καλύψει το κόστος τηλεπικοινωνιακής υποδομής και να εκπαιδεύει τους πελάτες στη διαδικτυακή διεξαγωγή των παιχνιδιών της εναγόμενης, δ) με τη νέα σύμβαση η εναγόμενη δικαιούται να μοιράζει σε κάθε πρακτορείο όποια και όσα παιχνίδια επιθυμεί, προβλέπονται σε αυτήν περισσότεροι λόγοι καταγγελίας χωρίς αποζημίωση και ορίζεται ότι ο πράκτορας συμφωνεί εκ των προτέρων με οποιαδήποτε μεταβολή που θα επιφέρει μονομερώς η εναγόμενη, ενώ καταργείται η πρόβλεψη ότι οι πράκτορες αποτελούν το μοναδικό φυσικό δίκτυο της εναγομένης, καθώς και η υποχρέωση ισότιμης μεταχείρισης τους, ε) απορρίφθηκαν από την εναγόμενη τροποποιήσεις με προσθήκη παραρτήματος στην ισχύουσα σύμβαση τις οποίες είχε προτείνει το συνδικαλιστικό τους όργανο, στ) η εναγόμενη είχε προδιαγράψει τις καταγγελίες και, κατόπιν, πίεσε με απειλές για την υπογραφή της νέας σύμβασης χωρίς να έχουν γίνει διαπραγματεύσεις, ζ) οι καταγγελίες χρησιμοποιήθηκαν για να επιβάλουν μονομερώς τους δυσμενείς όρους της νέας σύμβασης, υπό το πρόσχημα συμμόρφωσης με τις απαιτήσεις του νέου "Κανονισμού Πρακτόρων", που θεσπίστηκε με απόφαση της Επιτροπής Εποπτείας και Ελέγχου Παιγνίων (ΕΕΕΠ) και τροποποιήθηκε με απόφαση της τελευταίας, χωρίς να είναι απαραίτητη τέτοιου είδους προσαρμογή και χωρίς διαπραγμάτευση με το συνδικαλιστικό τους όργανο και παρά τις έντονες αντιδράσεις του τελευταίου και η)για χρονικό διάστημα 8 ετών δεν είχε προβεί σε καμία καταγγελία για λόγο διαφορετικό από τους προβλεπόμενους στην άνω ΥΑ, με συνέπεια να δημιουργηθεί δικαιολογημένη πεποίθηση στους πράκτορες ότι οι συμβάσεις τους δύνανται να καταγγελθούν μόνο για τους περιοριστικά αναφερόμενους σπουδαίους λόγους.

Με βάση τα ανωτέρω, οι ενάγοντες ζητούν να αναγνωριστεί η ακυρότητα των εγγράφων καταγγελιών των συμβάσεών τους και να υποχρεωθεί η εναγομένη να εκπληρώνει το σύνολο των υποχρεώσεών της που απορρέουν από αυτές, να καταδικαστεί η εναγόμενη σε χρηματική ποινή 50.000 ευρώ για κάθε ημέρα λειτουργίας του πρακτορείου, κατά την οποία παραβιάζει τις υποχρεώσεις της από τις ισχύουσες συμβάσεις, να υποχρεωθεί να τους αντιμετωπίζει ισότιμα με τους λοιπούς πράκτορες και να ανεχθεί την υπάρχουσα συμμετοχή τους στα υφιστάμενα προγράμματα τηλεπικοινωνιακών συνδέσεων και τηλεοπτικών μεταδόσεων, όπως έπραττε μέχρι τις καταγγελίες, να υποχρεωθεί να διατηρεί τον υφιστάμενο εξοπλισμό των πρακτορείων για τη διεξαγωγή των παιγνίων, να υποχρεωθεί να μην επιτρέπει τη λειτουργία νέου πρακτορείου περιμετρικά των πρακτορείων των εναγόντων σε ακτίνα μικρότερη των 200 μέτρων, ούτε καθ' υπέρβαση της αναλογίας ένα πρακτορείο ανά 3.500 κατοίκους, όπως προβλέπεται στις συμβάσεις, να υποχρεωθεί να ανεχθεί την από τους ενάγοντες επιλογή του προσωπικού των πρακτορείων τους στο πλαίσιο των υφισταμένων κανονιστικών ρυθμίσεων και να απειληθεί χρηματική ποινή κατά της εναγομένης 100.000 ευρώ για κάθε παραβίαση των άνω υποχρεώσεων παράλειψης και ανοχής.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο απέρριψε την αγωγή, κατά ένα μέρος ως μη νόμιμη και κατά το λοιπό μέρος, που εδράζεται στην κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, ως ουσιαστικά αβάσιμη, επί δε της εφέσεως που άσκησαν οι αναιρεσείοντες, εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, με την οποία απορρίφθηκε συνολικά η αγωγή ως μη νόμιμη, με την ακόλουθη αιτιολογία: "Οι καταγγελθείσες συμβάσεις πρακτορείας διέπονται από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες διατάξεις του π.δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του ΑΚ περί εντολής, καθώς προκύπτει ότι η διαμεσολαβητική δραστηριότητα των εναγόντων ως πρακτόρων προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών και ταυτίζεται μ' αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δεδομένου ότι με τις καταγγελθείσες συμβάσεις είχαν αναλάβει υποχρεώσεις ανάλογες με του εμπορικού αντιπροσώπου (σύναψη συμβάσεων αναφορικά με τη διεξαγωγή παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης κατ' αποκλειστικότητα, παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασης, τήρηση επαγγελματικού απορρήτου, εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγόμενης) και η επιχείρησή τους κατέστη αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης.

Σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή και την αναφερόμενη σύμβαση πρακτόρευσης του 2009 όλοι οι πράκτορες αποτελούσαν βοηθητικά όργανα της εναγόμενης για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων, που διοργανώνει, ενσωματωμένα στην δραστηριότητά της ως μέλη ενός πανελλήνιου δικτύου, που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, και είχαν την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική της πολιτική, χωρίς να αναλαμβάνουν σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχομένων στους πελάτες-παίκτες υπηρεσιών της εναγόμενης, με τη διενέργεια επενδύσεων ή με άλλες δραστηριότητες που είχε η εναγόμενη στην ίδια αγορά, δεδομένου ότι:

α) η αμοιβή τους, ως προμήθεια επί του καταβαλλόμενου από τους παίκτες αντιτίμου, δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση της παροχής της εναγόμενης, β) υποχρεούντο σε συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγόμενη για τη λειτουργία του δικτύου, μεταξύ άλλων και για την τιμολογιακή πολιτική, γ) η παροχή και η συντήρηση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού για την παροχή υπηρεσιών της εναγόμενης αποτελούσε υποχρέωσή της, η οποία παρείχε και τα δελτία συμμετοχής στα παίγνια, δ) η εναγόμενη είχε αναλάβει το κόστος διαφήμισης και εκπαίδευσης των πρακτόρων, ε) κατά την είσπραξη χρημάτων από τους παίκτες κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος, ενώ ρητά προβλέπεται ότι δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ως προς τις υπηρεσίες παροχής παιγνίων.

Ειδικότερα: α) η ανεξαρτησία των προμηθειών που δικαιούντο οι πράκτορες από το ύψος των κερδών της εναγομένης δεν συνεπάγεται ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου από αυτούς, β) η προνομιακή φορολογική μεταχείριση της προμήθειας και δη η απαλλαγή από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, επιβεβαιώνει την οικονομική ταύτισή τους με την επιχείρηση της εναγόμενης, που απολαμβάνει το ίδιο προνόμιο, γ) δεν προκύπτει ανάληψη ουσιώδους ή σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες, ήτοι κινδύνου που απορρέει ί) από τις συμβάσεις που μεσολαβεί ο μεσάζων, ii) από τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος δραστηριότητας και iii) από άλλες δραστηριότητες που απαιτεί ο αντιπροσωπευόμενος να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος, καθώς οι αγωγικοί ισχυρισμοί είτε αφορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή περιπτώσεις πταίσματος του πράκτορα (απώλεια εισπράξεων, διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια και μη καταβολή αντιτίμου από τους παίκτες για τα επιπλέον ποσά, εσφαλμένος χειρισμός ή εμπλοκή συστήματος στο αναφερόμενο παίγνιο "Πάμε Στοίχημα Live", επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων μερίδων Ομαδικού Συστήματος) είτε δεν προκύπτει ουσιώδης οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα ή ανάληψη οικονομικού κινδύνου, συνδεόμενη με την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγόμενης, ενόψει της συνολικής διάρθρωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, που προκύπτει από τη σύμβαση πρακτόρευσης του 2009 (όπως για συμμετοχή σε έξοδα μεταφοράς δελτίων συμμετοχής, εκτύπωση αποδόσεων κέρδους, προμήθεια εξοπλισμού, διαφημιστικής προβολής ΚΙΝΟ, διαβίβαση εντολών για ποσά χρεοπιστώσεων από την εναγόμενη σε τράπεζα, επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων λαχνών Λαϊκού Λαχείου έναντι τρίτης θυγατρικής της εναγόμενης εταιρίας, συμμετοχή στο κόστος τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης, χορήγηση εγγυητικής επιστολής), δ) οι προβλέψεις της προταθείσας νέας σύμβασης πρακτόρευσης του 2017, και μη συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων, δεν ίσχυσαν μεταξύ τους.

Επομένως, λόγω της απουσίας αυτόνομης επιχειρηματικής δράσης και της ανάληψης από την εναγόμενη ουσιωδών επιχειρηματικών κινδύνων, προκύπτει ότι μεταξύ ΟΠΑΠ και πρακτόρων υφίσταται σύμβαση που προσομοιάζει με τη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας. Στη σύμβαση εμπορικής αντιπροσωπείας, ο αντιπρόσωπος έχει ως βασική υποχρέωση να μεριμνά για την προώθηση των συμφερόντων του αντιπροσωπευομένου, καθώς συνάπτει συμβάσεις προώθησης προϊόντων ή υπηρεσιών για λογαριασμό του αντιπροσωπευομένου, εμφανίζει σημαντικό βαθμό ενσωμάτωσης στο δίκτυο του αντιπροσωπευομένου και δεν φέρει κινδύνους, οι οποίοι σχετίζονται άμεσα με την συμβατική παροχή προϊόντων και υπηρεσιών.

Όπως προκύπτει από τις υφιστάμενες κατά το χρόνο έκδοσης του ένδικου Κανονισμού συμβάσεις, μεταξύ ΟΠΑΠ ΑΕ και πρακτόρων είχε συναφθεί μια σύμβαση συνεργασίας (μικτή, εμπορική αντιπροσωπεία-franchise), σύμφωνα με την οποία η ΟΠΑΠ ΑΕ παραχωρεί στους πράκτορες έναντι ανταλλάγματος το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως ενός συνόλου δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας που αφορούν εμπορικά σήματα ή επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα (πινακίδες) καταστημάτων προς εκμετάλλευση, με σκοπό την παροχή υπηρεσιών διεξαγωγής παιγνίων σε τελικούς χρήστες, με παράλληλη διαρκή υλικοτεχνική υποστήριξη των πρακτόρων από την ΟΠΑΠ ΑΕ.

Η ΟΠΑΠ ΑΕ καθορίζει τους βασικούς όρους διεξαγωγής της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων και εξοπλίζεται με δικαιώματα ελέγχου και εξέτασης της συμμόρφωσης του πράκτορα, ενώ ΟΠΑΠ και πράκτορες έχουν κοινό προσανατολισμό στην επιτυχία της επιχειρηματικής δράσης. Ως εκ τούτου, η οικονομική και επαγγελματική ελευθερία των πρακτόρων υπόκειται καταρχήν στους περιορισμούς που απορρέουν από τη φύση της σύμβασής τους με τον ΟΠΑΠ (βλ.

ΣτΕ 1601/2019 ό.π., όμοια είχε κρίνει και η υπ' αρ. 430/2009 απόφαση της Επιτροπής Ανταγωνισμού).

Περαιτέρω, από το περιεχόμενο της καταγγελίας, που περιλαμβάνεται στην αγωγή, προκύπτει ότι επιδιώχθηκε η λύση, σε κάθε περίπτωση, της σύμβασης πρακτόρευσης του 2009. Η ένδικη καταγγελία των συμβάσεων δεν μπορεί να θεωρηθεί παραβίαση των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 ν. 3959/2011, καθώς: α) δεν εφαρμόζονται οι διατάξεις αυτές, δεδομένου ότι οι επιχειρήσεις των εναγόντων-πρακτόρων και της εναγόμενης αποτελούσαν μία οικονομική ενότητα, συμπεριφερόμενη με ενιαίο τρόπο στην αγορά και δεν δύναται να γίνει λόγος για απαγορευμένη συμφωνία ή σύμπραξη μεταξύ περισσότερων επιχειρήσεων, β) δεν προκύπτει κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς οποιαδήποτε συμφωνία ή σύμπραξη ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ επιχειρήσεων, αλλά μονομερής συμπεριφορά και δη τερματισμός της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων από την εναγομένη. Δεν δύναται να θεωρηθεί ότι η μονομερής συμπεριφορά της εναγόμενης με την καταγγελία αποτελεί εναρμονισμένη πρακτική ή άλλη μορφή σύμπραξης μεταξύ επιχειρήσεων, γ) δεν προκύπτει ότι η καταγγελία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, καθώς όλες οι αιτιάσεις των εναγόντων αναφέρονται στη σύμβαση πρακτορείας του 2017, που δεν συνήφθη μεταξύ των διαδίκων και όχι στις συνέπειες της καταγγελίας αυτής καθεαυτής στη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αντίστοιχη αγορά.

Περαιτέρω, λόγω της φύσης της εμπορικής συνεργασίας μεταξύ των διαδίκων, του διαρκούς και εμπιστευτικού της χαρακτήρα, που προκύπτει από το ίδιο το περιεχόμενο των καταγγελθεισών συμβάσεων, που αναφέρεται στην αγωγή, και της εφαρμογής των διατάξεων της εμπορικής αντιπροσωπείας και εντολής, η καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων, είτε θεωρηθεί ως τακτική είτε ως έκτακτη, ακόμη και αν γίνει δεκτό ότι ασκήθηκε 1) κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της στην αγορά τυχερών παιγνίων, 2) αντίθετα με τη συμφωνία των μερών περί παραίτησης της εναγόμενης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας, 3) άκαιρα, ήτοι, χωρίς να συντρέχει σπουδαίος λόγος, 4) μετά την παρέλευση της συμβατικής δίμηνης αποσβεστικής προθεσμίας για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας μετά την επέλευση του γεγονότος που συνιστά τον λόγο αυτόν, ή 5) κατά προφανή υπέρβαση των ορίων της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του κοινωνικού και οικονομικού σκοπού του δικαιώματος (η διακοπή μακροχρόνιων σχέσεων δεν είναι, σε κάθεπερίπτωση, καταχρηστική), επέφερε σε κάθε περίπτωση τη λύση των συμβάσεων πρακτορείας, δεν είναι άκυρη και δύναται να δημιουργήσει μόνο ευθύνη αποζημίωσης της εναγόμενης.

Εξάλλου, δεν υφίστατο περιορισμός του δικαιώματος της τακτικής καταγγελίας, εκπορευόμενος από την ΥΑ 25148/1999, ούτε η σύμβαση πρακτόρευσης που καταρτίζεται με την εναγόμενη αποτελεί αναγκαστική σύμβαση. Δεν προκύπτει από το άρθρο 23 της σύμβασης πρακτόρευσης του 2009, που παρατίθεται αυτούσιο στην αγωγή, ότι η εναγόμενη είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα της τακτικής καταγγελίας (βλ. και άρθρα 8 πδ 219/1991, 724-725 ΑΚ), αλλά, και αν ακόμη θεωρηθεί ότι είχε παραιτηθεί, σύμφωνα με τα ανωτέρω αναφερόμενα, η καταγγελία δεν είναι άκυρη (βλ. ΑΠ 419/2018 ό.π.). Η εναγομένη ήταν υποχρεωμένη να προσαρμοστεί στις διατάξεις του Κανονισμού, που είχε εγκριθεί από την ΕΕΕΠ και αποτελεί το κανονιστικό πλαίσιο στην αγορά παιγνίων, που το επιβάλλουν λόγοι δημοσίου συμφέροντος.

Εξάλλου, δεν προκύπτει, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι με την άσκηση της καταγγελίας καταχρηστικώς εκμεταλλεύτηκε η εναγόμενη τη δεσπόζουσα θέση της (άρθρ. 102 ΣΛΕΕ και 2 του ν. 3959/2011), ή κατά παράβαση των άρθρων 174, 179 ΑΚ, 17 του Συντάγματος και 1 του Πρώτου Προσθέτου Πρωτοκόλλου της σύμβασης των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, καθόσον όλες οι προβαλλόμενες αιτιάσεις αφορούν στη νέα σύμβαση πρακτορείας του 2017 που δεν συνήφθη (της οποίας μεγάλος μέρος των όρων έχουν το ίδιο περιεχόμενο με την προηγούμενη σύμβαση του 2009) και όχι στην καταγγελία αυτή καθεαυτή.

Ειδικότερα, δεν προκύπτει, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, ότι με την άσκηση της καταγγελίας: 1) επιδιώχθηκε, επήλθε ή ήταν δυνατόν να επέλθει νόθευση ή περιορισμός του ανταγωνισμού (υποθετικών και μόνο ανταγωνιστών μέχρι το έτος 2030, λόγω του μονοπωλίου της εναγομένης) σε βάρος του γενικού συμφέροντος, των επιμέρους επιχειρήσεων και των καταναλωτών διότι α) δεν προβάλλεται επίδραση ή δυνατότητα επίδρασης της επελθούσας με την καταγγελία λύσης των συμβάσεων μεταξύ των διαδίκων στις συνθήκες του ανταγωνισμού στην αγορά (οι αιτιάσεις των εναγόντων αφορούν στην επίδραση που θα ασκούσαν στην αγορά οι επίμαχοι όροι της σύμβασης πρακτορείας του 2017), β) δεν υπάρχει διακριτική μεταχείριση των εναγόντων από την εναγομένη, εφόσον η καταγγελία είχε το ίδιο περιεχόμενο για όλους τους πράκτορες, γ) η καταγγελία είχε ως συνέπεια τον τερματισμό των συμβάσεων των εναγόντων ανεξάρτητα από τη σύναψη ή μη της νέας σύμβασης και δ) δεν προκύπτει ο αιφνίδιος χαρακτήρας της καταγγελίας, ενόψει του ότι τάχθηκε προθεσμία ενός έτους, ως αναφέρεται, για την επέλευση των αποτελεσμάτων της, που παρέχει επαρκή χρόνο προσαρμογής των επιχειρηματικών σχεδίων των εναγόντων στις νέες οικονομικές συνθήκες, 2) δεσμεύτηκε υπέρμετρα η ελευθερία του προσώπου των εναγόντων ή ότι η εναγόμενη εκμεταλλεύτηκε την ανάγκη, κουφότητα ή απειρία τους για να συνομολογήσει περιουσιακά ωφελήματα που βρίσκονται σε φανερή δυσαναλογία με την παροχή ή ότι προσβλήθηκε το δικαίωμα των εναγόντων στην ιδιοκτησία τους ή στην απόλαυση της περιουσίας τους, εφόσον δεν προβάλλεται καμία τέτοια συνέπεια από την άσκηση των καταγγελιών".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο και απέρριψε την αγωγή ως μη νόμιμη, δεχόμενο ότι, κατά τα εκτιθέμενα σε αυτήν πραγματικά περιστατικά, η επίδικη καταγγελία των συμβάσεων πρακτορείας των αναιρεσειόντων από την αναιρεσίβλητη δεν είναι άκυρη αλλά έγκυρη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 167, 202, 361, 713, 724 εδ.

α' ΑΚ, 14 παρ. 4 Ν. 3577/2007 και 1, 4 παρ. 1και 8 παρ. 3,4,5,8 του Π.Δ. 219/1991 και ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις μη εφαρμοστέες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 724 εδ. β', 343, 174, 178, 179 και 281 ΑΚ, 101 ΣΛΕΕ και 1 Ν. 3959/2011. Συγκεκριμένα: 1) Οι καταγγελθείσες πανομοιότυπες διαρκείς συμβάσεις πρακτορείας αορίστου χρόνου, που είχαν συναφθεί, μεταξύ της εναγομένης-ήδη αναιρεσίβλητης και των εναγόντων-ήδη αναιρεσειόντων, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο νόμο, διέπονται από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του ΑΚ περί εντολής, συνεπώς και του άρθρου 8 παρ. 3,4 και 5 του Π.Δ.219/1991, που προβλέπει το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας τους από κάθε διάδικο μέρος, και χωρίς σπουδαίο λόγο, με την τήρηση της προβλεπόμενης κατ' ελάχιστον στην παρ. 4 του άρθρου αυτού προθεσμίας, αλλά και του άρθρου 724 εδ. 1 ΑΚ, που προβλέπει την ανάκληση της εντολής από τον εντολέα οποτεδήποτε, ούσας άκυρης τυχόν αντίθετης συμφωνίας, επειδή στην συγκεκριμένη περίπτωση η σύμβαση αφορά και το συμφέρον του προς ον αυτή εντολοδόχου, και τούτο γιατί, κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή, η διαμεσολαβητική δραστηριότητα των εναγόντων ως πρακτόρων, προσομοιάζει κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών, αφού ταυτίζεται με αυτή κατά τα ουσιώδη στοιχεία της, δεδομένου ότι μεταξύ κάθε ενάγοντα και της εναγομένης είχε συναφθεί μια μικτή σύμβαση πρακτορείας-δικαιόχρησης (franchise), σύμφωνα με την οποία η εναγομένη παραχωρούσε σε κάθε ενάγοντα-πράκτορά της, έναντι ανταλλάγματος(προμήθειας), το δικαίωμα εκμεταλλεύσεως ενός συνόλου δικαιωμάτων βιομηχανικής ή πνευματικής ιδιοκτησίας, που αφορά σε εμπορικά σήματα, επωνυμίες, διακριτικά γνωρίσματα (πινακίδες) κ.λ.π. , με σκοπό την παροχή στους τελικούς χρήστες υπηρεσιών διεξαγωγής παιγνίων, με παράλληλη διαρκή υλικοτεχνική υποστήριξη των πρακτόρων από αυτήν, η οποία καθόριζε τους βασικούς όρους διεξαγωγής της επιχειρηματικής δραστηριότητας των πρακτόρων και εξοπλιζόταν με δικαιώματα ελέγχου και εξέτασης της συμμόρφωσης του πράκτορα, ενώ εναγομένη και πράκτορες έχουν κοινό προσανατολισμό στην επιτυχία της επιχειρηματικής δράσης, οι δε ενάγοντες με τις καταγγελθείσες συμβάσεις είχαν αναλάβει έναντι της εναγομένης εταιρείας υποχρεώσεις ανάλογες με του εμπορικού αντιπροσώπου και ειδικότερα την σύναψη συμβάσεων αναφορικά με τη διεξαγωγή παιγνίων στο όνομα και για λογαριασμό της εναγόμενης κατ' αποκλειστικότητα, την παράλειψη ανταγωνιστικών πράξεων κατά τη διάρκεια και μετά τη λήξη της σύμβασης, την τήρηση επαγγελματικού απορρήτου και το εκτεταμένο δικαίωμα ελέγχου εκ μέρους της εναγόμενης και συνεπώς η επιχείρησή τους αποτελούσε αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εναγόμενης και η εναγομένη είχε το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων πρακτορείας και ανάκλησης της δοθείσας στους πράκτορες εντολής, και χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, αλλά με τήρηση της οριζομένης στο άρθρο 8 παρ. 4 του Π.Δ. 219/1991 προθεσμίας, η οποία μάλιστα στην συγκεκριμένη περίπτωση ήταν μεγαλύτερη της προβλεπομένης στο άρθρο αυτό εξάμηνης προθεσμίας, επ' ωφελεία των εναγόντων, με την πάροδο της οποίας οι συμβάσεις των εναγόντων λύθηκαν, αφού αυτοί δεν αποδέχθηκαν την τεθείσα στη καταγγελία εξουσιαστική διαλυτική αίρεση, που ήταν εξαρτημένη αποκλειστικά από τη βούλησή τους, και δεν υπέγραψαν, εντός της ταχθείσας με την καταγγελία προθεσμίας, την προταθείσα σε αυτούς νέα τροποποιητική σύμβαση, η δε λύση της συμβάσεως μετά την καταγγελία αυτή, επήλθε σε κάθε περίπτωση, γιατί, όπως προαναφέρθηκε, στις επίδικες διαρκείς συμβάσεις πρακτορείας με χαρακτήρα εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών, στις οποίες, κατά το ανωτέρω περιεχόμενο της αγωγής, υπάρχει έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών και οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής, η παράνομη, ή η άκαιρη, ή η καταχρηστική καταγγελία δεν είναι ποτέ άκυρη και πάντοτε επάγεται τη λύση της σύμβασης, ακόμη και αν ασκείται αντίθετα με τις συμφωνίες των μερών, ήτοι, μεταξύ άλλων, ακόμη και αν έχει συμφωνηθεί η παραίτηση του ενός μέρους από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας ή αν έχει συμφωνηθεί αποκλειστική προθεσμία για την άσκηση του δικαιώματος έκτακτης καταγγελίας, παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές, το οποίο, όταν εκλείψει, επιβάλλεται να οδηγεί στη λύση της σύμβασης.

Επομένως, οι πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος, πέμπτος, έκτος και έβδομος λόγοι αναίρεσης, με τον οποίους, εκτιμώμενους ως σύνολο, οι αναιρεσείοντες, κατ' επίκληση πλημμελειών από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση εσφαλμένη ερμηνεία και μη εφαρμογή των εφαρμοστέων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 724 εδ.

β', 343, 174, 178, 179 και 281 ΑΚ, εξαιτίας της οποίας απορρίφθηκε η αγωγή, με τις αιτιάσεις ότι εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η καταγγελία των συμβάσεων τους είναι σε κάθε περίπτωση έγκυρη, ενώ ήταν άκυρη γιατί α) η έλλειψη πρόβλεψης στο άρθρο 23 της σύμβασης δικαιώματος τακτικής καταγγελίας για την εναγομένη, το οποίο προβλέφθηκε μόνο για τους ενάγοντες, σημαίνει παραίτηση από το δικαίωμα της τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων από αυτή(πρώτος κατά το δεύτερο σκέλος λόγος), β)η εναγομένη, παραιτούμενη με τον τρόπο αυτό από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων, ανέλαβε υποχρέωση προς παροχή, συνισταμένη στην παράλειψη άσκησης του διαπλαστικού δικαιώματος τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων, ασκώντας δε αυτό περιήλθε σε υπερημερία οφειλέτη και συνεπώς, κατά το άρθρο 343 ΑΚ οι ενάγοντες, πέραν της αξίωσης αποζημίωσης έχουν και αξίωση να απαιτήσουν την παροχή, συνεπώς την συνέχιση εκτέλεση της σύμβασης εκάστου τούτων (πέμπτος λόγος), γ) με δεδομένη την έγκυρη παραίτηση της εναγομένης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων, αυτές θα μπορούσαν να λυθούν μόνο με έκτακτη καταγγελία για σπουδαίο λόγο, στην συγκεκριμένη δε περίπτωση δεν γίνεται επίκληση σπουδαίου λόγου, εσφαλμένα δε δέχθηκε το Εφετείο ρήξη στις σχέσεις εμπιστοσύνης της εναγομένης με τους ενάγοντες, που δικαιολογεί την έκτακτη καταγγελία των συμβάσεων, χωρίς σπουδαίο λόγο, αφού, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταγγέλθηκε το σύνολο των συμβάσεων των 4.500 πρακτόρων της εναγομένης (έκτος λόγος) και δ) εσφαλμένα έγινε δεκτό ότι η γενόμενη καταγγελία είναι έγκυρη και λύει την σύμβαση ακόμη και αν ασκείται καταχρηστικά και εναντίον των χρηστών ηθών, γιατί, δεν υπήρξε ρήξη στις σχέσεις εμπιστοσύνης της εναγομένης με τους ενάγοντες, που να την δικαιολογεί αφού, όπως προαναφέρθηκε, κατά τα εκτιθέμενα στην αγωγή καταγγέλθηκε το σύνολο των συμβάσεων των 4.500 πρακτόρων της εναγομένης(έβδομος λόγος), είναι αβάσιμοι(οι λόγοι), γιατί όπως προαναφέρθηκε, ενόψει του ανωτέρω χαρακτήρα των διαρκών συμβάσεων αορίστου χρόνου, που συνέδεαν τους ενάγοντες με την εναγομένη και της σχέσης εμπιστοσύνης που προϋποθέτουν για την διατήρησή τους, η εναγομένη είχε το δικαιώμα να προβεί σε τακτική καταγγελία των συμβάσεων αυτών με τήρηση προθεσμίας και χωρίς την επίκληση σπουδαίου λόγου, η οποία καταγγελία είναι έγκυρη και επιφέρει την λύση των συμβάσεων, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι στο άρθρο 23 της πανομοιότυπης σύμβασης, που είχε συνάψει με κάθε ενάγοντα, σύμφωνα με την έχουσα συμβατική μόνο και όχι και κανονιστική ισχύ ΥΑ 25.148/1999, περιλαμβανόταν και παραίτησή της από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας των συμβάσεων και ακόμα και αν η καταγγελία αυτή ήταν αντίθετη στην καλή πίστη, στα χρηστά ήθη και στον κοινωνικό και οικονομικό του ασκηθέντος με αυτήν δικαιώματος και συνεπώς καταχρηστική ή ασκήθηκε κατά κατάχρηση της δεσπόζουζας θέσης τη εναγομένης, ενώ ο έκτος λόγος αναίρεσης είναι αβάσιμος και γιατί στηρίζεται σε αναληθή προϋπόθεση, δεδομένου ότι η ένδικη καταγγελία, δεν είναι έκτακτη αλλά τακτική καταγγελία.

Περαιτέρω, αβάσιμος, γιατί στηρίζεται επίσης σε αναληθή προϋπόθεση, είναι και ο πρώτος κατά το πρώτο σκέλος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας επίσης από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες, προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την αιτίαση ότι, δεχόμενη ότι με το ανωτέρω άρθρο 23 των επιδίκων συμβάσεων, δεν συμφωνήθηκε παραίτηση της εναγομένης από το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας αυτών, ενώ αυτό συμφωνήθηκε, παραβίασε τις ερμηνευτικές διατάξεις των άρθρων 173 και 200 ΑΚ, και τούτο γιατί ότι το Εφετείο δεν προέβη σε ερμηνεία του άρθρου 23 σύμβασης, αφού δεν δίκασε στην ουσία την υπόθεση.

Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος και γιατί πλήττει πλεοναστικές αιτιολογίες του Εφετείου, που δεν είναι αναγκαίες για να στηρίξουν το διατακτικό, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε, οι γενόμενες τακτικές καταγγελίες των συμβάσεων είναι έγκυρες, ακόμα και αν θεωρηθεί ότι με το άρθρο 23 αυτών η ενάγουσα είχε παραιτηθεί από το δικαίωμα άσκησης τακτικής καταγγελίας αυτών.2) Σύμφωνα με τα ιστορούμενα στην αγωγή και την αναφερόμενη σε αυτήν και χαρακτηριζόμενη ως σύμβαση πρακτορείας του 2009 σύμβαση, όλοι οι πράκτορες αποτελούσαν βοηθητικά όργανα της εναγόμενης για την προώθηση των υπηρεσιών παροχής τυχερών παιγνίων, που διοργανώνει, ενσωματωμένοι στην δραστηριότητά της ως μέλη ενός πανελλήνιου δικτύου, που έχει αναπτύξει με τη χορήγηση από την ίδια των σχετικών αδειών λειτουργίας πρακτορείων, οι οποίοι είχαν την υποχρέωση να συμμορφώνονται με την εμπορική της πολιτική, χωρίς να αναλαμβάνουν σημαντικούς οικονομικούς κινδύνους, συνδεόμενους με την εκπλήρωση των παρεχομένων στους πελάτες-παίκτες υπηρεσιών της, με τη διενέργεια επενδύσεων ή με άλλες δραστηριότητες που είχε η εναγόμενη στην ίδια αγορά, δεδομένου ότι:

α) η αμοιβή τους, ως προμήθεια επί του καταβαλλόμενου από τους παίκτες αντιτίμου, δεν εξαρτάτο από την εκπλήρωση της παροχής της εναγόμενης, β) υποχρεούντο σε συμμόρφωση με τις κατευθυντήριες γραμμές που όριζε η εναγόμενη για τη λειτουργία του δικτύου, μεταξύ άλλων και για την τιμολογιακή πολιτική, γ) η παροχή και η συντήρηση του αναγκαίου τεχνολογικού εξοπλισμού για την παροχή υπηρεσιών της εναγόμενης αποτελούσε υποχρέωσή της, η οποία παρείχε και τα δελτία συμμετοχής στα παίγνια, δ) η εναγόμενη είχε αναλάβει το κόστος διαφήμισης και εκπαίδευσης των πρακτόρων, ε) κατά την είσπραξη χρημάτων από τους παίκτες κάθε πράκτορας ενεργούσε ως άμεσος αντιπρόσωπος, ενώ ρητά προβλέπεται ότι δεν ασκεί ανεξάρτητη οικονομική δραστηριότητα ως προς τις υπηρεσίες παροχής παιγνίων.

Ειδικότερα, αντίθετα από ότι υποστηρίζουν οι ενάγοντες: α) η ανεξαρτησία των προμηθειών που δικαιούντο αυτοί από το ύψος των κερδών της εναγομένης δεν συνεπάγεται ανάληψη ουσιώδους οικονομικού κινδύνου από αυτούς, β) η προνομιακή φορολογική μεταχείριση της προμήθειας και δη η απαλλαγή από τον Φόρο Προστιθέμενης Αξίας, επιβεβαιώνει την οικονομική ταύτισή τους με την επιχείρηση της εναγόμενης, που απολαμβάνει το ίδιο προνόμιο, γ) δεν προκύπτει ανάληψη ουσιώδους ή έστω σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες, ήτοι κινδύνου που απορρέει ί) από τις συμβάσεις που μεσολαβούν, ii) από τις επενδύσεις που απαιτούνται στη συγκεκριμένη αγορά γι' αυτό το είδος δραστηριότητας και iii) από άλλες δραστηριότητες που απαιτεί η εναγομένη να αναληφθούν στην ίδια αγορά προϊόντος, καθώς οι σχετικοί αγωγικοί ισχυρισμοί, είτε αφορούν σε εξαιρετικές περιπτώσεις ή περιπτώσεις πταίσματος του πράκτορα (απώλεια εισπράξεων, διενέργεια συναλλαγών πάνω από ορισμένα όρια και μη καταβολή αντιτίμου από τους παίκτες για τα επιπλέον ποσά, εσφαλμένος χειρισμός ή εμπλοκή συστήματος στο αναφερόμενο παίγνιο "Πάμε Στοίχημα Live", επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων μερίδων Ομαδικού Συστήματος) είτε δεν προκύπτει ουσιώδης οικονομική επιβάρυνση του πράκτορα ή ανάληψη οικονομικού κινδύνου, συνδεόμενη με την παροχή υπηρεσιών για λογαριασμό της εναγόμενης, ενόψει της συνολικής διάρθρωσης των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεων των συμβαλλομένων, που προκύπτει από τη σύμβαση πρακτόρευσης του 2009 (όπως για συμμετοχή σε έξοδα μεταφοράς δελτίων συμμετοχής, εκτύπωση αποδόσεων κέρδους, προμήθεια εξοπλισμού, διαφημιστικής προβολής ΚΙΝΟ, διαβίβαση εντολών για ποσά χρεοπιστώσεων από την εναγόμενη σε τράπεζα, επιβάρυνση με κόστος αδιάθετων λαχνών Λαϊκού Λαχείου έναντι τρίτης θυγατρικής της εναγόμενης εταιρίας, συμμετοχή στο κόστος τηλεπικοινωνιακής σύνδεσης, χορήγηση εγγυητικής επιστολής), δ) οι προβλέψεις της προταθείσας νέας σύμβασης πρακτόρευσης του 2017, και μη συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων, δεν ίσχυσαν μεταξύ τους.

Επομένως, η ένδικη τακτική καταγγελία των επιδίκων συμβάσεων από την εναγομένη, από το περιεχόμενο της οποίας, που περιλαμβάνεται στην αγωγή, προκύπτει ότι με αυτήν επιδιώχθηκε σε κάθε περίπτωση η λύση τους, δεν αποτελεί παραβίαση των άρθρων 101 ΣΛΕΕ και 1 Ν. 3959/2011, οι οποίες συνεπώς, σύμφωνα και με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, δεν εφαρμόζονται στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι:

α) δεν προκύπτει κατά τους αγωγικούς ισχυρισμούς οποιαδήποτε συμφωνία ή σύμπραξη ή εναρμονισμένη πρακτική μεταξύ χωριστών επιχειρήσεων, αφού οι επιχειρήσεις των εναγόντων-πρακτόρων και της εναγόμενης αποτελούσαν ουσιαστικά μία οικονομική ενότητα, συμπεριφερόμενη με ενιαίο τρόπο στην αγορά, αλλά αντίθετα προκύπτει μόνο μονομερής συμπεριφορά της εναγομένης και δη η απόφασή της για τερματισμό της συμβατικής σχέσης μεταξύ των διαδίκων, εφόσον οι εναγόμενοι δεν αποδεχθούν την προταθείσα σε αυτούς με την καταγγελία νέα σύμβαση πρακτορείας, β) δεν προκύπτει ανάληψη ουσιώδους ή έστω σημαντικού οικονομικού κινδύνου από τους ενάγοντες, γ) δεν προκύπτει ότι η καταγγελία έχει ως αντικείμενο ή ως αποτέλεσμα την παρεμπόδιση, τον περιορισμό ή τη νόθευση του ανταγωνισμού, γιατί 1) ουσιαστικά δεν υπάρχει ανταγωνισμός, αφού έχει παραχωρηθεί νομίμως στην εναγομένη το αποκλειστικό δικαίωμα της διεξαγωγής, διαχείρισης, οργάνωσης και λειτουργίας των παιγνιδιών, που αφορούσαν οι συμβάσεις, μέχρι τις 12-10-2030, 2) όλες οι σχετικές αιτιάσεις των εναγόντων αναφέρονται στη σύμβαση πρακτορείας του 2017, που δεν συνήφθη τελικά μεταξύ των διαδίκων, γιατί δεν την αποδέχθηκαν οι ενάγοντες και όχι στις συνέπειες της καταγγελίας αυτής καθ' εαυτής στη λειτουργία του ανταγωνισμού στην αντίστοιχη αγορά και 3) δεν υπάρχει παραβίαση του ανταγωνισμού ούτε λόγω του γεγονότος ότι με την σύμπτωση της βούλησης της εναγομένης και της πλειοψηφίας των πρακτόρων, που αποδέχθηκαν και υπέγραψαν την προταθείσα τροποποιητική σύμβαση, αποκλείστηκαν οι πράκτορες, που δεν την αποδέχθηκαν, όπως οι ενάγοντες, αφού αυτό το επέλεξαν οι ίδιοι.

Επομένως και ο δεύτερος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο, κατ' επίκληση πλημμέλειας από τον αρ. 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, οι αναιρεσείοντες υποστηρίζουν τα αντίθετα, είναι αβάσιμος. Με τον τρίτο λόγο αναίρεσης οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση επίσης την από το άρθρο 559 αρ. 1 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, απορρίπτοντας με τις προπαρατεθείσες αιτιολογίες του τον αγωγικό ισχυρισμό τους ότι οι καταγγελίες είναι άκυρες, γιατί αντίκεινται στις διατάξεις των άρθρων 102 ΣΛΕΕ, 2 Ν. 3959/2011 και 174 ΑΚ, δεδομένου ότι μέσω αυτών επιδιώκεται η επιβολή των περιεχομένων στο άρθρο 13 της προταθείσας και απορριφθείσας από αυτούς νέας σύμβασης καταχρηστικών όρων, που αποτελούν καταχρηστική εκμετάλλευση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης, παραβίασε με την μη εφαρμογή τους τις εφαρμοστέες διατάξεις αυτές η πρώτη των οποίων είναι ανώτερης τυπικής ισχύος έναντι των εθνικών κανόνων δικαίου, όπως το άρθρο 174 ΑΚ και των εθνικών νομολογιακών κανόνων, ώστε να μην διεκδικούν τούτοι ισχύ έναντι του άρθρου αυτού.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, γιατί όπως προαναφέρθηκε, οι ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις δεν ήταν εφαρμοστέες στην συγκεκριμένη περίπτωση, δεδομένου ότι η απουσία αστικής φύσης κύρωσης περί ακυρότητας των σχετικών πράξεων, που συνιστούν καταχρηστική εκμετάλλευση δεσπόζουσας θέσης, τόσο στη διάταξη του άρθρου 102 ΣΛΕΕ, όσο και στη διάταξη του άρθρου 2 του ν.3959/2011, δεν αποτελεί ακούσιο κενό στο δίκαιο που να οδηγεί σε δυνατότητα αναλογικής εφαρμογής της διάταξης του άρθρου 1 § 2 του ν.3959/2011 και του άρθρου 101 § 2 ΣΛΕΕ, που προβλέπουν ως κύρωση την ακυρότητα των συμφωνιών και των αποφάσεων των ενώσεων επιχειρήσεων και συνεπώς, αφού το άρθρο 102 ΣΛΕΕ δεν περιέχει διάταξη παρόμοια με εκείνη του άρθρου 101 ΣΛΕΕ, η ακυρότητα βάσει του άρθρου 102 ΣΛΕΕ δεν επέρχεται αυτοδίκαια από το ενωσιακό δίκαιο, αλλά πρέπει να προβλέπεται από το εθνικό δίκαιο, είτε γενικά ως ακυρότητα της απαγορευμένης από το νόμο δικαιοπραξίας ή ειδικά ως ακυρότητα της δικαιοπραξίας που στοιχειοθετεί κατάχρηση δεσπόζουσας θέσης, κατά δε το άρθρο 174 AK η ακυρότητα δικαιοπραξίας, της καταγγελίας περιλαμβανομένης, που αντιβαίνει σε απαγορευτική διάταξη νόμου, χωρεί μόνο όταν δεν συνάγεται ρητά ή σιωπηρά άλλη συνέπεια για την παράβαση, όπως αποζημίωση ή ποινή, διότι ενδεχομένως τότε η απαγόρευση έχει άλλο στόχο και στην περίπτωση δικαιοπρακτικών μέτρων καταχρηστικής εκμετάλλευσης δεσπόζουσας θέσης, δεν επέρχεται ως αστική συνέπεια η ακυρότητα κατ' άρθρο 174 AK, καθώς το άρθρο 2 του ν. 3959/2011 δεν αποδοκιμάζει την αντιανταγωνιστική δικαιοπραξία καθ' εαυτήν, αλλά τις συνθήκες σύναψής της και την εν γένει συμπεριφορά της δεσπόζουσας επιχείρησης, η οποία στο άρθρο 44 παρ. 2 του ίδιου νόμου τυποποιείται ως αξιόποινη πράξη επισύρουσα χρηματική ποινή, η οποία πράξη συνεπώς θεμελιώνει μόνο αξίωση αποζημίωσης του θιγόμενου υπό τους όρους των άρθρων 914 επ.

ΑΚ. Σε κάθε περίπτωση ο λόγος είναι αβάσιμος και γιατί, όπως επίσης προαναφέρθηκε, στις διαρκείς συμβάσεις με έντονο το στοιχείο της εμπιστοσύνης μεταξύ των μερών, στις οποίες συγκαταλέγονται μεταξύ άλλων και οι συμβάσεις διαρκούς εμπορικής συνεργασίας, οι οποίες διέπονται από τις διατάξεις περί εμπορικής αντιπροσωπείας και συμπληρωματικά, περί εντολής, όπως κατά τα ανωτέρω και οι επίδικες συμβάσεις πρακτορείας, η παράνομη, ή η άκαιρη, ή η καταχρηστική καταγγελία, συνεπώς και η γενομένη κατά κατάχρηση της δεσπόζουσας θέσης της εναγομένης στην αγορά τυχερών παιγνίων, δεν είναι ποτέ άκυρη και επάγεται πάντα τη λύση της σύμβασης, παρέχεται δε στον θιγόμενο αποδέκτη της καταγγελίας πράκτορα μόνο το δικαίωμα να ζητήσει την αποκατάσταση κάθε θετικής και αποθετικής ζημίας του, όχι όμως να ζητήσει και την αναγνώριση της ακυρότητας της καταγγελίας και την εκπλήρωση της σύμβασης, καθόσον εκλείπει πλέον το ουσιώδες στοιχείο της εμπιστοσύνης, το οποίο αξιώνουν οι συμβάσεις αυτές.

Επομένως, αφού κατά το άρθρο 578 ΚΠολΔ, αντικατασταθούν οι αιτιολογίες της προσβαλλόμενης απόφασης, κατά το μέρος που διαφέρουν, με τις αιτιολογίες της απόφασης αυτής, δεδομένου ότι δεν υπάρχει έννομο συμφέρον για να αποτραπεί δεδικασμένο, πρέπει να απορριφθεί ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης.

Ο αναιρετικός λόγος από τον αριθμό 11 εδ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ιδρύεται, αν το δικαστήριο παρέλειψε να λάβει υπόψη του, κατά τη διαμόρφωση της αποδεικτικής του κρίσης, αποδεικτικά μέσα, που παραδεκτώς και νομίμως, επικαλέσθηκαν οι διάδικοι, χρήσιμα προς άμεση ή έμμεση απόδειξη, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων περί πραγματικών γεγονότων, με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή στο διατακτικό της απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 1190/1981 ΑΠ 1181/2010, ΑΠ 694/2009). ).

Κατά την έννοια αυτή, ο ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου έγινε η προσκόμιση και η επίκληση του κρίσιμου αποδεικτικού μέσου, πρέπει να είναι νόμιμος και να προτάθηκε παραδεκτά στο δικαστήριο της ουσίας (ΑΠ 1256/2020).Τέτοιοι ισχυρισμοί είναι αυτοί που θεμελιώνουν την αγωγή ή τις ενστάσεις ή χρησιμεύουν προς απόκρουση της αγωγής ή των ενστάσεων (ΑΠ 179/2003).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται αν το δικαστήριο δεν εισήλθε στην αποδεικτική διαδικασία, ώστε να επιβάλλεται η λήψη υπόψη των άνω αποδεικτικών μέσων, αλλ` απέρριψε την αγωγή ως απαράδεκτη ή νόμω αβάσιμη, αφού στις περιπτώσεις αυτές το δικαστήριο δεν προβαίνει σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 615/2019, ΑΠ 460/2018).

Με τον τέταρτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες προσάπτουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από το άρθρο 559 αριθμός 11 περ. γ` ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι για την απόρριψη της αγωγής τους, το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη του αποδεικτικά μέσα που αυτοί νόμιμα προσκόμισαν και επικαλέστηκαν, και συγκεκριμένα τα αναφερόμενα στο λόγο αυτό έγγραφα και την ληφθείσα νομίμως ένορκη βεβαίωση μάρτυρα.

Ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως απαράδεκτος, καθόσον αυτός δεν μπορεί να δημιουργηθεί στην προκείμενη περίπτωση που το δικαστήριο της ουσίας δεν προέβη σε έρευνα των πραγματικών περιστατικών της υπόθεσης, αλλά απέρριψε την αγωγή ως νομικά αβάσιμη, κατά τα προεκτεθέντα, ενόψει δε αυτού παρέλκει και η ειδικότερη αναφορά των αποδεικτικών μέσων, τα οποία σύμφωνα με τον λόγο αυτόν δεν ελήφθησαν υπόψη.

Σύμφωνα με το άρθρo 267 της Συνθήκης για την Λειτουργία της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΣΛΕΕ) (πρώην άρθρο 234 της ΣΕΚ) "Το Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης αποφαίνεται με προδικαστικές αποφάσεις: α) επί της ερμηνείας των Συνθηκών, β) επί του κύρους και της ερμηνείας των πράξεων των θεσμικών ή λοιπών οργάνων ή οργανισμών της Ένωσης.

Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα, δύναται, αν κρίνει ότι απόφαση επί του ζητήματος είναι αναγκαία για την έκδοση της δικής του απόφασης, να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο για να αποφανθεί επ` αυτού. Δικαστήριο κράτους μέλους, ενώπιον του οποίου ανακύπτει τέτοιο ζήτημα σε εκκρεμή υπόθεση και του οποίου οι αποφάσεις δεν υπόκεινται σε ένδικα μέσα του εσωτερικού δικαίου, οφείλει να παραπέμψει το ζήτημα στο Δικαστήριο...".Από το σαφές περιεχόμενο της ανωτέρω διάταξης και από τον σκοπό που επιδιώκει ο θεσμός της προδικαστικής παραπομπής στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ), από τα δικαστήρια των κρατών μελών της Ένωσης, ερωτημάτων για την ερμηνεία του πρωτογενούς και δευτερογενούς δικαίου της Ένωσης, δηλαδή και των Οδηγιών, ο οποίος σκοπός είναι κυρίως η διασφάλιση της ομοιομορφίας στην εφαρμογή του δικαίου της Ένωσης, η οποία εξυπηρετεί και την αρχή της ίσης μεταχείρισης των εμπλεκομένων φυσικών και νομικών προσώπων, αφού η αρχή αυτή απειλείται, αν οι ίδιες διατάξεις εφαρμόζονται διαφορετικά στα κράτη μέλη της Ένωσης (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1651/2023), συνάγεται ότι παραδεκτό αντικείμενο τέτοιου προδικαστικού ερωτήματος αποτελεί και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου κράτους μέλους, κατά το μέρος που ενσωματώνουν όμοιες ρυθμίσεις του δικαίου της Ένωσης και συνεπώς η άρνηση ή η παράλειψη του εθνικού δικαστηρίου να κρίνει την εκκρεμή σε αυτό υπόθεση με βάση την ερμηνεία, που δόθηκε στο ενωσιακό δίκαιο από το ΔΕΕ συνιστά παράβαση του δικαίου αυτού, η οποία στην Ελλάδα ελέγχεται αναιρετικά με λόγο από τον αριθμό 1 των άρθρων 559 ή 560 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/2013, ΑΠ 1651/2023).

Αντίθετα όμως δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος και η ερμηνεία κανόνων του εσωτερικού δικαίου που δεν έχουν θεσπισθεί σε εφαρμογή δικαίου της Ένωσης, αλλά εμπνέονται από αυτό ή στις οποίες εφαρμόζονται όχι ευθέως αλλά αναλογικά οι διατάξεις του δικαίου της Ένωσης, που έχει ενσωματωθεί στο Ελληνικό δίκαιο και συνεπώς δεν αποτελεί αντικείμενο τέτοιου ερωτήματος η ερμηνεία των διατάξεων του Π.Δ. 219/1991, που ενσωμάτωσε στο ελληνικό δίκαιο την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ και αφορά μόνο τους εμπορικούς αντιπροσώπους, όταν το Π.Δ.

αυτό εφαρμόζεται αναλογικά για συμβάσεις παραγγελιοδοχικής αντιπροσωπείας ή αποκλειστικής διανομής, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 παρ. 4 Ν. 3557/2007, η πρακτορείας, όπως προαναφέρθηκε, αφού δεν είναι δυνατόν να επιβληθεί στα κράτη - μέλη η αναλογική εφαρμογή της Οδηγίας αυτής και σε άλλες συμβάσεις, πλην των συμβάσεων εμπορικής αντιπροσωπείας (Σκέψεις 18, 19 και 20 της υπ` αρ. 698074/2004 διάταξης του ΔΕΚ, που αναφέρονται και στην ΟλΑΠ 16/2013 και ΑΠ 1651/2023, ΑΠ 1647/2018, ΑΠ 1784/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση, στους δεύτερο και τρίτο λόγους αναίρεσης οι αναιρεσείοντες αναφέρουν ότι "συντρέχει ίσως περίπτωση διατύπωσης προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης" για τα ζητήματα "αν συνιστά συμφωνία, κατά την έννοια της παρ.1 του άρθρ. 101 ΣΛΕΕ, καταγγελία, με την οποία διώκεται, ή επιτυγχάνεται η επιβολή περιοριστικών του ανταγωνισμού ρητρών" και "αν είναι αποτελεσματική η εφαρμογή του άρθρ. 102 ΣΛΕΕ, όταν λόγω της εφαρμογής εθνικού κανόνα δικαίου ή/και εθνικού νομολογιακού κανόνα, η καταχρηστική συμπεριφορά δεν πλήττεται με ακυρότητα, αλλά, αντιθέτως, εκλύει μόνον αποζημιωτικές αξιώσεις", τα οποία δεν έχουν ακόμα αντιμετωπισθεί.

Η αναφορά αυτή, ενόψει του χρησιμοποιούμενου επιρρήματος "ίσως" δεν περιλαμβάνει σαφές και χωρίς επιφύλαξη αίτημα προδικαστικού ερωτήματος στο Δικαστήριο της Ευρωπαϊκής Ένωσης, ώστε αυτό να πρέπει να απαντηθεί. Σε κάθε περίπτωση, αν θεωρηθεί ότι περιλαμβάνει τέτοιο αίτημα, αυτό πρέπει να απορριφθεί, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, γιατί οι καταγγελθείσες επίδικες πανομοιότυπες διαρκείς συμβάσεις πρακτορείας αορίστου χρόνου, που είχαν συναφθεί, μεταξύ της εναγομένης και των εναγόντων, για τις οποίες δεν υπάρχει ειδική ρύθμιση στο νόμο και προσομοιάζουν κατά περιεχόμενο με τη λειτουργία της εμπορικής αντιπροσωπείας παροχής υπηρεσιών, διέπονται από τις αναλογικά εφαρμοζόμενες στην συγκεκριμένη περίπτωση διατάξεις του Π.Δ. 219/1991 περί εμπορικών αντιπροσώπων και του ΑΚ περί εντολής, συνεπώς και του άρθρου 8 παρ. 3,4 και 5 του Π.Δ.219/1991, που προβλέπει το δικαίωμα τακτικής καταγγελίας τους από κάθε διάδικο μέρος, και χωρίς σπουδαίο λόγο, με την τήρηση της προβλεπόμενης κατ' ελάχιστον στην παρ. 4 του άρθρου αυτού προθεσμίας, αλλά και του άρθρου 724 εδ. 1 ΑΚ, που προβλέπει την ανάκληση της εντολής από τον εντολέα οποτεδήποτε, ούσας άκυρης τυχόν αντίθετης συμφωνίας επειδή στην συγκεκεριμένη περίπτωση η σύμβαση αφορά και το συμφέρον του προς ον αυτή εντολοδόχου, και συνεπώς δεν υπάγονται ευθέως στο περιεχόμενο της Οδηγίας 86/653/ΕΟΚ, που ενσωματώθηκε στο ελληνικό δίκαιο με το ΠΔ 219/1991 Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου αυτής στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που παραστάθηκε και κατέθεσε προτάσεις, κατά παραδοχή σχετικού αιτήματός της, πρέπει να επιβληθούν στους αναιρεσείοντες, λόγω της ήττας τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 28-3-2022 αίτηση των 1) Ε. Σ. , 2) Μ. Χ. , 3) Μ. Π. , 4) Β. Σ. και 5) Θ. Τ. , για αναίρεση της υπ' αριθ. 1172/2021 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.

Και

Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 25 Νοεμβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Φεβρουαρίου 2026.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ