Supreme Court dismisses appeal against labor court ruling on unjust enrichment from illegal employment contracts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against the Athens Court of Appeal's decision regarding illegal employment contracts. The State argued it gained unjust enrichment by paying higher special salary scales to temporary staff instead of standard rates, while the plaintiffs contended they worked under identical conditions to permanent employees. The court upheld the lower court's finding that the State was unjustly enriched by the difference in pay and ordered the State to bear the litigation costs.
Legislator headnote
AI generatedArticles 904 and 908 of the Civil Code; An employer is obligated to return the benefit gained from an invalid employment contract, calculated as the remuneration that would have been paid under a valid contract for the same work, excluding family allowances and seniority bonuses.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 186 / 2010 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ) Αριθμός 186/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Σπυρίδωνα Ζιάκα, Βαρβάρα Κριτσωτάκη, Παναγιώτη Κομνηνάκη και Ανδρέα Δουλγεράκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, την 12η Ιανουαρίου 2010, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, ως ειδικού διαδόχου του ν.π.ι.δ. με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΚΕΝΤΡΟ ΠΑΡΑΓΩΓΙΚΟΤΗΤΑΣ - ΕΛΚΕΠΑ", που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα. Εκπροσωπήθηκε από την Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ. με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., η οποία δεν κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ..., 2) ..., 3) ... και 4) ...
Εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Θεοφάνη Αρχιμανδρίτη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-1-2000 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 549/2001 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4437/2002 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 24-12-2003 αίτησή του.
Εκδόθηκε η 809/2006 απόφαση του Αρείου Πάγου, όπως διορθώθηκε με την υπ' αριθμ. 1927/2007 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου, που αναίρεσε την 4437/2002 απόφαση του Εφετείου Αθηνών και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές. Στη συνέχεια εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1846/2007 μη οριστική και 1799/2008 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 20-10-2008 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-12-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Για το παραδεκτό της αίτησης αναίρεσης και των λόγων της προσκομίζεται, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 12 §§ 1 και 2 του ν. 2296/1995, όπως αυτές αντικαταστάθηκαν, αντίστοιχα, με τα άρθρα 28 § 3 του ν. 2579/1998 και 42 του ν.2721/1999 (που ισχύουν για τις εκκρεμείς δίκες και με το Ν. 3790/2009), η με αριθμό 1300/2008 γνωμοδότηση του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους.
ΙΙ.- Κατά τα άρθρα 904 και 908 ΑΚ επί παροχής εργασίας υπό άκυρη σύμβαση, ο εργοδότης υποχρεούται, ως καθιστάμενος αδικαιολογήτως πλουσιότερος, στην απόδοση της ωφέλειας που αποκόμισε, ανεξαρτήτως της ζημίας του εργαζόμενου. Επομένως, υποχρεούται να αποδώσει σε αυτόν την αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε εάν ήταν έγκυρη η σύμβαση εργασίας υπό τις επικρατούσες στον τόπο της παροχής της συνθήκες, για την ίδια εργασία σε πρόσωπο με τις ικανότητες και τα προσόντα του απασχοληθέντος, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη τα επιδόματα γάμου, τέκνων και προϋπηρεσίας, δηλαδή επιδόματα που προσιδιάζουν στην προσωπική κατάσταση του μισθωτού, εφόσον αυτά δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως στο πρόσωπο του δυναμένου να απασχοληθεί εγκύρως μισθωτού.
Η ωφέλεια αυτή συνίσταται στην αμοιβή που θα κατέβαλλε ο εργοδότης σε άλλο εργαζόμενο, όπως ανωτέρω, η οποία πάντως δεν μπορεί να είναι κατώτερη από τις αποδοχές που προβλέπουν οι τυχόν υπάρχουσες ΣΣΕ και ΔΑ, σε περίπτωση δε ελλείψεως τέτοιων, δεν μπορεί να είναι κατώτερη από εκείνη που, στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποδεικνύεται ότι ο εργοδότης καταβάλλει σε άλλο εργαζόμενο με έγκυρη σύμβαση εργασίας υπό τις παραπάνω προϋποθέσεις.
Στην προκείμενη περίπτωση, το Εφετείο, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφασή του, δέχθηκε, εκτός άλλων, και τα εξής που ενδιαφέρουν την κρινόμενη διαφορά: Με συμβάσεις εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου οι ενάγουσες προσλήφθηκαν, ως υπάλληλοι, από το εναγόμενο Ν.Π.Ι.Δ. με την επωνυμία ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ. (στη δικονομική θέση του οποίου, ως ειδικός διάδοχός του, σύμφωνα με το άρθρο 33 παρ. 1 του Ν. 2937/27-6-2001, υπεισήλθε το ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο), χωρίς όμως να τηρηθεί η διαδικασία πρόσληψης που προβλέπεται από τη διάταξη του άρθρου 8 § 5 του καταστατικού του, το οποίο εγκρίθηκε με το Β.Δ. 639/1963, αλλά και χωρίς να εκδοθεί σχετική απόφαση του Δ.Σ.
αυτού, με αποτέλεσμα οι ένδικες αυτές συμβάσεις να είναι άκυρες. Με την ανωτέρω ιδιότητα απασχολήθηκαν, κατά τα αναφερόμενα για καθεμιά χρονικά διαστήματα με τις αντίστοιχες ειδικότητες, καθώς και την προσωπική εκάστης κατάσταση, κατά το νόμιμο ωράριο εργασίας του προσωπικού που απασχολείτο στο ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., υπό καθεστώς πενθήμερης εργασίας, ανελλιπώς κατά τα χρονικά αυτά διαστήματα, πραγματοποιώντας μάλιστα και πρόσθετη εργασία, υπερεργασία και (ιδιόρρυθμες και παράνομες) υπερωρίες.
Παρά ταύτα οι αναιρεσίβλητες αμείβονταν με αποδοχές κατώτερες τόσο από τις ελάχιστες, που καθορίζονται από τις κοινές υπουργικές αποφάσεις για το προσωπικό γραφείων σωματείων κλπ φυσικών και νομικών προσώπων μη ασκούντων επιχείρηση, όσο και από αυτές που προβλέπονταν για τους άγαμους χωρίς προϋπηρεσία υπαλλήλους από το ειδικό μισθολόγιο το οποίο θεσπίστηκε με απόφαση του Δ.Σ.
του ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ., αρχικά το έτος 1981 (και στη συνέχεια τροποποιήθηκε διαδοχικά τα έτη 1989, 1991 και 1993), με το οποίο συνδεόταν οι ανωτέρω με έγκυρη σύμβαση εξαρτημένης εργασίας. Το προαναφερόμενο ειδικό μισθολόγιο εφάρμοζε πάγια το ΕΛ.ΚΕ.ΠΑ για τον καθορισμό των εν γένει αποδοχών του προσωπικού που συνδεόταν με αυτό με έγκυρη σύμβαση εργασίας.
Ειδικότερα, καθ' όλη τη διάρκεια των άκυρων εργασιακών συμβάσεων των εναγουσών, το εναγόμενο απασχολούσε με έγκυρες συμβάσεις ως τακτικό και έκτακτο προσωπικό και ως ειδικούς συνεργάτες, περίπου 150 άτομα στα οποία κατέβαλλε χωρίς καμιά εξαίρεση τις αποδοχές του ειδικού μισθολογίου του και όχι τις κατώτερες αποδοχές των κοινών υπουργικών αποφάσεων, τις οποίες ουδέποτε εφάρμοσε.
Οι ενάγουσες, ως υπάλληλοι γραφείου, απασχολούνταν όπως και οι υπόλοιποι υπάλληλοι που εργάζονταν με έγκυρες συμβάσεις, κάτω από τις ίδιες συνθήκες, στον ίδιο χώρο, με το ίδιο ωράριο, τους ίδιους προϊσταμένους και με όμοια ή παρεμφερή καθήκοντα. Αν δε το εναγόμενο στη θέση των εναγουσών απασχολούσε άλλους μισθωτούς, με έγκυρες συμβάσεις, θα τους κατέβαλλε τις αποδοχές που προβλέπονται από το ειδικό μισθολόγιό του και όχι τις κατώτερες των Υ.Α.
Επομένως, συνεχίζει το Εφετείο, η ωφέλεια που το εναγόμενο αποκόμισε από την άκυρη απασχόληση των εναγουσών συνίσταται στην αμοιβή την οποία αναγκαίως θα κατέβαλλε βάσει του ειδικού μισθολογίου του σε άλλους υπαλλήλους γραφείου, με τις ίδιες ικανότητες και προσόντα, τους οποίους θα απασχολούσε εγκύρως, κάτω από τις ίδιες περιστάσεις, χωρίς όμως να λαμβάνονται υπόψη οι προσωπικές περιστάσεις των εναγουσών, ήτοι η οικογενειακή τους κατάσταση και η προϋπηρεσία τους, εφόσον οι περιστάσεις αυτές δεν θα συνέτρεχαν αναγκαίως και στο πρόσωπο των δυναμένων να απασχοληθούν εγκύρως.
Το εναγόμενο, λοιπόν, κατέστη αδικαιολόγητα πλουσιότερο σε βάρος της περιουσίας των αναιρεσιβλήτων κατά τη διαφορά των ποσών που πράγματι τους κατέβαλε για μισθό, πρόσθετη εργασία, καθώς και για υπερεργασιακή και (ιδιόρρυθμη και παράνομη) υπερωριακή απασχόληση και αυτών που προβλέπονταν για τις ίδιες παραπάνω αιτίες από το ειδικό μισθολόγιό του.
Με την κρίση του αυτή το Εφετείο δεν παραβίασε με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τους κανόνες ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 174, 180, 904 και 908 ΑΚ.
Συνεπώς, είναι αβάσιμος και απορριπτέος ο από το άρθρο 559 αριθ.1ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως που υποστηρίζει τα αντίθετα. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως. Τα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων πρέπει να επιβληθούν εις βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρ. 176 και 183 ΚΠολΔ) μειωμένα όμως κατά την αμοιβή του πληρεξουσίου δικηγόρου τους , σύμφωνα με το άρθρο 22 § 1 του ν.3693/1957, όπως η παράγραφος αυτή ισχύει μετά την 134423/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης (ΦΕΚ Β'11/20-1-1993), που εκδόθηκε κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 5 § 12 του ν.1738/1987.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 20-10-2008 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθμ. 1799/2008 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει το αναιρεσείον στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων πενήντα (350) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιανουαρίου 2010. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Φεβρουαρίου 2010.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ