Legislator Case Law & Legislation
186/2021 AI generated

Supreme Court allows appeal against one defendant but dismisses it against others due to lack of appearance.

Case Number 186/2021
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Partially Allowed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece allowed the appeal filed by an insurance company against a traffic accident verdict but dismissed the appeal filed by two other defendants who failed to appear. The court found the insurance company's arguments regarding the truck driver's improper overtaking maneuver valid, necessitating a retrial for that party. Conversely, the absence of the other defendants rendered their specific appeal inadmissible, leading to a split decision where the case is remanded for further trial only regarding the participating party.

Legislator headnote

AI generated

Articles 94, 96, 104, 576, 580, 495, 176, 183, 189, 191 of the Code of Civil Procedure: The Supreme Court must examine lack of representation ex officio; if a defendant fails to appear, the appeal against them is inadmissible, while valid grounds for appeal by present parties require remittal for retrial.

Keywords

AI generated
Code of Civil Procedure lack of representation inadmissible appeal split decision remittal for retrial traffic accident liability ex officio examination

Cited Legislation

AI generated
Article 94 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 96 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 104 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 576 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 580 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189 paragraph 1, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 559 number 19 of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 186 / 2021 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 186/2021

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Καλού, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Μαρία Τζανακάκη, Αικατερίνη Βλάχου και Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 16 Οκτωβρίου 2020, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1) Α. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΒΕ", που εδρεύει στη ΒΙ.ΠΕ. Ιωαννίνων και εκπροσωπείται νόμιμα, οι οποίοι δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν στο ακροατήριο και 3) ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Ι. Δ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: Κ. Λ. Λ. του Χ., κατοίκου …, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Αλέξανδρο Βουκελάτο με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 11-9-2015 και 28-6-2016 αγωγές της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πρέβεζας και συνεκδικάστησαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 148/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 320/2018 του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 15-4-2019 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Άννα Αγγελάτου - Βασιλείου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η 3η των αναιρεσειόντων και η αναιρεσίβλητη όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Kατά το άρθρο 94 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ., στα πολιτικά δικαστήρια οι διάδικοι έχουν υποχρέωση να παρίστανται με πληρεξούσιο δικηγόρο. Κατά το άρθρο 96 παρ. 3 του ίδιου Κώδικα, η πληρεξουσιότητα κατά την διαδικασία ενώπιον του Αρείου Πάγου δίνεται, είτε με συμβολαιογραφική πράξη, είτε με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά ή στην έκθεση.

Η πληρεξουσιότητα μπορεί να αφορά ορισμένες ή όλες τις δίκες εκείνου που την παρέχει και στο πληρεξούσιο πρέπει να αναγράφονται τα ονόματα των πληρεξουσίων. Κατά το άρθρο 104 Κ.Πολ.Δ., για τις προπαρασκευαστικές πράξεις και τις κλήσεις έως τη συζήτηση στο ακροατήριο θεωρείται ότι υπάρχει πληρεξουσιότητα, ενώ για τη συζήτηση στο ακροατήριο απαιτείται ρητή πληρεξουσιότητα και αν αυτή δεν υπάρχει κηρύσσονται άκυρες όλες οι πράξεις, ακόμη και εκείνες που είχαν γίνει προηγουμένως.

Το δικαστήριο εξετάζει αυτεπαγγέλτως, σε κάθε στάση της δίκης, την έλλειψη πληρεξουσιότητας καθώς και την υπέρβασή της. Περαιτέρω στο άρθρο 576 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα ορίζεται ότι αν ο διάδικος που επισπεύδει τη συζήτηση δεν εμφανιστεί ή εμφανιστεί αλλά δεν λάβει μέρος στη συζήτηση με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ενώ στην παρ. 3 του ίδιου άρθρου ορίζεται ότι αν μετέχουν περισσότεροι στη δίκη για την αναίρεση και δεν κλητεύθηκε κάποιος από αυτούς, η συζήτηση κηρύσσεται απαράδεκτη για όλους.

Με το άρθρο 62 του ν. 4139/12-3-2013 προστέθηκε δεύτερο εδάφιο στην παρ. 3, το οποίο ορίζει ότι σε περίπτωση απλής ομοδικίας, αν κάποιος δεν εκπροσωπηθεί από πληρεξούσιο δικηγόρο, η υπόθεση χωρίζεται και η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης χωρεί νομίμως, ως προς όσους εκπροσωπούνται από πληρεξούσιο δικηγόρο ή έχουν κλητευθεί νομίμως και κηρύσσεται απαράδεκτη ως προς τους λοιπούς.

Από το συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων και την καθιερούμενη από την τελευταία απ' αυτές αρχή ότι για τη συζήτηση της υπόθεσης στο Άρειο Πάγο πρέπει να έχουν κλητευθεί από εκείνον που επισπεύδει τη συζήτηση όλοι οι διάδικοι, συνάγεται ότι: α) στην περίπτωση που η επίσπευση της συζήτησης είχε γίνει από τον απολειπόμενο διάδικο, από κοινού με άλλους που εμφανίσθηκαν, αυτή δεν είναι έγκυρη ως προς αυτόν (απολειπόμενο), εάν κατά τη γενόμενη αυτεπαγγέλτως προς τούτο από το δικαστήριο έρευνα διαπιστώνεται έλλειψη πληρεξουσιότητας ως προς εκείνον (απολειπόμενο) προς το δικηγόρο, που και για λογαριασμό του επέσπευσε τη συζήτηση, β) στην περίπτωση που ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος που επισπεύδει τη συζήτηση εμφανίζεται στο ακροατήριο κατά τη συζήτηση της υπόθεσης, αλλά δεν αποδεικνύει την ύπαρξη ρητής πληρεξουσιότητας, την οποία πλέον αυτεπαγγέλτως εξετάζει το δικαστήριο, ο αναιρεσείων θεωρείται ότι δεν παρίσταται και κηρύσσεται άκυρη η κλήση, με βάση την οποία αυτός εμφανίζεται ότι επισπεύδει με περαιτέρω αποτέλεσμα να μην είναι δυνατή η εφαρμογή της παραπάνω αναφερόμενης διάταξης του άρθρου 576 παρ. 1 του ΚΠολΔ, σύμφωνα με την οποία ο Άρειος Πάγος συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι (Ολ.ΑΠ 7/2008, 39/2005 9/2003) και γ) εφόσον οι αναιρεσείοντες είναι περισσότεροι και ο δικηγόρος που επισπεύδει τη συζήτηση και εμφανίζεται γι' αυτούς δεν έχει την πληρεξουσιότητα μερικών ή και ενός έστω από τους αναιρεσείοντες που επέσπευσαν τη συζήτηση, είτε αυτοί παρίστανται, είτε δεν παρίστανται κατ' αυτήν, σε περίπτωση αναγκαστικής ομοδικίας, αυτή κηρύσσεται απαράδεκτη, ως προς όλους, αν οι αναιρεσείοντες αυτοί δεν έχουν κλητευθεί από τον αντίδικό τους ή από τους επισπεύδοντες τη συζήτηση τυχόν ομοδίκους τους.

Αντιθέτως, σε περιπτώσεις απλής ομοδικίας ισχύει η ως άνω ρύθμιση της διάταξης του β' εδαφίου της παραγράφου 3 του άρθρου 576 ΚΠολΔ, που καταλαμβάνει και τις εκκρεμείς υποθέσεις - άρθρο 98 του ν. 4139/2013 (ΑΠ 586/2014, ΑΠ 240/2014).

Στην προκειμένη περίπτωση από την με αρ.10/17-4-2019 έκθεση κατάθεσης της αίτησης αναίρεσης προκύπτει ότι, η αναίρεση κατατέθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, Ι. Δ., στη γραμματεία του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου. Στη συνέχεια, η αίτηση αναίρεσης προσδιορίστηκε για να συζητηθεί στη δικάσιμο που αναγράφεται στην αρχή της παρούσας απόφασης (16-10-2020), με αριθμό πινακίου …, σύμφωνα με την κάτω από αυτήν από 1-10-2019 Πράξη της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (άρθρ. 568 παρ. 2-4 ΚΠολΔ).

Εξάλλου, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης του Δικαστηρίου τούτου, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης δεν εμφανίσθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες δηλαδή ο Α. Χ. και η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε., σε αντίθεση με την 3η αναιρεσείουσα ασφαλιστική εταιρεία με την επωνυμία ERGO ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ Α.Ε., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της, Ι.

Δ. με δήλωση του αρθρ. 242 Κ.Πολ.Δ., που παραστάθηκε με βάση το υπ' αρ. …/…-5-2019/ ειδικό πληρεξούσιο του συμφ/φου Αθηνών Θεοδώρου Χαλκίδη, μόνο για λογαριασμό της 3ης αναιρεσείουσας ασφαλιστικής εταιρείας. Επομένως, εφόσον οι δύο πρώτοι αναιρεσείοντες ερημοδικούν θεωρούνται δικονομικά απόντες. Ωστόσο, δεν θα εφαρμοστεί η διάταξη του άρθρου 576 παρ. 1 ΚΠολΔ, διότι σύμφωνα με την προηγούμενη νομική σκέψη η επίσπευση της συζήτησης της αναίρεσης, που είχε γίνει και κατ' εντολή και των απολειπομένων αναιρεσειόντων (από κοινού με τη 3η αναιρεσείουσα) προς τον ανωτέρω δικηγόρο, ο οποίος και για δικό τους λογαριασμό είχε επισπεύσει τη συζήτηση της αναίρεσης (βλ.

την με αρ. 8134β/21-10-2019 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της περιφέρειας Εφετείου Ιωαννίνων Θ. Π.) δεν είναι έγκυρη πλέον ως προς τους απολειπόμενους αναιρεσείοντες, οι οποίοι δεν προκύπτει ότι έχουν χορηγήσει ρητή πληρεξουσιότητα προς τον ως άνω δικηγόρο για την επίσπευση της συζήτησης ούτε ότι έχουν κληθεί στην δίκη.

Επομένως, η συζήτηση της αίτησης αναίρεσης πρέπει να κηρυχθεί απαράδεκτη ως προς τον 1ο και 2η των αναιρεσειόντων και λόγω της δικονομικής σχέσης της απλής ομοδικίας, που συνδέει τους αναιρεσείοντες ως ενεχομένους σε ολόκληρο από αδικοπραξία - αυτοκινητικό δυστύχημα, πρέπει να χωριστεί η υπόθεση ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες και να συζητηθεί η αίτηση αναίρεσης, ως προς τους λοιπούς διαδίκους, που παραστάθηκαν και εκπροσωπήθηκαν νόμιμα στο ακροατήριο.

Διάταξη δικαστικών εξόδων σε βάρος των δύο πρώτων αναιρεσειόντων δεν ορίζεται, διότι η απόφαση αυτή ως προς αυτούς δεν είναι οριστική (ΑΠ Ολ. 4/2013).

Η κρινόμενη από 15-4-2019 (αρ. κατ. 10/2019) αίτηση αναίρεσης κατά της υπ' αρ. 320/2018 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, που εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημιές από αυτοκίνητο καθώς και από την σύμβαση ασφάλισης του έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 553, 556, 558, 564 παρ. 3, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και είναι παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί ως προς τη νομική και ουσιαστική βασιμότητα των κατ' ιδίαν λόγων αυτής (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης και των λοιπών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης (άρθρο 561 αρ. 2 ΚΠολΔ) αναφορικά με το διαδικαστικό ιστορικό της υπόθεσης προκύπτουν τα ακόλουθα: Με την από 11-9-2015 με αρ. κατάθεσης 410/15-9-2015 αγωγή της ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, στρεφόμενη κατά των Α.

Χ., της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ Α.Ε.Β.Ε., της αναιρεσείουσας και της Ανώνυμης Ασφαλιστικής Εταιρείας με την επωνυμία ΑΤΕ ΑΣΦΑΛΙΣΤΙΚΗ (μη διαδίκου στην παρούσα δίκη) ισχυρίστηκε, ότι την 25-11-2014 ο πρώτος εναγόμενος οδηγώντας το με αρ. …. ΙΧΦ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τρίτη εναγόμενη ήδη αναιρεσείουσα, προξένησε τροχαίο ατύχημα οφειλόμενο σε αποκλειστική του υπαιτιότητα, με αποτέλεσμα την σύγκρουση του παραπάνω αυτοκινήτου του με την με αρ.

…. δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της, που οδηγούσε η ίδια και τον τραυματισμό της κάτω από τις συνθήκες που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι η μη διάδικος Α. Α. οδηγώντας το με αρ. … ΙΧΕ αυτοκίνητο ,το οποίο ήταν ασφαλισμένο για τις προξενούμενες από αυτό σε τρίτους σωματικές βλάβες και υλικές ζημιές στην τέταρτη εναγόμενη προκάλεσε από συνυπαιτιότητα της την ολική καταστροφή της πιο πάνω δίκυκλης μοτοσυκλέτας ιδιοκτησίας της ενάγουσας κατά την σύγκρουση των δύο αυτών οχημάτων που επακολούθησε της πρώτης σύγκρουσης.

Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε, και μετά την εν μέρει τροπή του αιτήματος της αγωγής σε αναγνωριστικό, να αναγνωριστεί, ότι οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας το συνολικό ποσό των 114.160 ευρώ ως αποζημίωση και χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, να υποχρεωθούν δε αυτοί εις ολόκληρο ο κάθε ένας να της καταβάλουν το ποσό των 10.000 ευρώ ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, ως και να αναγνωριστεί ότι όλοι οι εναγόμενοι υποχρεούνται να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 1500 ευρώ ως αποζημίωση λόγω καταστροφής της προαναφερθείσης μοτοσυκλέτας.

Με την από 28-6-2016 με αρ. κατάθεσης 127/2016 δεύτερη αγωγή της ενώπιον του ίδιου Δικαστηρίου (Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας) η ενάγουσα ήδη αναιρεσίβλητη, στρεφόμενη κατά των τριών πρώτων πιο πάνω εναγομένων και αναφερόμενη στο ίδιο τροχαίο ατύχημα ζήτησε μετά την εν μέρει τροπή του αιτήματος σε αναγνωριστικό να αναγνωριστεί η υποχρέωση αυτών (εναγομένων) να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 140.000 ευρώ ως χρηματική παροχή κατά το άρθρο 931 Α.Κ.

και να υποχρεωθούν αυτοί να της καταβάλουν εις ολόκληρο ο κάθε ένας το ποσό των 10.000 ευρώ για την ίδια αιτία. Επί των αγωγών αυτών που συνεκδικάστηκαν εκδόθηκε η με αρ.148/2017 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πρέβεζας με την οποία, αφού έγινε δεκτό ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ενδίκου ατυχήματος και του συνεπεία αυτού τραυματισμού της ενάγουσας είναι ο πρώτος εναγόμενος, αμφότερες οι αγωγές έγιναν μερικά δεκτές ως βάσιμες στην ουσία τους.(Όσον αφορά ειδικώς τις ζημιές που επήλθαν στην δίκυκλη μοτοσυκλέτα ιδιοκτησίας της ενάγουσας συνεπεία του ατυχήματος, ζήτημα που δεν ενδιαφέρει εν προκειμένω, κρίθηκε συνυπαίτια και η Α.

Α. και αναγνωρίστηκε η υποχρέωση της τέταρτης εναγόμενης εις ολόκληρο με τους λοιπούς προς αποζημίωση για την προκληθείσα εκ του ατυχήματος καταστροφή της μοτοσυκλέτας ) Κατά της απόφασης αυτής οι τρεις πρώτοι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες άσκησαν την από 10-8-2017 και με αρ. κατάθεσης 62/2017 έφεση ενώπιον τους Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, επί της οποίας εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση.

Το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, αφού δέχτηκε ότι αποκλειστικά υπαίτιος του ένδικου ατυχήματος είναι ο πρώτος εναγόμενος δέχτηκε στην ουσία της την έφεση, εξαφάνισε την προσβαλλόμενη απόφαση ως προς τους εκεί διαδίκους και δέχτηκε μερικά ως βάσιμες στην ουσία τους τις αγωγές.

Από τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 300, 330 εδάφ.β' και 914 ΑΚ συνάγεται ότι προϋπόθεση της ευθύνης για αποζημίωση από αδικοπραξία είναι η υπαιτιότητα του υπόχρεου, η οποία υπάρχει και στην περίπτωση της αμέλειας, δηλαδή όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, η παράνομη συμπεριφορά του υπόχρεου σε αποζημίωση έναντι εκείνου που ζημιώθηκε και η ύπαρξη αιτιώδους συνάφειας μεταξύ της παράνομης συμπεριφοράς και της ζημίας.

Υπαιτιότητα είναι ο ψυχικός δεσμός του δράστη προς την αδικοπραξία. Αν η ζημία οφείλεται σε αποκλειστική υπαιτιότητα του παθόντος, δεν οφείλεται αποζημίωση, ενώ, αν διαπιστωθεί οικείο πταίσμα αυτού, το δικαστήριο μπορεί, σύμφωνα με το άρθρο 300 ΑΚ, να μην επιδικάσει αποζημίωση ή να μειώσει το ποσό της. Η παράνομη συμπεριφορά, ως όρος της αδικοπραξίας, μπορεί να συνίσταται όχι μόνο σε θετική πράξη, αλλά και σε παράλειψη, εφόσον στην τελευταία αυτή περίπτωση εκείνος που υπέπεσε στην παράλειψη ήταν υποχρεωμένος σε πράξη από το νόμο ή τη δικαιοπραξία ή από την καλή πίστη, κατά την κρατούσα κοινωνική αντίληψη.

Αιτιώδης συνάφεια υπάρχει, όταν η πράξη ή η παράλειψη του ευθυνόμενου προσώπου ήταν, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή και μπορούσε αντικειμενικά να επιφέρει, κατά τη συνηθισμένη και κανονική πορεία των πραγμάτων, το επιζήμιο αποτέλεσμα. Η ύπαρξη της υπαιτιότητας δεν αποκλείεται, κατ' αρχήν, από το γεγονός ότι στο επιζήμιο αυτό αποτέλεσμα συνετέλεσε και συντρέχον πταίσμα του ζημιωθέντος, εφόσον δεν διακόπτεται ο αιτιώδης σύνδεσμος, αλλά η ύπαρξη αυτού, προβαλλόμενη από τον υπαίτιο κατ' ένσταση, συνεπάγεται τη μη επιδίκαση από το δικαστήριο αποζημίωσης ή τη μείωση του ποσού της, κατά το πιο πάνω άρθρο 300 ΑΚ.

Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν, γενικώς λαμβανόμενα, μπορούν να θεωρηθούν αντικειμενικώς ως πρόσφορη αιτία της ζημίας που επήλθε υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας, ενώ η κρίση για το αν πράγματι στη συγκεκριμένη περίπτωση η πράξη ή η παράλειψη εκείνη αποτέλεσε την αιτία του ζημιογόνου αποτελέσματος δεν υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, καθόσον ανάγεται σε εκτίμηση πραγματικού υλικού, σύμφωνα με το άρθρ. 561 παρ.1 ΚΠολΔ.

Επίσης, οι έννοιες της υπαιτιότητας και της συνυπαιτιότητας είναι νομικές και, επομένως, η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς τη συνδρομή ή όχι υπαιτιότητας του ζημιώσαντος ή οικείου πταίσματος του ζημιωθέντος κατά την επέλευση της ζημίας, υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου κατά τις διατάξεις του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ, για ευθεία και εκ πλαγίου παράβαση κανόνων ουσιαστικού δικαίου, καθώς και για παραβίαση διδαγμάτων κοινής πείρας.

Εκφεύγει όμως του αναιρετικού ελέγχου η κρίση ως προς το βαθμό - τη βαρύτητα του πταίσματος και το ποσοστό, κατά το οποίο πρέπει να μειωθεί η αποζημίωση, διότι η κρίση αυτή σχηματίζεται από την κατ' άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων, χωρίς την υπαγωγή τους σε νομική έννοια.

Τα προαναφερόμενα έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του ν. ΓΠΝ/1911, ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των αυτοκινήτων που συγκρούστηκαν, κατά το οποίο είναι εφαρμοστέα η διάταξη του άρθρου 914 ΑΚ, η οποία εφαρμόζεται σε κάθε περίπτωση ζημίας, άρα, και από αδικοπραξία κατά τις διατάξεις των άρθρων 914 επ.

ΑΚ, στις οποίες μπορεί να θεμελιωθεί και η ευθύνη για τη ζημία που προκαλείται κατά τη λειτουργία του αυτοκινήτου, κατ' άρθρ. 4 ν. ΓΠΝ/1911. Περαιτέρω, η παράβαση διατάξεων του ΚΟΚ δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτήν υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης πράξης και του αποτελέσματος που επήλθε.

Σύμφωνα με το άρθρο 12 παρ.1 ν.2696/1999 Αυτοί που χρησιμοποιούν τις οδούς πρέπει να αποφεύγουν οποιαδήποτε συμπεριφορά που είναι ενδεχόμενο να εκθέσει σε κίνδυνο ή να παρεμβάλλει εμπόδια στην κυκλοφορία, να εκθέσει σε κίνδυνο πρόσωπα ή ζώα ή να προκαλέσει ζημιές σε δημόσιες ή ιδιωτικές περιουσίες. Οι Οδηγοί υποχρεούνται να οδηγούν με σύνεση και με διαρκώς τεταμένη την προσοχή....

και να μην προκαλούν γενικά με τη συμπεριφορά τους τρόμο, ανησυχία ή παρενόχληση στους λοιπούς χρήστες των οδών...., ενώ σύμφωνα με το άρθρο 19 παρ. 1 και 7 ίδιου νόμου ο οδηγός οδικού οχήματος επιβάλλεται να έχει τον πλήρη έλεγχο του οχήματός του, ώστε να μπορεί σε κάθε στιγμή να εκτελεί τους απαιτούμενους χειρισμούς.

Ο οδηγός οχήματος, το οποίο κινείται πίσω από άλλο, υποχρεούται να τηρεί αρκετή απόσταση για την αποφυγή σύγκρουσης αν, το προ αυτού κινούμενο όχημα, μειώσει ξαφνικά την ταχύτητά του ή διακόψει την πορεία του. Τέλος σύμφωνα με το αρθρο 21 παρ 1 του αυτού νόμου οδηγός που προτίθεται να εκτελέσει ελιγμό, οφείλει προηγουμένως να βεβαιωθεί ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι του, ή ετοιμάζονται να τον προσπεράσουν, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους. 2.

Πριν από κάθε ελιγμό, ο οδηγός υποχρεούται να καταστήσει έγκαιρα γνωστή την πρόθεσή του αυτή, χρησιμοποιώντας για το σκοπό αυτόν τους δείκτες κατεύθυνσης, αν δε αυτοί δεν λειτουργούν, υποχρεούται να δώσει τα ακόλουθα σήματα με το χέρι: α) `Εκταση του βραχίονα για στροφή προς την κατεύθυνση αυτού. β) Κάμψη του βραχίονα προς τα πάνω για στροφή προς την αντίθετη πλευρά αυτού.

γ) Κάμψη του βραχίονα προς τα κάτω, για τον ελιγμό στάθμευσης. 3. Η προειδοποίηση που δίνεται με τους δείκτες κατεύθυνσης επιβάλλεται να συνεχίζεται σε όλη τη διάρκεια του ελιγμού και να παύει όταν ολοκληρωθεί ο ελιγμός.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθμ.19 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Δεν έχει, όμως, εφαρμογή η διάταξη αυτή, όταν οι ελλείψεις ανάγονται στην εκτίμηση των αποδείξεων, και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται απ' αυτές, γιατί στην κρίση του αυτή το δικαστήριο προβαίνει ανέλεγκτα κατά το άρθρο 561 παρ. 1 του ΚΠολΔ, εκτός αν δεν είναι σαφές και πλήρες το πόρισμα και για το λόγο αυτόν γίνεται αδύνατος ο αναιρετικός έλεγχος.

Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή γιατί δεν αποδείχθηκε. Τα επιχειρήματα του δικαστηρίου που σχετίζονται με την εκτίμηση των αποδείξεων δεν συνιστούν παραδοχές, με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα και, συνεπώς, δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε, στο πλαίσιο της υπόψη διάταξης του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, αυτή να επιδέχεται μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια, ενώ δεν δημιουργείται ο ίδιος λόγος αναίρεσης ούτε εξαιτίας του ότι το δικαστήριο δεν αναλύει ιδιαιτέρως και διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς, οπότε ο σχετικός λόγος αναίρεσης είναι απαράδεκτος.

Με τον πρώτο λόγο της αίτησης αναίρεσης κατά το πρώτο σκέλος αυτού η αναιρεσείουσα προσάπτει στην πληττόμενη απόφαση αιτιάσεις, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που συνίστανται στο ότι το Εφετείο χωρίς αιτιολογίες, άλλως διαλαμβάνοντας στην απόφαση του ανεπαρκείς, ασαφείς και αντιφατικές αιτιολογίες που καθιστούν ανέφικτο τον αναιρετικό έλεγχο παραβίασε εκ πλαγίου τις ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 914, 297, 298, 300 και 330 ΑΚ και 12 παρ. 1 ,21 και 26 παρ. 1 και 12 ν. 2696/1999 και έτσι στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αναφορικά με το ουσιώδες ζήτημα της υπαιτιότητας Στην ερευνώμενη περίπτωση, το Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, με την προσβαλλόμενη παραπάνω 320/2018 απόφασή του δέχθηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη, ως προς τα πραγματικά γεγονότα, κρίση του (άρθρ. 561 παρ. 1ΚΠολΔ), τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, σε σχέση με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης "Την 25-11- 2014 και περί ώρα 07.50 πμ ο πρώτος εναγόμενος Α.

Χ. οδηγώντας το υπό στοιχεία κυκλοφορίας … Ι.Χ.Φ αυτοκίνητο, ιδιοκτησίας της δεύτερης εναγομένης και προστηθείς από αυτήν (μισθωτός- οδηγός) ανώνυμης εταιρείας υπό την επωνυμία "ΗΠΕΙΡΩΤΙΚΗ ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ ΑΕΒΕ", ασφαλισμένο ως προς την έναντι τρίτων αστική ευθύνη στην τρίτη εναγομένη ασφαλιστική εταιρεία υπό την επωνυμίαν " ERGO Α.Α.Ε.Ζ.", εκινείτο επί της Ε.Ο.

Πρέβεζας-Ηγουμενίτσας με κατεύθυνση την Πρέβεζα (Άκτιο), ενώ την ίδια ημέρα και ώρα η ενάγουσα Κ. Λ. οδηγώντας την υπό στοιχεία κυκλοφορίας … δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας της, εκινείτο επί της αυτής Οδού και την αυτήν κατεύθυνση, έμπροσθεν του πρώτου εναγομένου. Επί της ως άνω οδού, συνολικού πλάτους 8,40 μέτρων, διπλής κατευθύνσεως, με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση και με συνεχομένη διπλή διαχωριστική γραμμή, επισυνέβη τροχαίο ατύχημα, το οποίο οφείλεται στην αμέλεια του πρώτου εναγομένου ο οποίος δεν κατέβαλε την κατά αντικειμενική κρίση απαιτουμένη προσοχή την οποίαν οφείλει να καταβάλει έκαστος μετρίως συνετός και ευσυνείδητος οδηγός υπό τις αυτές συνθήκες (βλ.

ΑΠ 1074/2007 No.Β 56.1799, ΑΠ 766/2007 Ε. Δ/νη 49.1386, ΑΠ 1252/2001 Ε. Δ/νη 43.109, ΑΠ 954/1995 Ε.Ε.Ν 63.798, ΑΠ 568/1995 Ε.Ε.Ν 63.498, ΑΠ 1427/1979 Ε.Ε.Ν 47.156). Ειδικότερα ο εναγόμενος οδηγούσε χωρίς να έχει διαρκώς εντεταμένη την προσοχή και με ταχύτητα 90 χ/ω, αντί της επιτρεπομένης των 80 χ/ω, καθ'ον δε χρόνο η ενάγουσα επλησίασε προοδευτικά στην διαχωριστική γραμμή, όπου πλέον ήταν διακεκομμένη, χρησιμοποιώντας ..- αριστερό δείκτη κατευθύνσεως, με σκοπό να διέλθει το οδόστρωμα και να κατευθυνθεί αριστερά προς την οδό Λασκαράτου, όπου η οικία της, ο εναγόμενος επεχείρησε να παρακάμψει παντελώς ανορθόδοξα την μοτοσυκλέτα από αριστερά αντί από δεξιά, με αποτέλεσμα να πλήξει αυτήν, με το πλάγιο αριστερό ελαστικό και τον οπίσθιο δεξιό φανό, στην αριστερή της πλευρά.

Ακολούθως η ενάγουσα κατέπεσε επί του οδοστρώματος σε απόσταση περί τα είκοσι (20) μέτρα από το σημείο συγκρούσεως. Τα ανωτέρω προκύπτουν από την από 25-11-2014 έκθεση αυτοψίας του Τ.Τ Πρέβεζας, αλλά και από τους αυτόπτες μάρτυρες (βλ. τις από 25-11-2014 προανακριτικές καταθέσεις του Β. Μ. και Α. Α.).

Συνεπώς το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο έκρινε ότι αποκλειστικός υπαίτιος του ανωτέρω ατυχήματος υπήρξε ο πρώτος εναγόμενος, δεν έσφαλε και ως εκ τούτου πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος ο σχετικός λόγος εφέσεως".

Έτσι που έκρινε το Εφετείο, διέλαβε στην απόφασή του ασαφείς και ανεπαρκείς αιτιολογίες ως προς το ζήτημα των συνθηκών του ατυχήματος, που ασκεί ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη υπαγωγής των αποδειχθέντων πραγματικών περιστατικών στις διατάξεις που προαναφέρθηκαν.

Ειδικότερα αν και δέχεται ότι η ενάγουσα πλησίασε προοδευτικά στην διαχωριστική γραμμή χρησιμοποιώντας αριστερό δείκτη κατεύθυνσης με σκοπό να διέλθει το οδόστρωμα δεν προσδιορίζει α)σε ποιο σημείο ακριβώς του ρεύματος πορείας της ( δεξιά ή στο μέσο ) κινείτο αρχικά η μοτοσυκλέτα τη στιγμή που άρχισε να κινείται προοδευτικά προς την διαχωριστική γραμμή του οδοστρώματος, με ποιά ταχύτητα κινείτο και αν χρησιμοποίησε τον αριστερό δείκτη κατεύθυνσης πριν την έναρξη και καθ' όλη την διάρκεια πραγματοποίησης του συγκεκριμένου ελιγμού β) αν προηγουμένως (πριν την έναρξη του προς τα αριστερά ελιγμού) βεβαιώθηκε, και αν ναι με ποιόν τρόπο, ότι μπορεί να το πράξει χωρίς κίνδυνο ή παρακώλυση των λοιπών χρηστών της οδού, οι οποίοι κινούνται πίσω, μπροστά ή πλάι της, λαμβάνοντας υπόψη τη θέση την κατεύθυνση και την ταχύτητά τους, ώστε να είναι δυνατόν να διερευνηθεί η σύννομη οδηγική συμπεριφορά της ενάγουσας κατά την διενέργεια του παραπάνω ελιγμού.

β)σε ποιο σημείο του ίδιου ρεύματος πορείας και σε πόση απόσταση από την μοτοσυκλέτα κινείτο, κατά την στιγμή έναρξης από την ενάγουσα του προς τα αριστερά ελιγμού, το φορτηγό ως και από ποιά χρονική στιγμή και απόσταση ο οδηγός του φορτηγού αντιλήφθηκε το πρώτο την μοτοσυκλέτα να κινείται προς το κέντρο του οδοστρώματος, ώστε να μπορεί να γίνει αντιληπτό αν ο οδηγός του φορτηγού τηρούσε την προβλεπόμενη επαρκή και απαιτούμενη από τις περιστάσεις απόσταση ασφαλείας από το προπορευόμενο όχημα, αν αντιλήφθηκε εγκαίρως ή όχι την κίνηση της μοτοσυκλέτας, ως και αν είχε την δυνατότητα αποφευκτικού προς τα δεξιά ελιγμού ή τροχοπέδησης γ) σε ποιο σημείο του οδοστρώματος επήλθε η σύγκρουση των οχημάτων και αν κατά την στιγμή της σύγκρουσης η μοτοσυκλέτα βρισκόταν σε κίνηση ή διακοπή πορείας.

δ) αν υφίσταται αιτιώδης συνάφεια και ποιά μεταξύ της υπέρβασης από το φορτηγό του επιτρεπομένου ορίου ταχύτητας κατά 10 χιλιόμετρα, όπως δέχτηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, και της σύγκρουσης ε) Αν και δέχτηκε ότι η αναιρεσίβλητη οδηγώντας δίκυκλη μοτοσυκλέτα στο προς Πρέβεζα ρεύμα κυκλοφορίας της εθνικής οδού Πρέβεζας - Ηγουμενίτσας, η οποία έχει πλάτος 8,40 μ., είναι διπλής κατεύθυνσης και διαθέτει μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, επλησίασε προοδευτικά στην διαχωριστική γραμμή, όπου πλέον ήταν διακεκομμένη, χρησιμοποιώντας αριστερό δείκτη κατεύθυνσης με σκοπό να διέλθει το οδόστρωμα και να κατευθυνθεί αριστερά προς την οδό Λασκαράτου και ότι ο οδηγός του φορτηγού επιχείρησε να παρακάμψει παντελώς ανορθόδοξα την μοτοσυκλέτα από αριστερά αντί από δεξιά, κινούμενος κατά τις παραδοχές του Εφετείου αριστερά της μοτοσυκλέτας, στην συνέχεια εντελώς αντιφατικά δέχεται ότι το φορτηγό έπληξε την μοτοσυκλέτα με το πλάγιο αριστερό ελαστικό (χωρίς να προσδιορίζει με ποιού τροχού ,εμπρόσθιου ή οπίσθιου το ελαστικό) και τον οπίσθιο δεξιό φανό στην αριστερή της πλευρά.

Κατά συνέπεια, ο πρώτος, κατά το πρώτο σκέλος του, λόγος της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αριθμ. 19 του ΚΠολΔ, με τον οποίο αποδίδονται στην πληττόμενη απόφαση οι αιτιάσεις αυτές, είναι βάσιμος, ενώ παρέλκει πλέον η έρευνα το πρώτου λόγου κατά το δεύτερο από τον αρ. 1 αρθ 559 Κ.Πολ.Δ. σκέλος του και των λοιπών, από τον αριθμό 1 του ίδιου άρθρου, λόγων (δεύτερου και τρίτου), αφού καθίσταται αλυσιτελής η εξέτασή τους, εξαιτίας της αναιρετικής εμβέλειας του πιο πάνω λόγου της αναίρεσης (που έγινε δεκτός) στο σύνολο της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης.

Μετά από αυτά, αφού η ένδικη αίτηση αναίρεσης γίνει δεκτή, κατά παραδοχή, ως βάσιμου, του πρώτου, κατά το πρώτο σκέλος, λόγου της, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση στο σύνολο της κατά το μέρος που αναφέρεται στους διαδίκους της παρούσας αναιρετικής δίκης και, ακολούθως, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον δικαστή, εκτός από εκείνον που δίκασε προηγουμένως (άρθρ. 580 παρ. 3 ΚΠολΔ), ενώ πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή του παραβόλου, που έχει καταθέσει η τρίτη αναιρεσείουσα, σε αυτήν (άρθρο 495 παρ. 3 του ΚΠολΔ, όπως ισχύει).

Τέλος, η αναιρεσίβλητη που νικήθηκε στη δίκη πρέπει να καταδικαστεί στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της παριστάμενης τρίτης αναιρεσείουσας, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημά της (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση της αίτησης αναίρεσης κατά της με αρ. 320/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς τους δύο πρώτους αναιρεσείοντες.

Διατάσσει το χωρισμό της υπόθεσης ως προς αυτούς.

Δέχεται την από 15-4-2019, αίτηση αναίρεσης κατά της με αρ.320/2018 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων, ως προς την τρίτη αναιρεσείουσα.

Αναιρεί τη με αριθμ. 320/2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Ιωαννίνων ως προς την παριστάμενη τρίτη αναιρεσείουσα και την αναιρεσίβλητη.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο Μονομελές Εφετείο Ιωαννίνων, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλον δικαστή, πλην αυτού που εξέδωσε την παραπάνω απόφαση.

Διατάζει την επιστροφή στην τρίτη αναιρεσείουσα του παραβόλου που έχει καταθέσει.

Και

Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της τρίτης αναιρεσείουσας, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 18 Δεκεμβρίου 2020.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στις 10 Φεβρουαρίου 2021.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ