1869/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΗ ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3554/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1773/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Legislator headnote
AI generated1869/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
Full text
Απόφαση 1869 / 2017 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1869/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Α1’ Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Λέκκα Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Καγκάνη, Αλτάνα Κοκκοβού, Ιωάννη Μπαλιτσάρη και Αγγελική Τζαβάρα Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 2 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας-καλούσας: Α. Ζ. του Ι., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Αλεξάνδρα Παπαγεωργίου και κατέθεσε προτάσεις.
Των αναιρεσιβλήτων-καθ’ ων η κλήση: 1) Χ. συζύγου Ρ. Δ., κατοίκου ..., 2) Κ. Κ. του Δ., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο, 3) Ι. Μ. του Θ., κατοίκου ..., 4) Ε. Δ. του Γ., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από την πληρεξούσια δικηγόρο τους Χρυσούλα Μπίτσικα και κατέθεσαν προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 10/12/2002 ανακοπή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3554/2005 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 1773/2007 του Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η αναιρεσείουσα με την από 28/7/2008 αίτησή της, επί της οποίας εκδόθηκε η 272/2015 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη.
Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσείουσα με την από 12-12-16 κλήση της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Καγκάνης ανέγνωσε την από 5/11/2014 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη των λόγων της αναίρεσης.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως, η πληρεξούσια των παραστάντων αναιρεσιβλήτων την απόρριψή της και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 12.12.2016, κλήση της αναιρεσείουσας νόμιμα φέρεται προς συζήτηση η υπό κρίση (από 28.7.2008 και με αριθμό καταθ. ...2008) αίτηση αναιρέσεως της 1773/2007 τελεσίδικου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών μετά την κήρυξη απαραδέκτου της επ’ αυτής, κατά τη δικάσιμο της 2.3.2015 λαβούσης χώρα, συζητήσεως με την 272/2015 απόφαση του τμήματος αυτού του Αρείου Πάγου.
Όπως προκύπτει από τις μετ’ επικλήσεως από την αναιρεσείουσα προσκομιζόμενες υπ’ αριθμ. .../5.1.2017 και .../12.1.2017 εκθέσεως επιδόσεως του αρμοδίου δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών Ι. Α. ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως καθώς και της παραπάνω κλήσεως με την υπ’ αυτήν πράξη προσδιορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση Επιδόθηκε από την επισπεύδουσα αναιρεσείουσα νομοτύπως και εμπροθέσμως (βλ. .../19.1.2017 και ...19.1.2017 φύλλα των εφημερίδων ...), προς την πρώτη και δεύτερο των αναιρεσιβλήτων (Χ. Δ. και Κ. Κ.). Εφόσον όμως οι τελευταίοι δεν εμφανίσθηκαν κατά την εκφώνηση της υποθέσεως από τη σειρά του οικείου πινακίου ούτε κατέθεσαν την από τη διάταξη του άρθρου 242§2 ΚΠολΔ, που εφαρμόζεται και στην αναιρετική διαδικασία (αρθ. 573§1 ΚΠολΔ) δήλωση, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση της υπόθεσης, παρά την απουσία τους (αρθρ. 576 ΚΠολΔ).
Κατά τη διάταξη του αρθρ. 999§4 ΚΠολΔ, ο πλειστηριασμός ακινήτου, με ποινή ακυρότητας, δεν μπορεί να γίνει χωρίς να έχουν τηρηθεί οι διατυπώσεις που ορίζονται στις παραγράφους 1 και 3 εδάφια α’ , β’ , γ’ , ε’ και στ’ του ίδιου άρθρου, μεταξύ των οποίων είναι και η επίδοση στην οφειλέτρια καθής η εκτέλεση καθώς και στους ενυπόθηκους ή αναλόγως στους προσημειούχους δανειστές (αρθρ. 41 Εις ΝΚΠολΔ), και στον ειρηνοδίκη του τόπου της κατάσχεσης, περίληψης της κατασχετήριας έκθεσης μέσα σε προθεσμία 20 ημερών από την ημέρα της κατάσχεσης, που συντελείται, κατά το αρθρ. 993§ 1 ΚΠολΔ, με τη σύνταξη της οικείας έκθεσης.
Η παραπάνω διάταξη αφορά, κατά τη σαφή έννοια της, στην καθόλου παράλειψη των σχετικών διατυπώσεων, όχι δε και την περίπτωση που αυτές έλαβαν μεν χώρα, αλλά με τρόπο δικονομικώς άκυρο. Στην περίπτωση αυτή η ακυρότητα της αντίστοιχης πράξης, ως ακυρότητα ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας, απαγγέλλεται κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται έως την έναρξη του πλειστηριασμού (άρθρ.934§§1 β και 2 ΚΠολΔ) και για την ευδοκίμηση της απαιτείται η επίκληση και η απόδειξη δικονομικής βλάβης κατά το αρθρ. 159 αριθ. 3 ΚΠολΔ (ΑΠ 116/1998, ΑΠ 916/2004).
Ευνόητο είναι ότι η ακύρωση μιας ενδιάμεσης πράξης της εκτελεστικής διαδικασίας επιδρά ακυρωτικώς και στον εν συνεχεία πλειστηριασμό, ο οποίος, αν αφορά ακίνητο και πρόκειται για εκτέλεση προς ικανοποίηση χρηματικής απαίτησης, κηρύσσεται άκυρος κατόπιν ανακοπής που πρέπει να ασκείται μέσα σε προθεσμία 90 ημερών, αφότου μεταγραφεί η περίληψη της οικείας κατακυρωτικής έκθεσης, καθώς η ακυρότητα αφορά την τελευταία πράξη της εκτέλεσης.
Για να ασκηθεί, δηλαδή, παραδεκτά ανακοπή κατά του πλειστηριασμού λόγω δικονομικών ακυροτήτων της προδικασίας του, απαιτείται να έχει προσβληθεί ως άκυρη και η ελαττωματική πράξη της προδικασίας του μέσα στην προθεσμία του αρθρ. 931§1 β ΚΠολΔ. Αν όμως δεν πρόκειται για ελάττωμα απλώς ή αταξία της προδικασίας του πλειστηριασμού, αλλά για παντελή έλλειψη όλων ή μιας των διατυπώσεων που τάσσει ο νόμος για τη διενέργεια του και παρά την έλλειψη αυτή ο πλειστηριασμός διενεργηθεί, τότε είναι άκυρος ανεξάρτητα από βλάβη και η ακυρότητα του κηρύσσεται ύστερα από ανακοπή οποιουδήποτε έχει έννομο συμφέρον μέσα στην προθεσμία του αρθρ. 934§1γ ΚΠολΔ, αφού πρόκειται για λόγο ακυρότητας του ίδιου του πλειστηριασμού και όχι διατύπωσης της προδικασίας του που ποτέ δεν έγινε (ΟλΑΠ 3/2007).Τα ίδια, αναλόγως, ισχύουν και στην περίπτωση που όλες ή κάποιες από τις διατυπώσεις του πλειστηριασμού δεν παραλείφθηκαν, αλλά έγιναν εκπρόθεσμα ή με τρόπο που τις καθιστά δικονομικώς ανυπόστατες.
Με ανυπαρξία επίδοσης περίληψης’ της κατασχετήριας έκθεσης ακινήτου εξομοιώνεται και η επίδοση της σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική κατοικία αυτού που αφορά ή επίδοση, αφού εξ αιτίας της εσφαλμένης αυτής επίδοσης αυτός έχει άγνοια του επισπευδομένου πλειστηριασμού και μπορεί, αν διενεργηθεί, να τον προσβάλει, χωρίς άλλο, ως άκυρο μέσα στην προθεσμία του άρθ.934§1γ ΚΠολΔ, με ανακοπή στην οποία θα επικαλείται για το παραδεκτό της ότι ο επισπεύδων την εκτέλεση γνώριζε την πραγματική κατοικία του ή ότι ο ίδιος είχε έγκαιρα γνωστοποιήσει σ’ αυτόν την τυχόν μεταβολή της.(πρβλ.
ΟλΑΠ 3/2007, ΑΠ 8/11).
Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, ο απ’ αυτήν προβλεπόμενος λόγος αναίρεσης ιδρύεται αν το δικαστήριο πάρα το νόμο, κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Ο λόγος αυτός αναίρεσης αναφέρεται σε ακυρότητες δικαιώματα και απαράδεκτα από το δικονομικό μόνο δίκαιο (Ολ.
ΑΠ 2/2001, ΑΠ 2001/2009) ενώ οι ακυρότητες από το ουσιαστικό δίκαιο ελέγχονται μέσω του λόγου 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ. (ΑΠ 1518/2008, ΑΠ 558/2008). Μέσω του παραπάνω, από το αρθρ. 559 αρ. 14 Κ.Πολ.Δ., λόγου ελέγχονται, πλην άλλων, το παραδεκτό άσκησης ενδίκων μέσων (ΑΠ 371/2008), των προσθέτων λόγων έφεσης (Ολ.ΑΠ καθώς και το παραδεκτό των ανακοπών (αρθρ. 583 επ., 632, 933, 979 Κ.Πολ.Δ.) και των προσθέτων λόγων αυτών.
Τέλος, από τη διάταξη του άρθρου 578 ΚΠολΔ συνάγεται ότι, αν το αιτιολογικό της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης κρίνεται εσφαλμένο, αλλά το διατακτικό της ορθό, ο Άρειος Πάγος απορρίπτει την αναίρεση εκτός αν υπάρχει έννομο συμφέρον να αποτραπεί το δεδικασμένο, οπότε αναιρείται η απόφαση μόνο ως προς την εσφαλμένη αιτιολογία της.
Εσφαλμένο αιτιολογικό υπάρχει όταν κριθεί ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε η προσβαλλομένη απόφαση υπάγονται σε άλλον κανόνα δικαίου, εφόσον η υπαγωγή αυτή απολήγει σε πόρισμα όμοιο προς το διατακτικό της απόφασης. Ως αιτιολογικό δηλαδή νοείται εδώ η νομική αιτία, ήτοι οι διατάξεις του νόμου που αποτελούν τη μείζονα πρόταση του νομικού συλλογισμού και δεν ταυτίζονται με την αιτιολογία της απόφασης που ανάγοντα στην ελάσσονα πρόταση του συλλογισμού αυτού (Ολ.
ΑΠ 30/98, ΑΠ 911/2008, Ολ.ΑΠ 32/02 ΑΠ 539/11).
Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η από το άρθρο 559 αρ. 14 ΚΠολΔ αιτίαση με την επίκληση ότι, παρά το νόμο, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε (κήρυξε) ως απαραδέκτους, λόγω εκπροθέσμου ασκήσεως, τους δυο πρώτους λόγους της κατά των αναιρεσιβλήτων ασκηθείσας ανακοπής της με την οποία αυτή ζήτησε την ακύρωση του κατά την 30.10.02 διενεργηθέντος, με επίσπευση της πρώτης των αναιρεσιβλήτων, αναγκαστικού πλειστηριασμού του περιγραφομένου σ’ αυτήν ακινήτου της ιδιοκτησίας της επικαλούμενη ανυπαρξία τηρήσεως της από τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 3 ΚΠολΔ προβλεπομένης διατυπώσεως, της επίδοσης, δηλαδή, περίληψης κατασχετήριας εκθέσεως στην ίδια, απορρέουσα από την, εξομοιουμένη με παράλειψη τηρήσεως της εν λόγω διατυπώσεως, επίδοση αυτής σε διαφορετική από την πραγματική της κατοικία, δεχθείσα την εκπρόθεσμη άσκηση αυτών (λόγων ανακοπής) με την εσφαλμένη (κατά την προβαλλομένη αιτίαση) παραδοχή (αιτιολογία) ότι, η προβολή τους εμπίπτει στην οριζομένη από τη διάταξη του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ προθεσμία (δηλαδή μέχρι την έναρξη του πλειστηριασμού) και όχι, όπως έπρεπε στην προθεσμία του αρθρ.934 παρ. 1γ ΚΠολΔ (δηλαδή εντός 90 ημερών από τη μεταγραφή της περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης) οπότε και θα ήταν εμπρόθεσμοι.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης αποφάσεως προκύπτει ότι, αυτή δέχθηκε, αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω για την έκβαση της δίκης ζήτημα, τα παρακάτω "σύμφωνα με όλα αυτά, οι α’ και β’ λόγοι της ανακοπής, κατά τους οποίους η διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης και ο πλειστηριασμός του επίδικου ακινήτου (1/8 εξ αδιαιρέτου ενός αγρού, που βρίσκεται στο ...), είναι άκυροι, /επειδή η επίδοση της υπ’ αριθ. ...
Β’ επαναληπτικής περίληψης κατασχετήριας έκθεσης του δικαστικού επιμελητή Αθηνών Α. Δ., αλλά και οι επιδόσεις των αναγγελιών των δανειστών της Χ. Δ. και Κ. Κ. (α και β’ καθ’ ων η ανακοπή και εφεσίβλητων) έγιναν με θυροκόλληση σε τόπο διάφορο του τόπου κατοικίας της οφειλέτριας ανακόπτουσας και εκκαλούσας δηλ.
σε κατοικία και κατάστημα στο εξωτερικό (...), εκπρόθεσμα προβάλλονται με την κρινόμενη ανακοπή, ενώ έπρεπε να προβληθούν με ανακοπή μέσας την προθεσμία του αρθρ. 934§1β ΚΠολΔ και επομένως είναι απορριπτέοι ως απαράδεκτοι. Πέραν αυτού όμως, η ανακόπτουσα δεν επικαλέστηκε δικονομική βλάβη, κατ’ αρθρ. 159§3 ΚΠολΔ, ούτε ισχυρίστηκε ότι γνωστοποίησε, όπως είχε υποχρέωση από το αρθρ. 119§3 του ίδιου Κώδικα, την αλλαγή της διεύθυνσης της με προτάσεις της ή με δικόγραφο που να επιδόθηκε στους αντίδικους δανειστές της, ώστε να ανατρέψει το τεκμήριο του αρθρ. 120 ΚΠολΔ για την εγκυρότητα της επίδοσης στην τελευταία γνωστή-διεύθυνση της".
Με τις παραδοχές αυτές το Εφετείο ορθώς μεν κατ’ αποτέλεσμα έκρινε, απορρίπτοντας τους παραπάνω δυο λόγους της ένδικης-από 10-12-2002 ανακοπής η αιτιολογία, όμως της απόρριψης, δηλαδή η μη προβολή τους εντός της προβλεπομένης από τη διάταξη του. άρθρου 934 παρ. 1 β’ ΚΠολΔ προθεσμίας (μέχρι την έναρξη του κατά την 30.10.2002 πλειστηριασμού), και ή επίκληση της κατ’ αρθρ. 159 παρ. 3 ΚΠολΔ δικονομικής βλάβης είναι εσφαλμένη ενόψει του ότι η ανακόπτουσα δεν επικαλείτο ελαττωματικότητα της γενομένης επίδοσης, που απαιτείται από τη διάταξη του άρθρου 999 παρ. 3 ΚΠολΔ για την έγκυρη διενέργεια του πλειστηριασμού, οπότε και θα έπρεπε η προβολή του ελαττώματος να γίνει με ανακοπή και με την επίκληση δικονομικής βλάβης εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1β ΚΠολΔ, αλλά (επικαλείτο) την εξομοιουμένη με ανυπαρξία επιδόσεως της περιλήψεως της κατασχετήριας εκθέσεως επίδοση αυτής σε κατοικία διαφορετική από την πραγματική (συνεπαγόμενη, την, λόγω αγνοίας περί της επικείμενης διενέργειας του πλειστηριασμού, αδυναμία προσβολής αυτού εντός της προθεσμίας του 934 παρ. 1γ ΚΠολΔ) χωρίς όμως να επικαλείται με το αναιρετήριο δικόγραφο ότι είχε προβάλλει με την ένδικη ανακοπή αλλά ούτε και προκύπτει από σχετική παραδοχή της προσβαλλομένης αποφάσεως, ότι η επισπεύδουσα την εκτέλεση εγνώριζε την πραγματική κατοικία αυτής ή ότι η ίδια είχε εγκαίρως γνωστοποιήσει σ’ αυτήν (επισπεύδουσα) την τυχόν μεταβολή της έλλειψης η οποία καθιστά απαράδεκτη την προβολή τους εντός της προθεσμίας του άρθρου 934 παρ. 1γ’ ΚΠολΔ, θεμελιώνουσα μεν το αναγνωσθέν με την προσβαλλόμενη απόφαση απαράδεκτο όχι όμως κατ’ εφαρμογή της 934 παρ. 1β’ ΚΠολΔ αλλά για την αναφερθείσα ως άνω αιτία, όπως έπρεπε απορριπτομένης συνακολούθως, κατ’ αρθρ. 578 ΚΠολΔ, της προβαλλομένης ως άνω αιτιάσεως.
Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 969 και 1002 παρ. 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, αν στη ματαίωση του πλειστηριασμού ακινήτου συμφωνούν ο οφειλέτης και ο επισπεύδων την εκτέλεση, ο συμβολαιογράφος, ως υπάλληλος του πλειστηριασμού, είναι υποχρεωμένος να μην την διενεργήσει, εφόσον η σχετική συμφωνία, για την ισχύ της οποίας δεν απαιτείται η τήρηση τύπου, έχει γίνει πριν από την διενέργεια του πλειστηριασμού, έχει γνωστοποιηθεί σ’ αυτόν και στους αναγγελθέντες με τίτλο δανειστές και υπάρχει συναίνεση των τελευταίων, γνωστοποιουμένη στο συμβολαιογράφο (ΑΠ 136/2001, ΑΠ 1183/1992).
Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ.19 του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται, αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση, και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζητήματα που ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Από την υπόψη διάταξη, που αποτελεί κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι, ο προβλεπόμενος απ’ αυτή λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας), ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν στοιχεία που απαιτούνται, βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου, για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνηση της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).
Δεν υπάρχει όμως ανεπάρκεια αιτιολογιών, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτικές αλλά πλήρεις αιτιολογίες. Εξάλλου, το κατά νόμο αναγκαίο περιεχόμενο της ελάσσονος πρότασης προσδιορίζεται από τον εκάστοτε εφαρμοστέο κανόνα ουσιαστικού δικαίους του οποίου το πραγματικό πρέπει να καλύπτεται πλήρως από τις παραδοχές της απόφασης στο αποδεικτικό της πόρισμα και να μην.
καταλείπονται αμφιβολίες. Ελλείψεις δε αναγόμενες μόνο στην ανάλυση και στάθμιση των αποδεικτικών μέσων και γενικότερα στην αιτιολόγηση του αποδεικτικού πορίσματος, αν αυτό διατυπώνεται σαφώς, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες. Δηλαδή, μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε είναι ανάγκη να εκτίθεται στην απόφαση πλήρως και σαφώς και όχι γιατί αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. (ΑΠ 1254/10, ΑΠ 179, 495/13).
Με το δεύτερο λόγο της αναίρεσης προβάλλεται από την αναιρεσείουσα η, από το άρθρο 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, αιτίαση με την επίκληση, ότι, κατ’ εσφαλμένη εφαρμογή της, ουσιαστικού δικαίου, διάταξης του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ, η προσβαλλομένη απόφαση απέρριψε ως αβάσιμο ουσιαστικά τον τρίτο λόγο της ανακοπής περί ακυρότητας του διενεργηθέντος κατά την 30.10.2002 πλειστηριασμού, απορρέουσας από την ύπαρξη συμφωνίας μεταξύ της ίδιας (ως οφειλέτριας) και της επισπεύδουσας δανείστριας περί ματαιώσεως αυτού δεχθείσα, με ελλιπείς αιτιολογίες, της ελάσσονος προτάσεως του νομικού συλλογισμού, που αναφέρεται στο πραγματικό του εφαρμοσθέντος ως άνω κανόνα δικαίου, την έγκυρη διενέργεια αυτού με την εσφαλμένη, (κατά την προβαλλομένη αιτίαση) αιτιολογία της μη γνωστοποιήσεως της εν λόγω συμφωνίας και στους αναγγελθέντες με τίτλο δανειστές, παρόλο που τα ως αποδειχθέντα γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά απέκλειαν την κρίση αυτή.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλομένης απόφασης προκύπτει ότι αυτή μετ’ εκτίμηση του συνόλου του εκατέρωθεν προσκομισθεισών αποδείξεων / δέχθηκε αναφορικά με το κρίσιμο ως άνω ζήτημα τα παρακάτω "η περαιτέρω αποδείχθηκε ότι η α’ καθης - επισπεύδουσα, συμφώνησε με την ανακόπτουσα να μη διενεργηθεί ο πλειστηριασμός του ακινήτου της τελευταίας, που είχε οριστεί για τις 30.10.2002, λόγω μερικής, εξόφλησης της απαιτήσεως.
Όμως στον πλειστηριασμό αυτόν είχε αναγγελθεί και ο β’ καθ’ ου Κ. Κ. που είχε καταθέσει τίτλο εκτελεστό, δηλ. την υπ’ αριθμ. 520/1997 απόφαση του Ειρηνοδικείου Καλλιθέας και την υπ’ .../2000 διαταγή πληρωμής, του Ειρηνοδίκη Καλλιθέας, χωρίς να προκύπτει ότι αυτός έλαβε γνώση της παραπάνω συμφωνίας και αν συναίνεσε στη ματαίωσή του, ούτε και αν η τυχόν συναίνεσή του γνωστοποιήθηκε στην υπάλληλο επί του πλειστηριασμού.
Συνεπώς, ενόψει όλων των παραπάνω, έγκυρα συνεχίστηκε ο πλειστηριασμός, στον οποίο πλειοδότησε ο γ’ καθ’ ου η ανακοπή και η έφεση, για λογαριασμό και του δ’ από αυτούς, ο οποίος αποδέχτηκε την εν λόγω πλειοδοσία, ο δε σχετικός τρίτος, λόγος της ανακοπής είναι απορριπτέος ως αβάσιμος ".
Έτσι που έκρινε το Εφετείο με την προσβαλλομένη απόφαση δεν παραβίασε, με εσφαλμένη εφαρμογή, την ουσιαστικού δικαίου, διάταξη του άρθρου 1002 παρ. 2 ΚΠολΔ, διαλαβόν στο σκεπτικό αυτής πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες αναφορικά με το κρίσιμο για την έκβαση της δίκης ως άνω ζήτημα, της εγκυρότητας δηλαδή του διενεργηθέντος κατά την 30.10.2002 πλειστηριασμού, δεχθείσα την κατάφαση αυτής παρά την ύπαρξη της μεταξύ της αναιρεσείουσας, ως οφειλέτριας, και της πρώτης αναιρεσίβλητης ως επισπεύδουσας δανείστριας συμφωνίας περί ματαιώσεως αυτού με την υποστηρίζουσα την εν λόγω παραδοχή, ορθή αιτιολογία της μη προκυπτούσης γνωστοποιήσεως της αποφάσεως αυτής προς τον με τίτλο αναγγελθέντα δανειστή, δεύτερο αναιρεσίβλητο, και της συναινέσεώς του στη συμφωνηθείσα ματαίωση, υπό τη συνδρομή και μόνο της οποίας, κατά τα εκτιθέμενα στη μείζονα σκέψη, καθίσταται υποχρεωτική για τον υπάλληλο του πλειστηριασμού η συμμόρφωσή του προς την απόφαση της ματαίωσης.
Κατ’ ακολουθίαν όλων των ως άνω αναφερθέντων και ενόψει της μη προβολής άλλου αναιρετικού λόγου προ έρευνα, πρέπει ν’ απορριφθεί, στο σύνολό της, η ένδικη αίτηση αναιρέσεως, να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο (αρ. 495§4 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί η αναιρεσίουσα στη δικαστική δαπάνη των παρισταμένων αναιρεσιβλήτων (άρθρα 176 και 183 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την (από 28.8.2008 και με αριθμ. καταθ. ...2008) αίτηση αναιρέσεως της 1773/2007 τελεσίδικου αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα των παρισταμένων (τρίτου και τέταρτου) αναιρεσιβλήτων από δύο χιλιάδες επτακόσια (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 13 Νοεμβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 16 Νοεμβρίου 2017.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ