Supreme Court allows appeal on procedural error regarding inadmissibility of unjust enrichment claim under Civil Procedure Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appeal against the First Instance Court's decision to dismiss the plaintiff's claim for unjust enrichment. The court found that the First Instance Court incorrectly applied Article 559(14) of the Civil Procedure Code to a substantive law issue, which should have been reviewed under Article 559(1). Consequently, the appeal was granted only regarding the specific part of the judgment concerning the unjust enrichment claim, while the remainder of the decision stands. The case was remitted to a different judge for further proceedings, and the appellant was awarded court costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(1) and 559(14) of the Civil Procedure Code; The court must apply Article 559(1) for substantive law violations like unjust enrichment, not Article 559(14) for procedural errors, ensuring the correct legal basis is used for appellate review.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 186 / 2023 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 186/2023
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη - Εισηγητή, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Νοεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: 1) Π. Ρ. του Ε., κατοίκου Αλίμου Αττικής, 2) Δ. Δ. του Ε., κατοίκου Νέας Σμύρνης Αττικής, οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Στυλιανό Γκίνη και κατέθεσαν προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: Α. Τ. του Δ., κατοίκου Λουτρακίου Κορινθίας, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Σκιαδόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/7/2016 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 10049/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3395/2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4/11/2020 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 04.11.2020 και με ειδ. αριθ. κατάθ.1037/06.11.2020 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η με αριθ. 3395/19.05.2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων κατά την τακτική διαδικασία, και δέχθηκε μεν τύποις και κατ' ουσίαν την έφεση της τότε εκκαλούσας-εναγομένης ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ...
λυθείσης ήδη, και τη δίκη της οποίας συνεχίζουν ως εκκαθαριστές της οι ομόρρυθμοι εταίροι της Π. Ρ. και Δ. Δ. και ήδη αναιρεσείοντες, κατά της εκδοθείσας κατά την αυτή διαδικασία με αριθ. 10049/02.11.2017 απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε κάνει εν μέρει δεκτή ως κατ' ουσίαν βάσιμη την από 19.07.2016 αγωγή του τότε ενάγοντος και ήδη αναιρεσίβλητου κατά της ως άνω εναγομένης εταιρείας, και δη μόνο κατά το σωρευόμενο αναγνωριστικό της αίτημα περί ακυρότητας της συναφθείσας μεταξύ των διαδίκων σύμβασης πώλησης των αναφερομένων οριζοντίων ιδιοκτησιών, κατά το μέρος του συμφωνηθέντος τιμήματος, ποσού 63.200 ευρώ, το οποίο δεν ανεγράφετο στο με αριθμό ...
επίδικο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ιφιγένειας Δ. Λιάτσου, ενώ είχε απορρίψει ως μη νόμιμα τα λοιπά σωρευόμενα αιτήματα, ήτοι αφενός περί καταψήφισης σε βάρος της τότε εναγομένης εταιρείας του ποσού των 55.470 ευρώ, κατά το οποίο εφέρετο ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη σε βάρος της περιουσίας του, νομιμότοκα, κατά τις αναφερόμενες διακρίσεις, και αφετέρου της αναγνώρισης ότι δεν υποχρεούτο να πληρώσει στην αντίδικό του οκτώ (8) συναλλαγματικές ποσού 8.150 ευρώ, οι οποίες φέρονταν ότι είχαν εκδοθεί από την τελευταία, χωρίς νόμιμη αιτία, και της υποχρέωσής της προς απόδοσής τους σ' αυτόν, αλλά στη συνέχεια, το Εφετείο, κρατώντας και επαδικάζοντας την αγωγή, δέχτηκε εν μέρει αυτήν ως προς το τρίτο αρνητικό αναγνωριστικό αίτημά της, αναγνωρίζοντας ότι ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος δεν όφειλε να καταβάλει στην τότε εναγόμενη εταιρεία την απαίτησή της από τις ως άνω οκτώ (8) συναλλαγματικές, εκδόσεως της τελευταίας και αποδοχής του πρώτου, συνολικού ποσού 8.150 ευρώ, ενώ απέρριψε τα λοιπά σωρευόμενα αιτήματα, λόγω αοριστίας τους και απαραδέκτου στην επίκληση του εννόμου συμφέροντος του ενάγοντος, αντίστοιχα.
Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε εμπρόθεσμα και νομότυπα (άρθρ.552, 553,556,558,564 παρ.3 και 566 παρ.1 ΚΠολΔ).Είναι, επομένως, παραδεκτή (άρθρ.577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.577 παρ.3 ΚΠολΔ).
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρ. 158, 159, 166, 180, 181, 361, 369, 513 και 1033 ΑΚ προκύπτει ότι όπου ο νόμος απαιτεί την τήρηση τύπου για την κατάρτιση της δικαιοπραξίας, ο τύπος απαιτείται για ολόκληρο το περιεχόμενό της και προκειμένου για ακίνητο πρέπει να καλύπτει τόσο την μεταβιβαστική της κυριότητάς του εμπράγματη σύμβαση όσο και την ενοχική της πώλησής του ως προς όλα τα ουσιώδη στοιχεία της, δηλαδή ως προς το πράγμα και το τίμημα.
Όμως η μη τήρηση του τύπου ως προς μέρος του τιμήματος ακινήτου, όπως στην περίπτωση που αυτό συμφωνήθηκε μεγαλύτερο από αυτό που εικονικά (άρθρ. 138 ΑΚ) αναγράφεται στο αγοραπωλητήριο συμβόλαιο, δεν καθιστά άκυρη την όλη σύμβαση, αλλά άκυρη είναι μόνον η συμφωνία για το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, όπως αυτό συνάγεται από τη διάταξη του άρθρ. 13 παρ.3 του ν. 1587/1950, κατά την οποία: "Το αντέγγραφον εξ ου προκύπτει ότι συνεφωνήθη ή κατεβλήθη τίμημα μεγαλύτερον του αναγραφέντος εν τω συμβολαίω και εν τη δηλώσει του φόρου του παρόντος νόμου, είναι άκυρον και δεν δύναται να προσαχθεί και να ληφθή υπ` όψει υπό του Δικαστηρίου και υφ` οιασδήποτε ετέρας Αρχής".
Με τη διάταξη, δηλαδή, αυτή ρητά περιορίσθηκε η ακυρότητα της πώλησης ακινήτου μόνο στην άτυπη συμφωνία για καταβολή τιμήματος μεγαλύτερου από το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο, χωρίς κατά τα λοιπά να επηρεάζεται το κύρος της πώλησης υπό το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο εικονικό τίμημα (ΑΠ 543/1996). Επομένως το εκτός συμβολαίου μεγαλύτερο τίμημα, αν δεν έχει καταβληθεί, δεν μπορεί να απαιτηθεί από τον πωλητή ούτε με τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, αφού ο αγοραστής απέκτησε το πωληθέν ακίνητο για νόμιμη αιτία με βάση το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο και συνεπώς έγκυρα συμφωνημένο μικρότερο τίμημα, οπότε αντίστοιχα ως προς το εκτός συμβολαίου επιπλέον τίμημα, που δεν κατέβαλε, δεν μπορεί να θεωρηθεί ως ωφελούμενος χωρίς νόμιμη αιτία.
Εξάλλου αν το επιπλέον αυτό τίμημα έχει ήδη καταβληθεί, μπορεί μεν ο αγοραστής να το αναζητήσει κατά τις διατάξεις για τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, όμως μόνο κατά το μέρος που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, διότι εφόσον ανταποκρίνεται σ` αυτή, δεν υπάρχει αδικαιολόγητος πλουτισμός του πωλητή, παρά το ότι αποτελεί περιουσιακή επίδοση χωρίς νόμιμη αιτία (ΟλΑΠ 560/1974, ΑΠ 57/2019, ΑΠ 656/2014, ΑΠ 1320/2011, ΑΠ 1126/2002, ΑΠ 1566/2001, ΑΠ 543/1996).
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 904 παρ. 1 ΑΚ "όποιος έγινε πλουσιότερος χωρίς νόμιμη αιτία από την περιουσία ή με ζημία άλλου έχει υποχρέωση να αποδώσει την ωφέλεια. Η υποχρέωση αυτή γεννιέται ιδίως σε περίπτωση παροχής αχρεώστητης ή παροχής για αιτία που δεν επακολούθησε ή έληξε ή αιτία παράνομη ή ανήθικη". Κατά δε το άρθρο 908 εδ.
α' του ίδιου Κώδικα "ο λήπτης οφείλει να αποδώσει το πράγμα που έλαβε ή το αντάλλαγμα που τυχόν έλαβε από αυτό". Από το συνδυασμό των πιο πάνω διατάξεων προκύπτει, ότι στοιχεία της αγωγής από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό, που πρέπει να εκτίθενται σ' αυτή κατά το άρθρ. 216 παρ.1 ΚΠολΔ για να είναι ορισμένη, είναι γενικώς η ύπαρξη περιουσιακής ωφέλειας σε κάποιο πρόσωπο, η αιτία για την οποία αυτή επήλθε και η ανυπαρξία ή το ελάττωμα της αιτίας, που καθιστά τη διατήρηση του πλουτισμού αδικαιολόγητη (ΑΠ 273/1993, ΑΠ 673/1999).
Έτσι αν η αγωγή από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό αφορά αναζήτηση ωφέλειας που προήλθε από την εκτέλεση άκυρης σύμβασης, πρέπει στο δικόγραφο της αγωγής να προσδιορίζονται τα στοιχεία της σύμβασης και ο λόγος της ακυρότητάς της, εξ αιτίας της οποίας ο αντίστοιχος πλουτισμός είναι νομικά αδικαιολόγητος (ΟλΑΠ 22/2003, ΑΠ 501/2016, ΑΠ 1057/2011), δοθέντος ότι με τον τρόπο αυτό πληρούται ο σκοπός της διάταξης του άρθρου 216 ΚΠολΔ, η οποία απαιτεί σαφή έκθεση των γεγονότων που θεμελιώνουν την αγωγή (ΟλΑΠ 22/2003, ΟλΑΠ 23/2003, ΑΠ 261/2020,ΑΠ 1157/2017).
Τέλος, η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ενστάσεως, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνος ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας έκρινε τελικά ως ορισμένη την αγωγή ή την ένσταση, αρκούμενο σε λιγότερα ή διαφορετικά στοιχεία από αυτά που απαιτεί ο νόμος.
Επομένως, νομική είναι η αοριστία που συνδέεται με τη νομική εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνος ουσιαστικού δικαίου. Αντιθέτως, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται στην αγωγή όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 15/2000).
Ειδικότερα, ο από το άρθρο 559 αριθμ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο έκρινε ορισμένη και νόμιμη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα που δεν εκτίθενται σε αυτή ή εάν απέρριψε ως αόριστη ή μη νόμιμη την αγωγή, παραγνωρίζοντας εκτιθέμενα για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης γεγονότα, που με επάρκεια εκτίθενται σε αυτήν, ενώ ο από το άρθρο 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο, παρά τη μη επαρκή έκθεση σε αυτήν των στοιχείων που είναι αναγκαία για τη στήριξη του αιτήματος της αγωγής, την έκρινε ορισμένη, θεωρώντας ότι αυτά εκτίθενται με επάρκεια ή αν παρά την επαρκή έκθεση των στοιχείων αυτών την απέρριψε ως αόριστη (ΑΠ 261/2020,ΑΠ 1487/2017).
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 19.07.2016 ένδικη αγωγή, το δικόγραφο της οποίας παραδεκτά κατά το άρθρο 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ επισκοπείται από το παρόν Δικαστήριο, ιστορούνται τα ακόλουθα από τον ήδη αναιρεσίβλητο ενάγοντα: "A.Η εναγομένη, εργολήπτρια εταιρεία(ήδη λυθείσα ομόρρυθμη εταιρεία με την επωνυμία ...
πρώην εταίροι της οποίας τυγχάνουν οι ήδη αναιρεσείοντες Π. Ρ. και Δ. Δ.) , ανήγειρε με το σύστημα της αντιπαροχής, μία πολυόροφη οικοδομή επί ενός οικοπέδου, αρτίου και οικοδομησίμου, ιδιοκτησίας των Ε. Μ. του Χ. και Γ. Μ. του Χ., κειμένου εντός του εγκεκριμένου σχεδίου του συνοικισμού Τερψιθέας Γλυφάδας της περιφερείας Δήμου Γλυφάδας...
και φέρει στην οδό Μωρέως τον αριθμό 15, εκτάσεως 519 τ.μ. ... Β.-Με το υπ' αριθμ.... συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Ιφιγενείας Λιάτσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας... συνεστήθη οριζόντιος ιδιοκτησία για την ως άνω πολυκατοικία και ορίσθηκε ποιές οριζόντιες ιδιοκτησίες αυτής θα περιέλθουν σε κάθε οικοπεδούχο και στην εργολήπτρια εταιρεία.
Μεταξύ των οριζοντίων ιδιοκτησιών,που περιήλθαν στην τελευταία... ήταν η υπό στοιχεία Δ' κεφαλαίο αριθμός (2)οριζόντια ιδιοκτησία (διαμέρισμα) του Δ' ορόφου..., έχει επιφάνεια 28,38 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 60/1000... Στην αποκλειστική χρήση του ανωτέρω διαμερίσματος ανήκει η υπό στοιχεία Θ.Σ.1.
ανοιχτή θέση στάθμευσης αυτοκινήτου και β) η υπ' αριθμ. 8 αποθήκη του υπογείου, επιφανείας 5,55 τ.μ. και ποσοστό συνιδιοκτησίας εξ αδιαιρέτου στο οικόπεδο 2/000... Γ.- Κατά τον Αύγουστο του έτους 2009 ήλθα σε επαφή (ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος) με την εναγομένη και μετά από διαπραγματεύσεις συμφωνήσαμε προφορικά να αγοράσω από αυτήν τις ανωτέρω περιγραφόμενες οριζόντιες ιδιοκτησίες (διαμέρισμα και αποθήκη) και το δικαίωμα της αποκλειστικής χρήσης της ανωτέρω ανοικτής θέσης στάθμευσης αυτοκινήτου.
Το τίμημα της πωλήσεως αυτών ορίσθηκε στο ποσό των 130.800 ευρώ. Για την εξόφληση του ανωτέρω τιμήματος συμφώνησα μετά της εναγομένης, ότι θα κατέβαλα εις αυτήν: α)Ποσό 13.400 ευρώ προ της υπογραφής του οριστικού συμβολαίου β)Ποσό 95.250 ευρώ από προϊόν δανείου πιστωτικού ιδρύματος γ)Ποσό 12.000 ευρώ μέχρι την 21-12-2009 και δ)Ποσό 10.150 ευρώ σε δέκα(10)δόσεις καταβλητέες την 10-5-2010, 10-6-2010,10-7-2010,10-8-2010,30-8-2010,10-9-2010,10-11-2010, 10-12-2010, 10-1-2011 και 10-2-2011, ποσού 1.000 ευρώ εκάστης των πρώτων εννέα και 1.150 της δεκάτης.
Χάριν καταβολής των ανωτέρω δόσεων αποδέχθηκα δέκα(10)ισόποσες συν/κές, εκδόσεως της εναγομένης, τις οποίες τριτεγγυήθηκε υπέρ εμού η μητέρα μου Κ. Τ.. Σε εκτέλεση της ανωτέρω συμφωνίας μας, κατέβαλα στην εναγομένη την 3-8-2009 το ποσό των 13.400 ευρώ δια της καταθέσεως σε λογαριασμό της (εναγομένης), που διατηρούσε στην Τράπεζα ....
Δ.- Στη συνέχεια με το υπ' αριθμ.... πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Ιφιγένειας Λιάτσου, που έχει μεταγραφεί νόμιμα στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Γλυφάδας... οι ως άνω οικοπεδούχοι, με την έγκριση και υπόδειξη της εναγομένης-εκ τρίτου στο άνω συμβόλαιο συμβαλλομένης εργολήπτριας εταιρείας-πώλησαν κατά πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή εις εμέ τις ανωτέρω δύο οριζόντιες ιδιοκτησίες.
Ε.-Παρά το γεγονός, ότι το τίμημα της ως άνω συμβάσεως πωλήσεως είχε συμφωνηθεί στο ποσό των 130.800 ευρώ, στο ανωτέρω συμβόλαιο αναγράφηκε με βάση τις δηλώσεις μας, ότι το τίμημα ανέρχεται στο ποσό των 58.903,30 ευρώ και συγκεκριμένα σε 57.203,30 ευρώ το διαμέρισμα με την αποκλειστική χρήση της υπό στοιχεία Θ.Σ.1 ανοικτής θέσης στάθμευσης και 1.700 ευρώ η αποθήκη.
Το ανωτέρω ποσό συμφωνούσε και με τους πίνακες της αρμόδιας ΔΟΥ, ήτοι με την αντικειμενική αξία του ακινήτου. Το αναγραφόμενο στο συμβόλαιο τίμημα πιστώθηκε και κατά τη συμφωνία μας θα καταβαλλόταν από δάνειο που θα χορηγείτο από την ... ή από άλλο πιστωτικό ίδρυμα. Στις 23-10-2009 η εναγομένη εισέπραξε από την ... (κατάστημα Κορίνθου) το ποσό των 95.250 ευρώ δια της εκδόσεως υπό της ανωτέρω Τράπεζας, εις διαταγήν της εναγομένης, της υπ' αριθμ. ...
ισόποσης τραπεζικής επιταγής. Στη συνέχεια και σε συνέχεια της από Αυγούστου 2009 προφορικής μας συμφωνίας, κατέβαλα στην εναγομένη στις 21-12-2009 το ποσό των 12.000 ευρώ δια της καταθέσεως του ανωτέρω ποσού σε λογαριασμό της (εναγομένης), που διατηρούσε στην Τράπεζα ... και πλήρωσα δύο(2) από τις ανωτέρω δέκα(10)συν/κές, εκδόσεώς της, ποσού ευρώ 2.000.
Έτσι λοιπόν το συνολικό ποσό που κατέβαλα στην εναγομένη ανέρχεται σε ευρώ 122.650(13.400+95.250+12.000+2.000). ΣΤ.- Τις υπόλοιπες οκτώ(8)συν/κές δεν πλήρωσα κατά τη λήξη τους και η εναγομένη επεδίωξε και πέτυχε την έκδοση των υπ' αριθμ. ... διαταγών πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών για ποσό ευρώ 4.150 και 4.000 αντίστοιχα. Ζ.-Στη συνέχεια η εναγομένη, δυνάμει της ως άνω υπ' αριθμ. ...
διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδικείου Αθηνών επέσπευσε πλειστηριασμό εναντίον μου και την 14-12-2011 εκπλειστηρίασε τις ανωτέρω οριζόντιες ιδιοκτησίες. Υπερθεματίστρια αυτών ανεδείχθη η ετερόρρυθμη εταιρεία που εδρεύει στη Ν. Σμύρνη Αττικής με την επωνυμία ... η οποία κατέβαλε το εκπλειστηρίασμα από ευρώ 61.188 για το Δ-2 διαμέρισμα και από ευρώ 6.000 για την υπ' αριθμ. 8 αποθήκη.
Ήδη κατά της εναγομένης και των διαδικαστικών εγγράφων της εκτελεστικής διαδικασίας, ήτοι της υπ' αριθμ. ... έκθεσης αναγκαστικής κατασχέσεως της δικαστικής επιμελητρίας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Π. Σ., της υπ' αριθμ. ... περίληψης κατασχετήριας εκθέσεως της ανωτέρω δικ. επιμελητρίας, της υπ' αριθμ. ... επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας εκθέσεως της ανωτέρω δικ.
επιμελητρίας και της υπ' αριθμ. ... περίληψης κατακυρωτικής εκθέσεως οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβ/φου Αθηνών Ιφιγένειας Λιάτσου, άσκησα ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2-2-2012 και με αριθμό καταθ. δικογρ. 1275/2012 ανακοπή μου αιτούμενος την ακύρωση του διενεργηθέντος εις βάρος μου πλειστηριασμού, επειδή οι επιδόσεις των ανωτέρω εγγράφων έγιναν σε διεύθυνση διαφορετική από εκείνη της πραγματικής κατοικίας μου και ως εκ τούτου δεν έλαβα γνώση της εις βάρος μου εκτελεστικής διαδικασίας.
Η.-Επειδή η αγοραία αξία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανέρχεται στο ποσό των 67.180 ευρώ και συγκεκριμένα του διαμερίσματος 61.188 ευρώ και της αποθήκης 6.000 ευρώ. Θ. Επειδή το τίμημα των 130.800 ευρώ το οποίο συμφώνησα με την εναγομένη, υπερβαίνει κατά πολύ την από ευρώ 67.180 αγοραία (αληθινή)αξία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών, η εναγομένη έγινε πλουσιότερη χωρίς νόμιμη αιτία σε βάρος μου κατά το ποσό των ευρώ 63.620(130.800 μείον 67.180).
Ι. Επειδή ήδη κατέβαλα στην εναγομένη, έναντι του ως άνω συμφωνηθέντος τιμήματος των ευρώ 130.800, το ποσό των ευρώ 122.650 και επιπλέον φέρομαι να οφείλω σε αυτήν εκ των άνω συν/κών το ποσό των 8.150 ευρώ. Κ. Επειδή η εναγομένη αρνείται να επιστρέψει εις εμέ το ποσό των 55.470 ευρώ(122.650 μείον 67.180)κατά το οποίο κατέστη, αδικαιολογήτως, πλουσιοτέρα σε βάρος της περιουσίας μου, πρέπει να υποχρεωθεί δικαστικά προς τούτο και να απαλλαγώ από την υποχρέωσή μου πληρωμής των ανωτέρω οκτώ (8) συναλλαγματικών, συνολικού ποσού 8.150 ευρώ, τις οποίες η εναγομένη πρέπει να επιστρέψει εις εμέ.
Επειδή έχω έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί ως άκυρη η σύμβαση πωλήσεως και δη ως προς το επί πλέον ποσό των 63.620 ευρώ(130.800 μείον 67.180), που συμφώνησα με την αντίδικο.... ΖΗΤΩ Να γίνει δεκτή η αγωγή μου. Να αναγνωριστεί ως άκυρη η περιγραφόμενη στο ιστορικό της παρούσας σύμβαση πωλήσεως στην έκταση που το μη αναγραφόμενο στο υπ' αριθμ. ...
πωλητήριο συμβόλαιο της Συμβ/φου Αθηνών Ιφιγένειας Λιάτσου τίμημα των 63.620 ευρώ δεν έχει περιβληθεί τον νόμιμο τύπο του συμβολαιογραφικού εγγράφου. Να υποχρεωθεί η εναγομένη, για τους αναφερόμενους στο ιστορικό της παρούσας λόγους: α) Να επιστρέψει εις εμέ, εκ του ήδη καταβληθέντος τιμήματος των 122.650 ευρώ, το ποσό των 55.470 ευρώ(122.650 μείον 67.180) κατά το οποίο κατέστη, αδικαιολογήτως πλουσιοτέρα σε βάρος της περιουσίας μου, εντόκως από την επίδοση της ως άνω από 1-10-2012 αγωγής μου κατά της εναγομένης, ήτοι από 8-10-2012, άλλως από της επιδόσεως της παρούσας αγωγής μέχρις εξοφλήσεως και β) Να αναγνωρισθεί, ότι δεν υποχρεούμαι να καταβάλω το ποσό των 8.150 ευρώ, που προέρχεται από τις οκτώ(8) απλήρωτες συν/κές, οι οποίες εξεδόθησαν από την εναγομένη χωρίς νόμιμη αιτία και να υποχρεωθεί η εναγομένη να τις αποδώσει εις εμέ...".
Με το ανωτέρω ιστορικό και ειδικότερα σωρευόμενο υπό στοιχ. α' αίτημά της η αγωγή, σύμφωνα και με τα εκτιθέμενα στην αρχή της παρούσας, είναι, πλήρως ορισμένη, εφόσον περιέχει όλα τα απαιτούμενα για τη θεμελίωσή της πραγματικά περιστατικά. Και τούτο διότι προσδιορίζονται με σαφήνεια τα στοιχεία που απαιτούνται για τον φερόμενο πλουτισμό της εναγομένης πωλήτριας εταιρείας, και ο οποίος συνίσταται στην αναζήτηση της ωφέλειας που φέρεται ότι προήλθε από την εκτέλεση μερικώς άκυρης σύμβασης, και δη κατά το επιπλέον καταβληθέν τίμημα της επίδικης σύμβασης πώλησης από τον αγοραστή ενάγοντα και ήδη αναιρεσίβλητο και κατά το μέρος, μόνο, που υπερβαίνει την αγοραία (αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, αφού στο δικόγραφο της αγωγής προσδιορίζονται τα απαιτούμενα στοιχεία της σύμβασης και ο λόγος της μερικής ακυρότητάς της, εξ αιτίας της οποίας ο αντίστοιχος πλουτισμός είναι νομικά αδικαιολόγητος.
Το αν η αγοραία(αληθινή) αξία του πωληθέντος ακινήτου, κατά το χρόνο κατάρτισης της σύμβασης, ανταποκρίνεται και πράγματι, σ' εκείνη που αναφέρεται, κατά τα ιστορούμενα στην αγωγή, είναι αντικείμενο απόδειξης. Επομένως το Εφετείο, που με την αναιρεσιβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε το εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού σωρευόμενο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, που αφορά το εκτός συμβολαίου τίμημα της επίδικης πώλησης που είχε ήδη καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία, ως αόριστο, κρίνοντας ότι δεν προσδιορίζονταν η αγοραία(αληθινή)αξία των πωληθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών κατά τον χρόνο κατάρτισης της σύμβασης πώλησης, αλλά κατά τον χρόνο άσκησης της αγωγής, αντλώντας επιχείρημα, κατά την κρίση της, από τη γραμματική διατύπωση της αγωγής, που χρησιμοποιεί για την αναφορά της ως άνω επίδικης αξίας, σε χρόνο ενεστώτα τη φράση "ανέρχεται", εκθέτοντας επί λέξει "Επειδή η αγοραία αξία των ανωτέρω οριζοντίων ιδιοκτησιών ανέρχεται στο ποσό των 67.180 ευρώ και συγκεκριμένα του διαμερίσματος 61.180 ευρώ και της αποθήκης 6.000 ευρώ", έσφαλε υποπίπτοντας στην πλημμέλεια από τη διάταξη του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την οποία ελέγχεται η ποσοτική αοριστία της αγωγής, και ως εκ τούτου ο πρώτος προβαλλόμενος λόγος της αίτησης αναίρεσης(όπως το περιεχόμενο αυτού ορθά εκτιμάται ως προς το σχετικό αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι από τον εκ του αριθμού 8 ή 20 αναιρετικό λόγο), τον οποίο έχουν άμεσο έννομο συμφέρον να προβάλουν οι αναιρεσείοντες, ενόψει της περιορισμένης εμβέλειας του δεδικασμένου, που παράγει η απόρριψη λόγω αοριστίας (επιδιώκοντας την κατ' ουσίαν απόρριψη της αγωγής κατά το σχετικό μέρος της), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατά την έννοια των διατάξεων των άρθρων 321, 322 και 324 ΚΠολΔ, η τελεσίδικη απόφαση αποτελεί δεδικασμένο, που δεν επιτρέπει να αμφισβητηθεί και να καταστεί αντικείμενο νέας δίκης το δικαίωμα που κρίθηκε και η δικαιολογική σχέση από την οποία αυτό έχει παραχθεί. Η απαγόρευση αυτή ενεργεί τόσο θετικά, με την έννοια ότι το δικαστήριο, ενώπιον του οποίου ανακύπτει εξ αφορμής άλλης δίκης, είτε ως κύριο είτε ως προδικαστικό ζήτημα, το δικαίωμα που κρίθηκε με τελεσίδικη απόφαση, οφείλει να θέσει ως βάση της απόφασής του το δεδικασμένο, που προκύπτει από την απόφαση αυτή, λαμβάνοντάς το ως αμάχητη αλήθεια, όσο και αρνητικά, με την έννοια ότι απαγορεύεται η συζήτηση νέας αγωγής για το ίδιο δικαίωμα, για την ύπαρξη ή μη του οποίου υπάρχει δεδικασμένο.
Το δεδικασμένο αυτό εκτείνεται στο ουσιαστικό ζήτημα για έννομη σχέση που προβλήθηκε με αγωγή, ανταγωγή, κύρια παρέμβαση ή ένσταση (ΑΠ 1443/2017). Το δεδικασμένο καλύπτει, ως ενιαίο σύνολο, ολόκληρο το δικανικό συλλογισμό, όπως διατυπώνεται στην απόφαση, βάσει του οποίου το δικαστήριο κατέληξε στην αναγνώριση της επίδικης έννομης σχέσης και συγκεκριμένα:
α) το δικαίωμα που κρίθηκε, δηλαδή την έννομη σχέση που αναγνωρίστηκε, β) την ιστορική αιτία που έγινε δεκτή από την απόφαση, υπό την έννοια των πραγματικών περιστατικών που ήταν αναγκαία για τη διάγνωση της έννομης σχέσης και γ) τη νομική αιτία, δηλαδή το νομικό χαρακτηρισμό που δόθηκε από το δικαστήριο στα πραγματικά περιστατικά, κατά την υπαγωγή τους στη σχετική διάταξη του νόμου, την οποία εφάρμοσε (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1599/2017, ΑΠ 1137/2006).
Έννομη σχέση κατά την έννοια των ανωτέρω διατάξεων, είναι το σύνολο των εννόμων συνεπειών, που κρίθηκαν τελεσίδικα και όχι τα πραγματικά γεγονότα που γέννησαν ή απέσβησαν τις έννoμες συνέπειες (ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 563/2017). Η ύπαρξη και η έκταση του δεδικασμένου προκύπτουν από το περιεχόμενο της απόφασης και όχι απ` αυτό της κριθείσας αγωγής, έστω και αν το δικαστήριο δεν εξάντλησε το αντικείμενό της ή το υπερέβη ή απομακρύνθηκε από αυτό (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1559/2017, ΑΠ 298/2004).
Ταυτότητα νομικής αιτίας υπάρχει, όταν σε μεταγενέστερη δίκη ανακύπτει ως νομικό γεγονός παραγωγικό, τροποποιητικό ή καταργητικό της επίδικης έννομης σχέσης, αυτό που στηρίζει ήδη τελεσίδικη απόφαση, δηλαδή απαιτείται ταυτότητα της διάταξης που συγκρότησε τη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού της τελεσίδικης απόφασης προς τη διάταξη που επικαλείται ρητά ή σιωπηρά ο ενάγων προκειμένου να στηρίξει τη νέα του αγωγή, ενώ ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει όταν τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό της νομικής διάταξης που εφαρμόστηκε σε προηγούμενη δίκη, είναι τα ίδια με αυτά που συγκροτούν το πραγματικό της εφαρμοστέας και στη νέα δίκη νομικής διάταξης (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 1198/1997).
Η ταυτότητα, εξάλλου, των προσώπων ως αναγκαία υποκειμενική προϋπόθεση για τη λειτουργική ενέργεια του δεδικασμένου, είναι επακόλουθο του ισχύοντος στην πολιτική δίκη, κατά το άρθρο 106 ΚΠολΔ, συζητητικού συστήματος και σημαίνει ότι το δεδικασμένο δεσμεύει μόνον τα πρόσωπα μεταξύ των οποίων κατά τα άρθρα 325 - 329 ΚΠολΔ ισχύει, και, πάντως μόνον εφόσον αυτά βρίσκονται σε σχέση αντιδικίας και όχι ομοδικίας (ΑΠ 893/2019, ΑΠ 2028/2014, ΑΠ 1025/1993).
Το δεδικασμένο εκτείνεται και στα ζητήματα, που κρίθηκαν παρεμπιπτόντως, και αποτελούν αναγκαία προϋπόθεση του κυρίου ζητήματος και το δικαστήριο ήταν υλικά αρμόδιο να αποφασίσει και για τα εν λόγω ζητήματα (ΑΠ 1831/2012, ΑΠ 249/2011, ΑΠ 1550/2010). Με τελεσίδικη απόφαση ισοδυναμεί και η διαταγή πληρωμής, η οποία έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, μετά την τελεσίδικη απόρριψη της ασκηθείσας ανακοπής, ή σε περίπτωση μη άσκησης ανακοπής, κατ` άρθρο 632 ΚΠολΔ, μετά την παρέλευση άπρακτης της προθεσμίας άσκησης της ανακοπής του άρθρου 633 παρ. 3 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 16/1996, ΑΠ 1058/2019, ΑΠ 977/2015).
Η διαταγή πληρωμής, που απέκτησε ισχύ δεδικασμένου, προσομοιάζει, κατά τα αποτελέσματά της, με τελεσίδικη δικαστική απόφαση, υπό την έννοια ότι δεν μπορεί πλέον να αμφισβητηθεί ούτε με αγωγή ή με ένσταση, η με αυτή βεβαιούμενη απαίτηση, αφού από τότε αποκτά, κατά ρητή διάταξη του παραπάνω άρθρου (633 παρ. 2 εδ.
γ` ΚΠολΔ), ισχύ δεδικασμένου. Το γεγονός ότι η διαταγή πληρωμής δεν είναι δικαστική απόφαση, δεν συνεπάγεται αναγκαίως και ότι αυτή δεν δύναται κατά νόμο να παραγάγει δεδικασμένο, υπό τη θετική και την αρνητική λειτουργία του, αφού το δεδικασμένο δεν αποτελεί εννοιολογικό γνώρισμα των δικαστικών αποφάσεων αλλά έννομη συνέπεια αυτών, που την προσδίδει διάταξη νόμου (ΑΠ 243/2018, ΑΠ 1443/2017, ΑΠ 856/2014, ΑΠ 53/2004).
Περαιτέρω, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 623 και 624 ΚΠολΔ προκύπτει ότι μεταξύ των ουσιαστικών και διαδικαστικών προϋποθέσεων με τη συνδρομή ή μη των οποίων μπορεί να ζητηθεί η έκδοση διαταγής πληρωμής είναι αφενός η ύπαρξη χρηματικής απαίτησης του αιτούντος από ορισμένη έννομη σχέση και αφετέρου η απαίτηση αυτή και το ποσό της να αποδεικνύονται άμεσα από δημόσιο ή ιδιωτικό έγγραφο ή από συνδυασμό τέτοιων εγγράφων (ΑΠ 448/2006, ΑΠ 665/2006).
Κύριο αντικείμενο της δίκης επί της ανακοπής κατά διαταγής πληρωμής είναι το κύρος της διαταγής πληρωμής, ενώ η ισχύς και το μέγεθος της απαίτησης, της οποίας έχει διαταχθεί η πληρωμή, όταν αμφισβητείται με την ανακοπή, είναι απλώς προδικαστικό ζήτημα του κυρίου τούτου ζητήματος (ΑΠ 916/2021,ΑΠ 1329/2014, ΑΠ 1831/2012).
Επιπλέον, οι ανακοπές των άρθρων 632 και 633 ΚΠολΔ, όπως ίσχυαν, κατά τον κρίσιμο εν προκειμένω, χρόνο, πριν αντικατασταθούν με το άρθρο τέταρτο του άρθρου 1 του Ν. 4335/2015, επιτελούν, κατ' αρχήν, παρεμφερή λειτουργία με εκείνη των ένδικων μέσων, αφού βάλλουν κατά της νομιμότητας της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς τα ένδικα μέσα βάλλουν κατά της νομιμότητας της δικαστικής απόφασης.
Ακόμη δε και από την άποψη των επερχόμενων αποτελεσμάτων, η ευδοκίμηση των ανωτέρω ανακοπών εξαφανίζει τον εκτελεστό τίτλο της διαταγής πληρωμής, όπως ακριβώς και η ευδοκίμηση των ενδίκων μέσων εξαφανίζει τη δικαστική απόφαση. Σε περίπτωση δε ύπαρξης τελεσίδικης δικαιοδοτικής κρίσης περί του κύρους της διαταγής πληρωμής, η τελεσίδικη απόφαση παράγει και αναπτύσσει πλήρες δεδικασμένο ως προς την εγκυρότητα του εκτελεστού τίτλου της διαταγής πληρωμής, κατ' άρθρο 331 ΚΠολΔ, και την οπλίζει με ωριμότητα και δύναμη ισοσθενή προς εκείνη της τελεσίδικης δικαστικής απόφασης, προς την οποία και εξομοιώνεται πλήρως (ΟλΑΠ 5/2020,ΑΠ 1072/2021).
Περαιτέρω, κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 16 ΚΠολΔ, δημιουργείται λόγος αναίρεσης και όταν το δικαστήριο, κατά παράβαση του νόμου, δέχθηκε ότι δεν υπάρχει δεδικασμένο (ΑΠ 1090/2019). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με τη διάταξη του άρθρου 36 του Ν.4842/2021, και κατά τη μεταβατική διάταξη του άρθρου 116 παρ. 2 περ.
β' του ίδιου νόμου, εφαρμόζεται, τροποποιηθείσα, και επί των εκκρεμών ενδίκων μέσων ορίζεται ότι "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται: α)...β)...γ)για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη, ή το δεδικασμένο.".
Στην προκειμένη υπόθεση οι αναιρεσείοντες με τον τέταρτο λόγο της αναίρεσης, εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αιτιώνται το Εφετείο ότι με το να αποφανθεί με την προσβαλλόμενη απόφασή του θετικά ως προς το αντίστοιχο αγωγικό αίτημα, κρίνοντας ότι δεν υποχρεούται ο αναιρεσίβλητος να καταβάλει το ποσό των 8.150 ευρώ, που προέρχονταν από τις οκτώ (8) προαναφερθείσες απλήρωτες συναλλαγματικές αποδοχή του, παραβίασε το δεδικασμένο που απέρρεε από τις εκδοθείσες σε βάρος του με αριθμούς ...
διαταγές πληρωμές του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, δεδομένης της μη ασκηθείσας ανακοπής κατ' αυτών, με αποτέλεσμα η απαίτηση εκ των εν λόγω αξιογράφων να έχει καταστεί αμετάκλητα ληξιπρόθεσμη και απαιτητή και συνακόλουθα (το Εφετείο) να αχθεί σε εσφαλμένη κρίση, κάνοντας δεκτό το ως άνω αγωγικό αίτημα.
Από την παραδεκτή δε επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων της προκειμένη δίκης (άρθρ.561 παρ.2 ΚΠολΔ) προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 29-10-2009 αίτηση της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία ... κατά των Α. Τ. του Δ. και της Κ. συζ. Δ. Τ. η αιτούσα επεδίωξε να εκδοθεί διαταγή πληρωμής, σε βάρος των καθών, με βάση τις αναφερόμενες τέσσερις(4) συναλλαγματικές, αξίας χιλίων ευρώ(1.000,00€) των τριών πρώτων και αξίας χιλίων εκατόν πενήντα ευρώ(1.150,00 €) της τέταρτης, πληρωτέες σε διαταγή της αιτούσας και λήξης την 10.5.2010, 10.7.2010, 10.8.2010 και 30.8.2010, αντίστοιχα, τις οποίες αποδέχθηκε αυθημερόν ο πρώτος των καθών(και ήδη αναιρεσίβλητος) και τριτεγγυήθηκε υπέρ του επίσης αυθημερόν η δεύτερη των τότε καθών, αποτελούσαν δε αυτές μέρος των ως άνω επίδικων οκτώ (8) προαναφερθεισών απλήρωτων συναλλαγματικών εκ συνολικού ποσού 8.150 ευρώ.
Επί της ανωτέρω αιτήσεως εκδόθηκε η υπ' αριθμ. ... διαταγή πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών, που διέτασσε τους καθών να καταβάλουν στην αιτούσα, ευθυνόμενοι αλληλεγγύως και έκαστος εις ολόκληρον, για το κεφάλαιο των άνω συναλλαγματικών το συνολικό ποσό των 4.150 ευρώ και αυτά νομιμότοκα, κατά τις αναφερόμενες εκεί διακρίσεις, μέχρις εξοφλήσεως.
Πιστό αντίγραφο από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της άνω διαταγής πληρωμής επιδόθηκε στον καθού αναιρεσίβλητο, δυνάμει της με αριθμό 10458/9.12.2010 έκθεσης επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου Κορίνθου Δ. Λ., και με βάση το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ως άνω διαταγής πληρωμής επισπεύστηκε από την αιτούσα εταιρεία αναγκαστική εκτέλεση με κατάσχεση ακινήτων του οφειλέτη καθού.
Στη συνέχεια, στις 23.09.2011 δόθηκε εντολή επίδοσης για δεύτερη φορά στους καθών αντιγράφου από το πρώτο εκτελεστό απόγραφο της ίδιας ως άνω υπ' αριθμ.... διαταγής πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών, χωρίς, ωστόσο να προκύπτει και αν έλαβε χώρα, πράγματι, και η δεύτερη επίδοσή της, που αποτελεί αναγκαία προϋπόθεση, για να αρχίσει να τρέχει η προβλεπόμενη νόμιμη προθεσμία προσβολής της διαταγής πληρωμής με ανακοπή, κατ' άρθρο 633 παρ. 3 ΚΠολΔ, ώστε να δύναται να υποστηριχθεί βάσιμα ότι, σε περίπτωση παρέλευσης άπρακτης της ανωτέρω προθεσμίας, η επίδικη ως άνω διαταγή πληρωμής έχει αποκτήσει ισχύ δεδικασμένου, ισοδυναμούσα με τελεσίδικη απόφαση.
Και τούτο, ανεξαρτήτως του ότι ο αναιρεσίβλητος, όπως ισχυρίζονται οι αναιρεσείοντες, άσκησε μεν ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 2.2.2012 ανακοπή του κατά της επισπευδομένης σε βάρος του εκτελεστικής διαδικασίας, προσβάλλοντας τις διαδικαστικές πράξεις της αναγκαστικής εκτέλεσης, ήτοι τις υπ' αριθμ. ...
έκθεση αναγκαστικής κατάσχεσης της δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Π. Σ., υπ' αριθμ.... περίληψη κατασχετήριας έκθεσης ακίνητης περιουσίας της ίδιας ως άνω δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Π. Σ., υπ' αριθμ. ... επαναληπτική περίληψη κατασχετήριας έκθεσης της αυτής δικαστικής επιμελήτριας του Πρωτοδικείου της Αθήνας Π.
Σ. και υπ' αριθμ. ... περίληψη κατακυρωτικής έκθεσης οριζοντίων ιδιοκτησιών της Συμβ/φου Αθηνών Ιφιγένειας Λιάτσου, από την οποία, όμως ανακοπή, όπως προκύπτει από το επικαλούμενο και προσαγόμενο μηχανογραφικό δελτίο της Γραμματείας του Πρωτοδικείου Αθηνών, η υπόθεση προσδιορίστηκε για συζήτηση στη δικάσιμο της 19.04.2016, κατά την οποία αναβλήθηκε για τη νέα δικάσιμο της 08.10.2019, οπότε, τελικά, ο ανακόπτων και ήδη αναιρεσίβλητος παραιτήθηκε του δικογράφου αυτής (ανακοπής).
Επομένως, με τα δεδομένα αυτά είναι αβάσιμος ο τέταρτος λόγος της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης, εκ του αριθμού 16 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, και πρέπει να απορριφθεί.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Ειδικότερα, έλλειψη νόμιμης βάσης της απόφασης συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της απόφασης, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 6/2006).
Επομένως η έλλειψη νόμιμης βάσης πρέπει να αναφέρεται σε παραδοχές της απόφασης επί εκείνων των ζητημάτων που ασκούν ουσιαστική επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή αντένστασης. Εάν τα περιστατικά, που προβάλλονται με το λόγο αναίρεσης ως αντιφατικά, ως εκ περισσού διατυπώθηκαν ως παραδοχές της απόφασης, χωρίς να είναι αναγκαία για τη θεμελίωση του αγωγικού δικαιώματος ή την απόρριψή του κατά παραδοχή ενστάσεως και επομένως χωρίς να είναι αναγκαία για τη στήριξη του διατακτικού της απόφασης με βάση τους προταθέντες ισχυρισμούς των διαδίκων, τότε οι σχετικές προς θεμελίωση του λόγου αυτού αναίρεσης αιτιάσεις είναι αλυσιτελείς και απορρίπτονται ως αβάσιμοι (ΑΠ 255/2010, ΑΠ 1008/2007).
Ανεπάρκεια αιτιολογιών δεν υπάρχει, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Άλλωστε, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος προτάσεως προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίου, του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της αποφάσεως στο αποδεικτικό της πόρισμα, και να μην καταλείπονται αμφιβολίες, ενώ δεν ελέγχονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης για παραβιάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, όπως ακριβώς και για το λόγο του αριθμού 1 (ΑΠ1908/2008, ΑΠ 1703/2008, ΑΠ 1446/2007, ΑΠ 1140/2005).
Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα ως προς την αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε (ΟλΑΠ 18/08, ΟλΑΠ 15/2006).
Περαιτέρω, τα νομικά ή πραγματικά επιχειρήματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, που συνέχονται με την ερμηνεία του νόμου ή την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματος του δικαστηρίου και, επομένως, αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 708/2017, ΑΠ 667/2016, ΑΠ 1266/2011).
Συνακόλουθα η ευθεία ή εκ πλαγίου παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 αριθ. 1 και 19 του ΚΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ' ουσία, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλομένης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης (ΑΠ 1420/2013).Τέλος, για να είναι ορισμένος, και, άρα, παραδεκτός ο ανωτέρω από τον αριθ. 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να αναφέρονται στο αναιρετήριο, εκτός άλλων, ο κανόνας δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε και μάλιστα ενάριθμα, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή ανεπάρκεια αυτών( ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 766/2017), καθώς, επίσης, και να μνημονεύονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, χωρίς να αρκούν οι περιορισμένες, μεμονωμένες και κατ' επιλογή του αναιρεσείοντος "αποσπασματικές" και όχι "πλήρεις" παραδοχές(ΟλΑΠ 20/2005, ΟλΑΠ 28/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 68/2021, ΑΠ 860/2018, ΑΠ 550/2017, ΑΠ 319/2017, ΑΠ 1184/2015, ΑΠ 121/2014, ΑΠ 1752/2013, ΑΠ 739/2011).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πέμπτο λόγο αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίσταται στο ότι αυτή διαλαμβάνει αντιφατική αιτιολογία και συγκεκριμένα, ενώ σε παραδοχή της(στην πρόσθια σελίδα του 18ου φύλλου της) αναφέρει επί λέξει ότι "...ούτε από τα στοιχεία της δικογραφίας προκύπτει ότι οι ως άνω διαταγές πληρωμής, στις οποίες τίθεται η ίδια έννομη σχέση, έχουν καταστεί τελεσίδικες, ώστε να παράγεται από αυτές δεδικασμένο", ακολούθως σε επόμενο φύλλο (οπίσθια σελίδα 19ου φύλλου) αναφέρει ότι ο αναιρεσίβλητος "ούτε διαμαρτυρήθηκε για το ύψος του συμφωνηθέντος τιμήματος, ότι για το μέρος του κατ' εκείνον (ενάγοντα) οφειλομένου τιμήματος εκδόθηκαν οι ...
και 54120/2021 διαταγές πληρωμής, κατά των οποίων δεν άσκησε ανακοπή ούτε τις προσέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο με αποτέλεσμα να επακολουθήσει αναγκαστική εκτέλεση" και ότι εκ των ανωτέρω προκύπτει αντίφαση, αφού, ενώ το Εφετείο αναγνώρισε ότι υφίστανται αμετάκλητες διαταγές πληρωμής ερειδόμενες επί των επίμαχων συναλλαγματικών, παρά ταύτα κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα ότι ο ενάγων-αναιρεσίβλητος "δεν οφείλει να καταβάλει στην εναγομένη την απαίτησή της από τις προμνημονευόμενες στο σκεπτικό οκτώ συναλλαγματικές εκδόσεως της εναγομένης και αποδοχής του αναιρεσιβλήτου ενάγοντος, συνολικού ποσού 8.150 €".
Ο λόγος, όμως, αυτός αναίρεσης από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με το περιεχόμενο που προεκτέθηκε είναι αόριστος και, συνακόλουθα, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος, διότι ουδόλως αναφέρονται οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης, με πληρότητα, παρά μόνο αποσπασματικά, και κατ' επιλογή των αναιρεσειόντων, σε σχέση με το λόγο από τον αριθ.19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Σε κάθε περίπτωση ο προαναφερόμενος λόγος είναι αβάσιμος, διότι από το ιστορικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης που προεκτέθηκε, προκύπτει ότι η αναφερόμενη αποσπασματική παραδοχή της οπίσθιας σελίδας του 19ου φύλλου δεν αποτελεί παραδοχή της προσβαλλομένης, αλλά ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, πέραν του ότι δεν υφίσταται αντίφαση της φράσης αυτής με την παραδοχή της απόφασης ότι οι επίδικες διαταγές πληρωμής, δεν έχουν καταστεί τελεσίδικες, αφού ρητώς και κατηγορηματικώς το Εφετείο δέχτηκε ότι δεν υφίστανται αμετάκλητες διαταγές πληρωμής ερειδόμενες επί των επίμαχων συναλλαγματικών.
Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 11 περ. γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τον οποίο επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέστηκαν και προσκόμισαν, ελέγχεται ουσιαστικά αβάσιμος, αν αποδεικνύεται από την προσβαλλόμενη απόφαση ότι το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι προς απόδειξη των ισχυρισμών τους.
Προς τούτο αρκεί η γενική αναφορά του είδους του αποδεικτικού μέσου (μάρτυρες, έγγραφα κλπ), που έλαβε υπόψη του το δικαστήριο, χωρίς την ανάγκη ειδικής μνείας και αξιολόγησης εκάστου και χωρίς διάκριση από ποια αποδεικτικά μέσα προκύπτει άμεση και από ποια έμμεση απόδειξη. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 338 έως 340 ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός, που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο, ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, δηλαδή επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΟλΑΠ 2/2008, ΟλΑΠ 42/2002, ΑΠ 498/ 2018, ΑΠ 757/2015,ΑΠ 156/2012).
Καμιά, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και τη χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα, που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων, που λήφθηκαν υπόψη. Μόνο αν από τη γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της απόφασης, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος.
Όμως, ο λόγος αυτός αναίρεσης δεν ιδρύεται όταν το Δικαστήριο δεν προσέδωσε στο αποδεικτικό μέσο την αποδεικτική βαρύτητα που υποστηρίζει ο αναιρεσείων ότι αυτό έχει, διότι με την αίτηση αυτή πλήττεται η αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων (άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ).Τέλος, ο λόγος αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ.11 ΚΠολΔ, στην περίπτωση κατά την οποία το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίστηκαν, για να είναι ορισμένος, θα πρέπει να αναφέρεται στο αναιρετήριο:
α)ποιες είναι οι αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν και τις οποίες έλαβε υπόψη το δικαστήριο της ουσίας, β)ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έλαβε υπόψη τις αποδείξεις και γ)η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης(ΑΠ 881/2011). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από τις προπαρατεθείσες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, όσον αφορά το αρνητικό αναγνωριστικό αίτημα της αγωγής, με το οποίο ζητείτο η αναγνώριση ανυπαρξίας υποχρέωσης προς καταβολή του ποσού των οκτώ συναλλαγματικών, ανερχόμενο συνολικά σε 8.150 ευρώ, οι οποίες εκδόθηκαν από την εναγομένη και αποδέχθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος και αντιστοιχούν σε μέρος του εκτός συμβολαίου τιμήματος, δεχόμενο την αγωγή, ως και κατ' ουσίαν βάσιμη ως προς το αίτημα αυτό, αναγνωρίζοντας ότι ο αναιρεσίβλητος δεν οφείλει να καταβάλει στην εταιρεία των αναιρεσειόντων την απαίτησή της από τις ως άνω οκτώ συναλλαγματικές, μεταξύ άλλων, και "Από όλα τα έγγραφα που νόμιμα προσκομίζουν και επικαλούνται οι διάδικοι, είτε για να ληφθούν υπόψη ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για να χρησιμεύσουν προς συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων...
για μερικά από τα οποία (έγγραφα) γίνεται ειδική αναφορά κατωτέρω χωρίς όμως να έχει παραλειφθεί οποιοδήποτε τούτων για την κατ' ουσίαν διάγνωση της διαφοράς και χωρίς να προσδίδεται στα μνημονευόμενα έγγραφα μεγαλύτερη αποδεικτικά βαρύτητα... ενώ σημειώνεται ότι κατ' άρθρο 529 ΚΠολΔ λαμβάνονται υπόψη και τα νέα αποδεικτικά μέσα που προσκομίζονται το πρώτον ενώπιον του παρόντος Δικαστηρίου, καθόσον κρίνεται ότι δεν υπάρχει πρόθεση στρεψοδικίας ή βαριά αμέλεια στους διαδίκους...".
Με το αντίστοιχο δε τμήμα του δεύτερου λόγου της αίτησης αναίρεσης οι αναιρεσείοντες πλήττουν την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση, επικαλούμενοι την εκ του άρθρου 559 αρ.11 περ. γ' ΚΠολΔ πλημμέλεια, επειδή το Εφετείο ουδόλως έλαβε υπόψη του το επικληθέν και προσαχθέν από αυτούς από 17.9.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό μεταξύ της εταιρείας τους και του αναιρεσιβλήτου, με το οποίο ο τελευταίος αναγνώριζε ότι στο πωληθέν διαμέρισμα είχαν γίνει πρόσθετες των συνήθων εργασίες, το συνολικό κόστος των οποίων ανήλθε σε 24.350 €, και ότι προς αναγνώριση του χρέους του αυτού αποδέχτηκε συναλλαγματικές, χωρίς , ωστόσο, να διευκρινίζει αν μέρος αυτών ήταν και οι επίδικες συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 8.150 €.
Ο λόγος, όμως, αυτός είναι απορριπτέος, προεχόντως ως απαράδεκτος, λόγω αοριστίας του, επειδή δεν διευκρινίζεται με σαφήνεια ο ισχυρισμός για τον οποίο το δικαστήριο έπρεπε να λάβει υπόψη το έγγραφο αυτό, καθώς και η επίδραση που είχε αυτός στο διατακτικό της απόφασης, ενώ σε κάθε περίπτωση είναι αβάσιμος, αφού το δικαστήριο, όπως προκύπτει από τις προαναφερόμενες παραδοχές της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, έλαβε υπόψη του όλα τα έγγραφα και λοιπά αποδεικτικά μέσα που νόμιμα επικαλέστηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ειδικά δε για το ως άνω έγγραφο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, γίνεται και ειδική μνεία (βλ.
οπισθία σελίδα του 15ου φύλλου της αναιρεσιβαλλομένης απόφασης), όπου διαλαμβάνονται επί λέξει τα εξής: "... ενόψει του ότι απέμενε υπόλοιπο ποσού τιμήματος που δεν αναγραφόταν στο συμβόλαιο και δεν καλυπτόταν (εξασφαλιζόταν)από το ως άνω δάνειο που θα λάμβανε από την Τράπεζα ο ενάγων, την ίδια ημέρα της κατάρτισης του συμβολαίου, την 17.9.2009, υπεγράφη μεταξύ των διαδίκων το με ίδια ημεροχρονολογία ιδιωτικό συμφωνητικό, με το οποίο ορίστηκε ο χρόνος καταβολής του υπολοίπου τιμήματος (φαίνεται μάλιστα κατά 2.200 ευρώ μεγαλύτερο)και προς εξασφάλιση αυτού και χάριν καταβολή η εναγόμενη εξέδωσε τρεις συναλλαγματικές, τις οποίες αποδέχθηκε ο ενάγων/αγοραστής δια της πληρεξούσιας μητέρας του.
Η εναγόμενη διατείνεται ότι το ποσό των 24.350 ευρώ, δεν αποτελούσε εκτός συμβολαίου συμφωνηθέν τίμημα πώλησης αλλά ήταν ξεχωριστή οφειλή του ενάγοντος λόγω επιπλέον εργασιών που πραγματοποιήθηκαν στο πωληθέν διαμέρισμα και αφορούσαν την αλλαγή δαπέδων(αποξήλωση πλακακίων και τοποθέτηση ξύλινου πατώματος), αντικατάσταση των επίπλων κουζίνας με πολυτελέστερα, αντικατάσταση ειδών υγιεινής, αποξήλωση και μεταφορά της ντουλάπας από το υπνοδωμάτιο στο διάδρομο εκ νέου βαφή διαμερίσματος κλπ, και ότι το πραγματικό τίμημα των πωληθεισών οριζοντίων ιδιοκτησιών ανήλθε σε 106.000 ευρώ.
Πλην όμως ο ισχυρισμός της αυτός δεν κρίνεται πειστικός, καθόσον, όπως εκτέθηκε, η συμφωνία ήταν ενιαία και οι εργασίες που θα πραγματοποιούντο στα δάπεδα, είδη υγιεινής και έπιπλα κουζίνας λήφθηκαν υπόψη για τον καθορισμό του ως άνω ύψους του τιμήματος, και δεν υπήρξε ξεχωριστή συμφωνία για τις εν λόγω εργασίες, στο γεγονός αυτό άλλωστε συνηγορεί και το ότι η εναγόμενη ουδόλως αναφέρει το αναλυτικό περιεχόμενο της δήθεν ξεχωριστής συμφωνίας και δη αναλυτικά τις εργασίες κατά ποσότητα και τιμή μονάδος.
Σε αντίθετο συμπέρασμα δεν οδηγεί η γενική και χωρίς ειδικότερο προσδιορισμό αναγραφή στο προμνημονευόμενο από 17.9.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό ότι το ποσό των 24.350 ευρώ αφορούσε σε κόστος εργασιών, αφού με τον τρόπο αυτό κατοχυρώνονταν τα συμφέροντα της εναγόμενης και εξασφαλιζόταν η καταβολή του υπολοίπου αυτού εκτός συμβολαίου τιμήματος, το οποίο δεν είχε εξασφαλιστεί κατά τα άνω.
Η κρίση αυτή του Δικαστηρίου ενισχύεται και από το περιεχόμενο της από 9.6.2012...αγωγής ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κορίνθου, που άσκησε η εδώ εναγόμενη κατά της μητέρας του ενάγοντος, Κ. Τ. (τριτεγγυήτριας κατά τα κατωτέρω)και των αδελφών του Ε. και Α. Τ., με την οποία ζητούσε τη διάρρηξη των αναφερόμενων στο δικόγραφο δικαιοπραξιών, επικαλούμενη ως απαίτηση μέρος της ως άνω οφειλής του ποσού των 22.150 ευρώ και συγκεκριμένα των επίμαχων(όπως παρακάτω) συναλλαγματικών ποσού 8.150 ευρώ, που είχε μείνει ανεξόφλητο και το οποίο σαφώς ανέγραφε ως τμήμα του τιμήματος της πώλησης των ακινήτων, εκθέτοντας επί λέξει ¨...Ως εγγύηση για την καταβολή τμήματος του τιμήματος για την ανωτέρω αγοραπωλησία η εταιρεία μας εξέδωσε, ο υιός της πρώτης εναγόμενης αποδέχθηκε και η πρώτη εναγόμενη τριτεγγυήθηκε δέκα συναλλαγματικές, εκ των οποίων δεν πληρώθηκαν οι οκτώ, αναλυτικά έχουσες ως κατωτέρω:...¨, ενώ επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η 57/2015 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που την έκανε εν μέρει δεκτή, αφού δέχθηκε στο σκεπτικό της ότι οι επίμαχες οκτώ συναλλαγματικές, ποσού 8.150 ευρώ, από τις οποίες απέρρεε η απαίτηση της εδώ εναγομένης, είχαν δοθεί ως εγγύηση μέρους του τιμήματος της πώλησης των οριζοντίων ιδιοκτησιών και συγκεκριμένα δέχθηκε ότι ¨...Ως εγγύηση για την καταβολή τμήματος του τιμήματος για την ανωτέρω αγοραπωλησία η ενάγουσα εταιρεία εξέδωσε, ο υιός της πρώτης εναγόμενης αποδέχθηκε και η πρώτη εναγόμενη τριτεγγυήθηκε δέκα συναλλαγματικές, εκ των οποίων δεν πληρώθηκαν οι οκτώ, αναλυτικά έχουσες ως κατωτέρω:...¨.
Εκ των ανωτέρω, συνεπώς, προκύπτει αναμφίβολα ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο συνεκτίμησε, με τις λοιπές αποδείξεις και το ανωτέρω, φερόμενο ως αγνοηθέν έγγραφο για τη στήριξη του αποδεικτικού του πορίσματος και την απόρριψη των αρνητικών του τμήματος αυτού της ένδικης αγωγής ισχυρισμών των αναιρεσειόντων.
Η άποψη δε των αναιρεσειόντων ότι η διαφορετική εκτίμηση του εν λόγω αποδεικτικού μέσου θα οδηγούσε το δικαστήριο σε αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από το εξαχθέν, οδηγεί σε έλεγχο της προσβαλλόμενης απόφασης για πλημμελή ή κακή εκτίμηση των αποδείξεων και συνακόλουθα σε επανεκτίμηση της ουσίας της υπόθεσης, ήτοι σε αποτέλεσμα που έρχεται σε ευθεία αντίθεση με τη θεμελιώδη επιλογή του άρθρου 561 παρ.1 ΚΠολΔ.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 12 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι ο σχετικός λόγος αναίρεσης στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο κατά την εκτίμηση των αποδείξεων προσδίδει σε κάποιο αποδεικτικό μέσο αποδεικτική δύναμη μεγαλύτερη ή μικρότερη από εκείνη που ο νόμος καθορίζει δεσμευτικά γι` αυτό.
Τέτοια παραβίαση υπάρχει όταν το δικαστήριο εκτιμά ελεύθερα αποδεικτικά μέσα, στα οποία ο νόμος προσδίδει αυξημένη και δεσμευτική γι` αυτό αποδεικτική δύναμη, όπως είναι η δικαστική ομολογία και τα έγγραφα για αποδεικτέα γεγονότα που παράγουν πλήρη απόδειξη και δεν στηρίζουν απλώς δικαστικά τεκμήρια (άρθρα 352, 438 επ.
και 445 ΚΠολΔ), καθώς και όταν αποδίδει αυξημένη αποδεικτική δύναμη στα λοιπά αποδεικτικά μέσα του άρθρου 339 ΚΠολΔ (μάρτυρες, δικαστικά τεκμήρια κλπ.), τα οποία κατά το άρθρο 340 ΚΠολΔ, είναι ισοδύναμα μεταξύ τους και εκτιμώνται ελεύθερα από το δικαστήριο. Αντίθετα, ο αναιρετικός λόγος αυτός δεν στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο αποδίδει απλώς μεγαλύτερη ή μικρότερη αποδεικτική βαρύτητα ή αξιοπιστία σε κάποιο από τα περισσότερα ισοδύναμα κατά τον νόμο αποδεικτικά μέσα, που εκτιμώνται ελεύθερα και κυριαρχικά από το δικαστήριο, το οποίο δεν οφείλει να αιτιολογήσει τη σχετική κρίση του (ΑΠ 479/2010, 75/2008, 907/2006).
Για να είναι δε ορισμένος ο σχετικός λόγος αναίρεσης, πρέπει στο αναιρετήριο να διαλαμβάνονται σωρευτικά α) το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμή του και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και δ) η μνεία ότι ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και στο δικαστήριο της ουσίας το αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του (ΑΠ 225/2009, 700/2009, 1592/2008).
Εάν στο αναιρετήριο δεν περιέχεται κάποιο από τα προαναφερόμενα στοιχεία, ο λόγος αναίρεσης απορρίπτεται ως απαράδεκτος (ΑΠ 262/2020, ΑΠ 41/ 2016, ΑΠ 677/2015). Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες με το αντίστοιχο τμήμα του δεύτερου λόγου αναίρεσης αποδίδουν στην προσβαλλόμενη απόφαση αιτίαση και από τον αριθμό 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔ και ειδικότερα ότι το Εφετείο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου σχετικά με τη δύναμη των αποδεικτικών μέσων δεχόμενο ότι το ποσό των 24.350 ευρώ, για το οποίο το επίμαχο ως άνω από 17.9.2009 ιδιωτικό συμφωνητικό, που αφορούσε το κόστος για δήθεν πρόσθετες των συνήθων εργασίες στο πωληθέν διαμέρισμα και για το οποίο ο αναιρεσίβλητος αποδέχθηκε συναλλαγματικές, περιλαμβανόταν στο τίμημα της πώλησης.
Ο εν λόγω ερευνώμενος, όμως, λόγος με το προαναφερθέν περιεχόμενο κρίνεται απαράδεκτος, προεχόντως, ως αόριστος, καθόσον δεν διαλαμβάνονται σ' αυτόν σωρευτικά: α) η κατά τον νόμο αποδεικτική δύναμη του συγκεκριμένου αποδεικτικού μέσου και η αποδεικτική δύναμη που αποδόθηκε σ` αυτό από το δικαστήριο, β) το σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης ως προς την αποδεικτική δύναμη του αποδεικτικού μέσου, γ) ο πραγματικός ισχυρισμός για την απόδειξη ή ανταπόδειξη του οποίου προσκομίστηκε το αποδεικτικό μέσο και η επίδραση που αυτός θα ασκούσε στην έκβαση της δίκης, ώστε να μπορεί να αξιολογηθεί αν είναι ουσιώδης και, δ) η μνεία ότι οι αναιρεσείοντες επικαλέστηκαν και στα δικαστήρια της ουσίας το συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, για το οποίο υπάρχει παράβαση της αποδεικτικής δύναμής του.
Αλλά και διότι η επικαλούμενη με αυτόν αιτίαση ότι από τα εν γένει αναφερόμενα αποδεικτικά μέσα συνάγεται αποδεικτικό πόρισμα διαφορετικό από εκείνο που έγινε δεκτό πλήττει την, κατά το άρθρο 561 παρ.1 ΚΠολΔ, ανέλεγκτη αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.
Κατά το άρθρο 281 ΑΚ η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος. Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής για να θεωρηθεί η άσκηση του δικαιώματος ως καταχρηστική, θα πρέπει η προφανής υπέρβαση των θεσπιζόμενων με αυτή αντικειμενικών κριτηρίων να προκύπτει από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου ή από την πραγματική κατάσταση που δημιουργήθηκε ή τις περιστάσεις που μεσολάβησαν ή από άλλα περιστατικά, τα οποία, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γέννηση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου (ΟλΑΠ 17/1995, 19/1998).Η ανωτέρω διάταξη έχει εφαρμογή και όταν προς απόκρουση του αυτοτελούς δικαιώματος (ενστάσεως) του οφειλέτη εκ συναλλαγματικής να επικαλεσθεί ακυρότητα και εντεύθεν ανυπαρξία της απαιτήσεως που αποτέλεσε την αιτία εκδόσεως και αποδοχής αυτής, εξού λόγου ανατρέπεται η εκ του αναιτιώδους αυτού τίτλου ευθύνη του οφειλέτη, προβάλλονται από το δανειστή περιστατικά τα οποία, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, ενόψει και της προηγηθείσας συμπεριφοράς του οφειλέτη εκ συναλλαγματικής, καθιστούν μη ανεκτή την προβολή εκ μέρους αυτού (οφειλέτη), της ανυπαρξίας της αιτίας για την οποία εκδόθηκαν οι συναλλαγματικές, την προβολή, δηλονότι, δικαιώματος ενστάσεως κατά της απαιτήσεως του δανειστή από τον αναιτιώδη αυτό τίτλο.
Η εκ του άρθρου δε 281 ΑΚ ένσταση (ουσιαστική αντένσταση ή επαντένσταση) αυτή του δανειστή εκ των συναλλαγματικών κατά του δικαιώματος του οφειλέτη να ανασύρει και προβάλει την ακυρότητα της αιτίας εκδόσεως αυτών, ως αναιτιωδών τίτλων, δεν αποκλείεται εκ του ότι η προβληθείσα από τον οφειλέτη ακυρότητα της υποκειμένης αιτίας συνίσταται στην μη τήρηση του απαιτουμένου για την τελευταία αυτή τύπου.
Στην προκειμένη περίπτωση οι αναιρεσείοντες επικαλούνται, με το αντίστοιχο σκέλος του τρίτου λόγου αναιρέσεως, ότι προς απόκρουση του σωρευόμενου αρνητικού αναγνωριστικού αιτήματος της αγωγής του αναιρεσίβλητου, με το οποίο ζητείτο η αναγνώριση ανυπαρξίας υποχρέωσης προς καταβολή του ποσού των επίδικων απλήρωτων οκτώ (8) συναλλαγματικών, ανερχόμενου συνολικά σε 8.150 ευρώ, οι οποίες εκδόθηκαν από την εναγομένη εταιρεία των αναιρεσειόντων και αποδέχθηκε ο ενάγων και ήδη αναιρεσίβλητος, αντιστοιχούν δε σε μέρος του εκτός συμβολαίου τιμήματος των πωληθεισών, κατά τα ανωτέρω, οριζοντίων ιδιοκτησιών, προέβαλαν την ένσταση καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος, ισχυριζόμενοι ότι με βάση τα αξιόγραφα αυτά εκδόθηκαν τελικά οι με αριθμούς ...
διαταγές πληρωμής του Δικαστή του Ειρηνοδικείου Αθηνών, οι οποίες κατέστησαν αμετάκλητες, αφού ο αναιρεσίβλητος ουδέποτε άσκησε ανακοπή, ούτε τις προσέβαλε καθ' οιονδήποτε τρόπο, ενώ, εξάλλου, σε κάθε περίπτωση, η οφειλή από τις παραπάνω συναλλαγματικές, αφορούσε συμφωνηθέν και μη καταβληθέν τίμημα από διενεργηθείσες στο πωληθέν διαμέρισμα πρόσθετες εργασίες, και, επομένως, το Εφετείο, το οποίο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε την ένσταση αυτή, ως νόμω αβάσιμη, υπέπεσε στην εκ του αριθμού 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια.
Ο λόγος, όμως, αυτός, πέραν του ότι στηρίζεται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, καθόσον το δευτεροβάθμιο Δικαστήριο ουδόλως αποδέχθηκε ως κατ' ουσίαν βάσιμους τους ανωτέρω ισχυρισμούς των αναιρεσειόντων τους επιστηρίζοντες την ένσταση από το άρθρο 281 ΑΚ (οι οποίοι ουσιαστικά αποτελούν αρνητικούς ισχυρισμούς της αγωγής), περί του ότι, αφενός, οι επίμαχες με αριθμούς ...
διαταγές πληρωμής του Ειρηνοδίκη του Ειρηνοδικείου Αθηνών, με βάση τις οποίες εκδόθηκαν οι προαναφερθείσες επίδικες οκτώ συναλλαγματικές, συνολικού ποσού 8.150 ευρώ, παρήγαγαν δεδικασμένο, αφετέρου, ότι η οφειλή από τις παραπάνω συναλλαγματικές, αφορούσε συμφωνηθέν και μη καταβληθέν τίμημα από διενεργηθείσες στο πωληθέν διαμέρισμα πρόσθετες εργασίες, είναι απορριπτέος, προεχόντως, ως απαράδεκτος, γιατί ο λόγος αυτός από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ εφαρμόζεται για παραβάσεις κανόνων του δικονομικού δικαίου, ενώ η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ αφορά παράβαση ουσιαστικού δικαίου, η οποία ελέγχεται αναιρετικώς με τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ.
Τέλος, πρέπει, κατά παραδοχή του πρώτου λόγου της αίτησης αναίρεσης, να γίνει δεκτή η αίτηση, παρελκούσης της έρευνας του αντίστοιχου σκέλους του τρίτου λόγου αυτής για αναιρετική πλημμέλεια εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, όπως το περιεχόμενο αυτού ορθά εκτιμάται ως προς το σχετικό αποδιδόμενο σφάλμα της προσβαλλόμενης απόφασης και όχι από τον εκ του αριθμού 14 αναιρετικό λόγο, αφορώσα συγκεκριμένα αιτίαση, για παρά το νόμο απόρριψη, ως νομικά αβάσιμης, της ένστασης των αναιρεσειόντων περί καταχρηστικής άσκησης του αντίστοιχου τμήματος της αγωγής του ενάγοντος-αναιρεσιβλήτου, που αφορά το σωρευόμενο καταψηφιστικό αίτημα σε βάρος της τότε εναγομένης εταιρείας των αναιρεσειόντων, και δη εκ του ποσού των 55.470 ευρώ, κατά το οποίο εφέρετο ότι κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερη η εταιρεία τους σε βάρος της περιουσίας του αναιρεσίβλητου, που απορρίφθηκε, εσφαλμένα, κατά τα προεκτεθέντα, από την αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση ως αόριστο, και ο οποίος λόγος καλύπτεται από την αναιρετική εμβέλεια του ανωτέρω λόγου που έγινε δεκτός, και να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 3395/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών και δη κατά το μέρος αυτής, που πλήττεται, λόγω αοριστίας, το εκ του αδικαιολογήτου πλουτισμού σωρευόμενο καταψηφιστικό αίτημα της αγωγής, που αφορά το εκτός συμβολαίου τίμημα της επίδικης πώλησης που φέρεται ότι είχε καταβληθεί χωρίς νόμιμη αιτία, να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το ανωτέρω μέρος της, προς περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο, όμως, από δικαστή άλλο, από εκείνο που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 εδ.
β' ΚΠολΔ) και να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου στους αναιρεσείοντες(άρθρο 495 παρ.3 ΚΠολΔ). Τέλος πρέπει να καταδικαστεί ο αναιρεσίβλητος να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, που παρέστησαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά το νόμιμο αίτημα αυτών(άρθρα 106,176,183, 189 παρ.1 και 191 παρ.2 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 3395/2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μόνο κατά το αναφερόμενο στο σκεπτικό της παρούσας απόφασης μέρος της.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το ανωτέρω αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλο δικαστή, πλην αυτού, που εξέδωσε την αναιρούμενη απόφαση. Διατάζει την επιστροφή στους αναιρεσείοντες του παραβόλου που έχουν καταθέσει.
Καταδικάζει τον ως άνω αναιρεσίβλητο να πληρώσει τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσειόντων, τα οποία καθορίζει (συνολικά) στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000,00) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 5 Δεκεμβρίου 2022.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Ιανουαρίου 2023.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ