Legislator Case Law & Legislation
1869/2011 AI generated

1869/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1869/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Legislator headnote

AI generated

1869/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει, ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα.

Keywords

AI generated
original appropriation property ownership previous legal status land reclassification attachment of real property agricultural enterprise operation
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1869 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1869/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1. Ν. Π. του Α., κατοίκου ... και 2. Ρ. Π. του Ν., συζ. Δ. Π., κατοίκου ..., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Απόστολο Σοφιαλίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Των αναιρεσίβλητων: 1. Σ. Π. του Α., κατοίκου ..., 2. Α. Μ. του Α., κατοίκου ..., 3. Ε. χας Ι. Λ. του Α., 4. Ο. Λ. του Ι., 5. Ε. Λ. του Ι., 6. Κ. χας Α. Λ., 7. Ι. Λ. του Α., 8. Ε. Λ. του Α. και 9. Α. Λ. του Α., κατοίκων ..., οι οποίοι δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8-10-2004 αγωγή των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Κοζάνης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 25/2008 του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 4-2-2009 αίτησή τους.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Δημήτριος Μαζαράκης ανέγνωσε την από 9-4-2010 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Επειδή, από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1, 2 και 3 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κάποιος από τους διαδίκους δεν εμφανισθεί κατά τη συζήτηση της υπόθεσης ή εμφανισθεί και δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει αυτεπαγγέλτως ποιος επισπεύδει τη συζήτηση. Αν τη συζήτηση επισπεύδει ο απολειπόμενος διάδικος, η υπόθεση συζητείται σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, αν όμως την επισπεύδει ο αντίδικός του, τότε ερευνάται, αν ο απολειπόμενος ή ο μη παριστάμενος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος διάδικος κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα και, σε καταφατική περίπτωση, προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδάφ. 3 και 4 ΚΠολΔ, αν η συζήτηση αναβληθεί, ο γραμματέας είναι υποχρεωμένος αμέσως μετά το τέλος της συνεδριάσεως να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά τη δικάσιμο που ορίστηκε. Κλήση του διαδίκου κατά τη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υποθέσεως ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων, εφόσον ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είχε κλητευθεί να παραστεί κατά τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση ή είχε παραστεί νομίμως κατά την ίδια δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και μη εναντίωσή του καλύφθηκε η μη νόμιμη κλήτευσή του κατά την αρχική δικάσιμο.

Στην προκείμενη περίπτωση, όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του δικαστηρίου αυτού, οι αναιρεσίβλητοι, δεν παραστάθηκαν κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στη δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της παρούσας (της 21-9-2011) κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε με τη σειρά της από το πινάκιο. Οι αναιρεσείοντες που επισπεύδουν τη συζήτηση της υπόθεσης προσκομίζουν τις 15895, 15900, 15903, 15901, 15902, 15899, 15897, 15896 και 15898/20-5-2009, αντίστοιχα εκθέσεις επιδόσεως της δικαστικής επιμελήτριας στο Πρωτοδικείο Κοζάνης ..., από τις οποίες προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της υπό κρίση αίτησης αναιρέσεως με την κάτω από αυτήν πράξη ορισμού δικασίμου για την αρχικά ορισθείσα δικάσιμο της 21-4-2010 και κλήση προς συζήτηση γι' αυτήν, οπότε η συζήτηση της υπόθεσης αναβλήθηκε από το πινάκιο για την ως άνω παρούσα δικάσιμο, επιδόθηκε νομίμως και εμπροθέσμως στους απολειπομένους αναιρεσιβλήτους, μη απαιτουμένης νέας κλητεύσεως για τη μετά αναβολή δικάσιμο, αφού η αναβολή από το πινάκιο επέχει θέση κλητεύσεως γι' αυτούς. Επομένως, παρά την απουσία των αναιρεσιβλήτων, η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει σα να ήταν και αυτοί παρόντες.

Επειδή, από τη διάταξη του άρθρου 983 ΑΚ που ορίζει, ότι η νομή μεταβιβάζεται στους κληρονόμους του νομέα, συνάγεται ότι ο κληρονόμος και χωρίς να αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί των κληρονομιαίων πραγμάτων, ακόμη δε και χωρίς να έχει γνώση της επαγωγής της κληρονομίας και των αντικειμένων αυτής, θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως νομέας αυτών, διαδεχόμενος ολόκληρη την έννομη σχέση της νομής και τα εξ αυτής δικαιώματα.

Αυτά ισχύουν και επί συννομής, σύμφωνα με το άρθρο 994 του ίδιου Κώδικα, και, επομένως, ο συγκληρονόμος θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου συννομέας, χωρίς να έχει αποκτήσει τη φυσική εξουσία επί του πράγματος, επί πλέον δε, όπως προκύπτει από τις διατάξεις των άρθρων 785 - 787, 981, 982 και 1113 ΑΚ, αν ο συγκληρονόμος κατέχει ολόκληρο το κοινό κληρονομιαίο πράγμα, θεωρείται ότι το κατέχει και επ' ονόματι των λοιπών συγκληρονόμων - συννομέων κατά την ιδανική μερίδα που τους ανήκει, οι οποίοι έτσι θεωρούνται κατά πλάσμα του νόμου συννομείς, ασκώντας την συννομή δια του συγκληρονόμου συννομέα και δεν την αποβάλλουν ούτε έναντι του τελευταίου, ο οποίος νέμεται το όλο κοινό πράγμα, πριν εκείνος καταστήσει γνωστό σ' αυτούς, ότι νέμεται το πράγμα αποκλειστικά για τον εαυτό του, αλλά μπορούν να την αντιτάξουν και κατ' αυτού, και αν συμπληρώθηκε ο χρόνος της έκτακτης χρησικτησίας στην πλασματική συννομή μπορούν να αντιτάξουν και την με βάση αυτήν κτηθείσα συγκυριότητα, χωρίς να είναι αναγκαίο να επικαλεσθούν άλλη αντιπροσωπευτική, κατ' άρθρο 980 παρ. 1 ΑΚ στην άσκηση της συννομής, σχέση, όπως εντολή, χρησιδάνειο, μίσθωση κ.α.

Περαιτέρω, από τις διατάξεις της αγροτικής νομοθεσίας και ιδίως από το άρθρο 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα συνάγεται, ότι το ακίνητο που παραχωρείται ως κλήρος σε πρόσωπο δικαιούμενο αγροτικής αποκατάστασης θεωρείται από την παραχώρησή του, ότι διατελεί κατά νόμο στην αποκλειστική καλόπιστη νομή του κληρούχου και αν ακόμη αυτός δεν έχει επιληφθεί της κατοχής του κλήρου.

Γι' αυτό και δεν ήταν δεκτικό νομής και χρησικτησίας από άλλον, ο οποίος έτσι δεν μπορούσε να αποκτήσει την κυριότητα αυτού με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία, ούτε να αντιτάξει κατά του διεκδικούντος τον κλήρο κληρούχου ή των κληρονόμων του την από το άρθρο 249 ΑΚ ένσταση εικοσαετούς παραγραφής της διεκδικητικής αγωγής.

Όμως, από 23-5-1968 ισχύει ο αν. ν. 431/1968, που ορίζει στο μεν άρθρο 1 παρ. 1 αυτού, ότι από την έναρξη της ισχύος του νόμου (επιφυλασσομένης της ισχύος του άρθρου 27 του ν.δ. 2185/1952), επιτρέπεται στους κατά την εποικιστική νομοθεσία κληρούχους η εκποίηση ή οπωσδήποτε διάθεση με δικαιοπραξίες εν ζωή των πάσης φύσεως κλήρων τους, με το μοναδικό περιορισμό της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής, ο οποίος ισχύει και για κάθε περαιτέρω μεταβίβαση, στο δε άρθρο 2 παρ. 1 εδάφ.

β' αυτού, ότι σε περίπτωση κατάσχεσης ή πλειστηριασμού του κλήρου με επίσπευση του ενυπόθηκου δανειστή τηρείται μόνον ο περιορισμός της μη κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής. Από τις συνδυασμένες αυτές διατάξεις του α. ν. 431/1968 προκύπτει, ότι η απαγόρευση της κατάτμησης των τεμαχίων της οριστικής διανομής αποτελεί γενική αρχή που εφαρμόζεται στη μεταβίβαση της κυριότητας του κλήρου όχι κληρούχου.

Επομένως, από την ισχύ του α. ν. 431/1968 ο κληρούχος παύει να λογίζεται κατά πλάσμα νομέας του κλήρου και αν δεν τον κατέχει πραγματικά και είναι δυνατή η χωρίς τη θέλησή του κτήση της νομής ολόκληρου του κληροτεμαχίου, όχι όμως και του τμήματός του, γιατί στην περίπτωση αυτή επέρχεται κατάτμηση του κληροτεμαχίου (ΟλΑΠ 15/2004).

Εξάλλου, κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 του ν. 3127/2003 σε ακίνητο που βρίσκεται μέσα σε σχέδιο πόλεως ή μέσα σε οικισμό που προϋφίσταται του έτους 1923 ή μέσα σε οικισμό κάτω των 2.000 κατοίκων, που έχει οριοθετηθεί, ο νομέας του θεωρείται κύριος έναντι του Δημοσίου εφόσον α) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, αδιαταράκτως για δέκα (10) έτη το ακίνητο, με νόμιμο τίτλο από επαχθή αιτία, υπέρ του ιδίου ή του δικαιοπαρόχου του, που έχει καταρτισθεί και μεταγραφεί μετά την 23-2-1946, εκτός αν κατά τη κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη, ή β) νέμεται, μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου αυτού, το ακίνητο αδιαταράκτως για χρονικό διάστημα τριάντα (30) ετών, εκτός εάν κατά την κτήση της νομής βρισκόταν σε κακή πίστη.

Στο χρόνο νομής που ορίζεται στις περιπτώσεις α' και β' προσμετράται και ο χρόνος νομής των δικαιοπαρόχων που διανύθηκε με τις ίδιες προϋποθέσεις. Σε κακή πίστη βρίσκεται ο νομέας, εφόσον δεν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του άρθρου 1042 του ΑΚ. Περαιτέρω, από τη διάταξη του άρθρου 560 αριθ. 1 ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι ο λόγος αναίρεσης για ευθεία παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου ιδρύεται, αν αυτός δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις της εφαρμογής του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, αντίστοιχα δε, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου τα πραγματικά περιστατικά ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται με βάση το πραγματικό κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της.

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν την υπόθεση, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται ενόψει των πραγματικών περιστατικών που ανελέγκτως δέχτηκε, ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στο νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση.

Στην προκείμενη περίπτωση, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, αναφορικά με την ένδικη από 8-10-2004 αγωγή των εναγόντων και ήδη αναιρεσιβλήτων, με την οποία ζητούν να αναγνωριστούν συννομείς του περιγραφόμενου ακινήτου και να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι και ήδη αναιρεσείοντες να τους αποδώσουν τη νομή του επιδίκου κατά τα αναφερόμενα ιδανικά ποσοστά, δέχτηκε τα ακόλουθα: "Με την με αριθμό 53/1973 απόφαση της Επιτροπής Απαλλοτριώσεων Κοζάνης παραχωρήθηκε κατά τις διατάξεις του Αγροτικού Κώδικα στη Δ.

Μ. χήρα Α. ένα ακίνητο, ήτοι το με αριθμό 75 οικόπεδο του Ο.Τ. 11, εμβαδού 870 τ.μ., το οποίο βρίσκεται στον συνοικισμό .... Ακολούθως, η Δ. Μ. αποβίωσε το έτος 1975, χωρίς να έχει συντάξει διαθήκη, οπότε στη νομή του ακινήτου εγκαταστάθηκαν τα τέκνα της, πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, πρώτος εφεσίβλητος και Ι.ς Λ.

κατά ποσοστό 16/64 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μετά δε το θάνατο του τελευταίου το έτος 2000, χωρίς να έχει εγκαταστήσει κληρονόμο στην εν λόγω συννομή του, η σύζυγός του τρίτη εκκαλούσα και τα τέκνα του τέταρτη, πέμπτη των εκκαλούντων και Α. Λ. σε ποσοστό 4/64 εξ αδιαιρέτου ο καθένας, μετά δε το θάνατο του τελευταίου χωρίς να έχει εγκαταστήσει κληρονόμο στην εν λόγω συννομή του, η σύζυγός του έκτη εκκαλούσα και τα τέκνα του λοιποί εκκαλούντες σε ποσοστό 1/64 εξ αδιαιρέτου ο καθένας.

Περαιτέρω, η Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Κοζάνης με τη με αριθμό 22/1977 απόφασή της διέγραψε τη Δ. Μ. από την ως άνω οριστική κατάταξη, προτού αποκτήσει την κυριότητα του ακινήτου, για το λόγο, ότι δεν είχε ανεγείρει κτίσμα επ' αυτού εντός χρονικού διαστήματος τριών ετών από την παραχώρησή του. Επομένως, κατά τις διατάξεις των άρθρων 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα και 1 παρ.1 Α.Ν. 431/1968, η προαναφερόμενη δικαιοπάροχος (απώτερη δικαιοπάροχος) των εκκαλούντων μέχρι το χρόνο του θανάτου της (έτος 1975), καθώς και οι κληρονόμοι της, πρώτος και δεύτερη των εκκαλούντων, πρώτος εφεσίβλητος και Ι.

Λ. μέχρι το χρόνο έκδοσης της απόφασης αυτής (έτος 1977), διατελούσαν κατά νόμο αποκλειστικοί καλόπιστοι νομείς του ακινήτου, με τον όρο της απαγόρευσης κατάτμησής του. Έκτοτε, όμως, οι τελευταίοι, καθώς και οι λοιποί εκκαλούντες από το χρόνο που εγκαταστάθηκαν στη νομή του ακινήτου λόγω των ως άνω κληρονομικών διαδοχών, δεν έπαυσαν να έχουν την ευχέρεια να νέμονται το ανωτέρω ακίνητο, διότι μπορεί μεν να ανήκει στο Δημόσιο, πλην όμως κατά τις διατάξεις του άρθρου 4 Ν. 3127/2003, οι οποίες εφαρμόζονται σε ακίνητα αυτού του είδους, είναι δεκτικό νομής, καθόσον είναι δυνατό να αποκτηθεί η κυριότητά του έναντι του Δημοσίου με τα προσόντα της τακτικής και έκτακτης χρησικτησίας (καλόπιστη νομή επί τριακονταετία μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου).

Περαιτέρω, μετά το χρόνο του θανάτου της Δ. Μ. (έτος 1975) ο πρώτος και η δεύτερη των εκκαλούντων, ο Ι.ς Λ. και ο πρώτος εφεσίβλητος εγκαταστάθηκαν στη νομή του ακινήτου και κατόπιν παράκλησης του τελευταίου παραχώρησαν σ' αυτόν τη χρήση του, απόφαση στην οποία δεν εναντιώθηκαν οι λοιποί εκκαλούντες και ήδη αναιρεσίβλητοι, όταν κατά τα ανωτέρω απέκτησαν μερίδιο στη συννομή του, ο δε πρώτος εφεσίβλητος και ήδη πρώτος αναιρεσείων από τον ανωτέρω χρόνο άρχισε να καλλιεργεί στο ακίνητο κηπευτικά και ελαιόδενδρα και ανήγειρε επ' αυτού κτίσμα από ευτελή υλικά.

Παρά ταύτα, μολονότι ουδέποτε ο πρώτος αναιρεσείων γνωστοποίησε στους αναιρεσίβλήτους, ότι νέμεται όλο το ακίνητο για τον εαυτό του ως αποκλειστικός νομέας, προέβη σε αίτηση προς την Επιτροπή Απαλλοτριώσεων Κοζάνης, η οποία με τη με αριθμό 2/2001 απόφαση παραχώρησε το εν λόγω ακίνητο στη δεύτερη εφεσίβλητη και ήδη δεύτερη αναιρεσείουσα (θυγατέρα του, η οποία δεν είχε προβεί ομοίως στην ως άνω γνωστοποίηση), ενώ η ίδια επιτροπή μετά από σχετικές αιτήσεις των διαδίκων ακύρωσε την ανωτέρω απόφασή της με τις με αριθμούς 16 και 25/2004 νεότερες, για το λόγο ότι η δεύτερη εφεσίβλητη-δεύτερη αναιρεσείουσα και ο σύζυγός της διαθέτουν στη ...

οικόπεδο με διαμέρισμα όπου και διαμένουν. Επίσης, και μετά τις ανωτέρω αποφάσεις, οι εφεσίβλητοι-αναιρεσείοντες συνεχίζουν να αμφισβητούν το δικαίωμα συννομής των εκκαλούντων-αναιρεσιβλήτων επί του ακινήτου και να κατέχουν αυτό εξ ολοκλήρου στο όνομά τους, απαγορεύοντας στους πρώτους, παρά τη θέλησή τους, να ασκήσουν επ' αυτού το εν λόγω δικαίωμά τους.

Κατόπιν τούτων, συνεχίζει το Πολυμελές Πρωτοδικείο που δίκασε ως Εφετείο, επειδή οι εφεσίβλητοι-αναιρεσείοντες δεν ισχυρίζονται ότι γνωστοποίησαν στους εκκαλούντες-αναιρεσιβλήτους την πρόθεσή τους να νέμονται όλο το ακίνητο για τον εαυτό τους ως αποκλειστικοί νομείς, και σε κάθε περίπτωση, επειδή από τα ανωτέρω αποδεικτικά μέσα δεν αποδεικνύεται, ότι προέβησαν σε τέτοιου είδους γνωστοποίηση, πρέπει να απορριφθούν ως αβάσιμοι κατά την ουσία τους αφενός ο ισχυρισμός περί κτητικής παραγραφής, που συνιστά αιτιολογημένη άρνηση της αγωγής και αφετέρου η ένσταση παραγραφής της αγωγής αποβολής από τη νομή.

Και τούτο, διότι ο κοινωνός, όπως είναι ο συγκληρονόμος -συννομέας, αν έχει στη νομή του ολόκληρο το κοινό, θεωρείται ότι το κατέχει επ' ονόματι και των λοιπών κοινωνών και δεν μπορεί να αντιτάξει κατ' αυτών ούτε την αποσβεστική ούτε την κτητική με χρησικτησία παραγραφή, προτού καταστήσει σ' αυτούς γνωστό, ότι νέμεται για δικό του λογαριασμό αποκλειστικά μεγαλύτερο μέρος από τη μερίδα του ή ολόκληρο το κοινό".

Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές, το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, έκρινε, ότι οι ενάγοντες και ήδη αναιρεσίβλητοι νομιμοποιούνται ενεργητικά προς άσκηση της ένδικης αγωγής και ότι ο πρώτος εναγόμενος-συγκληρονόμος και ήδη πρώτος αναιρεσείων ουδέποτε γνωστοποίησε στους αναιρεσίβλητους, ότι νέμεται το επίδικο ακίνητο για τον εαυτό του ως αποκλειστικός νομέας, και κατόπιν τούτου, αφού απέρριψε τις ενστάσεις των αναιρεσειόντων περί απαραδέκτου της αγωγής ελλείψει ενεργητικής νομιμοποίησης και εννόμου συμφέροντος στο πρόσωπο των αναιρεσιβλήτων και παραγραφής της αγωγής αποβολής από τη νομή, καθώς και τον ισχυρισμό περί κτητικής παραγραφής, εξαφάνισε την πρωτόδικη απόφαση, που είχε κρίνει αντίθετα, και δέχτηκε την αγωγή.

Με αυτά που δέχτηκε και, έτσι, που έκρινε το ως Εφετείο δικάσαν Πολυμελές Πρωτοδικείο, δεν παραβίασε τις προαναφερθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 785 - 787, 974, 981, 982, 983, 994, 1113 ΑΚ, 79 παρ. 2 του Αγροτικού Κώδικα, 1 παρ. 1 α.ν. 431/1968 και 4 ν. 3127/2003, τις οποίες ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε. Επομένως, ο μοναδικός λόγος της αναίρεσης, ως προς όλα τα μέρη αυτού, από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 ΚΠολΔ, που υποστηρίζει τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 5-2-2009 αίτηση των 1) Ν. Π. και 2) Ρ. Π. για αναίρεση της 25/2008 αποφάσεως του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Κοζάνης, που δίκασε ως Εφετείο.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2011. Και,

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ