Legislator Case Law & Legislation
186/2017 AI generated

186/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 186/2017
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

186/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 186 / 2017 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 186/2017

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ’ Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ιωάννη Γιαννακόπουλο, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Ευγενία Προγάκη, Ασπασία Μαγιάκου, Νικήτα Χριστόπουλο και Πέτρο Σαλίχο, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία και της γραμματέως Σπυριδούλας Τζαβίδη, για να δικάσει την εξής υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Σ. Κ. Κ. του Α., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο Ροδόπη Στέφα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1)Α. συζ. Π. Π. 2) Α. Π. του Π., κατοίκων ..., 3)Κ. Π. του Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο Ειρήνη Σπεντζοπούλου που ανακάλεσε την από 20-12-2016 δήλωση για παράσταση κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και παραστάθηκε στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-10-2012 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης.

Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 18139/2013 του ιδίου Δικαστηρίου, 806/2015 του Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε ο αναιρεσείων με την από 24-9-2015 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.

Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Ευγενία Προγάκη, ανέγνωσε την από 16-3-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης.

Η πληρεξούσια του αναιρεσείουσας ζήτησε να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, η πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων ζήτησε να απορριφθεί, καθένας δε να καταδικασθεί το αντίδικο μέρος στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 173 και 1781 επ. ΑΚ, προκύπτει ότι κατά την ερμηνεία των διαθηκών αναζητείται μόνο η αληθινή βούληση του διαθέτη, σκοπούμενη από άποψη υποκειμενική και όχι αντικειμενική, υπό την οποία θα την αντιλαμβάνονταν οι τρίτοι, κατά τη συναλλακτική καλή πίστη, χωρίς προσήλωση στις λέξεις, ενώ δεν έχουν εφαρμογή τα κριτήρια του άρθρου 200 ΑΚ, αφού αυτά αναφέρονται όχι σε μονομερείς (όπως η διαθήκη) δικαιοπραξίες, αλλά σε συμβάσεις.

Εφόσον είναι σαφής η διαθήκη, εφόσον δηλαδή οι λέξεις που έχει χρησιμοποιήσει ο διαθέτης, μόνες τους και χωρίς άλλο, αποδίδουν τη βούλησή του, δεν υπάρχει έδαφος για ερμηνεία της διαθήκης. Παραβίαση του ερμηνευτικού κανόνα του άρθρου 173 ΑΚ υφίσταται, όταν το δικαστήριο μολονότι ανελέγκτως ως αναγομένης της κρίσεώς του σε εκτίμηση πραγμάτων, διαπιστώνει, έστω και εμμέσως την ύπαρξη κενού και αμφιβολίας στη δήλωση βουλήσεως του διαθέτη και εντεύθεν την ανάγκη συμπλήρωσης ή ερμηνείας της, παραλείπει να προσφύγει στη διάταξη του πιο πάνω άρθρου ή προσφεύγει στην εφαρμογή της διατάξεως αυτής και τη συμπλήρωση ή ερμηνεία της διαθήκης, μολονότι δέχεται επίσης ανελέγκτως, ότι η διαθήκη είναι πλήρης και σαφής και δεν έχει ανάγκη συμπληρώσεως ή ερμηνείας, ακόμη δε και όταν προβαίνει σε κακή εφαρμογή της, οπότε ο αναιρετικός έλεγχος καταλαμβάνει και την ορθότητα της κρίσεως του δικαστηρίου, αναφορικά με την ερμηνεία της βούλησης του διαθέτη, αφού πρόκειται για εφαρμογή διατάξεως ουσιαστικού δικαίου.

Για την άρση, των ως προς την ερμηνεία της διαθήκης γεννομένων αμφιβολιών, επιτρεπτώς λαμβάνονται υπόψη από τον ερμηνευτή και στοιχεία εκτός του κειμένου της διαθήκης, όπως άτυπες δηλώσεις του διαθέτη προς τρίτους το κοινωνικό του περιβάλλον, οι τυχόν προσωπικές (γλωσσικές ή επαγγελματικές) συνήθειες αυτού, επιστολές, προηγούμενα σχέδια διαθηκών και γενικά, δικαστικά τεκμήρια προκύπτοντα από οποιοδήποτε αποδεικτικό μέσο.

Εξάλλου κατά τις διατάξεις των άρθρων 1809, 1810, 1923, 1933, 1935 παρ. 1 και 1937 ΑΚ, υποκατάσταση κληρονόμου υπάρχει, όταν εγκατασταθεί κάποιος στη θέση του εγκαταστάτου, για την περίπτωση κατά την οποία ο τελευταίος, εκπέσει είτε πριν από την επαγωγή, είτε μετά την επαγωγή της κληρονομιάς. Ο υποκατάστατος κληρονόμος, σε περίπτωση αμφιβολίας, θεωρείται ότι έχει ταχθεί τόσο για την περίπτωση που εκείνος που καλείται πρώτος δεν μπορεί (πχ λόγω προαποβίωσης), όσο και για την περίπτωση που δεν θέλει (πχ λόγω αποποίησης) να είναι κληρονόμος.

‘ Ετσι, ως "έκπτωση", στο πλαίσιο εφαρμογής του άρθρου 1809 ΑΚ, νοείται η ματαίωση ή ανατροπή της επαγωγής της κληρονομιάς σε εκείνον που καλείται πρώτος στην κληρονομιά. Τέλος, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1939 ΑΚ, καταπίστευμα του υπολοίπου (περιλιμπανομένου) υπάρχει όταν ο διαθέτης εγκαθιστά τον καταπιστευματοδόχο σε ότι απομένει ή βρεθεί στην κληρονομιά κατά το χρόνο επαγωγής σ’ αυτόν του καταπιστεύματος, και όταν ο διαθέτης επιτρέπει ρητώς με τη διαθήκη του την ελεύθερη και απεριόριστη διαχείριση της κληρονομιάς στον βεβαρημένο, οπότε ο τελευταίος έχει δικαίωμα να προβεί σε κάθε διάθεση των κληρονομιαίων αντικειμένων, με πράξη επαχθή ή χαριστική (πώληση, δωρεά).

Δεν δικαιούται όμως να τα διαθέσει με διάταξη τελευταίας βούλησης. Μια τέτοια διάθεση εκ μέρους του τελευταίου είναι άκυρη, η ακυρότητα δε αυτή είναι σχετική υπέρ του καταπιστευματοδόχου, από τον οποίο και μόνο μπορεί να προταθεί. Περαιτέρω από τη διάταξη του εδαφίου 1α του άρθρου 559 ΚΠολΔικ προκύπτει, ότι λόγος αναιρέσεως για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή αν εφαρμόσθηκε, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν το δικαστήριο προσέδωσε στον εφαρμοστέο κανόνα δικαίου έννοια διαφορετική από την αληθινή, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 20/2011).

Εξ ετέρου κατά τη διάταξη του εδαφίου 19 του ίδιου άρθρου, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες ανεπαρκείς ή αντιφατικές, σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος από αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού, δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή για την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔικ), το Εφετείο, μετά από συνεκτίμηση των νομίμως σ’ αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατ’ ανέλεγκτη κρίση τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά, αναφορικά με την ένδικη αναγνωριστική κληρονομικού, εκ διαθήκης, δικαιώματος του αναιρεσείοντος επί καταπιστεύματος και περιλιμπανομένου (υπολοίπου), της οποίας προδικαστικό ζήτημα ήταν η ερμηνεία της ένδικης ιδιόγραφης διαθήκης.

"Στις 7 Οκτωβρίου 2007 απεβίωσε, στη Θεσσαλονίκη, ο Γ. Κ. του Α. και Μ., κάτοικος ..., ο οποίος ήταν αδελφός του ενάγοντος, καταλείποντας την από 1-2-2006 ιδιόγραφη διαθήκη του, η οποία δημοσιεύθηκε νομίμως, δυνάμει του υπ’ αριθμ. 1809/2008 πρακτικού του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, και κηρύχθηκε κυρία, με την υπ’ αριθμ. 30769/2008 απόφαση του ιδίου Δικαστηρίου.

Ο ανωτέρω κληρονομούμενος είχε τελέσει νόμιμο γάμο με την Ε. Π. θυγ. Π., από τον γάμο τους δε αυτόν δεν απέκτησαν τέκνα. Με την ως άνω διαθήκη του, ο ως άνω αποβιώσας, όρισε τα εξής: "Εάν πεθάνω πριν την γυναίκα μου Ε. Π., το TAXI που έχω στη Ν. Υόρκη "..." να το διαχειρίζεται αυτή και να το πουλήσει όταν θέλει και όποτε θέλει.

Εάν όμως πεθάνη αυτή πρώτα και το ΤΑΧΙ δεν έχει πουληθεί, και μετά το θάνατο τον δικό μου, τότε το ΤΑΧΙ της Ν. Υ. να το πάρει ο αδελφός μου Σ. που μένει στη Ν. Υ. Τα χρήματα που είναι στην Τράπεζα να τα πάρουν από μισά μόνον ο ανεψιός μου Ν. Τ. και η ανεψιά της γυναίκας μου Λ. (Λ.) Π.. Κανένας άλλος απ’ τους συγγενείς να μην πάρει τίποτε.

Επίσης το μισό διαμέρισμα που είναι στο όνομα μου να το πάρει η Λ. και το αυτοκίνητο ο ανεψιός μου Ν. Τ.. Τονίζω κανένας απ’ τους συγγενείς μου να μην πάρει τίποτα". Με την ως άνω, λοιπόν, ιδιόγραφη διαθήκη του, ο διαθέτης εγκατέστησε κληρονόμους του, τα ως άνω δύο ανίψια του, στα οποία άφησε τα προεκτεθέντα αντικείμενα της κληρονομιαίας περιουσίας του, που δεν είναι, επίδικα, καθώς και την σύζυγο του Ε., σε δήλο αντικείμενο της κληρονομιάς, ήτοι στην άδεια εκμεταλλεύσεως αυτοκινήτου TAXI ιδιοκτησίας του, με αριθμό "...", που του είχε χορηγηθεί στη Νέα Υόρκη των Η.Π.Α., επιθυμώντας, να περιέλθει σ’ αυτήν, μετά τον θάνατο του, σε περίπτωση δηλαδή κατά την οποία ο ίδιος απεβίωνε πριν από την σύζυγο του, όπως επί λέξει αναφέρεται στην διαθήκη.

Ωστόσο, ο διαθέτης, με διάταξη της διαθήκης του, ρύθμισε την τύχη του ως άνω κληρονομιαίου αντικειμένου, σε περίπτωση κατά την οποία η ως άνω σύζυγος του και τετιμημένη με την διαθήκη, είχε ήδη αποβιώσει πριν από αυτόν και είχε ματαιωθεί η επαγωγή κατά τον χρόνο του θανάτου του, ορίζοντας ως υποκατάστατο κληρονόμο στην θέση της, τον ενάγοντα αδελφό του Κ.

Σ.. Συγκεκριμένα, ο διαθέτης, γνωρίζοντας, κατά τον χρόνο σύνταξης της επίμαχης διαθήκης του, ότι η σύζυγος του, Ε., αντιμετώπιζε σοβαρό πρόβλημα υγείας (νεοπλασία ουροδόχου κύστεως), που είχε διαγνωσθεί από το έτος 2000 και μπορούσε να έχει αποβιώσει πριν από αυτόν, θέλησε με τον τρόπο αυτό να ρυθμίσει την τύχη του ως άνω περιουσιακού του στοιχείου και στην περίπτωση κατά την οποία η ως άνω κληρονόμος του δεν ζούσε τον χρόνο κατά τον οποίο θα καλούνταν στην κληρονομιά του και είχε πλέον ματαιωθεί λόγω του θανάτου της η επαγωγή Συνεπώς αναφέροντας επί λέξει, ο διαθέτης στην επίμαχη διάταξη "Εάν όμως πεθάνη αυτή πρώτα και το TAXI δεν έχει πουληθεί, και μετά το θάνατο τον δικό μου, τότε το TAXI της Ν.Υ.

να το πάρει ο αδελφός μου Σ. που μένει στη Ν.Υ", όρισε για την περίπτωση αυτή, ως υποκατάστατο κληρονόμο στο παραπάνω κληρονομιαίο αντικείμενο τον ενάγοντα αδελφό του. Ο ως άνω διαθέτης, αποδείχθηκε ότι, απεβίωσε πριν από την σύζυγο του Ε., η οποία, ζούσε κατά τον χρόνο του θανάτου του και εγκαταστάθηκε ως κληρονόμος του, στο ως άνω αντικείμενο της κληρονομιάς.

Η τελευταία απεβίωσε, στη Θεσσαλονίκη, την 9η-2-2012, κατά τον χρόνο δε του θανάτου της, δεν κατέλειπε διαθήκη, μοναδικοί δε πλησιέστεροι συγγενείς της και εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της, τυγχάνουν οι εναγόμενοι και ήδη εκκαλούντες, οι οποίοι είναι η μητέρα και αδέλφια της. Ισχυρίζεται βέβαια ο ενάγων, ότι ο διαθέτης, με τον οποίο υπήρξαν αγαπημένα αδέλφια, με το περιεχόμενο της επίμαχης διαθήκης, βάρυνε το περιουσιακό στοιχείο το οποίο κατέλειπε στην ως άνω κληρονόμο του με καταπίστευμα (του υπολοίπου ή του περιλαμπανομένου).

Τούτο δε, διατείνεται, συνάγεται από το γεγονός ότι, όσον αφορά την διάθεση των λοιπών αντικειμένων που περιλαμβανόταν στην κληρονομιαία περιουσία του (χρημάτων, ακινήτων] και στα οποία εγκαθιστά ως κληρονόμους του τον ανεψιό του Ν. και την ανεψιά της γυναίκας του Λ., χρησιμοποιεί τη φράση "να τα πάρει" ή "να τα πάρουν από μισά", την οποία επίσης χρησιμοποιεί και όταν αναφέρεται στο πρόσωπο του (ενάγοντα), ενώ όταν αναφέρεται στη σύζυγο του χρησιμοποιεί τις εκφράσεις "να το διαχειρίζεται και να το πουλήσει όταν θέλει και όποτε θέλει" και ότι η επίμαχη διάταξη είναι ασαφής και χρήζει ερμηνείας. 0 ως άνω ισχυρισμός όμως είναι αβάσιμος και πρέπει να απορριφθεί.

Και τούτο διότι η προαναφερόμενη διάταξη της διαθήκης, είναι απόλυτα σαφής και δεν χρήζει ερμηνείας κατ’ άρθρο 173 ΑΚ, ούτε φυσικά απαιτείται προσφυγή σε γεγονότα και στοιχεία που βρίσκονται εκτός της διαθήκης καθόσον μ’ αυτήν, αποδίδεται η αληθής βούληση του διαθέτη. Άλλωστε αν ο διαθέτης επιθυμούσε να επιτρέψει μόνο την ελεύθερη διαχείριση του ως άνω κληρονομιαίου αντικειμένου στην άνω κληρονόμο, και να συστήσει με την επίμαχη διάταξη διαθήκης, καταπίστευμα, υπέρ του ενάγοντος αδελφού του, θα διαλάμβανε στην επίμαχη διαθήκη, σχετική διάταξη, για την τύχη του ως άνω περιουσιακού του στοιχείου, κατά τον χρόνο θανάτου της συζύγου, εφόσον φυσικά αυτό σωζόταν.

Τέτοιου είδους κρίση, δεν συνάγεται, ούτε από το γεγονός ότι η επίδικη άδεια εκμετάλλευσης TAXI, δεν εκποιήθηκε από την ως άνω κληρονόμο (ενόσω ζούσε) και εξακολουθεί να υφίσταται μέχρι σήμερα στο όνομα του κληρονομούμενου, (βλ. την προσκομιζόμενη μετ’ επικλήσεως από τον ενάγοντα και ήδη εφεσίβλητο από 6-5-2012 απόδειξη καταχώρησης φύλαξης - άδεια οδήγησης ΤΑΞΙ του Τμήματος Αδειοδότησης και Κριτηρίων της Επιτροπής ΤΑΞΙ και ΛΙΜΟΥΖΙΝΑΣ της Πόλης της ...).

Κατόπιν των ανωτέρω πλήρως αποδείχθηκε, ότι η παραπάνω διάταξη διαθήκης είναι σαφής και πλήρης, χωρίς κενά και αμφίβολα σημεία, και δεν χρήζει ερμηνείας, καθόσον αποδίδεται με αυτήν, η αληθινή βούληση του διαθέτη, η οποία συνίσταται στην εγκατάσταση του ενάγοντος ως υποκατάστατου κληρονόμου, στην περίπτωση κατά την οποία η τετιμημένη με την διαθήκη σύζυγός του είχε προαποβιώσει αυτού.

Ακολούθως το Εφετείο δέχθηκε κατ’ ουσίαν την έφεση των αναιρεσιβλήτων και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, που είχε κρίνει αντιθέτως, δίκασε εκ νέου την αγωγή και την απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη. Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε τις επικαλούμενες και προδιαληφθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1923 παρ. 1, 1939 και 173 ΑΚ, αφού υπό τα ως άνω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά, δεν συνέτρεξαν οι νόμιμες προϋποθέσεις εφαρμογής τους, καθόσον έγινε ανελέγκτως δεκτό ότι η αναφερομένη στην εγκατάσταση επί δήλου διάταξη της διαθήκης, ήταν σαφής, καθώς και η τύχη του κληρονομιαίου αντικειμένου για την περίπτωση που θα ματαιωνόταν η επαγωγή, λόγω προαποβιώσεως, της τετιμημένης, οπότε οριζόταν ως υποκατάστατος ο ενάγων, ενώ σε διαφορετική περίπτωση, δηλαδή εάν δεν ματαιωνόταν η επαγωγή και η τετιμημένη κληρονομούσε το δήλον, τούτο θα παρέμενε στην περιουσία της και δεν ήταν αυτή βεβαρημένη με καταπίστευμα.

Περαιτέρω έτσι όπως παραπάνω έκρινε το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, ανελέγκτως και με πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, δέχθηκε ότι η επίμαχη διάταξη της διαθήκης ήταν σαφής και δεν συνέτρεχε περίπτωση καταφυγής σε ερμηνεία της, καθώς και ότι ο ενάγων αναιρεσείων δεν αποκτούσε δικαίωμα επί του κληρονομιαίου, καθόσον δεν είχε εγκατασταθεί ως υποκατάστατος.

Οι αιτιολογίες αυτές επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των παραπάνω διατάξεων. Ενόψει τούτων οι υποστηρίζοντες τα αντίθετα και από τις διατάξεις των αριθμών 1 και 19 πρώτος και δεύτερος από τους λόγους της αναιρέσεως πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι. Περαιτέρω οι αιτιάσεις του πρώτου λόγου κατά τις οποίες δεν είναι νοητό το σαφές ή όχι της διαθήκης να συνάγεται μόνο από το γράμμα της διάταξης και ότι σε κάθε περίπτωση η κρίση για τη σαφήνειά της ή όχι πρέπει να είναι αποτέλεσμα ερμηνείας είναι νομικά αβάσιμες, ως αντιστρατευόμενες στην αναλυομένη στη νομική σκέψη έννοια του άρθρου 173 ΑΚ.

Επειδή κατά το άρθρο 529 ΚΠολΔικ, στην κατ’ έφεση δίκη επιτρέπεται να γίνει επίκληση και προσαγωγή νέων αποδεικτικών μέσων. Εξέταση νέων μαρτύρων για ζητήματα για τα οποία εξετάστηκαν μάρτυρες στην πρωτόδικη δίκη, επιτρέπεται αν αυτό επιβάλλεται κατά την κρίση του δικαστηρίου. Ως νέα αποδεικτικά μέσα θεωρούνται είτε αυτά που δεν υποβλήθηκαν καθόλου πρωτόδικα, είτε αυτά που υποβλήθηκαν μεν πρωτόδικα, αλλά απαράδεκτως, όπως πχ εκπρόθεσμα ή χωρίς επίκληση.

Εξάλλου το άρθρο 527 του ίδιου κώδικα αναφέρεται σε απαράδεκτο το πρώτον ενώπιον του Εφετείου, (εκτός των αναφερομένων σ’ αυτό εξαιρέσεων) ισχυρισμών και όχι αποδεικτικών μέσων. Περαιτέρω τα άρθρα 398 επ. του ίδιου κώδικα περί του τρόπου εξετάσεως των μαρτύρων, αναφέρονται στην εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου ή του εντεταλμένου δικαστή και δεν εφαρμόζονται στον τρόπο λήψεως των ενόρκων βεβαιώσεως, ενώπιον συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη ή προξένου, για τις οποίες και αναφορικά με την τακτική διαδικασία, εφαρμόζονται τα οριζόμενα στο άρθρο 270 παρ. 2 εδ γ του ίδιου κώδικα.

Εξάλλου το δικαστήριο της ουσίας δεν είναι υποχρεωμένο να απαντήσει σε αλυσιτελείς και αόριστους ισχυρισμούς, μη ιδρυομένου από την παράλειψή του αυτή αναιρετικού λόγου (ΟλΑΠ 14/2004). Στην προκειμένη περίπτωση με τον τρίτο λόγο της αναιρέσεως και κατ’ εκτίμηση του περιεχομένου του, αποδίδονται στην προσβαλλομένη απόφαση οι αναιρετικές πλημμέλειες των αριθμών 11α και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, κατά τις οποίες το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη την υπ’ αριθμ. ...2.4.2014, ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Λ.

Μ., που εξετάστηκε ενώπιον του συμβ/φου Θεσσαλονίκης Γ. Π., η οποία ήταν ανεπίτρεπτο αποδεικτικό μέσο, αφού προσκομίσθηκε το πρώτον στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο και γιατί τούτο (το δικαστήριο) σιωπηρά και αναιτιολόγητα απέρριψε την υποβληθείσα από τον αναιρεσείοντα, με τις προτάσεις του, ένσταση εξαιρέσεως της μάρτυρος αυτής, η οποία ως εγγονή, θυγατέρα και ανιψιά των εναγομένων προσδοκούσε άμεσο συμφέρον από την έκβαση της δίκης υπέρ αυτών, που είναι εξ αδιαθέτου κληρονόμοι της τετιμημένης με την ένδικη διαθήκη.

Ο λόγος αυτός κατά το πρώτο σκέλος του είναι απαράδεκτος, καθόσον στη δευτεροβάθμια δίκη είναι επιτρεπτή η προσκομιδή νέων, όπως η επίμαχη ένορκη βεβαίωση, αποδεικτικών μέσων, τα οποία αναφέρονται σε απόδειξη ισχυρισμών και δεν συνιστούν ισχυρισμούς, ώστε να τυγχάνει εφαρμογής η επικαλούμενη διάταξη του άρθρου 529 ΚΠολΔικ, ενώ κατά το δεύτερο σκέλος του είναι αλυσιτελής καθόσον η επικαλούμενη από τη διάταξη του άρθρου 400 αρ. 3 του ίδιου κώδικα ένσταση εξαιρέσεως και ο κατά το άρθρο 403 παρ. 2 χρόνος υποβολής της, αφορά στην εξέταση των μαρτύρων ενώπιον του δικαστηρίου και όχι στη λήψη των ενόρκων βεβαιώσεως και συνακόλουθα η επικαλούμενη ένσταση εξαιρέσεως ήταν αλυσιτελής και το δικαστήριο δεν ήταν υποχρεωμένο να απαντήσει σ’ αυτήν, μη ιδρυομένου από την παράλειψη αυτή αναιρετικού λόγου.

Ενόψει τούτων και ο λόγος αυτός, καθώς και η αναίρεση, στο σύνολό της, πρέπει να απορριφθούν και να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του παραβόλου που έχει καταθέσει ο αναιρεσείων (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. 3 ΚΠολΔ) και αυτός (αναιρεσείων) λόγω της ήττας του (άρθρ. 183 και 176 ΚΠολΔικ) πρέπει να καταδικασθεί στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 24.9.2015 αίτηση του Σ. Κ. Κ. του Α. κατά των Α. συζ. Π. Π. κλπ για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 806/2015 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου.

Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσιβλήτων, την οποία ορίζει σε δύο χιλιάδες επτακόσια (2700) Ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 11 Ιανουαρίου 2017.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, την 1η Φεβρουαρίου 2017.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ