1869/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1869/2016 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της, αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό". Ομοίως, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 174 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, "1.
Keywords
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1869 / 2016 (ΣΤ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)
Αριθμός 1869/2016
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΤ’ ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Γεώργιο Σακκά Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, (σύμφωνα με την υπ’ αριθμ. 148/2016 πράξη της Προέδρου του Αρείου Πάγου), Αριστείδη Πελεκάνο, Αρτεμισία Παναγιώτου, Χρήστο Βρυνιώτη και Ιωάννη Μαγγίνα - Εισηγητή, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Δεκεμβρίου 2016, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Χαράλαμπου Βουρλιώτη (γιατί κωλύεται η Εισαγγελέας) και του Γραμματέα Χαράλαμπου Αθανασίου, για να δικάσει την αίτηση των αναιρεσειόντων-κατηγορουμένων 1. Σ. Λ. του Κ. και 2. Α. Π. του Α., κατοίκων ..., που αμφότεροι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Χρήστο Δεμερούκα, για αναίρεση της υπ’ αριθ 4489/2016 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών.
Το Τριμελές Εφετείο Αθηνών με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ’ αυτή, και οι αναιρεσείοντες-κατηγορούμενοι ζητούν την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην υπ’ αριθμ. πρωτ. .../16-9-2016 αίτησή τους αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό …/2016.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο των αναιρεσειόντων, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Η κρινόμενη από 14-9-2016 (αριθμ. πρωτ. .../2016) αίτηση αναίρεσης των α) Σ. Λ. του Κ. και β) Α. Π. του Α. για αναίρεση της υπ’ αριθμό 4489/2016 απόφασης του δικάσαντος κατ’ έφεση Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα με δήλωση που επιδόθηκε στην Εισαγγελέα του Αρείου Πάγου από πρόσωπα δικαιούμενα προς τούτο και κατά απόφασης υποκείμενης σε αναίρεση για τους από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ’ ΚΠοινΔ αναιρετικούς λόγους, γι’ αυτό και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή και να εξετασθεί περαιτέρω η ουσιαστική της βασιμότητα.
ΙΙ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 170 παρ. 1 ΚΠοινΔ "Η ακυρότητα μιας πράξης ή ενός εγγράφου της ποινικής διαδικασίας επέρχεται μόνο όταν αυτό ορίζεται ρητά στο νόμο". Εξάλλου, σύμφωνα με το άρθρο 173 παρ. 1 του ίδιου Κώδικα, "Κάθε σχετική ακυρότητα μπορεί να προταθεί από τον εισαγγελέα ή από το διάδικο που έχει συμφέρον.
Αν η σχετική ακυρότητα αναφέρεται σε πράξη της προδικασίας, πρέπει να προταθεί έως το τέλος της, αν αναφέρεται σε πράξη της διαδικασίας στο ακροατήριο, κύριας ή προπαρασκευαστικής, πρέπει να προταθεί ωσότου εκδοθεί για την κατηγορία οριστική απόφαση σε τελευταίο βαθμό". Ομοίως, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 174 παρ. 1 και 2 του ΚΠοινΔ, "1.
Ακυρότητα που δεν προτάθηκε σύμφωνα με το προηγούμενο άρθρο καλύπτεται. Η ακυρότητα της κλήσης στο ακροατήριο ή του κλητήριου θεσπίσματος του κατηγορουμένου και του αστικώς υπεύθυνου και του καταλόγου των μαρτύρων, η ακυρότητα της επίδοσης ή της κοινοποίησής τους και της πολιτικής αγωγής, καθώς και η ακυρότητα που αναφέρεται στο άρθρο 166 παρ. 3 καλύπτονται, αν εκείνος που κλητεύθηκε στη δίκη εμφανιστεί και δεν προβάλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Μπορεί όμως το δικαστήριο να αναβάλει τη συζήτηση, αν κρίνει ότι από την ακυρότητα, μολονότι δεν προτάθηκε, είναι δυνατό να προξενηθεί βλάβη στην υπεράσπιση του κατηγορουμένου ή του αστικώς υπευθύνου". Από τις διατάξεις αυτές, οι οποίες δεν θίγουν τα από το άρθρο 6 παρ. 3 εδ. α’ της ΕΣΔΑ προστατευόμενα δικαιώματα του κατηγορουμένου, προκύπτει ότι η ακυρότητα της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος, ως αναγόμενη σε προπαρασκευαστικές πράξεις της κύριας διαδικασίας, είναι σχετική και ως εκ τούτου, αν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλει κατά την έναρξη αυτής αντιρρήσεις για την πρόοδό της, η εν λόγω ακυρότητα καλύπτεται και το κλητήριο θέσπισμα είναι έγκυρο και από την επίδοσή του αρχίζει η κύρια διαδικασία και αναστέλλεται η παραγραφή, κατά τις προβλέψεις του άρθρου 113 παρ. 2 του ΠΚ.
Έτσι, απώτατο χρονικό διαδικαστικό σημείο που ο κατηγορούμενος μπορεί να προβάλει την ακυρότητα της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος και τις αντιρρήσεις του για την πρόοδο της δίκης, προκειμένου να μην καλυφθεί η υπάρχουσα ακυρότητα, είναι η έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο, η οποία συμπίπτει με την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα και όχι οπωσδήποτε με την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, η οποία λαμβάνει χώρα με την εξέταση στο ακροατήριο οποιουδήποτε αποδεικτικού μέσου.
Μετά την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης, δηλαδή την έναρξη εκδίκασης της υπόθεσης, η οποία συντελείται με την εκφώνηση των ονομάτων των διαδίκων και την απαγγελία της κατηγορίας από τον εισαγγελέα, δεν μπορεί να προβληθεί παραδεκτά από τον κατηγορούμενο τέτοια ακυρότητα ούτε και μέχρι την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας, δηλαδή την όρκιση του πρώτου μάρτυρα ή την εξέταση οποιουδήποτε άλλου αποδεικτικού μέσου, πολύ δε περισσότερο δεν μπορεί να προβληθεί μετά την έναρξη της αποδεικτικής διαδικασίας.
Περαιτέρω, κατά το άρθρο 141 παρ. 3 του ΚΠοινΔ, τα πρακτικά συνεδρίασης του δικαστηρίου, ωσότου προσβληθούν για πλαστότητα, αποδεικνύουν όλα όσα αναφέρονται σ’ αυτά, σύμφωνα με αυτό το άρθρο και το άρθρο 140 του ίδιου Κώδικα. Από τη διάταξη αυτή προκύπτει ότι το περιεχόμενο των πρακτικών αποτελεί πλήρη απόδειξη και δεν επιτρέπεται ανταπόδειξη, παρά μόνο με την προσβολή τους ως πλαστών.
Οι λόγοι που προβάλλονται με την υπό κρίση αίτηση αναίρεσης είναι, κατ’ εκτίμηση, α) η σχετική ακυρότητα που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και β) η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας (άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ ‘ ΚΠοινΔ, αντιστοίχως). Με τους αναφερθέντες, συναφείς, όπως προκύπτει από το περιεχόμενό τους, λόγους αναίρεσης προβάλλονται οι αιτιάσεις ότι το εκδόν την προσβαλλόμενη απόφαση Τριμελές Εφετείο Αθηνών προχώρησε στην καταδίκη των κατηγορουμένων και ήδη αναιρεσειόντων, αν και η αρχική επίδοση σ’ αυτούς του κλητήριου θεσπίσματος για την εμφάνισή τους στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο ήταν άκυρη, γεγονός που προβλήθηκε σ’ αυτό νομίμως και με ειδικό λόγο έφεσης επαναφέρθηκε ενώπιον του ως άνω δευτεροβάθμιου Δικαστηρίου, το οποίο, όμως, απέρριψε την ένσταση αυτή, χωρίς να διαλάβει στη σχετική προπαρασκευαστική απόφασή του την απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία.
Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση των πρακτικών της προσβαλλόμενης απόφασης, αλλά και των στοιχείων της δικογραφίας για την εξυπηρέτηση των αναγκών του αναιρετικού ελέγχου και δη του ελέγχου της βασιμότητας του υπό κρίση λόγου αναίρεσης, οι αναιρεσείοντες κλητεύθηκαν ενώπιον του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών για την αρχική δικάσιμο της 7ης Ιανουαρίου 2013, ως πρόσωπα άγνωστης διαμονής.
Κατά τη δικάσιμο αυτή όμως, αν και ήταν παρόντες, δεν προέβαλαν οποιαδήποτε αντίρρηση για την πρόοδο της δίκης και το Δικαστήριο με την 225/2013 απόφασή του ανέβαλε την εκδίκαση της εναντίον τους κατηγορίας για την 14η Οκτωβρίου 2013, λόγω απουσίας των μαρτύρων κατηγορίας Α. Β., Δ. Μ. και Α. Μ., καθένας των οποίων καταδικάσθηκε σε πρόστιμο εκατόν είκοσι (120) ευρώ και διατάχθηκε η βίαιη προσαγωγή τους κατά τη νέα, ως άνω, δικάσιμο.
Ακολούθως η δίκη αναβλήθηκε διαδοχικά για την 6-6-2014, 4-12-2014 και την 18-3-2015, οπότε και εκδικάσθηκε η υπόθεση και εκδόθηκε η υπ’ αριθμό 13148/2015 πρωτόδικη απόφαση του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με την οποία οι αναιρεσείοντες καταδικάσθηκαν για την πράξη της απάτης κατά συναυτουργία από την οποία η ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη σε ποινή φυλάκισης δύο (2) ετών ο καθένας.
Στη χρονικά τελευταία κατά τα άνω δίκη και αμέσως μετά την έναρξη της συζήτησης ο συνήγορος υπεράσπισης των κατηγορουμένων - αναιρεσειόντων προέβαλε τον αυτοτελή ισχυρισμό περί ακυρότητας της επίδοσης του κλητήριου θεσπίσματος και συνακόλουθα της εξάλειψης του αξιοποίνου της διωκόμενης πράξης, με το εξής, κατά λέξη, περιεχόμενο: "...
σύμφωνα με το με ΑΒΜ: Γ 2009/8785 και ΑΒΔ: ΕΓ 125-2011/315 κατηγορητήριο της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, το οποίο συντάχθηκε κατόπιν της από 23/12/2009 και με ΑΒΜ: Γ 2009/8785 μηνύσεως - εγκλήσεως του Γ. Κ., φερόμαστε ως κατηγορούμενοι για το αδίκημα της απάτης κατά συναυτουργία. Συγκεκριμένα κατηγορούμαστε από κοινού με τους Ά.
Τ., Σ. Λ. και Χ. Σ. ως υπαίτιοι του ότι: Στον … Αττικής την 27-2-2009 από κοινού με σκοπό δήθεν να αποκομίσουμε οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος, βλάψαμε ξένη περιουσία πείθοντας κάποιον σε πράξη με την εν γνώσει παράσταση ψευδών γεγονότων σαν αληθινών, η δε ζημία που προξενήθηκε είναι ιδιαίτερα μεγάλη. Συγκεκριμένα κατηγορούμαστε ότι δήθεν η Ά.
Τ. και Σ. Λ. ως έμποροι αυτοκινήτων, η β’ εξ ημών ως ιδιοκτήτρια του υπ’ αριθ. κυκλοφορίας ... ΔΧΦ αυτοκινήτου, ο α’ εξ ημών ως σύζυγος και πληρεξούσιος της β’ εξ ημών και η Χ. Σ. ως υπάλληλος της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Πειραιά παραστήσαμε ψευδώς στον εγκαλούντα, ότι τηρήθηκε η νόμιμη διαδικασία για τη μεταβίβαση του ως άνω φορτηγού αυτοκινήτου και της άδειας εκμετάλλευσης αυτού από την β’ εξ ημών στον εγκαλούντα και ότι ο τελευταίος μπορούσε στο εξής να θέσει σε κυκλοφορία το εν λόγω φορτηγό και να πραγματοποιήσει νόμιμα μεταφορές, και με τον τρόπο αυτό δήθεν πείσαμε τον εγκαλούντα να μας καταβάλει το ποσό των 29.500 ευρώ για την αγορά του ως άνω αυτοκινήτου.
Εντούτοις είναι δήθεν ψευδή όσα ανωτέρω παραστήσαμε στον εγκαλούντα καθώς η άδεια του παραπάνω φορτηγού δεν είχε απογραφεί στα βιβλία της Διεύθυνσης Μεταφορών και Επικοινωνιών Πειραιά και συνεπώς δεν ήταν έγκυρη η μεταβίβαση αυτού και της άδειας κυκλοφορίας του στον εγκαλούντα, ενεργήσαμε δε δήθεν με σκοπό να αποκομίσουμε οι ίδιοι παράνομο περιουσιακό όφελος το οποίο συνίσταται στο ως άνω ποσό των 29.500 ευρώ που κατέβαλε ο εγκαλών για την αγορά του παραπάνω αυτοκινήτου, επιφέροντας σε αυτόν ισόποση περιουσιακή ζημία.
Δυνάμει του ως άνω κατηγορητηρίου παραπεμφθήκαμε να δικαστούμε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας, ήτοι του Ε’ Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, με αρχική δικάσιμο την 7/1/2013, οπότε και η εκδίκαση της εν λόγω υποθέσεως αναβλήθηκε για την δικάσιμο της 14/10/2013, οπότε και αναβλήθηκε εκ νέου για τη δικάσιμο της 6/6/2014, οπότε και κατά την δικάσιμο αυτή όλες οι δικογραφίες αποσύρθηκαν λόγω της αναστολής των εργασιών του Πρωτοδικείου Αθηνών λόγω της διενέργειας των αυτοδιοικητικών εκλογών της 18ης Μαΐου 2014 και των επαναληπτικών αυτών εκλογών και των ευρωεκλογών της 25ης Μαΐου 2014, οπότε και ορίστηκε νέα δικάσιμος η 4/12/2014, οπότε και αναβλήθηκε για τη σημερινή δικάσιμο, ήτοι την 18/3/2015.
Πλην όμως, εν προκειμένω, η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος σε μας για την αρχική δικάσιμο της 7/1/2013 ενώπιον του Δικαστηρίου Σας είναι άκυρη, καθόσον εμείς κλητευθήκαμε ως αγνώστου διαμονής καίτοι ήμασταν γνωστής διαμονής. Ειδικότερα, από την επισκόπηση της ποινικής δικογραφίας, θα διαπιστώσετε ότι η Επιμελήτρια της Εισαγγελίας Αθηνών, Ε.
Κ., μετέβη στην οδό ... για να μας επιδώσει το κλητήριο θέσπισμα, δυνάμει του οποίου καλούμασταν να εμφανιστούμε ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά τη δικάσιμο της 7/1/2013, πλην όμως επειδή δεν μας βρήκε στην ανωτέρω διεύθυνση και η διαμονή μας θεωρήθηκε άγνωστη, για το λόγο αυτό παρέδωσε το εν λόγω κλητήριο θέσπισμα στο Δήμαρχο …, με αποτέλεσμα να μην λάβουμε γνώση της σε βάρος μας ποινικής διαδικασίας.
Κακώς και εσφαλμένα όμως έγινε η ως άνω επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος προς εμάς ως πρόσωπα αγνώστου διαμονής, καθόσον εμείς τυγχάνουμε γνωστής διαμονής και μάλιστα αποδεδειγμένα διαμένουμε στην ανωτέρω διεύθυνση στην οποία δήθεν αναζητηθήκαμε, ήτοι στην οδό ... Αττικής αλλά για άγνωστους προς εμάς λόγους θεωρηθήκαμε άγνωστοι!! Προς απόδειξη δε της γνωστής μας διαμονής, Σας προσκομίζουμε τα κοινά εκκαθαριστικά μας σημειώματα για τα έτη 2009, 2010, 2011, 2012, 2013 και 2014, από τα οποία αποδεικνύεται ότι έχουμε σταθερή και μόνιμη κατοικία στην οδό ...
Αττικής τουλάχιστον από το έτος 2009. Συγκεκριμένα δε, η β’ εξ ημών διαμένω στην ως άνω διεύθυνση από γεννήσεως μου ενώ ο α’ εξ ημών εδώ και 25 χρόνια περίπου και μετά από τόσα χρόνια μας γνωρίζει κυριολεκτικά όλη η γειτονιά. Είναι δε απορίας άξιον για ποιο λόγο η Επιμελήτρια της Εισαγγελίας Αθηνών μας θεώρησε ως αγνώστου διαμονής, καίτοι μας αναζήτησε στη συγκεκριμένη διεύθυνση.
Και μάλιστα δεν είναι δυνατόν να υπήρχε διαφορετική πληροφόρηση για τη διαμονή μας, καθόσον στην εν λόγω πολυκατοικία στην οδό ... Αττικής όχι μόνο διαμένουμε αλλά η β’ εξ ημών έχει στην κυριότητά της και όλα τα διαμερίσματα της πολυκατοικίας, τα οποία μισθώνουμε προς τρίτους. Προς τούτο δε Σας προσκομίζουμε και αναλυτική κατάσταση για τα μισθώματα ακινήτων οικονομικού έτους 2014, από το οποίο αποδεικνύεται ότι εισπράττουμε ενοίκια από τα διαμερίσματα που ευρίσκονται στην οδό ...
Αττικής. Δεν νοείται λοιπόν να μην μας βρήκανε στην ανωτέρου διεύθυνση ούτε και να πληροφορήθηκε η επιμελήτρια της Εισαγγελίας από γείτονες ότι είμαστε άγνωστης διαμονής, αφού όλοι οι γείτονες στην πολυκατοικία είναι μισθωτές μας, με τους οποίους διαμένουμε στην ίδια πολυκατοικία και μάλιστα εμείς μένουμε στον 2° όροφο της πολυκατοικίας! Εξάλλου, το έτος 2014 για την κλήση μας ενώπιον του Δικαστηρίου Σας κατά την αμέσως προηγούμενη δικάσιμο της 4/12/2014, η κλήση μας θυροκολλήθηκε στη διεύθυνση ...
Αττικής και δεν κληθήκαμε και πάλι ως αγνώστου διαμονής, όπως συνέβη με την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αλλά και την επίδοση των λοιπών κλήσεων κατά τις προγενέστερες δικασίμους, πλην της 4/12/2014. Επειδή λοιπόν εν προκειμένω η επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος αλλά και των κλήσεων για να παρασταθούμε στις δικασίμους των 7/1/2013, 14/10/2013 και 6/6/2014 είναι ΑΚΥΡΕΣ καθώς κληθήκαμε ως αγνώστου διαμονής καίτοι ήμασταν γνωστής διαμονής ενώ λάβαμε για πρώτη φορά γνώση της εις βάρος μας ποινικής διαδικασίας την 9/10/2014, οπότε και μας θυροκολλήθηκε η με αριθ.
... κλήση για να εμφανιστούμε ενώπιον Σας κατά τη δικάσιμο της 4/12/2014. Επειδή όμως από την τέλεση της αξιόποινης πράξης για την οποία φερόμαστε κατηγορούμενοι ενώπιον Σας, ήτοι από την 27/2/2009, μέχρι και την 9/10/2014, οπότε και λάβαμε για πρώτη φορά γνώση της ποινικής διαδικασίας, έχει παρέλθει ήδη χρονικό διάστημα μεγαλύτερο των 5 ετών, με αποτέλεσμα να έχει εξαλειφθεί το αξιόποινο της πράξης με την παραγραφή, της οποίας ο χρόνος εν προκειμένω είναι 5 έτη και δεν τίθεται θέμα αναστολής της παραγραφής, καθόσον ουδέποτε άρχισε για εμάς η κύρια διαδικασία λόγω της ακυρότητας των επιδόσεων και τα ως άνω προτείνουμε ενώπιον Σας πριν την έναρξη της πρωτοβάθμιας δίκης με αποτέλεσμα να μην καλύπτεται η ως άνω ακυρότητα.
Επειδή συνεπώς από τα παραπάνω εκτιθέμενα νομικά και πραγματικά γεγονότα καθίσταται φανερό ότι εφόσον η επίδοση προς εμάς των κλητηρίων θεσπισμάτων αλλά και των μετέπειτα κλήσεων είναι άκυρη και συνεπώς ουδέποτε άρχισε η κύρια διαδικασία για εμάς κι ως εκ τούτου δεν επήλθε αναστολή της παραγραφής, για το λόγο αυτό η πράξη για την οποία φερόμαστε κατηγορούμενοι, η οποία τελέσθηκε το έτος 2009 και συνεπώς έχει πλέον παρέλθει πενταετία, σύμφωνα με τα άρθρα 111, 112 και 113 του Π.Κ.
έχει παραγραφεί και διά ταύτα θα πρέπει το Δικαστήριο Σας να παύσει την ποινική δίωξη λόγω παραγραφής του αξιόποινου της πράξεως αυτής. Το ανωτέρω αίτημα μας, που διατυπώνεται εγγράφως στο παρόν, προβλήθηκε και αναπτύχθηκε προφορικά στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας κατά τη σημερινή συνεδρίαση της 18-3-2015 και παραδόθηκε στο διευθύνοντα τη συζήτηση και υποβάλλεται αίτημα, όπως ακριβώς προβλήθηκε και διατυπώθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας κατά τη δημόσια και προφορική συζήτηση, να καταχωρηθεί στα πρακτικά της δίκης.
Για όλους τους παραπάνω νομικά και ουσιαστικά βάσιμους λόγους. ΑΙΤΟΥΜΑΣΤΕ - Να γίνει αποδεκτό από το Δικαστήριο Σας το αίτημα μας. Να παύσει οριστικά η ποινική δίωξη λόγω παραγραφής για τις πράξεις που τιμωρούνται από τα άρθρα 1, 14, 26 παρ. 1 εδ. α’ , 27, 45, 51, 53, 79, 386 παρ. 1 εδ. β’ σε συνδ. με εδ. α’ Π.Κ. - Να καταχωρηθεί στα πρακτικά της συνεδρίασης το αίτημά μας, όπως προβλήθηκε και αναπτύχθηκε στο ακροατήριο του Δικαστηρίου Σας κατά τη διάρκεια της δημόσιας και προφορικής διαδικασίας.".
Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο απέρριψε τον ισχυρισμό αυτό ταυτόχρονα με την περί ενοχής των κατηγορουμένων απόφαση του. Συγκεκριμένα ως προς τον τελευταίο αυτοτελή ισχυρισμό διέλαβε στην απόφασή του την ακόλουθη σκέψη "Από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 173 παρ. 1 και 174 παρ. 2 ΚΠοινΔ προκύπτει, ότι η ακυρότητα του κλητηρίου θεσπίσματος ή της επιδόσεώς του, η οποία είναι σχετική, καλύπτεται, με επακόλουθο το κλητήριο θέσπισμα να θεωρείται πλέον έγκυρο, όταν ο κατηγορούμενος εμφανισθεί στη δίκη και δεν προβάλλει αντιρρήσεις για την πρόοδό της.
Από τη δικογραφία προκύπτει ότι οι κατηγορούμενοι (3 και 4) εμφανίστηκαν στη δικάσιμο της 7-1-13 και δεν προέβαλαν αντιρρήσεις.
Συνεπώς καλύφθηκε η ακυρότητα και συνεπώς απαραδέκτως προβάλλεται ο αυτοτελής ισχυρισμός". Οι άνω κατηγορούμενοι και ήδη αναιρεσείοντες επανέφεραν το συγκεκριμένο ισχυρισμό με ειδικό λόγο έφεσης και τον προέβαλαν με την έναρξη της συζήτησης της υπόθεσης ενώπιον του Τριμελούς Εφετείου Αθηνών, το οποίο τον απέρριψε, με τις εξής σκέψεις: "...Στη συγκεκριμένη περίπτωση από τα έγγραφα της δικογραφίας και όσα προσκόμισε ο συνήγορος υπεράσπισης των 4ης και 5ου των κατηγορουμένων και αναγνώσθηκαν αναφορικά με τον ως άνω αυτοτελή ισχυρισμό των κατηγορουμένων αυτών, που απορρίφθηκε πρωτοδίκως και νόμιμα επαναφέρεται με σχετικό λόγο της έφεσης ενώπιον του δευτεροβάθμιου τούτου δικαστηρίου, αποδείχθηκαν τα ακόλουθα:
Σύμφωνα με το αποδεικτικό επίδοσης της επιμελήτριας της Εισαγγελίας Πρωτοδικών Αθηνών, Ε. Κ., το κλητήριο θέσπισμα αναφορικά με τους 4η και 5ο κατηγορουμένους, Α. Π. και Σ. Λ., επιδόθηκε για την αρχική δικάσιμο της 7-1-2013 στο Δήμαρχο …. Αττικής για το λόγο ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι διαπιστώθηκε από τη συγκεκριμένη επιμελήτρια ότι είχαν μετοικήσει από την κατοικία τους επί της οδού ...
στην Καλλιθέα σε άλλη άγνωστη διεύθυνση. Ο συνήγορος υπεράσπισης των ως άνω κατηγορουμένων υποστηρίζει ότι ήταν άκυρη η γενόμενη με τον τρόπο αυτό επίδοση, καθόσον σύμφωνα με τα έγγραφα που επικαλείται, οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι και κατά το χρόνο της επίδοσης αλλά και μέχρι σήμερα κατοικούν στην ως άνω διεύθυνση, που είναι μόνιμη κατοικία τους.
Εξαιτίας δε της ακυρότητας της επίδοσης υποστηρίζει ότι δεν έλαβε χώρα αναστολή της παραγραφής και υπέκυψε σε παραγραφή το αποδιδόμενο στους ως άνω κατηγορουμένους αδίκημα. Ωστόσο, όπως προκύπτει από το προσκομιζόμενο απόσπασμα της 225/7-1-2013 αποφάσεως του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, οι ως άνω κατηγορούμενοι ήταν οι ίδιοι παρόντες κατά τη συγκεκριμένη δικάσιμο (7-1-2013), κατά την οποία η δίκη αναβλήθηκε για τις 11-10-2013 εξαιτίας απουσίας των μαρτύρων Α.
Β., Δ. Μ. και Α. Μ., χωρίς να προκύπτει ότι οι συγκεκριμένοι κατηγορούμενοι προέβαλαν αντίρρηση και ότι εναντιώθηκαν στην πρόοδο της δίκης εξαιτίας μη νόμιμης κλήτευσής τους.
Συνεπώς, με βάση όσα προαναφέρθηκαν, τυχόν ακυρότητα ως προς την επίδοση του κλητηρίου θεσπίσματος καλύφθηκε από την εμφάνιση και τη μη εναντίωση των ως άνω κατηγορουμένων στην πρόοδο της δίκης και η σχετική ένστασή τους είναι αβάσιμη και απορριπτέα". Έτσι, όπως έκρινε το δίκασαν Δικαστήριο, ορθά, κατά τα ανωτέρω, προέβη στην απόρριψη του προβληθέντος αυτοτελούς ισχυρισμού, ενώ διέλαβε προς τούτο την αρμόζουσα ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, καθόσον, όπως προκύπτει από το απόσπασμα της 225/2013 αναβλητικής, λόγω απουσίας των μαρτύρων κατηγορίας, απόφασης του Τριμελούς Πλημμελειοδικείου Αθηνών, της οποίας δεν ζητήθηκε η διόρθωση ούτε τα πρακτικά της προσβλήθηκαν ως πλαστά, οι κατηγορούμενοι-αναιρεσείοντες, που ήταν παρόντες, δεν προέβαλαν αντιρρήσεις για την πρόοδο της δίκης κατά την αρχική δικάσιμο της 7ης Ιανουαρίου 2013, αλλά μεταγενέστερα και δη κατά την εκδίκαση της υπόθεσης την 18η Μαρτίου 2015, οπότε οποιαδήποτε ακυρότητα σχετική με την επίδοση του κλητήριου θεσπίσματος προς αυτούς καλύφθηκε και έκτοτε επήλθε αναστολή της παραγραφής για το έγκλημα της απάτης κατά συναυτουργία ιδιαίτερα μεγάλης ζημίας για το οποίο καταδικάσθηκαν.
Συνακόλουθα προς όσα προεκτέθηκαν οι από το άρθρο 510 παρ. 1 στοιχ. Β’ και Δ’ ΚΠοινΔ λόγοι αναίρεσης, με τους οποίους αποδίδονται στην προσβαλλόμενη απόφαση οι πλημμέλειες της σχετικής ακυρότητας που συνέβη κατά τη διαδικασία στο ακροατήριο και της έλλειψης ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας, αντιστοίχως, είναι αβάσιμοι και πρέπει η κρινόμενη αίτηση να απορριφθεί και να καταδικασθεί καθένας από τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα της προκείμενης διαδικασίας (άρθρο 583 παρ. 1 ΚΠοινΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ -
Απορρίπτει την από 14-9-2016 (αριθμ. πρωτ. .../2016) αίτηση αναίρεσης των α) Σ. Λ. του Κ. και β) Α. Π. του Α., κατοίκων ..., για αναίρεση της υπ’ αριθμό 4489/2016 απόφασης του δικάσαντος κατ’ έφεση Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα, που ανέρχονται σε διακόσια πενήντα (250) Ευρώ για τον καθένα.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 13 Δεκεμβρίου 2016.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Δεκεμβρίου 2016.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ