Legislator Case Law & Legislation
1869/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on estate administration claims, ruling management errors were proven by evidence.

Case Number 1869/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's appeal against the Third Instance Court's final judgment regarding estate administration. The appellant alleged procedural errors and mismanagement of assets, but the court found the lower court's factual findings supported by documentary evidence. Consequently, the appeal was rejected in its entirety, and the appellant was ordered to pay the respondent's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559, 561 of the Code of Civil Procedure; The court may reject an appeal when the lower court's assessment of facts is supported by evidence and the appellant fails to prove procedural violations or mismanagement of the estate.

Keywords

AI generated
estate administration partnership liability appeal admissibility procedural errors legal costs asset management Supreme Court

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Article 577 paragraph 3 of the Code of Civil Procedure
Article 754 of the Civil Code
Articles 714 to 723 of the Civil Code
Article 713 of the Civil Code
Article 559 of the Code of Civil Procedure
Article 561 paragraph 1 of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191 paragraph 2 of the Code of Civil Procedure
Article 495 paragraph 4 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Case 192/2016 of the Supreme Court

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1869 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1869/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ευδοξία Κιουπτσίδου - Στρατουδάκη, Προεδρεύουσα Αρεοπαγίτη - Εισηγήτρια, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 19 Σεπτεμβρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Θ. Α. του Χ., χήρας Ι. Α., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιο δικηγόρο της Ειρήνη Σπεντζοπούλου, που ανακάλεσε την από 14/9/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ομόρρυθμης Εταιρείας με την επωνυμία "….Σια Ο.Ε." και τον διακριτικό τίτλο "…. Ο.Ε.", που εδρεύει στην ….. Θεσσαλονίκης και εκπροσωπείται νόμιμα από τις α) Ε. Α. του Ι., κάτοικο ..., β) Β. - Β. Α. του Ι., κάτοικο ... Θεσσαλονίκης, η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Γεώργιο Κοπακάκη, Φώτιο Παπαχρήστου και Ιωάννη Δεληκωστόπουλο και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 19/10/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 5709/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1040/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 3/7/2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, οι πληρεξούσιοι της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 3-7-2020 αίτηση αναίρεσης κατά της 1040/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρ. 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ), ενώ κατά την άσκησή της καταβλήθηκε και το προσήκον παράβολο του Δημοσίου. Επομένως η αίτηση αναίρεσης είναι παραδεκτή και πρέπει να ερευνηθεί ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ. 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 754 ΑΚ, ως προς τα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του διαχειριστή εταίρου εφαρμόζονται αναλόγως οι διατάξεις των άρθρ. 714 έως 723 για την εντολή (ΑΠ 192/2016). Το άρθρο αυτό εφαρμόζεται και επί ομορρύθμων εταιριών και υπό το προηγούμενο καθεστώς των άρθρων 22 επ. ΕΝ και υπό τον νεότερο νόμο 4072/2012 ελλείψει σχετικών ειδικότερων ρυθμίσεων σε αυτά τα νομοθετήματα, ενόψει μάλιστα και της ρητής παραπομπής στις διατάξεις του Αστικού Κώδικα για την εταιρία, όταν δεν υφίσταται ειδική ρύθμιση στο σχετικό με την ομόρρυθμη εταιρία κεφάλαιο του τελευταίου παραπάνω νομοθετήματος βάσει του άρθρου 249 παρ. 2 αυτού.

Κατά το άρθρο 713 ΑΚ "με τη σύμβαση της εντολής ο εντολοδόχος έχει υποχρέωση να διεξαγάγει, χωρίς αμοιβή, την υπόθεση που του ανέθεσε ο εντολέας", ενώ στο άρθρο 714 του ίδιου κώδικα ορίζεται ότι "ο εντολοδόχος ευθύνεται για κάθε πταίσμα". Από τις διατάξεις αυτές, σε συνδυασμό προς εκείνες των άρθρων 297, 298 ΑΚ προκύπτουν, πλην άλλων, τα εξής:

O εντολοδόχος οφείλει να διεξάγει την ανατεθείσα σ` αυτόν υπόθεση, να πράξει δηλαδή για λογαριασμό του εντολέα του, ότι υποσχέθηκε και επιβάλλει η φύση της υποθέσεως, ευθυνόμενος έναντι του εντολέα για κάθε πταίσμα. Έτσι, σε περίπτωση μη εκπλήρωσης της σύμβασης ή πλημμελούς εκπλήρωσης ή παράβασης των νόμιμων υποχρεώσεών του αξιώνεται, όχι ο μειωμένος βαθμός επιμέλειας των λοιπών χαριστικών συμβάσεων (δόλος ή βαριά αμέλεια), αλλά, λόγω του εμπιστευτικού χαρακτήρα της εντολής, η αυξημένη επιμέλεια κοινού οφειλέτη και υποχρεούται ο εντολοδόχος να ανορθώσει την οφειλόμενη σε πταίσμα του θετική ή αποθετική ζημία του εντολέα σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 297, 298, 330 και 335 ΑΚ (ΑΠ 342/2021, 2212/2014).

Ζημία, σύμφωνα με τις διατάξεις αυτές, θετική μεν είναι η ελάττωση της περιουσίας, αρνητική δε το κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων με πιθανότητα προσδοκώμενο κέρδος που ματαιώθηκε (ΑΠ 536/2004).

Συνεπώς, ο εντολοδόχος, κατά την εκτέλεση των υποχρεώσεών του, όχι μόνο πρέπει να απέχει από κάθε δόλια ενέργεια, αλλά οφείλει να καταβάλει την επιμέλεια, την οποία καταβάλλει στις συναλλαγές ο συνετός άνθρωπος, ευθυνόμενος διαφορετικά και για ελαφρά αμέλεια. Το πταίσμα του εντολοδόχου και επομένως η κατά το άρθρο 714 ΑΚ ευθύνη του προς αποζημίωση τεκμαίρεται από τη μη τήρηση των υποχρεώσεών του προς εκπλήρωση της εντολής (ΑΠ 342/2021, 1115/2003) και αυτός υποχρεούται να αποδείξει, κατ' ένσταση, τη μη ύπαρξη πταίσματός του (έλλειψη υπαιτιότητάς του) προκειμένου να απαλλαγεί της ευθύνης του στην παραπάνω περίπτωση.

Για την υποχρέωση αποζημιώσεως απαιτείται να υπάρχει αιτιώδης συνάφεια μεταξύ του πταίσματος του εντολοδόχου και της ζημίας που επήλθε στον εντολέα. Αν, επομένως, ο εντολέας δεν υπέστη ζημία ή αν αυτή δεν είναι συνέπεια του πταίσματος του εντολοδόχου, ο τελευταίος δεν ευθύνεται σε αποζημίωση του εντολέα (ΑΠ 342/2021, 118/2002, 1471/1998).

Η αξίωση αποζημίωσης για ζημία, που προκλήθηκε επειδή ο εντολοδόχος παρέλειψε οφειλόμενη απ` αυτόν κατά την εκτέλεση της εντολής ενέργεια, θεμελιώνεται στα άρθρα 714 και 330 ΑΚ και όχι σε αδικοπραξία, εκτός αν συντρέχουν οι όροι των άρθρων 914 (ειδικές περιστάσεις, που στοιχειοθετούν αδίκημα (όπως απάτη, υπεξαίρεση κ.λπ.) ή 919 ΑΚ (οπότε υπάρχει συρροή αξιώσεων (ΑΠ 342/2021).

Επί προσωπικών εμπορικών εταιριών και επί ομόρρυθμης εταιρίας ειδικότερα ο διαχειριστής- εταίρος οφείλει να επιδιώκει την επίτευξη του εμπορικού σκοπού της εταιρίας τηρώντας τους κανόνες επιμελούς (τακτικής) διαχείρισης της εμπορικής επιχείρησης, ενόψει και του ότι αυτή δεν ανήκει, από οικονομική άποψη, μόνον στον ίδιο αλλά και στους συνεταίρους του.

Η υποχρέωσή του αυτή επιβάλλεται και από τις υποχρεώσεις της συναλλακτικής πίστης κατ' άρθρο 288 ΑΚ, αλλά αποτελεί και αναπόσπαστο στοιχείο της κύριας συμβατικής υποχρέωσής του για διοίκηση της εταιρίας. Η υποχρέωση πίστης, μεταξύ άλλων, επιβάλλει στον διαχειριστή να μην εκμεταλλεύεται καθ' οιονδήποτε τρόπο τις εξουσίες που απορρέουν από την οργανική του θέση για δικούς του προσωπικούς σκοπούς και ίδιο όφελος εις βάρος της εταιρίας, η προάσπιση των συμφερόντων της οποίας του ανατέθηκε.

Αυτός οφείλει να ενεργεί κατά της άσκηση της ευρείας διαχειριστικής εξουσίας, που διαθέτει, τηρώντας τον νόμο, το καταστατικό της εταιρίας και τις τυχόν δεσμευτικές αποφάσεις του ανώτατου εταιρικού οργάνου (γενικής συνέλευσης των εταιρών), καταβάλλοντας συγχρόνως κάθε ευλόγως αναμενόμενη προσπάθεια για να αυξηθούν τα οφέλη και να αποτραπούν ενδεχόμενες ζημίες της εταιρίας.

Οι κανόνες επιμελούς διαχείρισης επιβάλλουν στον διαχειριστή, μεταξύ άλλων, να ασκεί την προσήκουσα εποπτεία στην εταιρική επιχείρηση, να προβαίνει σε τακτική λογιστική παρακολούθησή της και έλεγχο των τηρούμενων από την εταιρία βιβλίων, ενώ στοιχειώδη μέριμνα του αποτελεί να φροντίζει για την ικανοποίηση των εταιρικών απαιτήσεων, ευθυνόμενος προς αποζημίωση της εταιρίας για κάθε παραβίαση των σχετικών υποχρεώσεών του που της επέφερε ζημία, εκτός εάν αποδείξει έλλειψη πταίσματός του, σύμφωνα με τα εφαρμοζόμενα αναλόγως άρθρα 713, 714 ΑΚ, κατά τα προαναφερόμενα.

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 238 ΑΚ, με την οποία ορίζεται, ότι η συγκατάθεση που παρέχεται μετά την επιχείρηση της δικαιοπραξίας (έγκριση), εφόσον δεν ορίζεται το αντίθετο, ανατρέχει στο χρόνο της δικαιοπραξίας, προκύπτει, ότι η έγκριση (ως καταρχήν άτυπη δικαιοπραξία κατ' άρθ. 236 ΑΚ) μπορεί να είναι ρητή ή και σιωπηρή, ενώ, παράλληλα, η έγκριση αφορά τις πράξεις και όχι το πρόσωπο.

Επί σιωπηρής όμως έγκρισης πρέπει τα περιστατικά, που επικαλείται εκείνος που προβάλλει την έγκριση, να μην αφήνουν καμιά αμφιβολία, ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει την έγκριση της δικαιοπραξίας (ΑΠ 294/2018, 1502/2011, ΑΠ 2166/2007). Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικά, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου, που προηγήθηκε, ή η πραγματική κατάσταση, που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, ή οι περιστάσεις που μεσολάβησαν, χωρίς κατά νόμο να εμποδίζουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου.

Τούτο συμβαίνει, ιδίως, όταν από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Μόνη δε η αδράνεια του δικαιούχου ή του δικαιοπαρόχου του για μακρό χρόνο και πάντως μικρότερο απ` αυτόν της παραγραφής, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική την μετέπειτα άσκηση του δικαιώματος, ακόμη και όταν δημιούργησε στον οφειλέτη την πεποίθηση ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται πλέον να ασκηθεί (ΟλΑΠ 2/2019, 6/2016), αλλά απαιτείται να συντρέχουν επιπλέον ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες κυρίως από τη συμπεριφορά των μερών και σε αιτιώδη μεταξύ τους συνάφεια ευρισκόμενες, με βάση τις οποίες, καθώς και την αδράνεια του δικαιούχου, η μεταγενέστερη άσκηση του δικαιώματος, που τείνει σε ανατροπή της κατάστασης, η οποία δημιουργήθηκε υπό τις παραπάνω ειδικές συνθήκες και περιστάσεις και διατηρήθηκε για μακρό χρόνο, να εξέρχεται των ορίων που επιβάλλει η διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ.

Δεν είναι πάντως απαραίτητο η επιχειρούμενη από το δικαιούχο ανατροπή της διαμορφωμένης αυτής κατάστασης να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες συνέπειες στον οφειλέτη, αλλά αρκεί να έχει και απλώς δυσμενείς επιπτώσεις στα συμφέροντά του (Ολ ΑΠ 2/2019, 7/2002, 8/2001). Η διακρίβωση των πράξεων, με τις οποίες ο δικαιούχος άσκησε το δικαίωμά του στη συγκεκριμένη περίπτωση, αποτελεί πραγματικό ζήτημα και κρίνεται ανελέγκτως από το δικαστήριο της ουσίας, η κρίση του, όμως, αυτή ότι ορισμένη συμπεριφορά υπερβαίνει, και μάλιστα προφανώς, τα όρια που θέτουν τα παραπάνω κριτήρια είναι νομική και, επομένως, υπόκειται στον αναιρετικό έλεγχο.

Ο Άρειος Πάγος, δηλαδή, ελέγχει μόνο αν τα πραγματικά περιστατικά, που έγιναν δεκτά από το δικαστήριο της ουσίας συνιστούν την προεκτεθείσα νομική έννοια του άρθρου 281 ΑΚ (ΟλΑΠ 2/2019). Η από τη διάταξη αυτή ένσταση προϋποθέτει πάντως την ύπαρξη του αγωγικού δικαιώματος. Έτσι η επίκληση περιστατικών, η αλήθεια των οποίων αποκλείει τη γέννηση ή συνεπάγεται την κατάλυσή του, δεν θεμελιώνει νόμιμη ένσταση καταχρηστικής άσκησής του, αλλά είτε συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της στηριζόμενης στο δικαίωμα αυτό αγωγής, είτε θεμελιώνει άλλη παρακωλυτική ή καταλυτική του δικαιώματος ένσταση (ΑΠ 139/2022, 109/2019, 1423/2012, 649/2009, 1402/2008).

Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συντρέχουν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του, ή αν εφαρμοστεί ενώ δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (ΟλΑΠ 2/2019, 7/2006).

Με το λόγο αυτό ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς. Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ` ουσίαν (ΟλΑΠ 2/2019, 27/1998).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση. Έλλειψη νόμιμης βάσεως της αποφάσεως, η οποία στοιχειοθετεί τον προβλεπόμενο από τη διάταξη του αριθμού 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ λόγο αναιρέσεως, συντρέχει, όταν στο αιτιολογικό της αποφάσεως, που αποτελεί την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν περιέχονται καθόλου ή δεν αναφέρονται με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του επί ζητήματος με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης κι έτσι δεν μπορεί να ελεγχθεί, αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν ή όχι οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που εφαρμόστηκε ή αν συνέτρεχαν οι όροι άλλου κανόνα που ήταν εφαρμοστέος, αλλά δεν εφαρμόσθηκε (ΟλΑΠ 2/2019, 16/2006).

Από την διάταξη αυτή, που αποτελεί κύρωση της παραβάσεως του άρθρου 93 παρ.3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο προβλεπόμενος απ` αυτή λόγος αναιρέσεως ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία), δηλαδή όταν τα πραγματικά περιστατικά, που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της απόφασης για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περίπτωσης στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περίπτωσης.

Ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει ειδικότερα, όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση, είτε αποκλείουν την εφαρμογή της (ΟλΑΠ 2/2019), όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις, στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα (ΟλΑΠ 15/2006).

Δηλαδή, δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα, τα επιχειρήματα ή οι κρίσεις του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της απόφασης ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων, που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 60/2022, 1266/2011).

Προϋπόθεση για την ίδρυση του λόγου από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, είναι ότι το δικαστήριο της ουσίας ερεύνησε τον ισχυρισμό (θεμελιωτικό της αγωγής, ένστασης κ.λπ) κατ'ουσίαν και δεν τον απέρριψε ως αόριστο ή μη νόμιμο (ΟλΑΠ 3/1997, ΑΠ 135/2019, 1935/2017, 369/2014). Ο λόγος αναίρεσης από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, παρά τον νόμο, έλαβε υπόψη του πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΟλΑΠ 14/2004, ΑΠ 87/2013), καθώς και περιστατικά επουσιώδη ή που εκ περισσού εκτίθενται, ούτε η λήψη υπόψη από το δικαστήριο διευκρινιστικών απλώς περιστατικών που προέκυψαν από τις αποδείξεις, μολονότι δεν είχαν περιληφθεί στην ιστορική βάση της αγωγής κ.λπ., εφόσον δεν επέρχεται μεταβολή της (ΑΠ 1530/2008).

Επίσης, δεν αποτελούν "πράγματα" και τα επικαλούμενα από τους διαδίκους αποδεικτικά μέσα και, πολύ περισσότερο, η αξιολόγηση από το δικαστήριο του περιεχομένου των εγγράφων και των λοιπών αποδεικτικών μέσων (ΑΠ 1215/2020, 1347/2019, 1455/2009). Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (ΟλΑΠ 11/1996, ΑΠ 1374/2019, 1150/2011).

Στην προκειμένη περίπτωση η αναιρεσείουσα επικαλείται με το πρώτο και δεύτερο σκέλος των πρώτου και δεύτερου λόγου της αίτησής της πλημμέλειες της προσβαλλόμενης απόφασης από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ότι το Εφετείο παραβίασε ευθέως και εκ πλαγίου αντιστοίχως τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 236, 238, 713 επ.

ΑΚ (πρώτος λόγος) και 281 ΑΚ (δεύτερος λόγος), κρίνοντας απορριπτέους τους επαναφερόμενους με την έφεσή της ισχυρισμούς της (ενστάσεις της) περί εγκρίσεως της διαχείρισης εκ μέρους της ιδίας ως διαχειρίστριας της αναιρεσίβλητης ομόρρυθμης εταιρίας και περί καταχρηστικής ασκήσεως του δικαιώματός της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή της λόγω πλημμελούς διαχείρισης, τις οποίες είχε προβάλει κατά της αγωγής της τελευταίας με αυτό το αντικείμενο.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ'άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έκρινε απορριπτέους αμφότερους τους ως άνω ισχυρισμούς ως μη νόμιμους και τους αντίστοιχους λόγους εφέσεως, δεχόμενο α) ως προς τον ισχυρισμό περί εγκρίσεως: Ότι η αναιρεσείουσα, με τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβάθμιου Δικαστηρίου, ισχυρίστηκε πως οι εκπροσωπούσες την αναιρεσίβλητη εταίροι, αν και έλαβαν πλήρη γνώση των επικαλούμενων ζημιογόνων διαχειριστικών της ενεργειών και της δήθεν ζημίας της ενάγουσας, κατά το διάστημα των ετών 2006-2009, άσκησαν την αγωγή μετά 7-10 έτη και ενώ στο διάστημα αυτό είχαν ασκήσει ή υποβάλει εναντίον της ιδίας και της εταιρείας πλήθος άλλων αγωγών, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και εγκλήσεων, η μακροχρόνια δε αδράνειά τους συνιστά σιωπηρή έγκριση των διαχειριστικών πράξεων ή παραλείψεών της, τα ως άνω όμως επικαλούμενα πραγματικά περιστατικά, και αληθή υποτιθέμενα, δε συνιστούν έγκριση των πεπραγμένων της αναιρεσείουσας από τις λοιπές εταίρους της αναιρεσίβλητης, δυνάμενη να την απαλλάξει από την ευθύνη της, καθόσον, αντιθέτως, η αναφορά στον εν λόγω ισχυρισμό ότι εκ μέρους των λοιπών εταίρων είχαν ασκηθεί ή υποβληθεί εναντίον της ιδίας και της εταιρείας πλήθος άλλων αγωγών, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και εγκλήσεων, αφήνει σοβαρές αμφιβολίες, για το αν μπορεί να συναχθεί βούληση αυτών υπέχουσα έγκριση των ένδικων διαχειριστικών πράξεων και παραλείψεων, αφού επί σιωπηρής έγκρισης δεν πρέπει να καταλείπεται οποιαδήποτε αμφιβολία ως προς το ότι η από αυτά συναγόμενη βούληση του άλλου επέχει έγκριση, και β) ως προς τον ισχυρισμό περί καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος:

Ότι η αναιρεσείουσα προς επιστήριξη αυτής της ενστάσεώς της επικαλέσθηκε πως η αγωγή ασκήθηκε από τις δήθεν εκπροσώπους της αντιδίκου της εταιρίας εταίρους, ενώ οι ίδιες ασκούν αυθαίρετα και παράνομα τη διαχείρισή της, πως με την αγωγή ζητήθηκε η αποκατάσταση ανύπαρκτης ζημίας της αναιρεσείουσας, που, σε κάθε περίπτωση επήλθε από δική τους αποκλειστικά υπαιτιότητα, πως η άσκηση της αγωγής αυτής έγινε προς αντιπερισπασμό, καθώς ασκήθηκε δύο μήνες μετά την εκ μέρους της κατάθεση αίτησης περί λύσης της αναιρεσείουσας και πως οι ανωτέρω εταίροι, αν και έλαβαν πλήρη γνώση των επικαλούμενων από εκείνες ζημιογόνων διαχειριστικών της ενεργειών και της δήθεν ζημίας της αναιρεσείουσας κατά το διάστημα των ετών 2006-2009, άσκησαν την αγωγή, μετά 7-10 έτη και ενώ στο διάστημα αυτό είχαν ασκήσει ή υποβάλει εναντίον της ιδίας, και της εταιρείας πλήθος άλλων αγωγών, αιτήσεων ασφαλιστικών μέτρων και εγκλήσεων, η μακροχρόνια δε αδράνειά τους της δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση ότι δεν πρόκειται να ασκήσουν τις επίδικες αξιώσεις, αυτός δε ισχυρισμός τους είναι μη νόμιμος, διότι μ' αυτόν η αναιρεσείουσα αρνήθηκε τη γέννηση του ασκούμενου δικαιώματος (δηλαδή τη διαδικαστική προϋπόθεση της νόμιμης εκπροσώπησής της αναιρεσίβλητης από τις άλλες δύο εταίρους, την ύπαρξη ζημίας, την ύπαρξη υπαιτιότητας στο πρόσωπό της).

Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, αμφότεροι οι παραπάνω λόγοι της αίτησης αναίρεσης είναι, κατά τα προεκτιθέμενα, απαράδεκτοι κατά το δεύτερο σκέλος τους το αναφερόμενο σε ανεπαρκείς, αντιφατικές και ενδοιαστικές αιτιολογίες, δηλαδή σε παράβαση από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που ιδρύεται μόνον όταν αυτές οι αιτιολογίες έχουν εμφιλοχωρήσει στην ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού κατά την ουσιαστική έρευνα των ισχυρισμών, και όχι όταν το δικαστήριο δεν εισήλθε καν σε αυτό το στάδιο, όπως συνέβη στην προκειμένη περίπτωση κατά την οποία οι ανωτέρω ισχυρισμοί απορρίφθηκαν ως μη νόμιμοι.

Ως προς το πρώτο τους σκέλος από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναφερόμενο σε παραβιάσεις των ανωτέρω διατάξεων, αυτοί είναι αβάσιμοι. Ειδικότερα, το Εφετείο δεν παραβίασε τις περί εγκρίσεως και εντολής διατάξεις του ΑΚ, οι οποίες εφαρμόζονται αναλόγως ως προς τη ευθύνη του διαχειριστή ομόρρυθμης εταιρίας και όχι μόνον ως προς την τυχόν έγκριση δικαιοπραξιών αυτού, όπως υποστηρίζει η αναιρεσείουσα, αλλά και ως προς όλες τις ενέργειες ή παραλείψεις του κατά τη διαχείριση.

Η επίκληση της γνώσεως εκ μέρους των υπόλοιπων εταίρων των αποδιδόμενων στην αναιρεσείουσα πράξεων ή παραλείψεων πλημμελούς διαχείρισης (επί μέρους ισχυρισμός της αναιρεσείουσας, που λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο και παρατίθεται στην απόφασή του) και η επικαλούμενη μακροχρόνια αδράνειά τους, έρχεται σε αντίθεση με τα υπόλοιπα επικληθέντα από την ίδια πραγματικά περιστατικά, δηλαδή τη σωρεία αιτήσεων και αγωγών που εκείνες είχαν ασκήσει κατά αυτής ως διαχειρίστριας και της εταιρίας (ανεξαρτήτως της εκβάσεώς τους) και τους ελέγχους που διενεργήθηκαν κατ' αίτησή τους (όπως έρχεται σε αντίθεση και με το επικληθέν από την αναιρεσείουσα γεγονός ότι μέχρι το 2012, από το οποίο δεν διέδραμε μέχρι την άσκηση της αγωγής κατά το 2016 χρόνος δυνάμενος να θεωρηθεί μακρός, η ίδια αποκλειστικά ασκούσε τη διαχείριση της αναιρεσείουσας, την οποία της υφάρπαξαν τότε, κατά τους σχετικούς ισχυρισμούς της, οι εκπροσωπούσες την αναιρεσίβλητη εταίροι), ούτως ώστε να μην μπορεί να επιστηριχθεί στο άρθρο 238 ΑΚ η ένστασή της περί σιωπηρής έγκρισης της διαχείρισής της, η οποία πρέπει, σύμφωνα με τα προδιαλαμβανόμενα, να προκύπτει σαφώς βάσει των επικαλούμενων προς θεμελίωσή της περιστατικών, χωρίς αυτά να καταλείπουν αμφιβολίες ως προς τη βούληση εγκρίσεως, οι οποίες τον καθιστούν μη νόμιμο.

Η διαφορετική εκδοχή, την οποία επιχείρησε να προσδώσει η αναιρεσείουσα σ' αυτά τα περιστατικά, χρησιμοποιώντας τα ως επιχείρημα περί εγκρίσεως (ότι οι υπόλοιπες εταίροι αντιδρούσαν στον τρόπο διαχείρισής της και παρόλα αυτά δεν άσκησαν προηγουμένως τη συγκεκριμένη αγωγή), δεν δεσμεύει την κρίση του δικαστηρίου ως προς τη νομιμότητά της ανωτέρω ενστάσεώς τους.

Οι διατάξεις του άρθρου 281 ΑΚ επίσης δεν παραβιάσθηκαν από το Εφετείο, κατά τα προεκτιθέμενα, αφού οι επί μέρους ισχυρισμοί, στους οποίους αποπειράθηκε να θεμελιώσει η αναιρεσείουσα την ένστασή της περί καταχρηστικής ασκήσεως των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης προς αποζημίωσή της, εκτός από αυτόν της μακράς αδράνειας, η επίκληση της οποίας αντιφάσκει στον επί μέρους ισχυρισμό της περί σωρείας προηγηθεισών αγωγών των υπόλοιπων εταίρων κατά της ιδίας και της εταιρίας, αποτελούν κατ'αρχήν άρνηση της αναιρεσείουσας ως προς αποδιδόμενη σ' αυτήν με την αγωγή επιζήμια για την εταιρία διαχείριση και, σε κάθε περίπτωση, προϋποθέτουν την απόρριψη της κατ' αυτής αγωγής ως αβάσιμης κατ'ουσίαν (όπως ο επί μέρους ισχυρισμός ότι η αγωγή ασκήθηκε απλώς προς αντιπερισπασμό έναντι δικής της αίτησης για τη λύση της εταιρίας και επομένως στερείται βασίμου ερείσματος).

Ο ισχυρισμός της δε ότι οι υπόλοιπες εταίροι άσκησαν κατά της εταιρίας άλλη αγωγή ως κληρονόμοι του Ι. Α. για οφειλόμενα σε εκείνον ποσά, η οποία αν γίνει δεκτή θα οδηγήσει την εταιρία σε οικονομικό αδιέξοδο και διάλυση προς ζημία της ιδίας, το εταιρικό μερίδιο της οποίας δεν θα έχει οποιαδήποτε αξία, δεν είναι δυνατό να αποτελέσει περιστατικό που θεμελιώνει καταχρηστική άσκηση των δικαιωμάτων της εταιρίας έναντι της ιδίας, μη απτόμενο της έκβασης της υπό κρίση διαφοράς.

Επομένως αυτός ο επιμέρους ισχυρισμός της είναι αλυσιτελής και το Εφετείο δεν παραβίασε το άρθρο 281 ΑΚ μη δεχόμενο αυτόν ως θεμελιωτικό της ενστάσεως καταχρηστικής ασκήσεως δικαιώματος ισχυρισμό. Επίσης το Εφετείο δεν υπέπεσε σε σφάλμα από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μη απορρίπτοντας ρητώς τον αμέσως προαναφερόμενο επιμέρους αλυσιτελή ισχυρισμό και τον μη νόμιμο ισχυρισμό περί αντιπερισπασμού, στους οποίους δεν είχε υποχρέωση να απαντήσει.

Κατόπιν αυτών απαράδεκτος είναι ο δεύτερος λόγος της αίτησης και κατά το σχετικό τρίτο σκέλος του, με το οποίο η αναιρεσείουσα υποστηρίζει τα αντίθετα. Από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι με αυτήν έγιναν δεκτά τα ακόλουθα: "Από τις ... ένορκες βεβαιώσεις των..., καθώς από όλα ανεξαιρέτως τα έγγραφα, που οι διάδικοι νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν, και λαμβάνονται υπόψη είτε ως αυτοτελή αποδεικτικά μέσα, είτε για τη συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων, μερικά από τα οποία (έγγραφα) αναφέρονται ιδιαίτερα παρακάτω, χωρίς να παραλειφθεί κάποιο για την ουσιαστική διάγνωση της διαφοράς, αποδεικνύονται τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά:

Οι εκπροσωπούσες την ενάγουσα, εδρεύουσα στη Θεσσαλονίκη, ομόρρυθμη εταιρία είναι αδελφές, θυγατέρες του Ι. Α., η δε εναγομένη ήταν σύζυγος (ήδη χήρα) του πατέρα τους, από δεύτερο γάμο του και αποτελούν και οι τρεις τα μοναδικά ομόρρυθμα μέλη της ενάγουσας ομόρρυθμης εταιρίας διάρκειας αορίστου χρόνου, που συστάθηκε με πρωτοβουλία του Ι.

Α., μεταξύ αυτού και άλλων προσώπων, δυνάμει του από 21-9-1981 ιδιωτικού συμφωνητικού, που δημοσιεύθηκε νόμιμα στα βιβλία εταιριών του Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με σκοπό την εισαγωγή από το εξωτερικό ειδών υγιεινής, την εμπορία αυτών με κέρδος και την αντιπροσώπευση στην Ελλάδα οίκων της ημεδαπής και αλλοδαπής των ειδών αυτών.

Δυνάμει της τελευταίας από 30-6-2003 τροποποίησης του εταιρικού της ενάγουσας, διαμορφώθηκε η υφιστάμενη σήμερα, συμμετοχή των εταίρων στα κέρδη και τις ζημίες της (ενάγουσας εταιρίας), σε ποσοστό 24% για καθεμία από τις Ε. και Β.-Β. Α. και σε ποσοστό 52% για την εναγομένη. Μετά τον θάνατο, στις 9-1-2006, του ιδρυτή της ενάγουσας Ι.

Α., οι σχέσεις των εταίρων έχουν διαρρηχθεί για λόγους, που ερείδονται στη διαχείριση της ενάγουσας εταιρίας, οι δε ως άνω εταίροι της, έχουν εμπλακεί σε μακροχρόνιες και σοβαρές δικαστικές διενέξεις αστικής και ποινικής φύσεως. Κατά το ενδιαφέρον στην προκειμένη δίκη χρονικό διάστημα, από 1/1/2006 έως την 22.10.2012, η εναγόμενη υπήρξε αποκλειστική διαχειρίστρια της ενάγουσας εταιρίας, ενώ την 22.10.2012 τούτη ανακλήθηκε, με την από 22-10-2012 εξώδικη δήλωση των λοιπών εταίρων, οι οποίες επικαλέστηκαν ως σπουδαίους λόγους, μεταξύ άλλων, τη συστηματική και συνεχή άρνηση της εναγομένης να παράσχει λογοδοσία και να επιτρέψει τον έλεγχο του τρόπου ασκήσεως των διαχειριστικών της καθηκόντων, την απόκρυψη τραπεζικών καταστάσεων και λογαριασμών, μέσω των οποίων πραγματοποιούνταν οι εταιρικές συναλλαγές, τον αυθαίρετο και μη σύννομο τρόπο διανομής κερδών, την άρνηση συγκλήσεως συνελεύσεως των εταίρων και συζητήσεως των εταιρικών υποθέσεων, περιστατικά που έχουν καταστεί αντικείμενο των μεταξύ τους πολυετών δικαστικών διενέξεων.

Στο χρονικό διάστημα της ως άνω αποκλειστικής διαχείρισης της εναγόμενης σύμφωνα με τις εγγραφές των βιβλίων της εταιρίας, πραγματοποιήθηκε την 5/1/2006 πληρωμή ποσού 20.759.60 ευρώ, για την εξόφληση τιμολογίου προς τον προμηθευτή εξωτερικού με την επωνυμία …….. (τιμολόγιο με αριθμό ΤΙΚ 512160). Το τιμολόγιο αυτό εμφανίζεται να έχει πληρωθεί μία φορά από το ταμείο της εταιρίας σε μετρητά, με αντίστοιχη εγγραφή ισόποσης ταμειακής πληρωμής κατά την 5/1/2006, πλην όμως, για την εξόφληση του ίδιου εμφαίνεται δεύτερη φορά ισόποση εγγραφή πληρωμής ποσού 20.759,60 ευρώ του ίδιου προμηθευτή την ίδια ημερομηνία από τον λογαριασμό όψεως (υπ' αριθ.

ΧΧΧ3650 στην ΑΙpha Bank) όπου τηρούνταν τα διαθέσιμα της ενάγουσας, με αποτέλεσμα την αντίστοιχη ισόποση μείωση των ταμειακών διαθέσιμων της τελευταίας. Πιο συγκεκριμένα μετά την κοινοποίηση από τον ανωτέρω προμηθευτή ……. του με αρ ΤΙΚ 512160 τιμολογίου αγοράς προϊόντων συνολικής αξίας 20.707,75 ευρώ, το οποίο καταχωρίστηκε στα εμπορικά βιβλία της ενάγουσας την 3/1/2006 το ποσό ύψους 20.707,75 ευρώ της πληρωμής καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, που τηρούνταν με ηλεκτρονικό τρόπο, με εμφανιζόμενη ημερομηνία 05-01-2006, αλλά πραγματική ημερομηνία καταχώρισης, δηλαδή διενέργειας της εγγραφής, υπήρξε η 10-03-2006 οπότε και η πληρωμή αυτή καταχωρίστηκε ως πληρωμή από το Ταμείο της ενάγουσας μειώνοντας ισόποσα το υπόλοιπο στην καρτέλα του προμηθευτή.

Την ίδια ημέρα (10/3/2006) διενεργήθηκε και εγγραφή πληρωμής 20.759,766 ευρώ (20.707,75 πλέον 52,01€ έξοδα τράπεζας) με ημερομηνία καταχώρισης 5/1/2006 και από το λογαριασμό όψεως της ενάγουσας μειώνοντας ισόποσα το υπόλοιπο του λογαριασμού αυτού. Στη συνέχεια, την 23/8/2006 καταχωρίστηκε με ημερομηνία 3/7/2006 αντιλογισμός (διαγραφή) της καταχώρησης της πληρωμής από το ταμείο, ωστόσο, επίσης την ίδια ημέρα (23/8/2006) με ημερομηνία καταχώρησης 3/7/2006 καταχωρήθηκε ισόποση πληρωμή (20.759,606) στο λογαριασμό 53.10 "Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σε Ι.

Α.", ο οποίος απεβίωσε την 9/1/2006 καταλείποντας εξ αδιαθέτου κληρονόμους του σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου καθεμία τις ως άνω εταίρους -θυγατέρες του, στις οποίες δεν πραγματοποιήθηκε καμία καταβολή κατά το κληρονομικό τους μερίδιο, περιστατικό άλλωστε που δεν επικαλείται ούτε πολύ περισσότερο αποδεικνύει η εναγομένη, και συνεπώς φαίνεται εικονικά να έχει λάβει χώρα πληρωμή 20.759,766 ευρώ στον λογαριασμό Ι.

Α.. Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά επιβεβαιώνει στην με αρ 1370/1.2.2017 ένορκη βεβαίωση ενώπιον της συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Παρασκευής Αποστόλου, ο εξετασθείς επιμελεία της ενάγουσας μάρτυρας Κ. Χ., που απασχολείται ως λογιστής-εξωτερικός συνεργάτης της ενάγουσας και λαμβάνοντας γνώση των λογιστικών βιβλίων και στοιχείων της εταιρίας, λόγω της ιδιότητάς του, κατέθεσε μεταξύ άλλων και ότι "(α) Σύμφωνα με τις εγγραφές των βιβλίων της εταιρίας, πληρωμή ποσού 20.707,75 ευρώ, την 5/1/2006, για την εξόφληση τιμολογίου προς τον προμηθευτή εξωτερικού με την επωνυμία ……. (τιμολόγιο με αριθμό ΤΙΚ 512160 αγοράς προϊόντων συνολικής αξίας 20.707,75€, το οποίο καταχωρίστηκε στα εμπορικά βιβλία της εταιρίας με ημερομηνία 3/1/2006), πραγματοποιήθηκε δύο φορές, τόσο ταμειακά, όσο και μέσω τράπεζας, δηλαδή εμφανίζεται να έχει πληρωθεί μία φορά από το ταμείο της εταιρίας σε μετρητά και ενεγράφη ισόποση ταμειακή πληρωμή (δηλαδή μείωση ταμειακών διαθεσίμων της εταιρίας κατά την 5/1/2006, ποσού 20.707,75€) και μία δεύτερη φορά με ισόποση εγγραφή πληρωμής του ίδιου προμηθευτή την ίδια ημερομηνία από τον λογαριασμό όψεως, ποσού ύψους 20.759,76€ (20/07,75 πλέον 52,01€ έξοδα τράπεζας) με αποτέλεσμα να έχουν μειωθεί για δεύτερη φορά με το ίδιο ποσό (20.707,75€) τα ταμειακά διαθέσιμα της εταιρίας και να ζημιωθεί η εταιρία κατά το ποσό αυτό, των 20.707,75 ευρώ.

Στη συνέχεια, καταχωρίστηκε με ημερομηνία εγγραφής 3/7/2006 αντιλογισμός (διαγραφή) της καταχώρησης της πληρωμής από το ταμείο, ωστόσο, επίσης με την ίδια ημερομηνία καταχώρησης, 3/7/2006, καταχωρήθηκε ισόποση πληρωμή (20.759,76€) στο λογαριασμό 53.10 "Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σε Ι. Α.", ο οποίος, είχε ήδη αποβιώσει την 9/1/2006 και κληρονόμοι του κατά τα 3/8 έκαστη είναι οι Ε.

και Β. - Β. Α., στις οποίες ουδέν ποσό καταβλήθηκε ή προσφέρθηκε, ούτε έχει καταχωρηθεί ούτε υπάρχει οποιαδήποτε παραστατικό πληρωμής. Ως αποτέλεσμα, εικονικά φαίνεται να έχει λάβει χώρα πληρωμή 20.759,76€ στον Ι. Α., η οποία ουδέποτε έλαβε χώρα". Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται και συμπληρώνεται από την παρούσα (άρθρο 534 ΚΠολΔ) έκρινε ότι συνεπεία πλημμελούς διαχείρισης εκ μέρους της εναγομένης-εκκαλούσας, η ενάγουσα -εφεσίβλητη, ζημιώθηκε κατά το παραπάνω ποσό, που συνιστά χρηματικό έλλειμμα της διαχείρισης, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εκκαλούσας με τον όγδοο λόγο της κρινόμενης έφεσης.

Αποδείχθηκε, επίσης ότι την 20.1.2006 εξοφλήθηκε υπόλοιπο δαπάνης, ύψους 26.016,70 ευρώ προς την προμηθεύτρια ομόρρυθμη εταιρία με την επωνυμία "……. & υιός ΟΕ" για αγορά ανελκυστήρα, η οποία δεν αφορά στην ενάγουσα εταιρία καθώς αυτή δεν διαθέτει ανελκυστήρα στις υπάρχουσες εγκαταστάσεις της. Το παραπάνω ποσό συνιστά χρηματικό έλλειμμα της διαχείρισης εκ μέρους της εναγομένης, η οποία δεν απέδειξε τους ισχυρισμούς της, ότι δεν πρόκειται για δική της διαχειριστική πράξη αλλά του Ι.

Α. κατ' εντολή του οποίου αγοράστηκε. Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση σε όμοια κρίση κατέληξε, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του έβδομου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Αποδείχθηκε επίσης ότι στους υπ' αρ. 64.98.9902, 64.98.9903 και 64.98.9904 λογαριασμούς, κατά τις χρήσεις 2007-2012 καταχωρίστηκαν, μεταξύ άλλων, ως δαπάνες αυτής παραστατικά (τιμολόγια και αποδείξεις) συνολικού ύψους 2.605,28 ευρώ, που αφορούν στην αγορά τροφίμων και ποτών (οσπρίων, λαχανικών, ζυμαρικών, κ.λπ.), προϊόντων προσωπικής υγιεινής και φαρμάκων και παραφαρμάκων (σαμπουάν, αποσμητικών, αρωμάτων, υγρού πλυντηρίου, φαρμάκων, κ.λπ.), ενώ στο λογαριασμό 64.98.9918 για το έτος 2009 εμφαίνεται το από 31.05.2009 τιμολόγιο της ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "…….Σια Ο.Ε.", ποσού 2.263,93 ευρώ, από το οποίο ποσό ύψους 829,30 ευρώ αφορούσε την αγορά υγρών προς πλύση ρούχων και οδοντόκρεμας.

Τα παραπάνω αγορασθέντα προϊόντα δεν συνάδουν με τον λειτουργικό σκοπό της ενάγουσας ούτε εξυπηρετούν τις δραστηριότητές της, με αποτέλεσμα η καταχώριση των οικείων παραστατικών στα βιβλία της ενάγουσας και η πληρωμή τους, συνολικού ποσού 3.434,58 (2.605,28 + 829,30) ευρώ με αντίστοιχες εκταμιεύσεις από το ταμείο της, κατ' εντολή της εναγόμενης διαχειρίστριας, να μειώσουν κατά το άνω ποσό το ενεργητικό της ενάγουσας και να της επιφέρουν ισόποση ζημία.

Απαραδέκτως δε η ίδια στην παρούσα κατ' έφεση δίκη προβάλλει για πρώτη φορά τον ισχυρισμό ότι "πιθανώς αγοράστηκαν, προφανώς εν αγνοία μου, απ' τον υπάλληλο που είχε σταλεί να αγοράσει τα υπόλοιπα είδη" (σελ 134 της έφεσης), λαμβανομένου υπόψη ότι με τις πρωτόδικες προτάσεις της (σελ. 116 των πρωτόδικων προτάσεων της), δεν αμφισβήτησε την γνώση της για τις ανωτέρω αγορές.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση σε όμοια κρίση κατέληξε, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του δωδέκατου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Περαιτέρω, στο λογαριασμό 61.00.0000 ΑΜΟΙΒΕΣ ΚΑΙ ΕΞΟΔΑ ΔΙΚΗΓΟΡΩΝ, κατ' εντολή της διαχειρίστριας - εναγόμενης καταχωρίστηκαν τα παρακάτω παραστατικά και έγιναν οι αντίστοιχες εκταμιεύσεις για την εξόφλησή τους από το ταμείο της ενάγουσας, μειώνοντας ισόποσα τα ταμειακά διαθέσιμα αυτής, ποσών που αφορούν κονδύλια αμοιβών για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες πληρεξουσίων δικηγόρων της εναγομένης κατά την εκπροσώπηση της τελευταίας σε ατομικές δίκες και για δικό της λογαριασμό και όχι υπό την ιδιότητά της ως εκπροσώπου της ενάγουσας, δαπάνες δηλαδή, που δεν αφορούν στις λειτουργικές ανάγκες και τον σκοπό της ενάγουσας.

Συγκεκριμένα την 30.12.2010 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας (και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλια από το ταμείο της), η υπ' αρ. 0640/30.12.2010 Α.Π.Υ της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου- Κορνηλάκη, ποσού 4.920 ευρώ (4.000 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "παράσταση στην προσωρινή διαταγή, σύνταξη- κατάθεση σημειώματος και παράσταση στα ασφαλιστικά μέτρα την 02.11.2010", που αφορά στην υπ' αρ.

κατ. 42184/2010 αίτηση ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης των λοιπών εταίρων της ενάγουσας, Έ. και Β.-Β. Α., κατά της εναγομένης, με αίτημα να υποχρεωθεί αυτή να διατηρήσει και να μην καταστρέψει τα εταιρικά φορολογικά βιβλία και στοιχεία παλαιότερων χρήσεων, όπου διάδικος δεν ήταν η ενάγουσα εταιρία, αλλά η εναγομένη ατομικά.

Την 30.12.2010 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας (και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της) η υπ' αρ. 0642/30.12.2010 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου- Κορνηλάκη, ποσού 2.460 ευρώ (2.000 πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "σύνταξη, υποβολή, προσδιορισμό εφέσεως κατά αποφάσεως περί λογοδοσίας", που εκδόθηκε επί της υπ' αρ.

κατ. 23323/2007 αγωγής λογοδοσίας ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της Ε. Α. κατά της εναγόμενης, στην οποία διάδικος ήταν ατομικά η τελευταία. Την 24.11.2011 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ' αρ. 0658/24.11.2011 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - Κορνηλάκη, ποσού 2.460 ευρώ (2.000 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "σύνταξη και προκατάθεση προτάσεων για την εκδίκαση αγωγής Β.

Α. για παροχή λογοδοσίας 1/1/2001 - 31/12/2004 και επίδειξη εγγράφων", που αφορά στην υπ' αρ. κατ. 41608/2010 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της εταίρου Β. - Β. Α., περί λογοδοσίας κατά της εναγομένης, για τα έτη 2001-2004, πλην όμως στην εν λόγω δίκη διάδικος ήταν ατομικά η τελευταία. Την 24.11.2011 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ' αρ. 0659/24.11.2011 Α.Π.Υ.

της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου- Κορνηλάκη, ποσού 3.075 ευρώ (2.500 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "Σύνταξη και προκατάθεση προτάσεων για την εκδίκαση της αγωγής Β. Α. κατά της εταιρείας για λογοδοσία 2005-2006 και επίδειξη εγγράφων", που αφορά στην υπ' αρ. κατ. 41611/2010 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης της εταίρου Β.- Β.

Α., περί λογοδοσίας κατά της εναγομένης για τα έτη 2005- 2006, στην δίκη δε αυτή διάδικος ήταν ατομικά η εναγομένη. Την 29.12.2011 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ' αρ. 1889/29.12.2011 Α.Π.Υ. του δικηγόρου Στέργιου Γεωργαλή, ποσού 1.339,47 ευρώ (1.089,00 ευρώ πλέον του αναλογούντος Φ.Π.Α) με αιτιολογία "επί υποθέσεώς της ενώπιον τον Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που αφορά στην υπ' αρ.

κατ. 31200/2009 αγωγή ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που άσκησε ατομικά η εναγόμενη κατά της εταίρου Ε. Α., με αντικείμενο την χρηματική ικανοποίησή της λόγω ηθικής της βλάβης από μήνυση υποβληθείσα σε βάρος της, για το αδίκημα της υπεξαίρεσης των κερδών της χρήσης 2006, δηλαδή για ατομική υπόθεση της εναγομένης.

Την 23.12.2011 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ αρ. 0664/23.12.2011 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - Κορνηλάκη, ποσού 1340 ευρώ (1089 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.ΠΑ), με αιτιολογία "παράσταση κατά Έ. Α. κατά την εκδίκαση της 31200/2009 αγωγής της", που αφορά στην ίδια ως άνω προσωπική υπόθεση της εναγόμενης.

Την 07.03.2012 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ' αρ. 0675/07.03.2012 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - Κορνηλάκη, ποσού 4.189,38 ευρώ (3.406 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.ΠΑ), με αιτιολογία "σύνταξη προτάσεων- παράσταση στο Εφετείο την 02.03.2012, για υπόθεση παροχής λογοδοσίας ετών 2000-2006 και παροχή εξωδίκων υπηρεσιών", που αφορά αγωγή που ασκήθηκε ατομικά σε βάρος της εναγόμενης.

Την 2.3.2012 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η με αρ 175/2.3.2012 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Θεσσαλονίκης Άννας Μανωλίδου, ποσού 1845 ευρώ (1500 ευρώ πλέον αναλογούντος ΦΠΑ.) με αιτιολογία "Σύνταξη προτάσεων, συλλογή σχετικών και εξώδικες υπηρεσίες στην υπόθεση λογοδοσίας 2000- 2006 ενώπιον του Εφετείου", σε προσωπική δηλαδή υπόθεση της εναγομένης.

Την 10.04.2012 καταχωρίστηκε στα βιβλία τής ενάγουσας, και εκταμιεύτηκε ισόποσο κονδύλιο από το ταμείο της, η υπ' αρ. 1915/10.04.2012 Α.Π.Υ. του δικηγόρου Στέργιου Γεωργαλή, ποσού 3.799,60 ευρώ (3.500 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π Α), με αιτιολογία "συζήτηση δύο (2) αντίθετων εφέσεων - ενώπιον του Εφετείου Θεσσαλονίκης κατά Έ. Α. - κατάθεση λογοδοσίας, σύνταξη και κοινοποίηση εξωδίκων και μελέτη - παροχή νομικών συμβουλών", που αφορούσε την προαναφερόμενη αγωγή λογοδοσίας σε βάρος ατομικά της εναγομένης.

Κατ' ακολουθία, η εναγομένη επιτρέποντας την ανάλωση εταιρικών πόρων για παρασχεθείσες νομικές υπηρεσίες πληρεξουσίων δικηγόρων κατά την εκπροσώπησή της σε ατομικές δίκες και για δικό της λογαριασμό, προκάλεσε υπαιτίως ισόποση ζημία στην ενάγουσα συνολικού ποσού 25.428,45 (4.920 + 2.460 + 2460 * 3.075 + 1.339,47 + 1.340 + 4.189,38 + 1845 +. 3.799,60) ευρώ.

Η εναγομένη υποστηρίζει με τον πέμπτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, που πλήττει το ανωτέρω κονδύλιο, ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την παραπάνω αιτία, καθώς οι αγωγές, μηνύσεις κλπ των αντιδίκων εταίρων στρέφονταν μεν ατομικά εναντίον της, αλλά με την ιδιότητά της ως διαχειρίστριας της εταιρίας και αφορούσαν την άσκηση των διαχειριστικών καθηκόντων της (όπως οι δίκες λογοδοσίας, διατήρησης και μη καταστροφής των εταιρικών βιβλίων και στοιχείων παλιότερων χρήσεων).

Οι ισχυρισμοί της αυτοί πέραν της αοριστίας τους καθώς δεν εξειδικεύονται τα επιμέρους αντικείμενα των δικών για κάθε υπόθεση ξεχωριστά, ουδόλως άγουν σε κρίση έλλειψης υπαιτιότητας εκ μέρους της, αφενός μεν διότι συνομολογείται η διεξαγωγή των δικών σε βάρος της ατομικά (άρθρο 261 ΚΠολΔ) και αφετέρου διότι για την κατάφαση της έλλειψης υπαιτιότητάς της θα έπρεπε να επικαλείται και πολύ περισσότερο να αποδεικνύει ότι η διεξαγωγή των δικών αφορούσε την εξυπηρέτηση του καλώς εννοούμενου συμφέροντος της ενάγουσας εταιρίας και την εξάντληση εκ μέρους της κάθε καλόπιστου περιθωρίου συμβιβαστικής προσέγγισης και αποφυγής δικαστικών διενέξεων για το συμφέρον της ενάγουσας.

Συνακόλουθα, ο σχετικός (πέμπτος) λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι η εναγομένη ως καταστατική διαχειρίστρια αποφάσισε μονομερώς τη "μεταφορά εις νέον" του 50% των κερδών κάθε χρήσης και τη μη διανομή τους στους εταίρους, χωρίς να της παρέχεται ως διαχειρίστριας από το καταστατικό ή το νόμο τέτοιο δικαίωμα, το οποίο παρέχεται μόνο στη συνέλευση των εταίρων, που αποφασίζει με ομόφωνη απόφαση, ελλείψει αντίθετης πρόβλεψης στο καταστατικό.

Για το λόγο αυτό οι λοιπές δύο εταίροι, Ε. Α. και Β.- Β. Α., προσέφυγαν δικαστικά στην διεκδίκηση των αναλογούντων σε αυτές κερδών, ασκώντας σχετικές αγωγές κατά της ενάγουσας, η οποία κατ' αυτόν τον τρόπο επιβαρύνθηκε με περιττά δικαστικά έξοδα και τόκους. Ειδικότερα, ως προς τα κέρδη της εταιρικής χρήσης 2005, η εταίρος Α.

άσκησε την αρ, κατ. 52199/2006 αγωγή κατά της ενάγουσας εταιρίας, επί της οποίας αρχικά εκδόθηκε η υπ' αρ. 2359/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης και στη συνέχεια, μετά την εξαφάνισή της με την με αρ. 38/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην ως άνω εταίρο νόμιμους τόκους:

α) για το ποσό των 165.543,55 ευρώ από 30.06.2006 έως 05.10.2006 και β) για το ποσό των 115.543,55 ευρώ από 06.10.2006 έως 19.09.2008 και καταδικάστηκε στην καταβολή δικαστικών εξόδων και των δύο βαθμών δικαιοδοσίας συνολικού ύψους 1.000 ευρώ. Ως προς τα κέρδη της εταιρικής χρήσης 2006, η εταίρος Ε. Α. άσκησε την υπ' αρ. κατ. 47.325/2008 αγωγή κατά της ενάγουσας, επί της οποίας εκδόθηκε η με αρ. 33033/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παραπάνω αντίδικό της νομιμότοκα:

α) 85.561,04 ευρώ από 27/11/2007 μέχρι την εξόφληση και β) ποσό 25.956,94 ευρώ από 16.04.2009 μέχρι την εξόφληση. Με την με αρ 1685/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου απορρίφθηκε η σχετική έφεση, που άσκησε η ενάγουσα η οποία καταδικάστηκε, με τις ως άνω αποφάσεις στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ποσού 3.300 ευρώ για τον πρώτο βαθμό δικαιοδοσίας και ποσού 650 ευρώ για τον δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Ως προς τα κέρδη της εταιρικής χρήσης 2006, η εταίρος Β.- Β. Α. άσκησε κατά της ενάγουσας την υπ' αρ. κατ. 50781/2008 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ, 12962/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η ενάγουσα υποχρεώθηκε να καταβάλει στην παραπάνω εταίρο ποσό 85.060 ευρώ, νομιμότοκα από 07.04.2008 μέχρι την εξόφληση.

Η ενάγουσα άσκησε έφεση κατά της απόφασης αυτής, η οποία απορρίφθηκε με την υπ' αρ. 1689/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η δε ενάγουσα καταδικάστηκε με τις παραπάνω αποφάσεις στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ποσού 3.200 ευρώ για τον πρώτο βαθμό και 600 ευρώ για το δεύτερό βαθμό δικαιοδοσίας. Για τα κέρδη των εταιρικών χρήσεων 2007 και 2008, η εταίρος Ε.

Α. άσκησε κατά της ενάγουσας την υπ' αρ. κατ. 32845/2010 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 27508/2012 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε εν μέρει δεκτή η αγωγή και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στην παραπάνω εταίρο το ποσό των 98.258,86 ευρώ νομιμότοκα: α) για το ποσό των 59.403,24 ευρώ από την 19.06.2008 και β) για το ποσό των 38.855,62 ευρώ από την 15.05.2009 μέχρι την εξόφληση, καθώς και τα δικαστικά έξοδα ποσού 4.650 ευρώ.

Για τα κέρδη της εταιρικής χρήσης 2008, η εταίρος Β.- Β. Α. άσκησε κατά της ενάγουσας την υπ' αρ. κατ. 22506/2009 αγωγή, επί της οποίας εκδόθηκε η υπ' αρ. 12961/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, με την οποία έγινε αυτή δεκτή και υποχρεώθηκε η ενάγουσα να καταβάλει στην ως άνω εταίρο ποσό 80.490,94 ευρώ, νομιμότοκα από 23.03.2009 μέχρι την εξόφληση.

Η απόφαση αυτή επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 1688/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την έφεση, που άσκησε η ενάγουσα δια της εναγομένης διαχειρίστριας. Επίσης η ενάγουσα καταδικάστηκε στην καταβολή των δικαστικών εξόδων ποσού 3.000 ευρώ για τον πρώτο βαθμό και 600 ευρώ για το δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας.

Δηλαδή η ενάγουσα με τις ως άνω αποφάσεις καταδικάστηκε στην καταβολή δικαστικών εξόδων συνολικού ύψους 17.000 (1.000 + 3.300 + 650 + 3.200 + 600 + 4.650+ 3.000 + 600) ευρώ και τόκων, οι οποίοι ανήλθαν στο συνολικό ποσό των 117.586,89 ευρώ και συγκεκριμένα: α) ποσό 31.569,78 ευρώ προς την Έ. Α. για τα κέρδη της χρήσης 2005 (4.795,09 ευρώ τόκοι περιόδου 30.06.2006 - 05.10.2006 + 26.774,69 ευρώ τόκοι περιόδου 06.10.2006 - 19.09.2008, σύμφωνα με την υπ' αρ. 38/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου, το οποίο καταβλήθηκε την 24.03.2011, β) ποσό 20.270,94 ευρώ προς την Έ.

Α. για τα κέρδη της χρήσης 2006 (τόκοι μέχρι 15.04.2009, σύμφωνα με την υπ' αρ. 33033/2009 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που επικυρώθηκε με την υπ' αρ. 1685/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου), που καταβλήθηκε την 06.05.2011 και γ) ποσό 65.746,17 ευρώ προς τη Β.- Β. Α. για τα κέρδη της χρήσης 2008 (σύμφωνα με την υπ' αρ. 1688/2011 απόφαση του παρόντος Δικαστηρίου και την υπ' αρ. 12961/2010 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που καταβλήθηκε την 31.07.2013.

Για την ίδια αιτία η ενάγουσα επιβαρύνθηκε και με τις αμοιβές των διορισθέντων εκ μέρους της εναγομένης πληρεξουσίων δικηγόρων για τη δικαστική της εκπροσώπηση στις οικείες δίκες, συνολικού ύψους 47.605 ευρώ, εκδοθέντων και των αντίστοιχων παραστατικών που καταχωρήθηκαν στα βιβλία της ενάγουσας. Συγκεκριμένα, στις 08.12.2008 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 1681/08.12.2008 Α.Π.Υ.

του δικηγόρου Στέργιου Γεωργαλή, ποσού 3.000 ευρώ, με αιτιολογία "για υπόθεση ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης (αγωγή Ε. Α. για καταβολή κερδών)- μελέτη, νομική συμβουλή και παράσταση στη συζήτηση", που αφορά στην υπ' αρ. κατ. 49259/2007 κλήση, με την οποία επαναφέρθηκε προς συζήτηση η παραπάνω υπ' αρ.

κατ. 52199/2006 αγωγή της Ε. Α.. Για την ίδια υπόθεση καταχωρίστηκαν στα βιβλία της ενάγουσας την 10.12.2008 η υπ' αρ. 0581/10.12.2008 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - ΚορνηΛάκη, ποσού 3.000 ευρώ, με αιτιολογία "σύνταξη κατάθεση προτάσεων και παράσταση- υποστήριξη υποθέσεώς κατά Ε. Α. (αρ. κατ. 49259/07)", την 18.12.2009 η υπ' αρ. 1740/18.12.2009 Α.ΠΎ του δικηγόρου Στέργιου Γεωργαλή, ποσού 5.500 ευρώ, με αιτιολογία "αμοιβή και έξοδα επί υποθέσεων της κατά Ε.

Α. (μελέτη, αντίγραφα, σύνταξη και κοινοποίηση εξωδίκου, παράσταση στη συζήτηση ΠολΠρωτΘεσ, την 11.05.2009, αγωγής της ανωτέρω για κέρδη χρήσης 2006 και γενικά νομική συμβουλή)", και την 18.03.2010 η υπ' αρ. 0615/18.03.2010 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - Κορνηλάκη, ποσού 5.500 ευρώ, με αιτιολογία "παράσταση στη συζήτηση 11.05.2009 ΠολΠρωτΘεσ, σύνταξη προτάσεων και προσθήκης, παροχή νομικών συμβουλών-μελέτη- σύνταξη εξωδίκων κατά της Ε.

Α.". Την 30.12.2010 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 0639/30.12.2010 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου- Κορνηλάκη, ποσού 4.920 ευρώ (4.000 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "παράσταση στο Εφετείο Θεσσαλονίκης την 22.10.2010, σύνταξη- κατάθεση προτάσεων σε υπόθεση κερδών 2005 και σύνταξη εξωδίκων", που αφορά στη συζήτηση της έφεσης της ενάγουσας κατά της με αρ 2359/2009 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της ως άνω υπ' αρ.

κατ. 52199/2006 αγωγής της εταίρου Ε. Α.. Την 15.07.2010 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 24/2010 Α.Π.Υ. της δικηγορικής εταιρείας "Ν, Τέλλης - Αικ. Ζούζουλα", ποσού 14.000 ευρώ, με αιτιολογία "αμοιβή για την από 29.06.2010 γνωμοδότηση για την υπόθεση Ε. Α. κατά ……", που αφορά στην από 29.06.2010 νομική γνωμοδότηση του καθηγητή Νομικής Ν.

Τέλλη. Την 5.12.2011 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 0662/05.12.2011 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου - Κορνηλάκη, ποσού 4.305 ευρώ (3.500 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "παροχή εξώδικων υπηρεσιών και νομικών συμβουλών". Την 28.06.2012 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 1930/28.06.2012 Α.Π.Υ.

του δικηγόρου Στέργιου Γεωργαλή, ποσού 3.690 ευρώ (2.500 αμοιβή και 500 έξοδα πλέον αναλογούντος Φ.Π.Α.), με αιτιολογία "Ενώπιον του Πολυμ. Πρωτ. Θεσ. (μελέτη, νομική συμβουλή και παράσταση στη συζήτηση αγωγής Έ. Α. για κέρδη των χρήσεων 2007 και 2008) δικάσιμος 25.05.2012", που αφορά στη συζήτηση της με αρ καταθ 32845/2010 αγωγής της εταίρου Ε.

Α., για δε την υπόθεση αυτή στις 29/6/2012 καταχωρήθηκε στα βιβλία της ενάγουσας η υπ' αρ. 0688/29.06.2012 Α.Π.Υ. της δικηγόρου Κυριακής Καρτσίδου- Κορνηλάκη, ποσού 3.690 ευρώ (3.000 ευρώ πλέον αναλογούντος Φ.ΠΧ), με αιτιολογία "Σύνταξη, κατάθεση προτάσεων, παράσταση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο και εξέταση μαρτύρων σε αγωγή καταβολής κερδών 2007 και 2008 της Έ.

Α.".

Συνεπώς, η ζημία της ενάγουσας από την ανωτέρω αιτία ανέρχεται σε ποσό 17.000 ευρώ για τα δικαστικά έξοδα των ανωτέρω υποθέσεων, σε ποσό 117.586,89 ευρώ για τους τόκους και σε ποσό 47.605 ευρώ για τις αμοιβές των πληρεξουσίων δικηγόρων, δηλαδή συνολικά στο ποσό των 182.191,89 ευρώ. Η εναγομένη υποστηρίζει με τον έκτο λόγο της κρινόμενης έφεσης, που πλήττει το ανωτέρω κονδύλιο, ότι δεν βαρύνεται με υπαιτιότητα για την παραπάνω αιτία, καθόσον ήταν διαχειριστικά και επιχειρηματικά ορθό και επιμελές για την ενάγουσα εταιρία η "μεταφορά εις νέον" του 1/2 των ετήσιων κερδών της και η μη διανομή τους στους εταίρους και ότι επρόκειτο για πάγια πρακτική του ιδρυτή της (ενάγουσας), την οποία και η ίδια υιοθέτησε.

Ωστόσο, οι ισχυρισμοί αυτοί είναι αλυσιτελείς, ενόψει της αρχής της αυτοτέλειας των χρήσεων, που υπαγορεύει να λαμβάνονται ετησίως οι αποφάσεις της συνέλευσης των εταίρων περί διανομής ή μη των κερδών, επιπλέον δε οι αξιώσεις των λοιπών εταίρων για κέρδη και τόκους, έχουν ήδη αναγνωριστεί με τις ως άνω τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, που έκριναν τα νομικά και ουσιαστικά ζητήματα περί του σύννομου ή μη της μεταφοράς των κερδών εις νέον, με απόφαση μόνο του διαχειριστή, χωρίς να έχει προηγηθεί σχετική εγκριτική απόφαση της συνέλευσης των εταίρων.

Χαρακτηριστικά μάλιστα, στην με αριθ. 1689/2011 απόφαση αυτού του Δικαστηρίου (βλ σελ 62 αυτής) απορρίφθηκαν παρόμοια επιχειρήματα της εκκαλούσας ως αβάσιμα με την αιτιολογία ότι, κατά το χρονικό διάστημα που ασκούσε τη διαχείριση της εταιρείας ο Ι. Α. έγινε μόνο δύο φορές κεφαλαιοποίηση των εμφανιζομένων στον ισολογισμό μη αναληφθέντων κερδών, προς αύξηση του εταιρικού κεφαλαίου, μετά όμως από ομόφωνη απόφαση των εταίρων και σχετική τροποποίηση του καταστατικού (βλ στίχους 7-14 στη σελ 62 της με αρ 1689/2011 απόφασης αυτού του Δικαστηρίου).

Συνακόλουθα, ο σχετικός (έκτος) λόγος της έφεσης, με τον οποίο η εκκαλούσα υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος. Από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα, αποδείχθηκε ότι την 30.06.2006 διενεργήθηκε, κατ' εντολή της εναγόμενης, ταμειακή εγγραφή μείωσης του ταμείου της ενάγουσας, ποσού 2.857,00 ευρώ, με αντίστοιχη μείωση εγγεγραμμένου φερόμενου υπολοίπου της ήδη, από το έτος 2001, λυμένης και εκκαθαρισθείσας ομόρρυθμης εταιρείας με την επωνυμία "……& ΣίΑ Ο.Ε.", χωρίς να αναγράφεται σχετικό παραστατικό οφειλής ή πληρωμής ή άλλο δικαιολογητικό για την εγγραφή αυτή και χωρίς να αποδεικνύεται η πραγματική καταβολή του ως άνω ποσού στο νόμιμο εκπρόσωπο αυτής της εταιρείας.

Επίσης, την 27.02.2006 καταχωρίστηκε στα βιβλία της ενάγουσας, κατ' εντολή της εναγομένης με ημερομηνία καταχώρισης 24.02.2006, πληρωμή της ενάγουσας προς το θανόντα Ι. Α., ποσού 10.659,83 ευρώ, με αιτιολογία ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΠΡΟΜΗΘ. ΠΩΛΗΤΩΝ 2005", με ισόποση μείωση των διαθέσιμων μετρητών και ισόποση πιστωτική εγγραφή στο λογαριασμό 53.10 "Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις προς κ.

I. Α." του οποίου, εξ αδιαθέτου κληρονόμοι είναι, μεταξύ άλλων, οι εκπροσωπούσες την ενάγουσα στην παρούσα δίκη, Ε. και Β.- Β. Α., σε ποσοστό 3/8 εξ αδιαιρέτου η καθεμία, στις οποίες δεν καταβλήθηκε το αναλογούν σε αυτές ποσό κατά το κληρονομικό τους μερίδιο, για την ως άνω αιτία. Έτσι, κατά το συνολικό ποσό των 13.516,83 (2.857,00 + 10.659,83), που αφορούν σε ταμειακές εκροές, που διενεργήθηκαν κατ' εντολή της εναγομένης, μειώθηκαν αντίστοιχα και ισόποσα τα ταμειακά διαθέσιμα της ενάγουσας, που υπέστη για την αιτία αυτή ισόποση ζημία.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση σε όμοια κρίση κατέληξε, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του ένατου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Επίσης, πλήρως αποδείχθηκε ότι αν και εκδόθηκε η υπ' αρ. Δ 3764/21.11.2007 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας, ποσού 20.000 ευρώ, από τον πελάτη της με την επωνυμία "…..

Α.Ε.", όπως και η υττ' αρ. ΣΤ 1461 /21.02.2008 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας, ποσού 200 ευρώ, από τον πελάτη της Τ. Ν. καθώς και η υπ' αρ. Θ 0676/10.10.2008 απόδειξη είσπραξης της ενάγουσας, ποσού 200 ευρώ, από τον πελάτη της "…..", οι ως άνω εισπράξεις, με υπαιτιότητα της εναγόμενης ως καταστατικής διαχειρίστριας, δεν καταχωρίστηκαν στα βιβλία της ενάγουσας και δεν κατατέθηκαν τα ισόποσα χρηματικά ποσά στον εταιρικό τραπεζικό λογαριασμό ή στο ταμείο μετρητών της ενάγουσας, με αποτέλεσμα να υφίσταται η τελευταία ισόποση ζημία ύψους 20.400 (20.000 + 200 + 200) ευρώ, η δε εναγομένη φέρει αποκλειστική ευθύνη για τις εγγραφές στα βιβλία και τις παραλείψεις καταχωρίσεων σε αυτά, υπό την παραπάνω ιδιότητά της.

Επομένως, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, το οποίο με την εκκαλούμενη απόφαση σε όμοια κρίση κατέληξε, δεν έσφαλε στην εκτίμηση των αποδείξεων, απορριπτομένου ως ουσιαστικά αβάσιμου του δέκατου λόγου της κρινόμενης έφεσης. Περαιτέρω, αποδείχθηκε ότι η εναγομένη δεν άσκησε την προσήκουσα εποπτεία στον συνεργαζόμενο με την ενάγουσα πωλητή Α.

Ε., ο οποίος αν και εισέπραξε στο χρονικό διάστημα 2007-2009 χρηματικά ποσά, από πελάτες της ενάγουσας προς το σκοπό της απόδοσής τους στην εταιρία έναντι των χρεωστικών υπολοίπων τους, δεν τα απέδωσε στην ενάγουσα. Η οφειλή του προς την εταιρία από τον Οκτώβριο 2008 υπερέβαινε τις 10.000, από το Δεκέμβριο 2008 τις 20.000 και από το Μάιο 2009 και εντεύθεν τις 30.000, ενώ κατά την 4/12/2009 ήταν ύψους 36.091,00 ευρώ.

Επιπλέον τούτος εισέπραξε, την 23/12/2009 από πελάτη της εταιρίας και δεν απέδωσε ποσό 15.356 ευρώ, με αποτέλεσμα η οφειλή του προς την ενάγουσα να ανέλθει σε 51.447 ευρώ, όπως τα ανωτέρω προκύπτουν από τις εγγραφές των εταιρικών λογιστικών βιβλίων, που ενσωματώνονται και στο δικόγραφο της κρινόμενης αγωγής. Η εναγόμενη, λαμβάνοντας γνώση της επιλήψιμης αυτής συμπεριφοράς, δέχθηκε και έλαβε έναντι της χρηματικής οφειλής του προαναφερόμενου πωλητή, 50 ισόποσες μηνιαίες συναλλαγματικές αποδοχής του, των 1.000,00 ευρώ καθεμία, η πρώτη λήξης 30.4.2010 και η τελευταία 30.6.2014.

Ωστόσο, αν και η οφειλή αυτή εξακολούθησε υφιστάμενη, η εναγομένη δεν υπέβαλε αίτηση για την έκδοση διαταγής πληρωμής σε βάρος του, ούτε κινήθηκε καθ' οιονδήποτε τρόπο εναντίον του δικαστικά, ήδη δε με την κρινόμενη έφεσή της (σελ 132) υποστηρίζει αορίστως ότι ο ανωτέρω πωλητής υποσχέθηκε την εξόφληση της οφειλής του από 30/4/2010 και στο εξής με την καταβολή ποσού 1000 ευρώ το μήνα και από το προϊόν της εργασίας του είτε στην ενάγουσα εταιρία είτε αλλού (δεν αναφέρεται) , πράγμα όμως που δεν κατέστη δυνατό γιατί ασθένησε σοβαρά και κατέστη ανίκανος για οποιαδήποτε εργασία, περιστατικό, που γνώριζαν οι άλλες δύο εταίροι.

Οι ισχυρισμοί αυτοί, που εισφέρονται αορίστως, δεν διαφοροποιούν την κρίση του Δικαστηρίου περί της απουσίας εκ μέρους της εναγομένης, ως καταστατικής διαχειρίστριας, του προσήκοντος ελέγχου και εποπτείας επί του ανωτέρω συνεργάτη της ενάγουσας λαμβανομένης υπόψη και της εξακολουθητικής επί σειρά ετών ως άνω συμπεριφοράς του τελευταίου σε συνδυασμό με την εκ του νόμου ευθύνη της εναγομένης για κάθε πταίσμα (άρθρο 714 ΑΚ) αλλά και της ομολογίας της με τον κρινόμενο λόγο της έφεσης ότι δεν υφίστανται περιθώρια είσπραξης του ανωτέρω ποσού από προϊόν εργασίας του ως άνω πωλητή ή άλλως πως.

Επομένως , το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, που με την εκκαλουμένη απόφασή του αν και με εν μέρει διάφορη αιτιολογία, που αντικαθίσταται από αυτή της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), έκρινε ότι με υπαιτιότητα της εναγομένης, η ενάγουσα εταιρία ζημιώθηκε κατά το ανωτέρω ποσό της οφειλής του Α. Ε. ύψους 51.447 ευρώ, το οποίο και επιδίκασε για την ανωτέρω αιτία, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις απορριπτομένων ως ουσιαστικά αβάσιμων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης με τον ενδέκατο λόγο της έφεσής της.

Κατ' ακολουθία των ανωτέρω η συνολική περιουσιακή ζημία της ενάγουσας οφειλόμενη σε υπατιότητα της εναγομένης, ως καταστατικής διαχειρίστριας, κατά τους άνω χρόνους ανέρχεται στο συνολικά επιδικασθέν ποσό των 343.195,05 (46.776,30 + 3.434,58 + 25.428,45 + 182.191,89 + 13.516,83 + 51.447 + 20.400) ευρώ, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της εναγομένης, στον δέκατο πέμπτο λόγο της έφεσης, με τον οποίο γενικά παραπονείται για την ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και επιχειρημάτων από την εκκαλουμένη, διότι κατά τους ισχυρισμούς της δεν ελήφθησαν υπόψη από το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, οι προηγούμενες δικαστικές ενέργειες και διεκδικήσεις των αντιδίκων της, λοιπών ομόρρυθμων εταίρων της ενάγουσας, οι εκδοθείσες υπέρ της ιδίας δικαστικές αποφάσεις, τις οποίες εξειδικεύει στις προτάσεις της, της παρούσας δίκης, με αποτέλεσμα τη δικαίωση των αντιδίκων της εταίρων παρά την εκ μέρους της επωφελή για την ενάγουσα διαχείριση." Κατόπιν αυτών των παραδοχών του ως προς τα ενδιαφέροντα την κρινόμενη αίτηση ζητήματα το Εφετείο απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση της αναιρεσείουσας κατά της απόφασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, που είχε δεχθεί εν μέρει την αγωγή της αντιδίκου της, επιδικάζοντάς της το ως άνω ποσό.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 11 β ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται και εάν το δικαστήριο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν. Μεταξύ των αποδεικτικών μέσων που ιδρύουν τον κατά τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης είναι και η δικαστική ομολογία, ήτοι η παραδοχή πραγματικού γεγονότος επιβλαβούς για τον διάδικο που ομολογεί και η οποία κατά το άρθρο 352 ΚΠολΔ αποτελεί πλήρη απόδειξη εναντίον του διαδίκου που ομολόγησε, ενώ κατά τη διάταξη του εδαφίου β του άρθρου 261 ΚΠολΔ, εφόσον δεν αμφισβητήθηκε η αλήθεια κάποιου πραγματικού ισχυρισμού, απόκειται στο δικαστή να κρίνει σε συνδυασμό με την τυχόν γενική άρνηση και το σύνολο των ισχυρισμών των διαδίκων, αν συνάγεται ομολογία ή άρνηση.

Από την τελευταία αυτή διάταξη προκύπτει ότι προϋπόθεση συναγωγής της λεγόμενης έμμεσης ομολογίας του διαδίκου σε σχέση με συγκεκριμένο πραγματικό ισχυρισμό του αντιδίκου του είναι να μην αμφισβητήθηκε ειδικώς από εκείνον ο πραγματικός αυτός ισχυρισμός. Αν συντρέχει η αρνητική αυτή προϋπόθεση, η οποία και μόνο ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο με επισκόπηση των υποβληθέντων εκ μέρους του αναιρεσείοντος δικογράφων ενώπιον των δικαστηρίων της ουσίας (άρθ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), εκείνα τα δικαστήρια δικαιούνται να κρίνουν, ανελέγκτως ως προς τούτο, αν από το σύνολο των ισχυρισμών και τη γενική άρνηση που προβάλλεται συνάγεται ή όχι έμμεση ομολογία (ΑΠ 1180/2017, 369/2008, ΑΠ 119/2008).

Το Εφετείο, επανακρίνοντας το κονδύλιο αποζημίωσης των 25428,45 ευρώ, με το οποίο επιβαρύνθηκε η αναιρεσίβλητη, κατ' εντολήν της αναιρεσείουσας, για αμοιβές και νομικές υπηρεσίες δικηγόρων επί αγωγών κ.λπ. και στηριζόμενο σε ομολογία της τελευταίας ότι αυτό αφορούσε ένδικα βοηθήματα, εγκλήσεις κ.λπ. στρεφόμενα ατομικά κατά της τελευταίας, δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια από τον αριθμό 11 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ.

Από την επισκόπηση του δικογράφου της εφέσεώς της προκύπτει ότι η αναιρεσίουσα δεν αμφισβήτησε ειδικώς το παραπάνω γεγονός αλλ' αντιθέτως το ομολόγησε (σελ. 110 του δικογράφου της έφεσής της υπό β': "αυτές οι αγωγές, μηνύσεις κλπ. των αντιδίκων εταίρων στρέφονταν μεν ατομικά εναντίον μου, αλλά με την ιδιότητα της διαχειρίστριας της εταιρίας ..."), ενώ και από τις προτάσεις της ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου δεν προκύπτει σχετική ειδική αμφισβήτηση, αφού σε εκείνες η αναιρεσείουσα δεν διαχώρισε καν τις στρεφόμενες κατ'αυτής ατομικά αγωγές από τις αγωγές τις στρεφόμενες κατά της εταιρίας ή ενδεχομένως και κατά των δύο (ως προς τις εγκλήσεις είναι αυτονόητο ότι τέτοιο θέμα δεν υφίστατο καν, διότι αυτές δεν ήταν δυνατόν παρά να στρέφονται μόνον κατ' αυτής ως φυσικού προσώπου), διάκριση στην οποία προέβησαν τα δικαστήρια της ουσίας κατά την έρευνα της διαφοράς.

Ενόψει της μη ειδικής αμφισβήτησης, προδήλως επειδή η αναιρεσείουσα υποστήριξε επιπροσθέτως ότι εναγόταν, μηνυόταν κ.λπ. ατομικώς μεν, με την ιδιότητα όμως της διαχειρίστριας και ο σχετικός ισχυρισμός της κρίθηκε ότι έχρηζε και περαιτέρω εξέτασης, το Εφετείο προσέφυγε στην παραδοχή έμμεσης ομολογίας της ως προς το ανωτέρω ζήτημα, κρίση που δεν ελέγχεται από τον Άρειο Πάγο κατά τα προεκτιθέμενα.

Επομένως ο τρίτος λόγος της αίτησης αναίρεσης με το πρώτο σκέλος του οποίου υποστηρίζονται τα αντίθετα είναι αβάσιμος. Αβάσιμα είναι και το δεύτερο και τρίτο σκέλη του ίδιου λόγου, με τα οποία η αναιρεσείουσα προσβάλλει την κρίση του δικαστηρίου ως προς το συγκεκριμένο κονδύλιο για πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, επικαλούμενη ευθεία και εκ πλαγίου αντιστοίχως παραβίαση των άρθρων 713, 714 ΑΚ.

Μόνη η ιδιότητα εταίρου ως διαχειριστή, ο οποίος στο πλαίσιο της διαχειριστικής του εξουσίας διενεργεί πράξεις ή προβαίνει σε παραλείψεις, δεν συνεπάγεται έλλειψη υπαιτιότητάς του και συνεπώς προσωπικής του ευθύνης έναντι της εταιρίας, εάν αυτές κείνται εκτός του εταιρικού σκοπού και προξενούν σε αυτήν ζημία, επιβαρύνοντάς την με δαπάνες, που μειώνουν το ενεργητικό της και κατ' επέκταση την περιουσία της.

Τέτοια περίπτωση συντρέχει όταν κατ' εντολή του χρεώνονται στην εταιρία δαπάνες προς άμυνά του έναντι ένδικων βοηθημάτων, εγκλήσεων κ.λπ. που στρέφονται κατά του ιδίου προσωπικά, έστω κι αν αναφέρονται σε δραστηριότητα που ανέπτυξε ως διαχειριστής, γεγονός που δέχθηκε ότι έπραξε η αναιρεσείουσα, κατά την ανέλεγκτη ως προς τα πράγματα, κρίση του το Εφετείο με σαφείς και πλήρεις αιτιολογίες.

Όπως προκύπτει δε από το δικόγραφο της έφεσης της αναιρεσείουσας, αυτή επαναφέροντας στο Εφετείο ισχυρισμό της περί έλλειψης υπαιτιότητάς της για τις ανωτέρω δαπάνες, αρκέσθηκε στην επίκληση των ενεργειών της στο πλαίσιο της διαχειριστικής της εξουσίας (βλ. σελ. 110 υπό β'- 111 της έφεσής της) και ουδόλως προέβαλε με τον σχετικό λόγο της έφεσής της ισχυρισμό ότι οι συγκεκριμένες για κάθε περίπτωση δαπάνες, που επιβάρυναν την αναιρεσίβλητη εταιρία, εντάσσονταν στο καλώς νοούμενο συμφέρον της και στον εταιρικό της σκοπό, ώστε να θεμελιώνεται νόμιμη κατά το άρθρο 714 ΑΚ ένσταση περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της αναιρεσείουσας ως διαχειρίστριας, κρίση στην οποία κατέληξε το Εφετείο και η οποία αρκεί προς επιστήριξη του διατακτικού της, χωρίς να είναι αναγκαία γι' αυτό και η πλεοναστική αιτιολογία ότι η αναιρεσείουσα δεν επικαλέσθηκε και εξάντληση εκ μέρους της κάθε καλόπιστου περιθωρίου συμβιβαστικής προσέγγισης και αποφυγής δικαστικών διενέξεων (επί μέρους πράξη που, σε κάθε περίπτωση, εντάσσεται στο καλώς νοούμενο συμφέρον της εταιρίας, όταν οι διαφορές προκύπτουν μεταξύ των εταίρων, χωρίς να απαιτείται όμως να αναφερθεί ειδικώς για τη νομιμότητα και πληρότητα της σχετικής ενστάσεως).

Απαράδεκτες όσον αφορά το παραπάνω κονδύλιο αποζημίωσης είναι και οι αιτιάσεις, που προβάλλονται με το τέταρτο και πέμπτο σκέλος του τρίτου λόγου αναίρεσης, από τους αριθμούς 8 β και 14 α του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα διατείνεται αντιστοίχως ότι το Εφετείο: α) δεν έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της για τις ανωτέρω δαπάνες και β) τον κήρυξε απαράδεκτο λόγω αοριστίας, προεχόντως διότι αυτοί στηρίζονται επί εσφαλμένων προϋποθέσεων, καθόσον το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό της και τον απέρριψε, κατά τα προεκτεθέντα, ως μη νόμιμο, διότι δεν περιελάμβανε όλα τα απαραίτητα για τη θεμελίωσή του στοιχεία, και όχι ως αόριστο, αφού η αοριστία του απλώς επισημάνθηκε (βλ.

σχετική διατύπωση στην προσβαλλόμενη απόφαση: "πέραν της αοριστίας του"). Οι λόγοι αυτοί είναι απαράδεκτοι και ως αντιφατικοί, δεδομένου ότι δεν είναι δυνατή η επίκληση μη λήψεως υπόψη ενός ισχυρισμού και η ταυτόχρονη προσβολή της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας επειδή τον απέρριψε ως αόριστο, λαμβάνοντάς τον υπόψη.

Αβάσιμες επίσης είναι οι προβαλλόμενες με το πρώτο και τέταρτο σκέλος του τέταρτου λόγου αιτιάσεις της αναιρεσείουσας από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους βάλλεται η προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ και ανεπαρκείς αιτιολογίες όσον αφορά την επιδίκαση του κονδυλίου αποζημιώσεως των 182.191,89 για τη ζημία που υπέστη η αναιρεσίβλητη από τη χρέωσή της α) με τις προσδιοριζόμενες αμοιβές δικηγόρων για τις αναφερόμενες υπηρεσίες, που παρείχαν προς απόκρουση των κατ' αυτής αγωγών των δύο άλλων πλην της αναιρεσείουσας εταίρων προς καταβολή του υπολοίπου (πέραν του 1/2) των αναλογούντων σ' αυτές κερδών των προσδιοριζόμενων ετών, β) με επιδικασθέντα σε αυτές από τις προσδιοριζόμενες τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις στις τότε ενάγουσες δικαστικά έξοδα και γ) με τόκους υπερημερίας των οφειλομένων και επιδικασθεισών σε εκείνες ποσών των μη καταβληθέντων ετήσιων κερδών τους.

Το Εφετείο δεν παραβίασε τις προαναφερόμενες διατάξεις ευθέως ή εκ πλαγίου, δεχόμενο, με πλήρεις, αναλυτικές, σαφείς και αιτιολογίες, που δεν περιέχουν αντιφάσεις, ότι η αναιρεσείουσα ενήργησε ως διαχειρίστρια κατά παράβαση του νόμου και του καταστατικού της αναιρεσείουσας (αιτιολογία περιλαμβανόμενη στην ενσωματωθείσα στην προσβαλλόμενη απόφαση του Εφετείου απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, οι αιτιολογίες της οποίας ως προς το ανωτέρω ζήτημα δεν αντικαταστάθηκαν αλλ' απλώς συμπληρώθηκαν) αποφασίζοντας μονομερώς και χωρίς να προηγηθούν αποφάσεις των γενικών συνελεύσεων των εταίρων για κάθε αυτοτελή εταιρική χρήση τη μη διανομή στις τότε ενάγουσες του 1/2 των εταιρικών κερδών, που αναλογούσαν σ' αυτές ετησίως και τη μεταφορά τους "εις νέον", η επιδίκαση των οποίων μαζί με τους οφειλόμενους τόκους εις βάρος της κριθείσας υπερήμερης αναιρεσίβλητης έλαβε χώρα με τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, απέρριψε δε την ένστασή της περί ελλείψεως οποιασδήποτε υπαιτιότητάς της τη στηριζόμενη σε διαχειριστική και επιχειρηματική ορθότητα των παραπάνω, κατά τους ισχυρισμούς της, επωφελών για την εταιρία ενεργειών της, ενόψει και πάγιας πρακτικής του ιδρυτή της αναιρεσίβλητης, την οποία συνέχισε, κρίνοντας τους επί μέρους σχετικούς ισχυρισμούς της ως αλυσιτελείς λόγω της αρχής της αυτοτέλειας των εταιρικών χρήσεων (άρθ. 255 ν. 4072/2012, 762 ΑΚ) και σε κάθε περίπτωση (με επάλληλη κρίση) ως απαράδεκτους, καλυπτόμενους από το δεδικασμένο της αναφερόμενης απόφασης του ιδίου Εφετείου (άρθ. 330 ΚΠολΔ).

Το Εφετείο δεν υπέπεσε επίσης στην πλημμέλεια από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, που αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση με το τρίτο σκέλος του ίδιου λόγου, εφόσον έλαβε υπόψη του την ένσταση περί ελλείψεως υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας για την προπαρατιθέμενη ζημία της αναιρεσίβλητης και την απέρριψε, χωρίς να είναι αναγκαίο να αναφέρεται και να αναλύει διεξοδικώς όλα τα επιχειρήματα που προέβαλε η αναιρεσείουσα προς επιστήριξή της.

Επομένως ο σχετικός λόγος είναι κατά το αμέσως ανωτέρω σκέλος του απαράδεκτος, διότι στηρίζεται σε εσφαλμένη προϋπόθεση. Ο αναιρετικός λόγος του άρθρου 559 αριθ. 11 περ. γ` ΚΠολΔ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα, που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν, είτε προς άμεση απόδειξη, είτε για την συναγωγή δικαστικών τεκμηρίων.

Κατά την έννοια του πιο πάνω εδαφίου, για την ίδρυση του λόγου αυτού αναιρέσεως αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για τη λήψη υπόψη από το δικαστήριο προσκομισθέντων με επίκληση αποδεικτικών μέσων, τα οποία το δικαστήριο έχει υποχρέωση να λαμβάνει υπόψη κατά τις συνδυασμένες διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339, 340 και 346 ΚΠολΔ (ΟλΑΠ 2/2008).

Πρέπει, όμως, προς ίδρυση του ανωτέρω λόγου, το αποδεικτικό μέσο να ήταν χρήσιμο προς άμεση ή έμμεση δια τεκμηρίων απόδειξη γεγονότων που συγκροτούν ισχυρισμό λυσιτελή, δηλαδή που επιδρά στο διατακτικό της προσβαλλόμενης απόφασης (ΑΠ 173/2015). Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος (κατ` ουσίαν), όταν το δικαστήριο βεβαιώνει στην απόφαση του ότι έλαβε υπόψη τα συγκεκριμένα αποδεικτικά μέσα, για τα οποία προτείνεται ο αναιρετικός λόγος ή ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς στην απόφαση να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, εκτός εάν συντρέχει η προπαρατιθέμενη περίπτωση, δηλαδή παρά την παραπάνω βεβαίωση, από το περιεχόμενο της αποφάσεως και ιδίως από τις αιτιολογίες καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων ή ορισμένων εγγράφων, οπότε είναι ουσιαστικά βάσιμος ο λόγος αναιρέσεως (ΑΠ 34/2021, 50/2020, ΑΠ 1349/2017, ΑΠ 1204/2008).

Για την πληρότητα του ως άνω αναιρετικού λόγου, πρέπει να καθορίζονται στο αναιρετήριο: α) το φερόμενο ως μη ληφθέν υπόψη αποδεικτικό μέσο, κατά τρόπο που να προκύπτει η ταυτότητά του, β) η επίκληση και προσκομιδή αυτού κατά νόμιμο τρόπο ενώπιον του δικαστηρίου που εξέδωσε την προσβαλλόμενη απόφαση, ακόμη και αν αυτό έπρεπε να ληφθεί υπόψη αυτεπαγγέλτως, γ) ο ισχυρισμός προς απόδειξη του οποίου προσκομίσθηκε και το περιεχόμενό του ισχυρισμού, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτός ήταν ουσιώδης και το αποδεικτικό μέσο ήταν κρίσιμο για την απόδειξη ή ανταπόδειξη αυτού και, δ) το περιεχόμενο του αποδεικτικού μέσου (ΟλΑΠ 1990/1982, ΑΠ 901/2019, 1264/2017, 960/2017, 1409/2015, 6/2012, 1511/2011, 333/2009, 1248/2008, 255/2006), ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτό ήταν πράγματι κρίσιμο για τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης ως προς τη βασιμότητα του αμέσως προαναφερόμενου ισχυρισμού.

Στην προκείμενη περίπτωση, με τον ίδιο παραπάνω τέταρτο λόγο της αίτησης κατά το δεύτερο σκέλος του από τον αριθμό 11 γ' του άρθρου 559 ΚΠολΔ προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση, η αιτίαση ότι το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση του αποδεικτικού του πορίσματος ως προς την ένσταση ελλείψεως υπαιτιότητας για τη ζημία της αναιρεσίβλητης από τις αναφερόμενες στον τέταρτο λόγο αναίρεσης αιτίες, δεν έλαβε υπόψη τα εξής προσκομισθέντα και επικληθέντα από την ίδια έγγραφα:

α) τις 8581 και 4978/2011 αποφάσεις του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης που απέρριψαν αγωγές της εταίρου Β.- Β. Α. για την καταβολή των αναλογούντων σ' αυτή κερδών των ετών 2003-2005 και 2007, κρίνοντας ότι η μεταφορά αυτών "εις νέον" ήταν νόμιμη και επωφελής για την αναιρεσίβλητη, αποφάσεις κατά των οποίων δεν της έχουν κοινοποιηθεί εφέσεις, β) το 608/2011 βούλευμα που την απήλλαξε από την κατηγορία της υπεξαίρεσης των μη διανεμηθέντων κερδών της Ε.

Α. της χρήσης 2006 και γ) την 954/2016 απόφαση του ποινικού τμήματος του Αρείου Πάγου που εκδόθηκε σε άλλη υπόθεση με κατηγορούμενη τη Β. - Β. Α... Ο λόγος αυτός είναι κατά το παραπάνω σκέλος του απαράδεκτος όσον αφορά την τελευταία επικαλούμενη απόφαση του Αρείου Πάγου (ανωτ. υπό γ'), το περιεχόμενο της οποίας ουδόλως αναφέρεται, ώστε να μπορεί να κριθεί αν αυτό ήταν πράγματι κρίσιμο για τη διαμόρφωση δικανικής πεποίθησης ως προς τη βασιμότητα του ισχυρισμού περί ελλείψεως υπαιτιότητας της αναιρεσείουσας.

Κατά τα λοιπά αυτός είναι αβάσιμος, αφού το Εφετείο βεβαιώνει στην προσβαλλόμενη απόφασή του ότι έλαβε υπόψη όλα τα με επίκληση προσκομιζόμενα έγγραφα, έστω και χωρίς να γίνεται μνεία και χωριστή αξιολόγηση του καθενός από αυτά, και από το περιεχόμενο της αποφάσεως αυτής και ιδίως από τις αιτιολογίες της δεν καταλείπονται αμφιβολίες για τη συνεκτίμηση όλων των εγγράφων, μεταξύ των οποίων και τα αναφερόμενα ανωτέρω υπό στοιχεία α' και β', δεδομένου ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του ως προς την υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας σε σχέση με το συγκεκριμένο κριθέν κονδύλιο αποζημιώσεως στις αναφερόμενες ειδικώς τελεσίδικες δικαστικές αποφάσεις, κρίση η οποία δεν ήταν δυνατό να επηρεασθεί από τυχόν αντίθετες κρίσεις αποφάσεων, η τελεσιδικία των οποίων δεν προέκυπτε, με συνέπεια να μη καθίσταται αναγκαία η ειδική αναφορά τους, ενώ ουδεμία σχέση με την κριθείσα υπόθεση και το συγκεκριμένο κονδύλιο έχει η απαλλαγή της αναιρεσείουσας για το αδίκημα της υπεξαίρεσης, που δεν της αποδόθηκε με την ασκηθείσα από την αναιρεσίβλητη εταιρία αγωγή, η οποία στηρίχθηκε σε πλημμελή διαχείριση, έτσι ώστε να το ανωτέρω απαλλακτικό βούλευμα να μην είναι χρήσιμο για την απόδειξη του ανωτέρω ισχυρισμού της αναιρεσείουσας και να μην είναι δυνατό να ασκήσει οποιαδήποτε επιρροή στη σχετική κρίση του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου.

Περαιτέρω το Εφετείο βάσει των προπαρατιθέμενων παραδοχών του, με σαφείς, πλήρεις και μη αντιφατικές αιτιολογίες, που επιστηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης και καθιστούν δυνατό τον αναιρετικό έλεγχο βάσει των εφαρμοσθεισών διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (άρθ. 713, 714 ΑΚ) δέχθηκε ευθύνη της μη ασκήσασας τη δέουσα εποπτεία και έλεγχο αναιρεσείουσας για τη ζημία συνολικού ύψους 51447 ευρώ, που υπέστη η αναιρεσίβλητη από τη μη απόδοση σ' αυτήν των προσδιοριζομένων ποσών από τον συνεργαζόμενο με αυτήν πωλητή Α.

Ε., ο οποίος τα εισέπραξε από πελάτες της για λογαριασμό της τα έτη 2007-2009 και τα παρακράτησε, όπως αποδεικνυόταν από σχετικές εγγραφές στα λογιστικά βιβλία της εταιρίας. Η γενόμενη δεκτή μη δέουσα εποπτεία και έλεγχος εκ μέρους της αναιρεσείουσας, που όφειλε να εντοπίσει έγκαιρα την ανωτέρω συμπεριφορά του παραπάνω πωλητή, αποτρέποντας την περαιτέρω επαύξηση της ζημίας της αναιρεσίβλητης, εκτεινόμενη σε όλο το προαναφερόμενο χρονικό διάστημα, δεν έρχεται σε αντίφαση αλλ' αντίθετα επιστηρίζεται από το γεγονός ότι η αναιρεσείουσα έλαβε γνώση αυτής της παρακράτησης αργότερα και ήλθε σε συμφωνία μαζί του για τη σταδιακή καταβολή τους το 2010 δια της υπογραφής εκ μέρους του 50 συναλλαγματικών, με ημερομηνίες λήξης αρχόμενες από 30-4-2010, που δεν πληρώθηκαν, χωρίς ωστόσο η πληρωμή έστω των πρώτων απ' αυτές να διεκδικηθεί δια της εκδόσεως διαταγών πληρωμής, μέχρις ότου αυτός ασθένησε σοβαρά και δεν υφίσταντο περιθώρια είσπραξης των οφειλομένων εκ μέρους του ποσών από το προϊόν της εργασίας του ή με άλλο τρόπο (με συνέπεια να καθίσταται οριστική και βέβαιη πλέον η απώλεια του ανωτέρω ποσού για την αναιρεσίβλητη), όπως κρίθηκε από το Εφετείο, που αντικατέστησε τις σχετικές με αυτό το τελευταίο ζήτημα αιτιολογίες του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου (αναφερθέντος σε ιδιαζόντως δυσχερή ή απίθανη την ικανοποίηση της αναιρεσίβλητης).

Η δε επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα γνώση των υπολοίπων εταίρων ως προς το παραπάνω συμβάν, στηριζόμενη σε επικαλούμενη πρόσβασή τους στα βιβλία της αναιρεσίβλητης, ουδόλως αναιρεί την ευθύνη της τότε διαχειρίστριας της εταιρίας αναιρεσίβλητης προς αποζημίωση της εταιρίας. Επομένως ο σχετικός πέμπτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, λόγω ανεπαρκών και αντιφατικών αιτιολογιών ως προς το παραπάνω ζήτημα είναι αβάσιμος.

Επίσης με επαρκείς, σαφείς, εμπεριστατωμένες και μη αντιφατικές αιτιολογίες, επιτρέπουσες τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τη στοιχειοθέτηση των πραγματικών περιστατικών, που ήταν αναγκαία για την εφαρμογή των ίδιων ουσιαστικών διατάξεων των άρθρων 713 και 714 ΑΚ, έγιναν δεκτά τα κονδύλια αποζημιώσεως για τις ακόλουθες ζημίες της αναιρεσίβλητης:

α) 26.016,70 ευρώ για την επιβάρυνση της αναιρεσίβλητης στις 20-1-2006 με δαπάνη αγοράς ανελκυστήρος, ο οποίος δεν εξυπηρετούσε δικές της ανάγκες και δεν τοποθετήθηκε στις εγκαταστάσεις της, με συνέπεια το ως άνω ποσό να συνιστά έλλειμα της διαχείρισης της αναιρεσείουσας, η οποία δεν απέδειξε τον ισχυρισμό της περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της και συγκεκριμένα ότι δεν επρόκειτο για δική της διαχειριστική πράξη αλλά του Ι.

Α., β) 20.400 ευρώ συνολικώς, που αντιστοιχεί στις αναφερόμενες εισπράξεις της αναιρεσείουσας από τους προσδιοριζόμενους πελάτες της βάσει εκδοθεισών αποδείξεών της, οι οποίες δεν καταχωρήθηκαν στα βιβλία της και δεν κατατέθηκαν σε λογαριασμό ούτε στο ταμείο της, επαυξάνοντας το ενεργητικό της, όπως έπρεπε, παραλείψεις για τις οποίες ευθυνόταν η αναιρεσείουσα ως έχουσα την αποκλειστική ευθύνη για την τήρηση των βιβλίων, γ) 20.759,60 ευρώ, που φαινόταν κατ' αρχήν να έχει διπλοπληρωθεί στην προσδιοριζόμενη προμηθεύτρια της αναιρεσείουσας κατά τα αναλυτικώς αναφερόμενα στην προσβαλλόμενη απόφαση, και κατόπιν αντιλογισμού να έχει καταχωρηθεί τελικώς στις 23-8-2006 στον λογαριασμό "βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις σε (προς τον) Ι.

Α.", που είχε αποβιώσει στις 9-1-2006, πληρωμή που αποδείχθηκε εικονική, αφού αυτό δεν περιελήφθη στην κληρονομία του και δεν εκδόθηκε γι' αυτό και οποιοδήποτε παραστατικό πληρωμής, με συνέπεια να υπάρχει αντίστοιχο έλλειμα στην περιουσία της αναιρεσίβλητης, το οποίο οφείλεται σε υπαίτια πλημμελή διαχείριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας, δ) 2.857 ευρώ από διενεργηθείσα κατόπιν εντολής της αναιρεσείουσας ταμειακή εγγραφή μείωσης του ταμείου της αναιρεσίβλητης με αντίστοιχη μείωση του φερομένου ως οφειλόμενου υπολοίπου προς τη λυθείσα και εκκαθαρισθείσα από το έτος 2001 εταιρία "Β.

……" χωρίς να αναγράφεται παραστατικό οφειλής ή πληρωμής ή και να αποδεικνύεται ότι έλαβε χώρα τέτοια καταβολή προς τον εκπρόσωπο (εκκαθαριστή) εκείνης της εταιρίας, καθώς και 10.659,83 ευρώ, που καταχωρήθηκαν, κατ' εντολή της αναιρεσείουσας, στα βιβλία της αναιρεσίβλητης με αιτιολογία "ΕΞΟΦΛΗΣΗ ΠΡΟΜΗΘ. ΠΩΛΗΤΩΝ 2005", μειώνοντας αντιστοίχως την περιουσία της, ενώ το ποσό αυτό πιστώθηκε στον λογαριασμό "Βραχυπρόθεσμες υποχρεώσεις προς τον Ι.

Α.", στην κληρονομιαία περιουσία του οποίου δεν περιήλθε, με συνέπεια να μη δικαιολογούνται οι δύο αυτές ταμειακές εκροές, που μείωσαν αντιστοίχως της περιουσία της αναιρεσίβλητης. Επομένως αβάσιμοι είναι οι έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά τα δεύτερα σκέλη τους με τους οποίους πλήττεται η προσβαλλόμενη απόφαση για πλημμέλειες από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ σε σχέση με τα ανωτέρω ζητήματα αντιστοίχως, αναγόμενα σε πλημμελή, κατά τα αναφερόμενα στην αρχή της απόφασης, διαχείριση εκ μέρους της αναιρεσείουσας- διαχειρίστριας κατά τους κρίσιμους χρόνους.

Το Εφετείο, καταλήγοντας στις ως άνω αναφερόμενες παραδοχές, έλαβε εξάλλου υπόψη του τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας περί ελλείψεως υπαιτιότητάς της και τους απέρριψε κατά τα προαναφερόμενα είτε ρητώς είτε δια της παραδοχής των αντιθέτων και επομένως είναι απορριπτέοι οι ίδιοι έκτος, έβδομος, όγδοος και ένατος λόγοι της αίτησης αναίρεσης κατά τα πρώτα σκέλη τους, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για σφάλματα από τον αριθμό 8 β του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ κατά τα λοιπά υπό την επίφαση σφαλμάτων από τους ανωτέρω λόγους του άρθρου 559 αρ. 19 και 8 ΚΠολΔ, η αναιρεσείουσα επιχειρεί απαραδέκτως, κατ'άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ, να πλήξει την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών από το δικαστήριο της ουσίας.

Κατ` ακολουθίαν των ανωτέρω, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως πρέπει ν` απορριφθεί στο σύνολό της και να επιβληθούν σε βάρος της αναιρεσείουσας λόγω της ήττας της (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ) τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, κατά το σχετικό αίτημά της. Επίσης πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αναιρέσεως παραβόλου (άρθρο 495 παρ. 4 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 3-7-2020 αίτηση για αναίρεση της 1040/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Επιβάλλει στην αναιρεσείουσα τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

Διατάσσει την εισαγωγή στο Δημόσιο Ταμείο του κατατεθέντος για την άσκηση της αιτήσεως αναιρέσεως παραβόλου.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 7 Νοεμβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ