Supreme Court allows appeal against labor court decision for misapplying collective agreements to private sector drivers.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court allowed the appeal against the Second Instance Court's decision regarding a labor dispute between a driver and a fuel company. The appellant argued that the appellate court incorrectly applied collective agreements designed for public utility drivers to his private sector employment contract. The court found that the lower court violated substantive law by failing to apply the specific collective agreements applicable to private enterprises, which were in force at the time of employment.
Legislator headnote
AI generatedArt. 559(1)(a) of the Code of Civil Procedure; Art. 7(1) of Law 1876/1990; Art. 22(2) of the Constitution: The Supreme Court may annul a judgment if it violates substantive law by applying collective agreements to employees not covered by them, thereby breaching the principle of specific applicability of labor regulations.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1869 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1869/2008
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Β1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Παναγιώτη Κομνηνάκη, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 4 Nοεμβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Χ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Σωκράτη Μαυρομάτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Της αναιρεσίβλητης: Ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "SHELL (ΣΕΛ) ΕΛΛΑΣ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ ΚΑΙ ΧΗΜΙΚΩΝ ΠΡΟΪΟΝΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικής διαδόχου της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "ΤΕΞΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", την οποία απορρόφησε με συγχώνευση. Εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Σπυρίδωνα Φιλιώτη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.
Κοινοποιουμένη η αναίρεση προς: Σωματείο με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΒΥΤΙΟΦΟΡΩΝ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ", που εδρεύει στη Θεσσαλονίκη και εκπροσωπείται νόμιμα.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 20-11-2000 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος και με την ασκηθείσα στο ακροατήριο πρόσθετη παρέμβαση του ήδη προς κοινοποίηση σωματείου με την επωνυμία "ΣΩΜΑΤΕΙΟ ΟΔΗΓΩΝ ΒΥΤΙΟΦΟΡΩΝ ΥΓΡΩΝ ΚΑΥΣΙΜΩΝ ΒΟΡΕΙΟΥ ΕΛΛΑΔΟΣ Η ΑΝΑΓΕΝΝΗΣΗ", που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης και συνεκδικάστηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 33045/2002 του ίδιου Δικαστηρίου και 2147/2003 του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Ακολούθως εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 137/724.40/2003 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Καστοριάς και 223/2005 του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 13-6-2007 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Κομνηνάκης διάβασε την από 22-10-2008 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 περ. α' του ΚΠολΔ αναίρεση επιτρέπεται αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου. Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα ( ΟλΑΠ 36/1988). Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 7 παρ.1 του ν. 1876/1990, που ορίζει ότι οι κανονιστικοί όροι της συλλογικής συμβάσεως εργασίας έχουν άμεση και αναγκαστική ισχύ, σε συνδυασμό προς τη διάταξη του άρθρου 22 παρ.2 του Συντάγματος, κατά την οποία οι συλλογικές συμβάσεις εργασίας συμπληρώνουν τους καθοριζομένους από τον νόμο γενικούς όρους εργασίας, προκύπτει ότι οι συνδικαλιστικές οργανώσεις ασκούν κατά την σύναψη των σ.σ.ε.
νομοθετική (κανονιστική) εξουσία, παραχωρουμένη σε αυτές από την άνω διάταξη 22 παρ.2 του Συντάγματος, δηλαδή είναι φορείς δημοσίας εξουσίας κατά παραχώρηση από το Κράτος και συνεπώς οι σ.σ.ε ως προς το κανονιστικό τους μέρος έχουν ισχύ νόμου. Περαιτέρω, από τις διατάξεις των άρθρων 3 παρ.1β, 8 παρ.2 και 11 παρ.2 και 3 του άνω ν. 1876/1990 προκύπτει ότι οι κλαδικές ή ομοιοεπαγγελματικές σ.σ.ε.
δεσμεύουν μόνον τους μισθωτούς και τους εργοδότες που είναι μέλη των συμβαλλομένων συνδικαλιστικών οργανώσεων, εκτός αν κηρύχθηκαν γενικώς υποχρεωτικές, οπότε η ισχύς τους επεκτείνεται από του χρόνου εκδόσεως της σχετικής Υπουργικής αποφάσεως (όχι αναδρομικώς) και στους εργαζομένους και εργοδότες του ιδίου κλάδου ή επαγγέλματος που δεν είναι μέλη των συμβληθεισών οργανώσεων.
Ακολουθεί ότι η ιδιότητα του μέλους της συνδικαλιστικής οργανώσεως, ως στοιχείο προσδιοριστικό των υποκειμενικών ορίων ισχύος των εν λόγω σ.σ.ε. αποτελεί προϋπόθεση γενέσεως των δικαιωμάτων και υποχρεώσεων που απορρέουν από αυτές και επομένως στοιχείο που απαιτείται για την θεμελίωση της αγωγής. Το στοιχείο όμως αυτό, ενόψει της προεκτεθείσης φύσεως των σ.σ.ε δεν είναι απαραίτητο να αναφέρεται πανηγυρικά στο αγωγικό δικόγραφο, αλλά αρκεί να συνάγεται από το περιεχόμενο του, όπως συμβαίνει και όταν ο εργαζόμενος ζητεί μισθούς ή άλλες παροχές από κλαδική ή ομοιοεπαγγελματική σ.σ.ε.
που δεν έχει κηρυχθεί γενικά υποχρεωτική ή για χρόνο προγενέστερο της κηρύξεώς της ως υποχρεωτικής, θεωρώντας την έτσι υποχρεωτική γι' αυτόν και τον εργοδότη του. Στην ένδικη διαφορά, το Εφετείο δέχθηκε με την προσβαλλόμενη απόφασή του ότι ο αναιρεσείων είχε προσληφθεί με σύμβαση εξαρτημένης εργασίας αόριστου χρόνου, που καταρτίστηκε τον Απρίλιο του 1995 προφορικώς στην Αθήνα μεταξύ της ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "ΤΕΞΑΚΟ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΕΤΑΙΡΙΑ ΠΕΤΡΕΛΑΙΟΕΙΔΩΝ", την οποία έχει διαδεχθεί ως καθολική διάδοχος η αναιρεσίβλητη κατόπιν συγχωνεύσεώς της σ' αυτήν, ως οδηγός βυτιοφόρου αυτοκινήτου μεταφοράς υγρών καυσίμων ιδιωτικής χρήσης.
Κατά τους όρους της συμβάσεως αυτής ο αναιρεσείων έπρεπε να απασχολείται επί πέντε ημέρες εμδομαδιαίως και επί οκτώ ώρες ημερησίως και να μεταφέρει υγρά καύσιμα από τις εγκαταστάσεις της ΕΚΟ της ..... στην περιοχή του Νομού ..... και να αμείβεται με μηνιαίο μισθό, όπως προσδιορίζεται εκάστοτε κατά τα κατώτατα όρια από τις οικείες ΣΣΕ και ΔΑ.
Σε εκτέλεση της σύμβασης αυτής ο αναιρεσείων απασχολήθηκε από την έναρξη της ισχύος της συμβάσεως την 1-5-1995 έως τις 31-7-2000, που η εργοδότριά του κατάγγειλε εγγράφως τη σύμβασή του. Έκρινε δε, περαιτέρω, το Εφετείο, ότι οι νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος διέπονται από την από 24-2-1994 ΣΣΕ, που έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας με την υπ' αριθμ. 5/13-1-1995 πράξη, την από 17-2-1997 ΣΣΕ, που έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας με την υπ' αριθμ. 7/26-2-1997 πράξη και έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 23-3-1997 με την υπ' αριθμ. 13635/21-10-1997 απόφαση του Υπουργού Εργασίας και την υπ' αριθ. 56/1999 ΔΑ, που έχει κατατεθεί στο Υπουργείο Εργασίας με την υπ' αριθμ. 38/18-11-1999 πράξη και έχει κηρυχθεί υποχρεωτική από 7-12-1999 με την υπ' αριθμ. 10173/18-1- 2000 απόφαση του Υπουργού Εργασίας.
Με βάση δε αυτές, τις οποίες εφάρμοσε στην εργασιακή σύμβαση που συνέδεε τους διαδίκους, υπολόγισε τις νόμιμες αποδοχές του αναιρεσείοντος και επιδίκασε σ' αυτόν, ύστερα από εξαφάνιση της πρωτόδικης απόφασης, για το ως άνω επίδικο χρονικό διάστημα μισθολογικές διαφορές, διαφορές προσαυξήσεων και αποζημιώσεων για υπερεργασία, υπερωρίες, επιδόματα εορτών Χριστουγέννων και Πάσχα, επίδομα αδείας και αποζημιώσεως λόγω καταγγελίας της συμβάσεως εργασίας του.
Οι παραπάνω όμως ΣΣΕ και ΔΑ που εφάρμοσε το Εφετείο στη συνδέουσα τους διαδίκους εργασιακή σύμβαση, αφορούν οδηγούς βυτιοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης, που απασχολούνται σε επιχειρήσεις μεταφοράς πετρελαιοειδών προϊόντων και υγραερίων όλης της χώρας. Δεν αφορούν στο επάγγελμα του αναιρεσείοντος, αφού κατά τα εκτιθέμενα στην ένδικη αγωγή, και κατά τις παραδοχές του Εφετείου, ο αναιρεσείων προσλήφθηκε και εργάσθηκε ως οδηγός ιδιωτικής χρήσης βυτιοφόρου αυτοκινήτου και ο χρόνος, η αμοιβή του, τα επιδόματα και οι λοιποί όροι της σύμβασης εργασίας του είναι αυτοί που προβλέπονται από τις ΣΣΕ "για τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας".
Οι ΣΣΕ αυτές είναι α) για το έτος 1995 η από 10-5-1994 ΣΣΕ με αριθμό και χρόνο κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 60/25-5-1994, β) για τα έτη 1996-1997 η από 10-7-1996 ΣΣΕ με αριθμό και χρόνο κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 84/19-7-1996, γ) για τα έτη 1997-1999 η από 24-7-1998 ΣΣΕ με αριθμό και χρόνο κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 93/3-8-1998 και δ) για τα έτη 2000-2001 η από 27-7-2000 ΣΣΕ με αριθμό και χρόνο κατάθεσης στο Υπουργείο Εργασίας 112/4-8-2000.
Στα άρθρα 1 και 3 αυτών ορίζεται ότι σ' αυτές υπάγονται οι οδηγοί βυτιοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων εγκαταστάσεων και αερολιμένων, που εργάζονται με σύμβαση εργασίας ιδιωτικού δικαίου σε επιχειρήσεις που ασχολούνται κατά κύριο λόγο με την εισαγωγή και εμπορία πετρελαιοειδών εν γένει προϊόντων και υγραερίων.
Επομένως, το Εφετείο, με το να εφαρμόσει τις ΣΣΕ και ΔΑ που αφορούν τους οδηγούς βυτιοφόρων και φορτηγών αυτοκινήτων δημόσιας χρήσης και όχι τις αμέσως παραπάνω αναφερόμενες (που αφορούν τους όρους αμοιβής και εργασίας του προσωπικού των πάσης φύσεως επιχειρήσεων πετρελαίου και υγραερίων όλης της χώρας), οι οποίες ήταν εφαρμοστέες, παραβίασε αυτές και πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση κατά το βάσιμο από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ δεύτερο λόγο αναιρέσεως, κατά το τμήμα του που αποδίδεται η ανωτέρω πλημμέλεια στην προσβαλλόμενη απόφαση.
Μετά από αυτά και ενόψει του ότι παρέλκει η έρευνα των λοιπών λόγων αναιρέσεως, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση, να παραπεμφθεί η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, του οποίου είναι δυνατή η σύνθεση από άλλους δικαστές (άρθρο 580 § 3 ΚΠολΔ), και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την υπ' αριθμ. 223/2005 απόφαση του Εφετείου Δυτικής Μακεδονίας.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, το οποίο θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση. Και
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει σε χίλια πεντακόσια (1.500) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2008. Και
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ