186/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated186/2018 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.17/2016 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 20.9.2016, η δε κατ’ αυτής αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 30.9.2016.
Full text
Απόφαση 186 / 2018 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 186/2018
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ελένη Διονυσοπούλου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.
Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, την 6η Δεκεμβρίου 2017, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην …, το οποίο εκπροσωπήθηκε από τον Νικόλαο Πατηνιώτη, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσίβλητων: 1.Α. το γένος Α. Π., συζ. Β. Β., κατοίκου ..., 2.Α. το γένος Α. Π., συζ. Ι. Τ. ..., που εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο, Μαρία Βαβανού με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19-3-2012 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Λαμίας.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 203/2014 οριστική του ιδίου Δικαστηρίου και 17/2016 του Εφετείου Λαμίας.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 28-9-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Επειδή η υπό κρίση αίτηση αναιρέσεως κατά της υπ’ αριθμ.17/2016 αποφάσεως του Εφετείου Λαμίας, έχει ασκηθεί νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 495 παρ.1 και 4 και 552 επ. ΚΠολΔ, καθόσον η προσβαλλομένη απόφαση επιδόθηκε στις 20.9.2016, η δε κατ’ αυτής αναίρεση ασκήθηκε (κατατέθηκε) στις 30.9.2016.
Επομένως αυτή (αίτηση) είναι παραδεκτή και πρέπει να εξετασθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της.
Επειδή μετά την απελευθέρωση με τις διατάξεις των πρωτοκόλλων της 3.2.1830 "περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος" τα ερμηνευτικά των εν λόγω των τριών προστάτιδων δυνάμεων από 4.6.1830 και 19.6.1830 Πρωτόκολλα του Λονδίνου, καθώς και της από 3.7.1832 Συνθήκης της Κωνσταντινούπολης, το Ελληνικό Δημόσιο υπεισήλθε, ως διάδοχος, στα δικαιώματα του Οθωμανικού Δημοσίου επί της γής.
Έτσι οι δημόσιες γαίες και όσες άλλες ανήκουν στο Οθωμανικό Δημόσιο κατά το νόμο της 7ης Ραμαζάν 1274, περιήλθαν στην κυριότητα του Ελληνικού Δημοσίου, χωρίς όμως από την ανωτέρω διαδοχή να θίγουν τα αποκτηθέντα έως τότε εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών επί ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας (μούλκ) και τα αποκτηθέντα κατά τον ίδιο οθωμανικό νόμο (αρθρ.78) δικαιώματα (τεσσαρούφ) επι των δημοσίων γαιών.
Το Ελληνικό Δημόσιο με τις παραπάνω ρυθμίσει απέκτησε δυνάμει δικαιώματος πολέμου, με αμάχητο τεκμήριο, την κυριότητα μόνον εκείνων των ιδιόκτητων γαιών, οι οποίες κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα του έτους 1821 έως την 3.2.1830, είτε εγκαταλείφθηκαν από τους απελθόντες στο εξωτερικό Οθωμανούς κυρίους τους και καταλήφθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο, είτε δημεύθηκαν από τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (Ολ.ΑΠ 1/2013).
Εξ ετέρου με τις διατάξεις 1, 2 και 3 του ΒΔ 17/29.11.1836, θεσπίστηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, τεκμήριο κυριότητας, σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του ως άνω διατάγματος, στα όρια του Ελληνικού Κράτους και δεν αναγνωρίσθηκε νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικουμένου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος.
Εξάλλου ο ορισμός της έννοιας του δάσους, κατά το ελληνικό δίκαιο, διατυπώθηκε για πρώτη φορά στο άρθρο 1 του Ν.ΑΧΝ’ /1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών" ως εδαφική έκταση καλυπτομένη εν όλω ή εν μέρει από άγριο ξυλώδη φυτά, οιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, η οποία προορίζεται για την παραγωγή ξυλείας ή άλλων προϊόντων, και επαναλήφθηκε έκτοτε σε όλους τους μεταγενέστερους σχετικούς νόμους, διευρυνόμενος ως προς το δασικό χαρακτήρα των εδαφών και τις εκτελούμενες από αυτά λειτουργίες (ήτοι προσθήκη πέραν της οικονομικής και οικολογικής λειτουργίας τους), ειδικότερα δε από τις διατάξεις των άρθρων 57 του Ν.3077/1924, 45 του Ν.4173/1929 (όπως τροποπ.
με τα άρθρα 9 του ΑΝ 3/1935 και 1 του ΑΝ 857/1937), 1 του ΝΔ 69/1969, 3 και Ν.998/1979 και 12 του Ν.3208/2003. Περαιτέρω σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ.1 κωδ. (7.32), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν.76 παρ.1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ.3 πανδ.(23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ’ αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/6.3.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων" συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22-4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης".
Πλήν όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις.
Τέλος κατά την έννοια της διατάξεως του αριθμού 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ’ επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου, είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ’ αυτόν των περιστατικών της ατομικής περιπτώσεως, κατά δε τη διάταξη του αριθμού 19 του ίδιου άρθρου αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρο 561 παρ.2 ΚΠολΔ), το Εφετείο μετά από συνεκτίμηση των ενώπιόν του νομίμως επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων δέχθηκε περιληπτικά και κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα κρίσιμα πραγματικά περιστατικά, ως προς την αναγνωριστική κυριότητας ακινήτων αγωγή των αναιρεσίβλητων, την διόρθωση της πρώτης ανακριβούς εγγραφής τους στα κτηματολογικά βιβλία, τον καθ’ υποφοράν ισχυρισμό των εναγουσών περί μη δασικού χαρακτήρα του επιδίκου και της ενστάσεως του αναιρεσείοντος - εναγομένου περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου δικαιώματι πολέμου κατά τα περί Ανεξαρτησίας Πρωτόκολλα του Λονδίνου του 1830 και τη Συνθήκη της Κων/λεως του 1832. "Τα τρία επίδικα ακίνητα, συνολικού εμβαδού 4899,57 τμ.
που εμφαίνονται στο τοπογραφικό διάγραμμα του τοπογράφου μηχανικού Ν. Μ. έχουν επιφάνεια 4619,70, 245,85 και 34,02 τμ αντίστοιχα και αποτελούν τμήματα ενός μεγαλύτερου ακινήτου (αγροτεμαχίου), επιφάνειας 44.423,84 τμ. που βρίσκεται στη θέση "..." της γενικότερης θέσης "..." της κτηματικής περιφέρειας … του ... του Ν.Φθιώτιδας.
Το ακίνητο αυτό περιήλθε στην συγκυριότητα των εναγουσών κατά ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου στην καθεμιά από εξ αδιαθέτου κληρονομιά του αποβιώσαντος στις 3.8.1992 πατέρα τους, την οποία αποδέχθηκαν, στον δε πατέρα τους Α. Π. και στους απώτερους δικαιοπαρόχους τους Ν. και Β. Σ. περιήλθε με νόμιμα μεταγεγρ. αγοραπωλητήρια συμβόλαια αγροτικού ακινήτου του 1973 και 1935 αντίστοιχα, ενώ στους κατονομαζόμενους απώτατους δικαιοπαρόχους τους, τούτο περιήλθε ως τμήμα μεγαλυτέρου ακινήτου με νόμιμα μεταγρ.
μεταβιβαστικούς τίτλους που εξικνούνται μέχρι το 1857. Το ακίνητο αυτό των 44.423,84 τμ. εκαλλιεργείτο τόσο από τις ενάγουσες, όσο και πριν από τον πατέρα τους και τους δικαιοπαρόχους του τουλάχιστον από το 1857, οι οποίοι ασκούσαν σ’ αυτό όλες τις προσιδιάζουσες στη φύση του εμφανείς υλικές διακατοχικές πράξεις.
Ειδικότερα από τότε (1857) το ακίνητο εκκαλιεργείτο με εποχιακές καλλιέργειες (κηπευτικά και σιτηρά), οριοθετείτο και επιβλεπόταν. Τόσο οι ενάγουσες, όσο και πριν από αυτές οι ως άνω δικαιοπάροχοί τους, όλες τις πιο πάνω διακατοχικές πράξεις τις ασκούσαν συνεχώς με καλή πίστη και διάνοια κυρίων, χωρίς ουδέποτε καθόλο αυτό το μακρύ διάστημα, να αμφισβητηθεί ο αγροτικός χαρακτήρας του όλου ακινήτου ή το δικαίωμα κυριότητάς τους.
Κατά την κτηματογράφηση της περιοχής οι ενάγουσες υπέβαλαν τις σχετικές δηλώσεις στο αρμόδιο Κτηματολογικό Γραφείο Αταλάντης, πλην όμως κατά την τηρηθείσα διαδικασία κτηματογράφησης, ως συνιδιοκτησία των εναγουσών, σε ποσοστό 50% για κάθε ενάγουσα, καταχωρήθηκε τμήμα μόνο του παραπάνω ακινήτου επιφανείας 26780 τμ.
ενώ τα επίδικα, τα οποία δεν αποτελούν, ούτε αποτελούσαν δασική έκταση ή δημόσιο κτήμα χαρακτηρίστηκαν εσφαλμένα ως δασική έκταση και καταχωρήθηκαν ως ιδιοκτησία του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου. Σε όλο το διαρρεύσαν από το 1857 διάστημα τα επίδικα είχαν αγροτικό χαρακτήρα, όπως τούτο αναφέρεται και σε έγγραφα του εναγομένου για το περιλαμβάνον και αυτά μεγαλύτερο ακίνητο.
Ειδικότερα μετά από αίτηση στις 24.2.1994 των εναγουσών στο αρμόδιο ... για την έκδοση πράξης χαρακτηρισμού του ακινήτου τους και δη για έκταση 58446 τμ. εκδόθηκε η υπ’ αριθμ.....1.1994 πράξη με την οποία έκταση ... τμ. χαρακτηρίστηκε ως μη υπαγομένη στις διατάξεις του Ν.998/79 και έκταση 35203 τμ. χαρακτηρίστηκε ως δασική.
Μετά την απόρριψη των υποβληθεισών αντιρρήσεων, με τις υπ’ αριθμ.....6.1994 και ...6.1994 αποφάσεις της Πρωτοβάθμιας Επιτροπής Επίλυσης Δασικών Αμφισβητήσεων Φθιώτιδας, εκδόθηκε μετά από άσκηση σχετικής προσφυγής η υπ’ αριθμ.....6.1995 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής, με την οποία από την χαρακτηρισθείσα ως δασική από την Πρωτοβάθμια Επιτροπή έκταση των 35203 τμ., έκταση 21660 τμ.
και μετά νεώτερη καταμέτρηση 21.191,98 τμ. χαρακτηρίστηκε ως αγροτική, ενώ για την υπόλοιπη έκταση, ήτοι την πέραν των ... και 21.191,98 τμ. κρίθηκε ότι δεν περιλαμβάνεται στο τίτλο του δικαιοπαρόχου των εναγουσών πατέρα τους. Τα προαναφερθέντα τρία επίδικα τμήματα επιφάνειας 4619,70, 245,85 και 34,02 τμ αντίστοιχα και συνολικά 4899,57 τμ περιλαμβάνονται στο μεγαλύτερο τμήμα των 23.263 που όπως προαναφέρθηκε χαρακτηρίστηκε ως αγροτικό με την παραπάνω πράξη χαρακτηρισμού του ....
Στη συνέχεια αναφέρεται στην απόφαση αυτολεξεί. Επίσης δεν αποδείχθηκε ότι τα επίδικα τμήματα αποτέλεσαν βοσκήσιμη γαία ή λιβάδι ή αδέσποτο, αλλά και η νομή επ’ αυτών του Ελληνικού Δημοσίου δεν αποδείχθηκε, αφού αυτά είχαν και έχουν αγροτική μορφή, οι δε δικαιοπάροχοι των εναγουσών (άμεσοι και απώτεροι) ουδέποτε είχαν απωλέσει τη νομή τους επ’ αυτών, όπως και δεν αποτέλεσαν και δημόσιο κτήμα (βλ.
το υπ’ αριθμ....2.2013 έγγραφο της Κτηματικής Υπηρεσίας του Ν.Φθιώτιδας). Σε κάθε περίπτωση οι πιο πάνω απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών ασκούσαν, κατά τα ανωτέρω, φυσική εξουσία στα επίδικα τμήματα με διάνοια κυρίου και με καλή πίστη επί συνεχή 30ετία μέχρι τις 11.9.1915 (1885-1915), δηλαδή για χρονική περίοδο που ήταν επιτρεπτή η έκτακτη χρησικτησία επί δημοσίων κτημάτων και δασών.
Προς επιβεβαίωση των ανωτέρω και το ... (με το υπ’ αριθμ.πρωτ..../28.3.2014 έγγραφο) και το Τμήμα Δασικών Χαρτογραφήσεων της Διεύθυνσης Δασών ... Διεύθυνσης Δασών και Αγροτικών Υποθέσεων της Αποκεντρωμένης Διοίκησης Θεσσαλίας - Στερεάς Ελλάδας επιβεβαιώνουν το μη δασικό χαρακτήρα των επιδίκων τμημάτων.
Συνεπώς οι ενάγουσες είναι συγκύριες των επιδίκων ακινήτων και αυτές έπρεπε να αναγραφούν ως τέτοιες στις επίδικες ιδιοκτησίες του κτηματολογικού φύλλου των βιβλίων του Κτηματολογικού Γραφείου Αταλάντης". Με βάση τις παραδοχές αυτές το Εφετείο απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη την έφεση του αναιρεσείοντος Δημοσίου και επικύρωσε την πρωτόδικη απόφαση που είχε κρίνει ομοίως.
Έτσι όπως έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προαναφερθείσες διατάξεις περί αποκτήσεως του επιδίκου από το Δημόσιο δικαιώματι πολέμου, είτε ως δάσους καθώς και τις περί έκτακτης χρησικτησίας διατάξεις του ΒΡΔ, ενόψει του ότι υπάρχει νομική ακολουθία μεταξύ των πραγματικών γεγονότων που έγιναν δεκτά από αυτό και υπήχθησαν στις παραπάνω διατάξεις, όπως η έννοια αυτών αναλύθηκε στη νομική σκέψη και του συμπεράσματος του νομικού του συλλογισμού.
Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού τα πραγματικά περιστατικά, που με πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις δέχθηκε ως αποδεικνυόμενα, ήταν αρκετά για την εφαρμογή των προδιαληφθεισών διατάξεων οι προϋποθέσεις των οποίων, ως προς τα παραπάνω ζητήματα των επικαλουμένων δικαιωμάτων του Δημοσίου και των εναγουσών δεν συνέτρεχαν και συνέτρεχαν αντίστοιχα.
Ειδικότερα γίνεται δεκτό ότι το επίδικο είχε ανέκαθεν αγροτική μορφή και ότι ουδέποτε απέκτησε δασικό χαρακτήρα και ότι το εναγόμενο Δημόσιο δεν απέδειξε ότι είχε επ’ αυτού δικαιώματα, τα οποία και αν ακόμη είχε καταλύθηκαν με έκτακτη χρησικτησία των δικαιοπαρόχων των εναγουσών, οι οποίοι άσκησαν χρησιδεσποτεία στο ακίνητο με τις προϋποθέσεις του ΒΡΔ τουλάχιστον επί τριάντα έτη πριν από τις 11.9.1915, ενώ οι ενάγουσες δεν βαρυνόντουσαν με απόδειξη χρησικτησίας για προγενέστερο της τριακονταετίας αυτής χρόνο ήτοι για χρόνο προγενέστερο του 1885.
Ενόψει τούτων ο υποστηρίζων τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πρώτος λόγος της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθεί, ενώ προσέτι οι από έκτακτη χρησικτησία αιτιάσεις του λόγου αυτού ήταν και αλυσιτελείς, αφού το διατακτικό της αποφάσεως περί κυριότητος στηριζόταν αυτοτελώς σε αιτιολογίες παραγώγου τρόπου αποκτήσεως κυριότητος των επιδίκων οι οποίες δεν πλήττονται με λόγο αναιρέσεως.
Επειδή κατά το άρθρο 559 αρ.13 του ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της αποδείξεως, σύμφωνα με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.
Το βάρος της αποδείξεως διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί αποδείξεως απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση, στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης, των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.
Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.
Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ενστάσεως κ.λπ.
και που οφείλει να αποδείξει ο υποβάλλων το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα. Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διατάξεως. Εξάλλου οι ισχυρισμοί του Δημοσίου περί κυριότητας ακινήτων κατά τα αναφερόμενα παραπάνω στη νομική σκέψη του πρώτου λόγου πρωτόκολλα Ανεξαρτησίας και Συνθήκη Κων/πόλεως (άρθρα 1,2 και 3) ο οποίος ισχυρισμός προβάλλεται από αυτό (Δημόσιο) προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής (ή διεκδικητικής) αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελεί ένσταση, ως γεγονός διακωλυτικό της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής.
Επομένως τα πραγματικά περιστατικά, που θεμελιώνουν την ιστορική βάση του ισχυρισμού (ενστάσεως) αυτή πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο και για το λόγο αυτό τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών τις φέρει το ενιστάμενο Δημόσιο και όχι ο ενάγων.
Κατά συνέπεια εάν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Δημοσίου η αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 193/2017, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 160/2014 ΑΠ 305/2013, ΑΠ 847/2013). Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αναίρεσης και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 13 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως ως προς τον προταθέντα από το εναγόμενο - αναιρεσείον ισχυρισμό περί αποκτήσεως από αυτό της κυριότητας του επιδίκου δικαιώματι πολέμου με τη Συνθήκη της Κων/λεως και τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου.
Όπως προκύπτει από το προεκτεθέν συνοπτικό περιεχόμενο της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ.2 ΚΠολΔ) το Εφετείο αφενός μεν έκρινε ότι ο επίμαχος ισχυρισμός συνιστά ένσταση, αφετέρου δε τον έκρινε αναπόδεικτο για τους εκτεθειμένου στην απόφαση περί του αντιθέτου λόγους. Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους της αποδείξεως, καθόσον τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποιθήσεως του επικαλουμένου γεγονότος, ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα, τις έφερε το ενιστάμενο - αναιρεσείον και όχι ο αναιρεσίβλητος ενάγων.
Ενόψει τούτων ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος, ενώ εσφαλμένα το αναιρεσείον υπολαμβάνει ότι οι ενάγουσες βαρυνόντουσαν με την απόδειξη των συνιστώντων την περί έκτακτης χρησικτησία βάση της αγωγής τους, για χρόνο εξικνούμενο μέχρι εκείνου της εκδόσεως των Πρωτοκόλλων Ανεξαρτησίας (1830) και της Συνθήκης της Κων/λεως (1832), ενώ όπως έχει ήδη αναφερθεί το οικείο βάρος υφίσταται μόνο για την πριν της 11.9.1915 τριακονταετία.
Τούτο ανεξάρτητα από το ότι η σχετική αιτίαση είναι αλυσιτελής για τον αναφερόμενο παραπάνω λόγο της μη πλήξεως αναιρετικά των από παράγωγο τρόπο κτήσεως της κυριότητας των επιδίκων αιτιολογιών, οι οποίες αυτοδύναμα στηρίζουν το διατακτικό της αποφάσεως.
Επειδή κατά τη διάταξη του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός στηρίζεται στην παράβαση του καθιερωμένου με το άρθρο 106 ΚΠολΔ συστήματος συζητήσεως, κατά το οποίο ο δικαστής αποφασίζει με βάση εκείνα που έχουν προταθεί και αποδειχθεί.
Ο όρος "πράγμα" στην παρούσα περίπτωση είναι ταυτόσημος με τον αντίστοιχο όρο του αριθμού 8 του ίδιου άρθρου, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός όταν το δικαστήριο δέχθηκε "πράγματα", δηλαδή αυτοτελείς πραγματικούς ισχυρισμούς, χωρίς να έχει προσκομισθεί οποιαδήποτε απόδειξη για τα πράγματα αυτά ή όταν δεν εκθέτει έστω και γενικά, από ποια μέσα άντλησε την απόδειξη αυτή.
Δεν απαιτείται να αξιολογεί η απόφαση τα επί μέρους αποδεικτικά μέσα ή να εξατομικεύει τα έγγραφα, ούτε να αναφέρει ποια έγγραφα λαμβάνονται υπόψη για άμεση και ποια για έμμεση απόδειξη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η πλημμέλεια της παραπάνω διατάξεως του αριθμού 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔ κατά την οποία το Εφετείο, χωρίς να αναφέρει ή να προκύπτει από ποια συγκεκριμένα αποδεικτικά στοιχεία κατέληξε στο πόρισμά της αυτό, ότι αποδείχθηκε ότι τα επίδικα είχαν ανέκαθεν αγροτική μορφή και ότι για τουλάχιστον 30 έτη πριν από τις 11.9.1915 οι απώτεροι δικαιοπάροχοι των εναγουσών τα είχαν στη φυσική εξουσία τους με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, καθώς και ότι αυτά (επίδικα) δεν αποδείχθηκε ότι ήταν δημόσιο κτήμα, ή δάσος ή βοσκήσιμη γαία ή λιβάδι ή αδέσποτο.
Όπως όμως προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση το Εφετείο, στην παραδοχή του για την ουσιαστική ή μη βασιμότητα των παραπάνω ισχυρισμών (από τους οποίους οι περί βοσκήσιμης γής ή λειβαδίου ή αδεσπότου, προτάθηκαν για πρώτη φορά στο Εφετείο, χωρίς την επίκληση των απαιτουμένων προϋποθέσεων των άρθρων 527 και 269 ΚΠολΔ) κατέληξε, όπως βεβαιώνει, ύστερα από εκτίμηση της ένορκης κατάθεσης του μάρτυρα απόδειξης και όλων ανεξαιρέτως των εγγράφων, τα οποία, με επίκληση, προσκόμισαν οι διάδικοι, ενώ, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη δεν απαιτείται, όπως αβάσιμα υπολαμβάνει το αναιρεσείον, η αξιολόγηση κάθε επί μέρους αποδεικτικού μέσου ή η εξατομίκευση των εγγράφων και η αναφορά της αποδεικτικής δύναμής του καθενός, ή της χρησιμοποιήσεώς τους για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Ενόψει τούτων στις εν λόγω παραδοχές το Εφετείο δεν κατέληξε χωρίς απόδειξη και γι’ αυτό ο ερευνώμενος λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Επειδή ο από το άρθρο 559 αρ.20 ΚΠολΔ λόγος αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, παραμόρφωσε το περιεχόμενο εγγράφου, με το να δεχθεί πραγματικά γεγονότα προφανώς διαφορετικά από εκείνα που αναφέρονται στο έγγραφο αυτό. Παραμόρφωση υπάρχει μόνο όταν το δικαστήριο υποπίπτει ως προς το έγγραφο σε διαγνωστικό λάθος, δηλαδή σε λάθος αναγόμενο στην ανάγνωση του εγγράφου ("σφάλμα ανάγνωσης") με την παραδοχή ότι περιέχει περιστατικά προδήλως διαφορετικά από εκείνα που πράγματι περιλαμβάνει, όχι δε και όταν από το περιεχόμενο του εγγράφου, το οποίο σωστά ανέγνωσε, συνάγει αποδεικτικό πόρισμα, διαφορετικό από εκείνο που ο αναιρεσείων θεωρεί ορθό, καθόσον στην περίπτωση αυτή πρόκειται για παράπονο αναφερόμενο στην εκτίμηση πραγματικών γεγονότων, που εκφεύγει του αναιρετικού ελέγχου.
Για την ίδρυση του λόγου αυτού δεν αρκεί η εσφαλμένη ανάγνωση του αποδεικτικού με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔ, εγγράφου, αλλά πρέπει επί πλέον το δικαστήριο της ουσίας να έχει στηρίξει το αποδεικτικό του πόρισμα αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο στο έγγραφο, το περιεχόμενο του οποίου φέρεται ότι παραμορφώθηκε, όχι δε όταν το συνεκτιμήσει απλώς μαζί με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαίρει το έγγραφο, αναφορικά με το πόρισμα στο οποίο κατέληξε για την ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος (Ολ.ΑΠ 2/2008).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον τέταρτο λόγο της αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η από την παραπάνω διάταξη του αριθμού 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔ πλημμέλεια, κατά την οποία το Εφετείο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του υπ’ αριθμ....3.2013 εγγράφου της Κτηματικής Υπηρεσία του Νομού Φθιώτιδας, στο οποίο αναφέρεται ότι τα επίδικα δεν είναι καταγεγραμμένα ως δημόσια κτήματα, με το να δεχθεί ότι από αυτό προκύπτει ότι αυτά δεν είναι δημόσιο κτήμα.
Ο λόγος αυτός είναι, κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτος, γιατί δεν αφορά σε "διαγνωστικό λάθος" του εγγράφου, το οποίο ορθά αναγνώσθηκε, αλλά σε εκτιμητικό, ήτοι αφορούσε παράπονο αναγόμενο στην ανέλεγκτη, αναιρετικά, εκτίμηση των αποδείξεων και του περιεχομένου εγγράφου. Προσέτι ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος καθόσον το δικαστήριο δεν στήριξε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο το αποδεικτικό του πόρισμα ως προς το παραπάνω ζήτημα στο έγγραφο αυτό, αλλά το συνεκτίμησε με τα λοιπά αναφερόμενα ως προς την ιδιότητα του επιδίκου έγγραφα, όπως την υπ’ αριθμ.....1.1994 Πράξη Χαρακτηρισμού του ..., την υπ’ αριθμ.....6.1995 απόφαση της Δευτεροβάθμιας Επιτροπής Δασικών Αμφισβητήσεων, το υπ’ αριθμ..../28.3.2014 έγγραφο του ...
και του Τμήματος Δασικών Χαρτογραφήσεων της Δ/σης Δασών Ν.Φλώρινας. Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση στο σύνολό της πρέπει να απορριφθούν, ενώ το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔ) πρέπει να καταδικασθεί στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία όμως θα καταλογισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 του Ν.3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ.18 του ΕισΝΚΠολΔ και όπως τούτο ισχύει, μετά την υπ’ αριθμ.134423/1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β’ 11/20.1.1993), που εκδόθηκε κατ’ εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ.12 του Ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 28.9.2016 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου κατά των Α., το γένος Α. Π. και Α., το γένος Α. Π., για αναίρεση της υπ’ αριθμ.17/2016 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Λαμίας.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Ιανουαρίου 2018.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 26 Ιανουαρίου 2018.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ