Legislator Case Law & Legislation
186/2015 AI generated

186/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 186/2015
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

186/2015 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 186 / 2015 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 186/2015

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α2' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χρυσόστομο Ευαγγέλου, Κωνσταντίνο Τσόλα, Ευφημία Λαμπροπούλου και Γεώργιο Κοντό, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 29 Σεπτεμβρίου 2014, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ε. συζ. Μ. Κ., το γένος Ε. Δ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο Παντελή Λιάτα.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Κ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Κωνσταντίνο Βαρνάβα.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 3-2-2006 και 15-12-2006 αντίθετων αγωγών των ήδη διαδίκων που κατατέθηκαν στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 952/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 1265/2012 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητά η αναιρεσείουσα με την από 10-4-2013 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Κοντός, ανέγνωσε την από 30-4-2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης.

Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επί αντιθέτων αγωγών των διαδίκων, εξεδόθη, κατ' αντιμωλίαν, η πρωτόδικη απόφαση, η οποία , κατά παραδοχή αμφοτέρων των αγωγών, απήγγειλε την λύση του μεταξύ των γάμου, λόγω ισχυρού κλονισμού των σχέσεων αυτών. Κατά της ανωτέρω αποφάσεως η εναγομένη-ενάγουσα και ήδη αναιρεσείουσα άσκησε έφεση, η οποία απερρίφθη, λόγω της ερημοδικίας της, ως ανυποστήρικτη, με την υπ' αριθμ. 4236/2010 απόφαση του Εφετείου Αθηνών. Κατά της αποφάσεως αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε ανακοπή ερημοδικίας , η οποία απερρίφθη επίσης ως ανυποστήρικη, λόγω ερημοδικίας της, με την προσβαλλομένη απόφαση. Την απόφαση αυτή μέμφεται η αναιρεσείουσα για τους λόγους που αναλύονται ειδικότερα κατωτέρω.

Επειδή, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ: "Αναίρεση επιτρέπεται, αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο". Από την διάταξη αυτή προκύπτει, ότι ο προβλεπόμενος με αυτή λόγος αναιρέσεως αναφέρεται στις δικονομικές ακυρότητες, δηλαδή εκείνες που ανάγονται στη διαδικασία και είναι συνέπεια εφαρμογής δικονομικών διατάξεων και όχι τοιούτων του ουσιαστικού δικαίου (Ολ.Α.Π. 12/2000).

Εξάλλου, κατά την διάταξη του άρθρου 562 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., "Είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη".

Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής, ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της αποφάσεως του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση που ώφειλε να λάβει υπόψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων αναιρέσεως, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός που στηρίζει τον λόγο αναιρέσεως, είχε προταθεί στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, και μάλιστα ότι είχε προταθεί νομίμως.

Συνεπώς ο ισχυρισμός πρέπει να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, να αναφέρεται δε και ο χρόνος και τρόπος προτάσεως του ή επαναφοράς του στο ανωτέρω δικαστήριο, ώστε να μπορεί να κριθεί, αν ήταν νόμιμος (Ολ.Α.Π. 43/1990).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως, προσάπτει στην προσβαλλομένη απόφαση την εκ του άρθρου 559 αριθμ. 14 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, της παρά τον νόμο μη κηρύξεως της ακυρότητας της παραστάσεως του αναιρεσιβλήτου, λόγω ελλείψεως πληρεξουσιότητας της εκπροσωπήσασας αυτόν πληρεξουσίας δικηγόρου, δεδομένου ότι αυτός, πάσχων από τη νόσο του Πάρκισον, με ψυχικές και διανοητικές, διαταραχές, δεν ήταν δικαιοπρακτικά ικανός να παράσχει την αναγκαία πληρεξουσιότητα, την οποία στην πραγματικότητα έδωσαν αντ' αυτού οι διακείμενοι εχθρικά προς αυτήν γονείς του.

Ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι απαράδεκτος προεχόντως, διότι δεν γίνεται επίκληση στο αναιρετήριο ότι ο εν λόγω ισχυρισμός προκλήθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ο οποίος άλλωστε, όπως προκύπτει από την επισκόπηση των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων ουδέποτε προβλήθηκε ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας.

Όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 507 και 271 του ΚΠολΔ, αν ο ανακόπτων δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση ανακοπής ερημοδικίας ή εμφανισθεί αλλά δεν μετάσχει νομίμως στη δίκη το δικαστήριο ερευνά αυτεπαγγέλτως ποιος από τους διαδίκους επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο ανακόπτων ή ο καθού η ανακοπή και αυτός έχει κλητευθεί νομίμως και εμπροθέσμως για τη συζήτηση και δεν εμφανισθεί κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου, η ανακοπή απορρίπτεται ως ανυποστήρικτη, ήτοι χωρίς έρευνα του παραδεκτού της ασκήσεως της και της νομιμότητος των λόγων αυτής.

Εξάλλου παρά την έλλειψη σχετικής με την τύχη του προκαταβληθέντος παραβόλου διατάξεως, στην προκειμένη περίπτωση, θα πρέπει για την ταυτότητα του νομικού λόγου, να τύχει αναλογικής εφαρμογής η διάταξη του άρθρου 509 Κ.Πολ.Δ., κατά την οποία αν η ανακοπή είναι απαράδεκτη ή οι λόγοι της είναι απαράδεκτοι ή αβάσιμοι, αυτή (ανακοπή) απορρίπτεται και διατάσσεται η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.

Η εισαγωγή δε αυτή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, διατάσσεται αυτεπαγγέλτως, δηλαδή και χωρίς την ανάγκη υποβολής σχετικού αιτήματος από τον καθ' ού η ανακοπή διάδικο. Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, ο δεύτερος λόγος της κρινομένης αιτήσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η κατ' εκτίμηση από τον αριθμό 9 (και όχι 8) του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ.

πλημμέλεια, συνιστάμενη ειδικότερα στην, χωρίς την υποβολή σχετικού αιτήματος, διάταξη της εισαγωγής του προκαταβληθέντος παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο, λόγω απορρίψεως ως ανυποστήρικτη της ένδικης ανακοπής ερημοδικίας, είναι αβάσιμος.

Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, η αίτηση αναίρεσης πρέπει να απορριφθεί, να καταδικασθεί δε η αναιρεσείουσα, ως ηττωμένη (άρθρα 176, 183 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, όπως ορίζονται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 10 Απριλίου 2013 αίτηση της Ε. συζ. Μ. Κ. για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1265/2012 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών.

Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσιβλήτου, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 14 Οκτωβρίου 2014.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 24 Φεβρουαρίου 2015.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ