Supreme Court dismisses appeal against final judgment for failing to raise specific arguments previously in lower courts.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the State's appeal against a final second-instance judgment regarding tax liabilities. The appellant argued the lower court ignored specific claims about third-party deductions and VAT raised during the appeal phase. The court ruled these arguments were inadmissible because they were not properly raised or re-raised in the first instance and appeal proceedings.
Legislator headnote
AI generatedArticles 553(1)b, 309(a), 577(2), 321, 495(1) of the Code of Civil Procedure; An appeal against a final judgment is inadmissible if the grounds relied upon were not properly raised in the first instance or appeal, or if they constitute a new argument not supported by facts previously submitted to the court.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1869 / 2024 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1869/2024
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α2' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Παναγιώτη Βενιζελέα, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη, σύμφωνα με την υπ' αριθμ. .../2024 Πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου, Κλεόβουλο Δημήτριο Κοκκορό, Γεώργιο Σχοινοχωρίτη, Παναγιώτα Γκουδή Νινέ και Διονυσία Νίκα -Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαρτίου 2024, με την παρουσία και της γραμματέως Θ. Π., για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, νομίμως εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομικών, που κατοικοεδρεύει στην Αθήνα και εν προκειμένω και από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών με έδρα στου Παπάγου. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ.
Των αναιρεσιβλήτων: 1) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΑΒΑΚΙΟ ΑΕΒΕ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ", που εδρεύει στον ... και εκπροσωπείται νόμιμα και 2) σωματείου με την επωνυμία "ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ ΚΑΙ ΠΕΡΙΗΓΗΣΕΩΝ ΕΛΠΑ", που εδρεύει στην Αγία Παρασκευή Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα. Η πρώτη αναιρεσίβλητη εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Διαμάντη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του Κ.Πολ.Δ. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Βασιλική Τσιατά και δήλωσε στο ακροατήριο ότι το δεύτερο αναιρεσίβλητο σωματείο έχει κηρυχθεί σε πτώχευση και παρίσταται η ίδια ως σύνδικος της πτώχευσης, με την ιδιότητα του δικηγόρου.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από ...-2012 αγωγή του ήδη πρώτου αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: .../2018 του ίδιου Δικαστηρίου και .../2020 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από ...-2020 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η σύνδικος πτώχευσης του δεύτερου αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 553 παρ.1β, 309 εδ. α, 577 παρ. 2, 321 και 495 παρ. 1 ΚΠολΔ, συνάγεται ότι σε αναίρεση υπόκειται η απόφαση που έχει καταστεί τελεσίδικη, κατά το χρόνο άσκησης του ενδίκου αυτού μέσου, δηλαδή κατά το χρόνο της κατάθεσης του οικείου δικογράφου στη γραμματεία του δικαστηρίου, που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, είναι δε τελεσίδικη η απόφαση, η οποία, απεκδύοντας το δικαστή από κάθε περαιτέρω εξουσία, περατώνει τη δίκη επί της αγωγής και δεν υπόκειται στα τακτικά ένδικα μέσα της ανακοπής ερημοδικίας και της έφεσης (ΟλΑΠ 17/2013, ΟλΑΠ 5/2001, ΑΠ 194/2023).
Συνεπώς, η ερήμην οριστική απόφαση του Εφετείου, δηλαδή η απόφαση που εκδόθηκε με την απουσία, πραγματική ή πλασματική, ενός των διαδίκων, έστω και αν δεν στηρίχθηκε στη συναγωγή δυσμενών συνεπειών από την ερημοδικία του (ΟλΑΠ 15/2001), υπόκειται σε αναίρεση μόνον αφότου έπαυσε να υπόκειται σε ανακοπή ερημοδικίας, είτε επειδή παρήλθε η κατ' άρθρο 503 παρ.1 ΚΠολΔ δεκαπενθήμερη προθεσμία από την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, ή η κατ` άρθρο 503 παρ. 2 ΚΠολΔ εξηκονθήμερη προθεσμία, προκειμένου περί αγνώστου διαμονής ή διαμένοντος στο εξωτερικό ερημοδικασθέντος διαδίκου, από την τελευταία δημοσίευση της περίληψης της έκθεσης για την επίδοση της ερήμην απόφασης προς άσκηση αυτής, είτε επειδή ο δικαιούμενος σε άσκηση αυτής διάδικος, που δικάσθηκε ερήμην, παραιτήθηκε νομίμως από το ασκηθέν ένδικο μέσο ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού, διότι έκτοτε αυτή καθίσταται τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 553 παρ. 1β' ΚΠολΔ.
Και τούτο διότι η ύπαρξη ερήμην απόφασης ενεργοποιεί αυτόματα την δυνατότητα άσκησης κατ` αυτής ανακοπής ερημοδικίας από τον ερημοδικασθέντα (άρθρο 502 ΚΠολΔ), με συνέπεια, όσο διαρκεί η προθεσμία της ανακοπής ερημοδικίας, να αποκλείεται η άσκηση κατ` αυτής αίτησης αναίρεσης, η οποία αν παρόλα αυτά ασκηθεί, είναι απορριπτέα και αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (άρθρο 557 παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ), αφού σε σχέση με την αναίρεση δεν υπάρχει διάταξη όμοια με τη διάταξη του άρθρου 513 παρ.1 εδ.
β' περ. β' ΚΠολΔ, που ορίζει ότι κατά των ερήμην αποφάσεων επιτρέπεται έφεση ήδη από τη δημοσίευσή τους. Αντιθέτως δηλαδή προς την καθιερούμενη με τη διάταξη αυτή συμπόρευση των προθεσμιών της έφεσης και της ανακοπής ερημοδικίας η αναίρεση κατά ερήμην απόφασης είναι επιτρεπτή μόνον εφόσον δεν συγχωρείται κατ` αυτής ανακοπή ερημοδικίας ή αναλόγως έφεση (ΟλΑΠ 11/1998, ΟλΑΠ 15/2001) δηλαδή καθιερώνεται η αρχή της διαδοχικής άσκησης των προβλεπόμενων ενδίκων μέσων (ΑΠ 194/2023, ΑΠ 55/2022, ΑΠ 78/2022).
Επομένως, η ερήμην απόφαση του εφετείου υπόκειται σε αναίρεση, μόνο αν επιδοθεί και παρέλθει άπρακτη η προθεσμία προς άσκηση ανακοπής ερημοδικία ή αν χωρήσει παραίτηση από το σχετικό δικαίωμα, είτε πριν είτε μετά την άσκηση της ανακοπής. 'Οσο υπάρχει δικαίωμα ανακοπής ερημοδικίας, την προθεσμία της οποίας κινεί μόνο η επίδοση της αποφάσεως, αποκλείεται η αναίρεση (ΑΠ 2101/2017).
Αν ασκηθεί εμπροθέσμως ανακοπή, η ερήμην εφετειακή απόφαση υπόκειται σε αναίρεση, αφότου εκδοθεί η απόφαση του εφετείου που απορρίπτει την ανακοπή, η οποία επίσης υπόκειται έκτοτε σε αναίρεση (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 816/2020, ΑΠ 1289/2018). Έτσι, η εμπρόθεσμη άσκηση ανακοπής αναστέλλει την έναρξη της προθεσμίας αναίρεσης κατά της ερήμην απόφασης, η οποία επαναρχίζει αφότου επιδοθεί η απόφαση που απορρίπτει την ανακοπή (ΑΠ 44/2022, ΑΠ 329/2019) Τέλος, κατά το άρθρο 554 του ΚΠολΔ αν η ανακοπή ερημοδικίας απορρίφθηκε, η αναίρεση απευθύνεται κατά της απόφασης που απέρριψε την ανακοπή, οπότε θεωρείται ότι προσβάλλεται και η ερήμην απόφαση, κατά της οποίας είχε απευθυνθεί η ανακοπή, εφόσον δεν παρήλθε η προθεσμία για την άσκηση αναίρεσης κατά της απόφασης αυτής (ΑΠ, 194/2023, ΑΠ 44/2022).
Με την υπό κρίση από .../2020 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία, ερήμην του δεύτερου αναιρεσίβλητου και κατ'αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, υπ'αριθμ. .../2020 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, η οποία, κατ' επιτρεπτή (ΚΠολΔ 561 παρ.2) επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων, αποτελεί κατάληξη της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής:
Η ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "ΑΒΑΚΙΟ ΑΕΒΕ ΓΡΑΦΙΚΩΝ ΤΕΧΝΩΝ", με την από ...-2012 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, στρεφόμενη κατά του δευτέρου εναγομένου και ήδη αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και του πρώτου εναγομένου και ήδη δεύτερου αναιρεσίβλητου κοινωφελούς σωματείου με την επωνυμία " ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΕΣΧΗ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΟΥ-ΕΛΠΑ" εξέθετε ότι συνήψε, με απευθείας ανάθεση, με το εναγόμενο σωματείο τις αναφερόμενες συμβάσεις προμήθειας έντυπου υλικού, το τίμημα των οποίων ανέλαβε να εξοφλήσει το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο.
Ότι παρόλο που εκτέλεσε, κατά το συμφωνηθέντα, τις παραπάνω συμβάσεις και εξέδωσε και τα αντίστοιχα γι' αυτές τιμολόγια πώλησης, συνολικού ποσού, μετά του ΦΠΑ, 58.84,50 ευρώ το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο, αρνείται να καταβάλει το παραπάνω ποσό. Με βάση το ιστορικό αυτό ζήτησε να υποχρεωθούν τα εναγόμενα νομικά πρόσωπα, να της καταβάλουν νομιμοτόκως, εις ολόκληρον έκαστο, το παραπάνω ποσό, κυρίως με βάση τη σύμβαση και επικουρικά με βάση τις διατάξεις του αδικαιολογήτου πλουτισμού.
Επί της αγωγής αυτής εκδόθηκε η υπ'αριθμ..../2018 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία απορρίφθηκε η αγωγή ως ουσία αβάσιμη ως προς το δεύτερο εναγόμενο σωματείο ΕΛΠΑ (δεύτερο αναιρεσίβλητο) ενώ έγινε δεκτή ως ουσιαστικά βάσιμη ως προς το πρώτο εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο (αναιρεσείον) κατά την κύρια (εκ της συμβάσεως) βάση της.
Κατά της αποφάσεως αυτής το πρώτο εναγόμενο και οποία έστρεψε κατά της ενάγουσας καθώς και του συνεναγομένου του σωματείου. Επί της εφέσεως αυτής εκδόθηκε, ερήμην του εφεσίβλητου σωματείου και κατ'αντιμωλία των λοιπών διαδίκων, η ήδη αναιρεσιβαλλόμενη υπ'αριθμ. .../ ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 20/2/2019 έφεση την 2020 απόφαση του Εφετείου Αθηνών το οποίο απέρριψε την έφεση ως ουσία αβάσιμη, ως προς το εφεσίβλητο σωματείο (δεύτερο αναιρεσείβλητο), ενώ δέχθηκε την έφεση τυπικά και κατ' ουσίαν, ως προς την εφεσίβλητη και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία και αφού εξαφάνισε την εκκαλουμένη απόφαση, κράτησε την υπόθεση και δικάζοντας την ως άνω αγωγή της αναιρεσίβλητης απέρριψε την αγωγή ως προς την κύρια, εκ της συμβάσεως βάση της ενώ την δέχθηκε ως βάσιμη κατά την βάση της από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό και υποχρέωσε το πρώτο εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο, να καταβάλλει στην ενάγουσα και ήδη πρώτη αναιρεσίβλητη, το ποσό των 58.845,50 ευρώ με τον το νόμιμο τόκο 6% ετησίως από την επίδοση της αγωγής.
Η απόφαση όμως αυτή δεν προκύπτει ότι επιδόθηκε στο ερήμην δικασθέν εφεσίβλητο σωματείο, ούτε ότι αυτό παραιτήθηκε νομίμως από το τυχόν ασκηθέντα από το ίδιο ένδικο μέσο της ανακοπής ερημοδικίας ή από το δικαίωμα προς άσκηση αυτού και συνεπώς η απόφαση δεν κατέστη τελεσίδικη και προσβλητή με αναίρεση ως προς αυτό (σωματείο), σύμφωνα με την προαναφερθείσα μείζονα σκέψη.
Επομένως, η ένδικη αίτηση αναίρεσης, ως προς το δεύτερτο αναιρεσίβλητο σωματείο, πρέπει να απορριφθεί αυτεπαγγέλτως ως απαράδεκτη (ΚΠολΔ 577 παρ.1 και 2). Ως προς την πρώτη αναιρεσίβλητη, η αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε στη Γραμματεία του Εφετείου Αθηνών στις 8/10/2020, ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564 παρ.3, 566 παρ.1 ΚΠολΔ), εντός της τριακονθήμερης προθεσμίας του άρθρου 564 παρ.1 ΚΠολΔ, αφού από την επομένη ημέρα της επίδοσης της απόφασης του δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου στις 8/9/2020, οπότε άρχισε να τρέχει η ως άνω προθεσμία των τριάντα ημερών, μέχρι την άσκηση της ένδικης αίτησης αναίρεσης δεν είχε συμπληρωθεί η προθεσμία αυτή.
Είναι επομένως παραδεκτή (άρθρ. 577 παρ.1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της. Στο έγγραφο (δικόγραφο) της αναιρέσεως πρέπει να αναφέρεται, κατά τρόπο σαφή, ορισμένο και ευσύνοπτο, η νομική πλημμέλεια, που αποδίδεται στο δικαστήριο της ουσίας (άρθ. 118 αριθμός 4, 119, 120, 566 παρ.1, 577 παρ.3, 578, 495 παρ.1 ΚΠολΔ), ώστε να είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος και να διαπιστωθεί, αν και ποιο λόγο, από όσους αναφέρονται, περιοριστικώς, στο άρθρο 559 ΚΠολΔ, θεμελιώνει η αιτίαση, που προβάλλεται.
Διαφορετικά, ο λόγος αναιρέσεως είναι αόριστος και απορρίπτεται, αυτεπαγγέλτως, ως απαράδεκτος, ενώ η αοριστία του λόγου αναιρεσης δεν μπορεί να θεραπευθεί, με παραπομπή σε άλλο διαδικαστικό έγγραφο (ΟλΑΠ 27/1998, ΟλΑΠ 32/1996, ΑΠ 1559/2022). Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ.1 ΚΠολΔ ιδρύεται λογος αναίρεσης αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.
Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία είτε ως κακή εφαρμογή, δηλαδή εσφαλμένη υπαγωγή σ'αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 1/2016, ΑΠ 312/2023, ΑΠ 428/2021).
Με τον παραπάνω λόγο αναίρεσης ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου της ουσίας κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής και των ισχυρισμών (ενστάσεων) των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 6/2019). Ο έλεγχος συνίσταται στο αν υπήρξε σφάλμα στη μείζονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού είτε αυτή διατυπώνεται ρητώς είτε εξυπονοείται ή σφάλμα στην υπαγωγή της ελάσσονος πρότασης, την οποία συνιστούν οι πραγματικές παραδοχές στη μείζονα πρόταση (ΑΠ 312/2023).
Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κλπ, ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (ΟλΑΠ 27/1998). Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται αποκλειστικώς και μόνο βάσει των πραγματικών περιστατικών, που ανελέγκτως δέχθηκε το δικαστήριο της ουσίας ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο, και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν εμφανή την παράβαση.
Τούτο συμβαίνει αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του (ερμηνευτικό σφάλμα), καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των περιστατικών αυτών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (υπαγωγικό σφάλμα) (ΟλΑΠ 6/2022, ΟλΑΠ 4/2019, ΑΠ 1871/2022, ΑΠ 534/2022).
Επομένως, ο λόγος αναιρέσεως του άρθρου 559 αριθμός 1 εδ. (α) ΚΠολΔ είναι δυνατό να έχει ως περιεχόμενο (και) την αιτίαση ότι παραβιάσθηκε συγκεκριμένος κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, με αποτέλεσμα η ένδικη αγωγή να γίνει δεκτή και ως ουσιαστικά βάσιμη ή να απορριφθεί ως αβάσιμη στην ουσία (ολΑΠ 28/1998, ΑΠ 1559/2022).
Για να είναι ορισμένος ο ανωτέρω από το άρθρο 559 αρ.1 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης, πρέπει να διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο τόσο η διάταξη του ουσιαστικού δικαίου που παραβιάσθηκε, όσο και το αποδιδόμενο στην προσβαλλόμενη απόφαση νομικό σφάλμα ως προς την ερμηνεία και εφαρμογή του ουσιαστικού νόμου. Αν δε το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση στην ουσία της, πρέπει, επίσης, να παρατίθενται στο αναιρετήριο οι επί της ουσίας παραδοχές του δικάσαντος δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που έγιναν δεκτά, και υπό τα οποία συντελέστηκε η προβαλλόμενη παραβίαση των κανόνων ουσιαστικού δικαίου (ΟΛΑΠ 1/2016, ΟΛΑΠ 2/2013, ΟΛΑΠ 20/2005, ΟΛΑΠ 28/1998, ΑΠ 1419/2023, ΑΠ 11/2023, ΑΠ 1620/2022, ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1096/2022).
Δεν αρκεί δε η μνεία αποσπασματικών παραδοχών της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κατ`επιλογή του αναιρεσείοντος, αλλά πρέπει να αναφέρεται το σύνολο των πραγματικών περιστατικών, που έγιναν δεκτά με την προσβαλλόμενη απόφαση, έστω και κατά τρόπο συνοπτικό, με βάση τα οποία αυτή κατέληξε σε δυσμενές για τον αναιρεσείοντα συμπέρασμα (ΑΠ 1559/2022, ΑΠ 1096/2022).
Συνακόλουθα, η παραβίαση του κανόνα του ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 559 παρ. 1 του KΠολΔ), οσάκις το δικαστήριο ερεύνησε την υπόθεση κατ` ουσίαν, πρέπει να προκύπτει από τη διατυπωθείσα προς στήριξη του διατακτικού της προσβαλλόμενης απόφασης ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού αυτής, δηλαδή από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επί των ζητημάτων που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και με βάση τις οποίες το δικαστήριο, ως αναγκαίες, κατέληξε στην κρίση περί παραδοχής ή απόρριψης της αγωγής, της ένστασης ή της αντένστασης και κατά τούτο συνιστούν, κατά τα ήδη προεκτεθέντα, στοιχεία του ορισμένου του προβαλλόμενου στο αναιρετήριο σχετικού λόγου αναίρεσης.
Στην προκειμένη περίπτωση με τον πρώτο λόγο αναίρεσης, από το άρθρο 559 παρ.1(όχι δε και 19) του ΚΠολΔ, το αναιρεσείον προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια ότι με το να δεχθεί ότι υφίσταται ευθύνη του προς αποζημίωση της ενάγουσας (αναιρεσίβλητης), με βάση τις περί αδικαιολόγητου πλουτισμού διατάξεις και να της επιδικάσει στη συνέχεια για το λόγο αυτό το ποσό των 58.845, 50 ευρώ, παραβίασε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 904 ΑΚ και 221, 226, 224, 229, 232 ΑΚ σε συνδυασμό με τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 43 παρ. 2 του Συντάγματος, 9 ν. 2690/1999 και 20,21,22,26,79,80,81 ν.2362/1995. Ο λόγος αυτός αναίρεσης είναι αόριστος και εντεύθεν απαράδεκτος, σύμφωνα με τη σκέψη που προεκτέθηκε, διότι στην ένδικη αίτηση αναίρεσης δεν διαλαμβάνονται επακριβώς και πλήρως οι κρίσιμες σχετικές παραδοχές του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του για την ύπαρξη ευθύνης από αδικαιολόγητο πλουτισμό, υπό τα οποία και συντελέστηκε η επικαλούμενη παραβίαση του ως άνω κανόνος ουσιαστικού δικαίου εκ μέρους του δικάσαντος Δικαστηρίου, ούτως ώστε να ερευνηθεί η συνδρομή ή μη του εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του KΠολΔ λόγου αναίρεσης, αλλά μόνο μικρές αποσπασματικές παραδοχές της απόφασης, κατ' επιλογήν του αναιρεσείοντος.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 ΚΠολΔ, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 36 του Ν.4842/2021 και εφαρμόζεται και επί εκκρεμών ενδίκων μέσων, κατ'άρθρο 116 παρ.2εδ.β του ως άνω νόμου, είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης, που στηρίζεται σε ισχυρισμό, ο οποίος δεν προτάθηκε ή δεν προτάθηκε νομίμως στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση, γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη ή το δεδικασμένο.
Η διάταξη αυτή, η οποία αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι στην αναιρετική δίκη ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας, με βάση την πραγματική και νομική κατάσταση, που όφειλε να λάβει υπ' όψη του ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των αναιρετικών λόγων του άρθρου 559 ΚΠολΔ, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.
Πρέπει δηλαδή να αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο ισχυρισμός, που στηρίζει το λόγο αναίρεσης είχε προταθεί, και μάλιστα παραδεκτώς και νομίμως, στο δικαστήριο το οποίο εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση (ΑΠ 2/2023, ΑΠ 609/2022, ΑΠ 356/2022, ΑΠ 55/2022). Επομένως, στο αναιρετήριο πρέπει να παρατίθεται ο ισχυρισμός, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται και ο χρόνος και ο τρόπος πρότασής του ή επαναφοράς του (στο ανώτερο δικαστήριο), ώστε να μπορεί να κριθεί με βάση το αναιρετήριο, αν ήταν παραδεκτός και νόμιμος (ΟλΑΠ 5/2000, ΑΠ 26/2022, ΑΠ 1308/2021, ΑΠ 157/2021), εκτός αν συντρέχει κάποια από τις με στοιχ.
α' έως γ' προαναφερόμενες εξαιρέσεις του ως άνω άρθρου 562 παρ.2 του ΚΠολΔ. ή πρόκειται για ισχυρισμό που παραδεκτά κατά το άρθρ. 527 ΚΠολΔ προτάθηκε για πρώτη φορά στην κατ` έφεση δίκη, προϋπόθεση που επίσης πρέπει να διευκρινίζεται στο αναιρετήριο (ΑΠ 279/2019, ΑΠ 201/2017). Και στις περιπτώσεις όμως αυτές, για να είναι παραδεκτός ο σχετικός ισχυρισμός, ο οποίος προτείνεται για πρώτη φορά ενώπιον του Αρείου Πάγου, όταν αφορά τη δημόσια τάξη ή όταν το σφάλμα προκύπτει από την ίδια την απόφαση πρέπει τα πραγματικά γεγονότα στα οποία στηρίζεται να είχαν υποβληθεί στο δικαστήριο που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής αυτής (ΑΠ 168/2015, ΑΠ 1620/2005).
Ειδικότερα, αν προσβάλλεται με τον παραπάνω λόγο απόφαση του δευτεροβάθμιου δικαστηρίου, θα πρέπει ο ισχυρισμός που δεν αξιολογήθηκε, να είχε προταθεί παραδεκτά στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, αλλά και να επαναφέρθηκε παραδεκτά (με λόγο έφεσης ή αναλόγως, κατά το άρθρ. 240 ΚΠολΔ, με τις προτάσεις) και στον δεύτερο βαθμό και να αναφέρεται αυτό στο αναιρετήριο, εκτός αν υπάγεται στις εξαιρέσεις του άρθρ. 562 παρ. 2 ΚΠολΔ, το οποίο πρέπει επίσης να αναφέρεται στην αίτηση αναίρεσης(ΑΠ 1603/2022, ΑΠ 483/2022).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τους δεύτερο και τρίτο λόγους της αίτησης αναίρεσης το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την από το άρθρο 559 αρ.8 πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι το Εφετείο "δεν έλαβε υπόψη του, τους ισχυρισμούς που αυτό (αναιρεσείον) προέβαλε με τους 6ο και 7ο λόγους της έφεσης" και ειδικότερα ότι οι κρατήσεις υπέρ τρίτων και ο ΦΠΑ βάρυναν την ενάγουσα (αναιρεσίβλητη) και επομένως δεν έπρεπε να υποχρεωθεί αυτό (αναιρεσείον) στην καταβολή των εν λόγω ποσών.
Οι λόγοι αυτοί, όπως διατυπώθηκαν, είναι απαράδεκτοι λόγω αοριστίας, σύμφωνα με την προηγηθείσα μείζονα σκέψη, διότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι οι αποτελούντες ένσταση του αναιρεσείοντος παραπάνω ισχυρισμοί, στους οποίους οι λόγοι αυτοί στηρίζονται, προτάθηκαν νόμιμα στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο της ουσίας και επαναφέρθηκαν παραδεκτά με λόγο της έφεσης του αναιρεσείοντος στο Εφετείο ή ότι προτάθηκαν παραδεκτά για πρώτη φορά σε αυτό, ούτε αναφέρεται ότι συντρέχει εξαιρετική περίπτωση από τις αναφερόμενες στην παρ.2 του αρ.562 ΚΠολΔ και ότι υποβλήθηκαν στο δικαστήριο της ουσίας, τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν τους εν λόγω ισχυρισμούς ή προκύπτουν από την απόφαση.
Κατόπιν τούτων και μη υπάρχοντος άλλου λόγου αναίρεσης προς έρευνα, πρέπει η υπό κρίση από .../2020 αίτηση αναίρεσης του Ελληνικού Δημοσίου να απορριφθεί και να καταδικαστεί το αναιρεσείον λόγω της ήττας του, στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσίβλητων που παραστάθηκαν και κατέθεσαν προτάσεις, κατά παραδοχήν του σχετικού αιτήματός τους (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα όμως κατά την διάταξη του άρθρου 22 παρ. 1 Ν. 3693/1957, όπως αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από .../2020 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. .../2020 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Καταδικάζει το αναιρεσείον στην πληρωμή μειωμένων των δικαστικών εξόδων των αναιρεσίβλητων, τα οποία ορίζει σε τριακόσια (300) ευρώ για καθέναν εξ αυτών.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 26 Νοεμβρίου 2024.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 11 Δεκεμβρίου 2024.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΗΣ