Legislator Case Law & Legislation
1869/2006 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on lease payment delay, ruling it was the tenant's fault for using property despite public authority refusal.

Case Number 1869/2006
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the tenant's appeal against the Second Instance Court's decision regarding unpaid rent. The tenant argued the landlord delayed payment due to a public authority's refusal to grant a building permit, but the court found the tenant had used the property without objection. Consequently, the court ruled the delay was attributable to the tenant, not the landlord, and rejected the claim that the lower court misinterpreted the building permit document.

Legislator headnote

AI generated

Articles 574-578 of the Civil Code; The tenant bears the risk of delay in rent payment if they utilize the leased property without objection despite a public authority's refusal to grant necessary permits, as such refusal constitutes a defect only if it prevents use.

Keywords

AI generated
lease contract rent payment delay public authority permit tenant fault civil code provisions building permit refusal attribution of delay

Cited Legislation

AI generated
Articles 574 to 578 of the Civil Code
Article 44 of Presidential Decree 34/1995
Article 342 of the Civil Code
Article 330 of the Civil Code
Article 559, paragraph 20 of the Code of Civil Procedure

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Judgment 50/2005
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1869 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1869/2006

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ΄ Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Γεωργίου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.

Της αναιρεσίβλητης: ...., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δήμο Γκουντούνα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 4 Δεκεμβρίου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1888/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3548/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 13 Ιουλίου 2005 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Αχιλλέας Νταφούλης, ανέγνωσε την από 11 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

I.- Από τις διατάξεις των άρθρων 574 έως 578 ΑΚ, που εφαρμόζονται και στις εμπορικές μισθώσεις (άρθρο 44 ΠΔ 34/1995), συνάγεται ότι με τη διαρκή σύμβαση της μίσθωσης ο εκμισθωτής έχει υποχρέωση να παραχωρήσει στο μισθωτή τη χρήση του πράγματος για όσο χρόνο διαρκεί η μίσθωση. Επίσης έχει υποχρέωση ση όχι μόνο να παραδώσει το μίσθιο κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση, αλλά να το διατηρεί κατάλληλο για τη συμφωνημένη χρήση σε όλη τη διάρκεια της μίσθωσης, υποχρεούμενος σε άρση των πραγματικών του ελαττωμάτων και σε αποκατάσταση των συμφωνημένων ιδιοτήτων που λείπουν.

Αν κατά το χρόνο παράδοσής του στο μισθωτή το μίσθιο έχει ελάττωμα που εμποδίζει μερικά ή ολικά τη συμφωνηθείσα χρήση (πραγματικό ελάττωμα) ή αν κατά τη διάρκεια της μίσθωσης εμφανίστηκε τέτοιο ελάττωμα, ο μισθωτής έχει δικαίωμα μείωσης ή μη καταβολής του μισθώματος. Το ίδιο ισχύει και αν λείπει από το μίσθιο μια συμφωνημένη ιδιότητα ή αν έλειψε τέτοια ιδιότητα όσο διαρκεί η μίσθωση.

Επομένως, αν από την ύπαρξη πραγματικού ελαττώματος εμποδίστηκε ολικά ή συμφωνημένη χρήση, ο μισθωτής έχει δικαίωμα, προβαλλόμενο και κατ' ένσταση, προς απόκρουση αγωγής του εκμισθωτή για καταβολή των μισθωμάτων, να μη καταβάλλει το μίσθωμα όσο διάστημα διαρκεί η παρεμπόδιση της χρήσης του μισθίου από το ελάττωμα.

Τέτοιο πραγματικό ελάττωμα αποτελεί και η αδυναμία χρήσης του μισθίου όπως συμφωνήθηκε, λόγω απαγόρευσης της χρήσης από δημόσια αρχή ή λόγω αδυναμίας χορήγησης της απαιτούμενης άδειας δημόσιας αρχής (Ολ.ΑΠ 50/2005). Αν παρά την ύπαρξη του πραγματικού ελαττώματος ο μισθωτής χρησιμοποιεί το μίσθιο αδιακώλυτα κατά τη συμφωνημένη χρήση του, δεν απαλλάσσεται της υποχρέωσης πληρωμής του μισθώματος.

Εξάλλου, ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ ιδρύεται όταν από τις αιτιολογίες της απόφασης δεν προκύπτουν με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις εκείνα τα περιστατικά που συγκροτούν το πραγματικό του κανόνα ουσιαστικού δικαίου ο οποίος εφαρμόστηκε (υπαγωγικός συλλογισμός), ώστε καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής της διάταξης.

Ο λόγος άρα δεν ιδρύεται όταν οι ελλείψεις αναφέρονται στην αιτιολόγηση απλά του αποδεικτικού πορίσματος, εφόσον αυτό διατυπώνεται με σαφήνεια. Στην προκείμενη περίπτωση, με την από 4-12-2003 αγωγή της, όπως απ' αυτή προκύπτει, η αναιρεσίβλητη ζήτησε ως υπεκμισθώτρια του αναφερόμενου μισθίου ακινήτου (επαγγελματικής στέγης) να υποχρεωθεί η αναιρεσείουσα υπομισθώτρια να της αποδώσει τη χρήση του, λόγω καθυστέρησης πληρωμής από δυστροπία των μισθωμάτων Σεπτεμβρίου έως και Δεκεμβρίου 2003, με το ανάλογο τέλος χαρτοσήμου.

Την αγωγή αυτή δέχτηκε η 1888/2004 οριστική απόφαση του μονομελούς πρωτοδικείου Αθηνών, αφού απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμη ένσταση της αναιρεσείουσας-εναγόμενης για μη οφειλή των μισθωμάτων συνεπεία, παρακωλυτικού ενόλω της συμφωνημένης χρήσης, πραγματικού ελαττώματος του μισθίου (αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας από την αρμόδια διοικητική αρχή, λόγω πολεοδομικής αταξίας του).

Κατά της απόφασης αυτής η αναιρεσείουσα άσκησε την από 22-9-2004 έφεσή της και ζήτησε, για εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου, καθώς και για κακή εκτίμηση των αποδείξεων ως προς την (απορριφθείσα) ένστασή της αυτή, την εξαφάνισή της, με σκοπό την απόρριψη της αγωγής. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του απέρριψε στην ουσία την έφεση και επικύρωσε έτσι την πρωτόδικη απόφαση, με τις παρακάτω παραδοχές: "Από τις ένορκες στο ακροατήριο του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου καταθέσεις των μαρτύρων των διαδίκων, που περιέχονται στα ταυτάριθμα με την προσβαλλόμενη απόφαση πρακτικά συνεδρίασής του και τα προσκομιζόμενα με επίκληση έγγραφα αποδείχθηκαν τα εξής πραγματικά περιστατικά:

Δυνάμει του από 28-4-2003 ιδιωτικού μισθωτηρίου συμφωνητικού η ενάγουσα υπεκμίσθωσε στην εναγομένη για μία εξαετία και αντί μηνιαίου προκαταβαλλόμενου μισθώματος για το πρώτο μισθωτικό έτος, 850 ευρώ, πλέον χαρτοσήμου, το επί ..... ισόγειο κατάστημα (κατά το χαρακτηρισμό του μισθωτηρίου), επιφάνειας 90 τ.μ., προκειμένου να χρησιμοποιηθεί ως τέτοιο (κατάστημα) πώλησης τσιγάρων, εφημερίδων, ψιλικών, παιχνιδιών, τουριστικών ειδών, σχολικών, απορρυπαντικών και χαρτικών.

Το μίσθιο αποτελεί τμήμα μεγαλύτερου μισθωμένου κατά τον Απρίλιο 2003 από την ενάγουσα και τρίτο πρόσωπο, ισογείου χώρου και προέκυψε (μίσθιο) από κατάτμηση-διαίρεσή του (ενιαίου χώρου) από την ίδια (ενάγουσα υπεκμισθώτρια) σε τρία αυτοτελή (υλικώς) τμήματα. Ο πολεοδομικός χαρακτήρας τόσο του όλου ισογείου ορόφου της οικοδομής, όσο και του από την κατάτμηση προκύψαντος μισθίου, δηλαδή αν πρόκειται, είτε εξαρχής (εκ κατασκευής), βάσει της οικείας πολεοδομικής αδείας, είτε, κατά μεταγενέστερη νόμιμη τροποποίηση και νομιμοποίηση, για χώρους κύριας χρήσεως-καταστήματα ή για αποθηκευτικούς τέτοιους, δεν διευκρινίσθηκε από την αποδεικτική διαδικασία.

Και ναι μεν η εναγόμενη εκκαλούσα υπομισθώτρια διατείνεται ότι όλοι οι ισόγειοι χώροι της οικοδομής αυτής δεν έχουν νομίμως τον πολεοδομικό χαρακτήρα της κύριας χρήσεως, μη δυνάμενοι να χρησιμοποιηθούν ως καταστήματα, πλην όμως τόσο από την αρχική υπ΄ αριθμό 18518/1971 οικοδομική άδεια ανεγέρσεως του όλου ακινήτου του τότε πολεοδομικού γραφείου Αθηνών, όσο και από την υπ΄ αριθμό 225/2001 συμπληρωματική αυτής (αποπεράτωσης του ισογείου ορόφου) της πολεοδομίας Μαρκοπούλου, δεν προκύπτει ουδόλως ο χαρακτήρας και ο προορισμός τους.

Εξάλλου και στην από 16-1-2004 υποβληθείσα από την εναγόμενη προς την πολεοδομική αρχή Μαρκοπούλου αίτηση, με το ειδικό αίτημα να της χορηγηθεί βεβαίωση "...αν για την ανεγερθείσα τριώροφη οικοδομή επί ....., ιδιοκτησίας ....., έχει πολεοδομικώς προβλεφθεί οι ισόγειοι χώροι της να λειτουργούν κατά κύρια χρήση τους ως καταστήματα....", η απάντηση της τελευταίας (πολεοδομίας Μαρκοπούλου), όπως διατυπώνεται στο υπ΄ αριθμό πρωτ. 635/2004 έγγραφό της, είναι ασαφής και αόριστη, περιοριζόμενη στα εξής "σε απάντηση της από 16/1/2004 αίτησής σας, σας γνωρίζουμε ότι από την υπηρεσία μας δεν έχει χορηγηθεί βεβαίωση χώρου κύριας χρήσεως (κατάστημα) για την οικοδομή που βρίσκεται επί της οδού 25ης Μαρτίου στην Ανάβυσσο Αττικής, ιδιοκτησίας .....".

Αποδείχθηκε περαιτέρω, ότι σε εκπλήρωση της υπομισθωτικής συμβάσεως η ενάγουσα παρέδωσε εξαρχής τη χρήση του μισθίου στην εναγομένη, η οποία και άρχισε την αδιακώλυτη λειτουργία του ως καταστήματος πώλησης τσιγάρων κλπ, κατά τη συμβατική χρήση, η άσκηση της οποίας και συνεχίστηκε ανεμπόδιστα και κατά την ένδικη μισθωτική περίοδο.

Και ναι μεν για τη λειτουργία του μισθίου καταστήματος δεν έχει χορηγηθεί από την αρμόδια αρχή (κοινότητα Αναβύσσου) η νόμιμη άδεια λειτουργίας, πλην τούτο δεν αποδείχθηκε ότι οφείλεται σε αδυναμία εκδόσεώς της και μάλιστα λόγω του μη νόμιμου, κατά τα προαναφερθέντα, πολεοδομικού καθεστώτος-χαρακτήρα του μισθίου, όπως διατείνεται η εναγόμενη, αφού προεχόντως αυτή (εναγόμενη) ούτε υποβολή σχετικής αίτησης προς την παραπάνω αρχή (κοινότητα Αναβύσσου) επικαλείται, ούτε οποιαδήποτε αρνητική απάντηση ή απορριπτική απόφαση της τελευταίας προσκομίζεται, όπως δεν προσκομίζεται ούτε βεβαίωση δημόσιας αρχής περί του ότι είναι αδύνατη η έκδοση σχετικής αδείας, ούτε και οποιαδήποτε απόφαση, είτε περί απαγόρευσης της λειτουργίας του μισθίου ως καταστήματος κατά τη συμβατική χρήση του (ψιλικά), είτε περί μη νομίμου, λόγω πολεοδομικού χαρακτήρα του, λειτουργίας του.

Αντιθέτως αποδείχθηκε ότι και κατά την επίμαχη μισθωτική περίοδο Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2003 η συμβατική χρήση ασκήθηκε αδιακωλύτως, όπως τούτο προκύπτει από την κατάθεση του με επιμέλεια της ενάγουσας εξετασθέντος μάρτυρος, σε συνδυασμό με τις προσκομιζόμενες με επίκληση πολλές αποδείξεις αγοράς ψιλικών ειδών από το μίσθιο της ένδικης περιόδου (σημειώνεται ότι και αυτός ο μάρτυρας της εναγομένης .....

κατέθεσε ότι "....λειτουργεί παράνομα το κατάστημα..."), οι μόνες δε οχλήσεις της εναγομένης από την αστυνομική αρχή σημειώθηκαν όταν επεχείρησε (εναγομένη), και μάλιστα κατ΄ ανεπίτρεπτη μεταβολή και επέκταση της συμφωνημένης χρήσεως, να πωλήσει στο μίσθιο είδη ζαχαροπλαστικής και αλκοολούχα ποτά.

Συνεπώς σε κάθε περίπτωση, και με την εκδοχή δηλαδή ότι το μίσθιο ήταν πολεοδομικώς προορισμένο ως χώρος βοηθητικής χρήσεως και εξ αυτού καθίστατο αδύνατη η έκδοση νόμιμης άδειας λειτουργίας του, αφού η εναγόμενη άσκησε αδιακωλύτως την συμφωνημένη χρήση και στην ένδικη περίοδο, δεν υφίσταται, κατά τις προεκτεθείσες νομικές σκέψεις, νόμιμη περίπτωση απαλλαγής της (εναγομένης) από την πληρωμή των μισθωμάτων αυτής (ένδικης μισθωτικής περιόδου), ώστε η και νομίμως επαναφερόμενη ένστασή της (εναγομένης) περί ολικής μη οφειλής των εν λόγω μισθωμάτων, λόγω του ελαττώματος αυτού, να είναι απορριπτέα ως ουσιαστικώς αβάσιμη.

Επομένως αρνούμενη την καταβολή και μη καταβάλλοντας, στη συμβατική δήλη προθεσμία πληρωμής (πρώτο πενθήμερος κάθε μήνα), τα οφειλόμενα αυτά μισθώματα, κατέστη (εναγομένη) δύστροπη, ενόψει και του ότι δεν επικαλέστηκε κατ΄ άρθρα 342 και 330 ΑΚ περιστατικά ανυπαιτίου (ευλόγου αιτίας) καθυστερήσεως. Πέραν τούτων και αν ήθελε γίνει δεκτό ότι η συμφωνημένη χρήση παρακωλύθηκε εν μέρει, με την υπολειτουργία του μισθίου, πάλιν η εναγομένη δεν απαλλάσσεται της υπερημερίας της (δυστροπίας της), αφού για να κρινόταν συγγνωστή η καθυστέρηση και να αιρόταν έτσι η υπερημερία της, κατά τις αμέσως παραπάνω διατάξεις, έπρεπε να χωρήσει στην, κατά μείωση του μισθώματος, πληρωμή του κατά τις απόψεις της οφειλόμενου μέρους του, επομένως η εκκαλουμένη, που με ορθή ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και σωστή εκτίμηση των αποδείξεων έκρινε τα ίδια, δεχόμενη την αγωγή, μετ' απόρριψη της ως άνω ένστασης της εναγόμενης, δεν έσφαλε, όσα δε περί του αντιθέτου προβάλλονται με τους συναφείς λόγους της έφεσης είναι αβάσιμα κατ' ουσία και οι λόγοι απορριπτέοι ως τέτοιοι.

Κατ' ακολουθία πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της η έφεση ως ουσιαστικώς αβάσιμη". Κρίνοντας έτσι το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες στα έχοντα ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως άνω ζητήματα. Οι αιτιολογίες αυτές (κύριες και επικουρικές) επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο για την ορθή ή μη εφαρμογή των διατάξεων που εφαρμόστηκαν.

Δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, ούτε δέχτηκε παρά το νόμο πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Σύμφωνα με όλα αυτά το Εφετείο δεν υπέπεσε στην αποδιδόμενη πλημμέλεια από το εδάφιο 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γι' αυτό και πρέπει ο τέταρτος λόγος του αναιρετηρίου που υποστηρίζει τα αντίθετα να απορριφθεί ως αβάσιμος.

ΙΙ.- Με το πρώτο λόγο αναίρεσης η αναιρεσείουσα ισχυρίζεται, ότι η αναιρεσιβαλλομένη παραβίασε, με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, τις διατάξεις των άρθρων 574, 575, 576 του ΑΚ, σε συνδυασμό με εκείνες των άρθρων 340, 341 και 342 του ίδιου κώδικα, γιατί με τις προαναφερθείσες αιτιολογίες "όχι ορθά και μη νόμιμα απέρριψε εντελώς αυθαίρετα και αναιτιολόγητα τη νομίμως προταθείσα κατά την πρώτη συζήτηση της αγωγής ένστασή της από τη διάταξη του άρθρου 374 ΑΚ, την οποία νομίμως επανέφερε στο Εφετείο με την έφεσή της και τις προτάσεις σ' αυτή, εφόσον η μη καταβολή των ενδίκων μισθωμάτων οφείλεται σε γεγονός για το οποίο δεν υπέχει ευθύνη, γιατί δεν του παραχωρήθηκε ολικά η χρήση του επιδίκου μισθίου, κατ' άρθρα 342 και 330 ΑΚ, ενώ έπρεπε να δεχθεί αυτήν ως νόμιμη και κατ' ουσίαν βάσιμη και να αχθεί συνακολούθως στην απόρριψη της ένδικης αγωγής της αναιρεσίβλητης".

Για το βάσιμο του λόγου αυτού η αναιρεσείουσα επικαλείται στις σελίδες 5 έως και 13 του αναιρετηρίου διάφορα έγγραφα αποδεικτικά στοιχεία, με παράλληλη παράθεση νομολογιακών δεδομένων σχετικών με την ερμηνεία των άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, για να υποστηρίξει τελικά, ότι το μίσθιο "από αυθαίρετες επεμβάσεις της αναιρεσίβλητης δεν είναι πολεοδομικώς κατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, γιατί πρόκειται για αποθηκευτικό ή βοηθητικό χώρο της όλης οικοδομής, όπου τούτο κείται, η ίδια απέβλεψε στην καταλληλότητά του και ως καταστήματος για τη λειτουργία του, ιδιότητα την οποία δεν μπορούσε να αποκτήσει και την οποία έλλειψη από πολεοδομικής καταλληλόλητάς του γνώριζε η αναιρεσίβλητη", επομένως το μίσθιο δεν λειτούργησε ποτέ κατά τη συμφωνηθείσα χρήση, η ίδια δεν κατέστη υπερήμερος αναφορικά με την καταβολή των μισθωμάτων αφού λόγω πολεοδομικής ακαταλληλότητάς του άδεια νόμιμη από την αρμόδια διοικητική αρχή δεν εκδίδεται, ενώ η αναιρεσίβλητη έλαβε γνώση της γνωστοποίησης του γεγονότος ότι το μίσθιο φέρει το ως άνω πραγματικό ελάττωμα που αναιρεί ουσιωδώς τη χρήση του χωρίς να ενδώσει στην πρόσκλησή της για άρση του ελαττώματος αυτού.

Με αυτό το περιεχόμενο ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του για τη μη εξειδίκευση στο αναιρετήριο (αναγκαία) του υπαγωγικού σφάλματος κατά την παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου (Ολ.ΑΠ 28/1998, 32/1996), πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα απλής επίκλησης αναιρετικής πλημμέλειας από το εδάφιο 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πλήττει στην πραγματικότητα την αναιρετικά ανέλεγκτη για πράγματα κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

ΙΙΙ.- Με το δεύτερο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια του εδαφίου 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, γιατί "ενώ δέχεται ότι το μίσθιο ήταν πολεοδομικώς ακατάλληλο για τη χρήση που είχε προορισθεί και ως κατάστημα, παρά ταύτα απαιτεί για τη διαπίστωση της αδυναμίας έκδοσης αδείας λειτουργίας του και ως καταστήματος, περαιτέρω βεβαίωση από την αρμόδια κοινοτική αρχή για το ότι είναι αδύνατη η έκδοση σχετικής άδειας ή οποιασδήποτε απόφασης περί απαγόρευσης της λειτουργίας του μισθίου ως καταστήματος κατά τη συμβατική χρήση του", παραβιάζοντας έτσι με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή τις διατάξεις ουσιαστικού δικαίου των άρθρων 47 της υγειονομικής διάταξης Α1β/8577/1983, Π.Δ. 552/1989 και 180/79, 28 του ν.2130/93, ν.2218/94, 6 παρ.28 του ν.2240/94, ν.2307/95, 11 παρ.9 του ν.2503/97 και 9 παρ.2 του ν.2690/99.

Με τέτοια διατύπωση ο λόγος αυτός, ανεξάρτητα από την αοριστία του για τη μη εξειδίκευση στο αναιρετήριο (αναγκαία) του υπαγωγικού σφάλματος κατά την παραβίαση των ως άνω διατάξεων ουσιαστικού δικαίου, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος, διότι α) στηρίζεται στην αναληθή προϋπόθεση ότι τάχα η αναιρεσιβαλλομένη έχει κρίνει ότι το μίσθιο ήταν πολεοδομικώς ακατάλληλο για τη συμφωνηθείσα χρήση, ενώ από τις παραδοχές της προκύπτει το αντίθετο και β) το Εφετείο δεν ασχολήθηκε καθόλου και έτσι δεν ερμήνευσε, ούτε εφάρμοσε τις πιο διατάξεις που φέρεται να παραβίασε.

IV.- Από το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης και την περιλαμβανόμενη σ' αυτή βεβαίωση, ότι το Εφετείο εκτίμησε και τα έγγραφα που προσκόμισαν και επικαλέστηκαν οι διάδικοι, δεν καταλείπεται αμφιβολία, ότι έλαβε υπόψη του και εκτίμησε και όλα τα από την αναιρεσείουσα επικληθέντα και προσκομισθέντα έγγραφα που αναφέρονται με λεπτομέρεια στον τρίτο λόγο αναίρεσης.

Συνεπώς ο λόγος αυτός από το εδάφιο 11γ του άρθρου 559 ΚΠολΔικ που αποδίδει στην προσβαλλομένη την πλημμέλεια της μη λήψης υπόψη των εγγράφων αυτών και συγκεκριμένα α) του από 28-4-2003 ιδιωτικού συμφωνητικού υπομίσθωσης, β) της από 4-12-2003 εξώδικης απάντησης, της αναιρεσίβλητης στην από 5-10-2003 εξώδικη δήλωση-πρόσκληση προς αυτή, γ) της 635/2004 βεβαίωσης του πολεοδομικού γραφείου Μαρκοπούλου Αττικής, δ) της από 26-6-2003 έναρξης επιτηδεύματος του Δ.Ο.Υ Λαυρίου, ε) της από 22-9-2003 απόφασης του διευθυντή επιχορηγήσεων νέων ελευθέρων επαγγελματιών, στ) του από 16-1-2002 ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης μεταξύ .....

και της αναιρεσίβλητης, ζ) του από 15-10-2003 εγγράφου του τοπικού υποκαταστήματος ΙΚΑ Λαυρίου, η) του από 22-4-2003 νέου ιδιωτικού συμφωνητικού μίσθωσης μεταξύ ....., αναιρεσίβλητης και του πατρός της, θ) αποδείξεων καταβολής μισθώματος προς την αναιρεσίβλητη μέχρι και Αύγουστο 2003, ι) δύο αποδείξεων ατομικών επιχειρήσεων πώλησης ψιλικών ειδών, ια) εγγράφου της αρμόδιας υπηρεσίας της κοινότητας Παλαιάς Φωκαίας Αναβύσσου, κατά το οποίο για τη χορήγηση άδειας λειτουργίας καταστήματος απαιτείται βεβαίωση από την αρμόδια πολεοδομική αρχή, ότι ο αντίστοιχος χώρος της οικοδομής προβλέπεται για χρήση ως καταστήματος, ιβ) αποδείξεων παροχής υπηρεσιών και τιμολογίων πώλησης, ιγ) της από 5-10-2003 εξώδικης δήλωσης και πρόσκλησης προς την αναιρεσίβλητη και ιδ) της από 4-12-2004 τεχνικής έκθεσης-αυτοψίας, που προσκομίστηκαν για την απόδειξη ισχυρισμών της αναιρεσείουσας (εναγόμενης), ότι δεν συνέτρεξαν οι όροι και προϋποθέσεις έκδοσης άδειας λειτουργίας στο μίσθιο κατάστημα και από την αιτία ότι αυτό δεν είχε πολεοδομικά χαρακτηριστεί κατά την κυρία του χρήση ως χώρος καταστήματος, πρέπει να απορριφθεί σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμος.

Περαιτέρω, οι αιτιάσεις του ίδιου λόγου αναίρεσης, για πλημμέλειες από τα εδάφια 12 και 10 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, πρέπει να απορριφθούν, ως απαράδεκτη η πρώτη και ως αβάσιμη η δεύτερη, διότι στην ειδική διαδικασία των μισθωτικών διαφορών που δικάστηκε η παρούσα υπόθεση (άρθρα 647 επ. ΚΠολΔικ), όπου το δικαστήριο λαμβάνει υπόψη κα αποδεικτικά μέσα που δεν πληρούν τους όρους του νόμου (άρθρο 650 παρ.1 ΚΠολΔικ), οπότε και κρίνει ελεύθερα κατά το γενικό κανόνα του άρθρου 340 ΚΠολΔικ, δεν ιδρύεται ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 12 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, από δε το περιεχόμενο της αναιρεσιβαλλομένης προκύπτει, ότι το Εφετείο στήριξε την κρίση του στα μνημονευόμενα αποδεικτικά μέσα (έγγραφα, μάρτυρες κλπ) που επικαλέστηκαν και έθεσαν στην διάθεσή του τα διάδικα μέρη.

Τέλος και η αιτίαση για πλημμέλεια από το εδάφιο 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ, ανεξάρτητα από την αοριστίας της γιατί στο αναιρετήριο δεν αναφέρονται με πληρότητα και σαφήνεια τα "πράγματα" αυτά (σχ.Ολ.ΑΠ 43/1990), πρέπει να απορριφθεί, κατά μεν το πρώτο μέρος για μη λήψη υπόψη των παραπάνω αποδεικτικών μέσων (εγγράφων) που προσκομίστηκαν, αλλά δεν αποτελούν "πράγματα", προεχόντως ως απαράδεκτη, κατά δε το υπόλοιπο μέρος σε κάθε περίπτωση ως αβάσιμη, διότι το εφετείο, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασής του, έλαβε υπόψη, απάντησε "εκ του πράγματος" και απέρριψε ως αβάσιμους τους ισχυρισμούς της αναιρεσείουσας για έλλειψη τάχα δυστροπίας και μη οφειλή των μισθωμάτων συνεπεία, παρακωλυτικού ενόλω της συμφωνημένης χρήσης, πραγματικού ελαττώματος του μισθίου.

Δεν δέχτηκε ειδικότερα ότι, λόγω πολεοδομικής αταξίας του μισθίου, υπήρξε αδυναμία έκδοσης άδειας λειτουργίας του από την αρμόδια διοικητική αρχή για τη συμφωνημένη χρήση. Την επίκληση της ύπαρξης πραγματικού ελαττώματος από την αναιρεσείουσα θεώρησε εδώ περιστατικό υπαίτιας καθυστέρησης στην καταβολή των οφειλομένων μισθωμάτων κατά την ένδικη μισθωτική περίοδο (Σεπτεμβρίου-Δεκεμβρίου 2003) που η συμβατική χρήση του μισθίου ασκήθηκε αδιακωλύτως άρα αρνηθείσα την καταβολή των μισθωμάτων αυτών στη συμβατική δήλη προθεσμία πληρωμής τους (πρώτο πενθήμερο κάθε μήνα) η αναιρεσείουσα κατέστη δύστροπη, ενόψει και του ότι αυτή δεν επικαλέστηκε κατά τα άρθρα 342 και 330 ΑΚ κάποια άλλα περιστατικά ανυπαίτιας (εύλογης αιτίας) καθυστέρησης.

V.- Ο λόγος αναίρεσης από το εδάφιο 20 του άρθρου 559 ΚΠολΔικ συνίσταται στο διαγνωστικό λάθος της απόδοσης από το δικαστήριο σε αποδεικτικό, με την έννοια των άρθρων 339 και 432 ΚΠολΔικ, έγγραφο, περιεχομένου καταδήλως διαφορετικού από το αληθινό, εξαιτίας του οποίου καταλήγει σε πόρισμα επιζήμιο για τον αναιρεσείοντα.

Δεν περιλαμβάνει όμως και την περίπτωση που το δικαστήριο, από την εκτίμηση και αξιολόγηση του αληθινού περιεχομένου του εγγράφου έστω και εσφαλμένα, καταλήγει σε συμπέρασμα αντίθετο από εκείνο που θεωρεί ως ορθό ο αναιρεσείων, γιατί τότε πρόκειται για αιτίαση σχετική με την εκτίμηση πραγμάτων, η οποία δεν ελέγχεται από τον Αρειο Πάγο.

Πρέπει δε την παραπάνω επιζήμια για τον αναιρεσείοντα κρίση του να σχημάτισε αποκλειστικά ή κατά κύριο λόγο από το έγγραφο που φέρεται ως παραμορφωμένο, προϋπόθεση η οποία δεν συντρέχει όταν τούτο εκτιμήθηκε με άλλα αποδεικτικά μέσα, χωρίς να εξαρθεί η σημασία του σε σχέση με το πόρισμα, για την αλήθεια ή αναλήθεια του γεγονότος που αποδείχτηκε, γιατί στην περίπτωση αυτή δεν είναι δυνατή η εξακρίβωση της ιδιαίτερης αποδεικτικής σημασίας του.

Στην προκείμενη περίπτωση με τον πέμπτο και τελευταίο λόγο αναίρεσης προβάλλεται η αιτίαση, ότι το εφετείο υπέπεσε στην πλημμέλεια από τη διάταξη του άρθρου 559 εδαφ.20 ΚΠολΔικ, γιατί παρά το νόμο παραμόρφωσε το περιεχόμενο του με αριθμό πρωτ. 635/20-1-2004 εγγράφου βεβαίωσης του αρμόδιου πολεοδομικού γραφείου του Δήμου Μαρκόπουλου Αττικής και θεώρησε ότι αυτό είναι ασαφές και αόριστο, αν και σ' αυτό αναφέρεται ότι "σε απάντηση της από 16-1-2004 αίτησης σας, σας γνωρίζουμε ότι από την υπηρεσία μας, δεν έχει χορηγηθεί βεβαίωση χώρου κυρίας χρήσεως (κατάστημα) για την οικοδομή που βρίσκεται επί ....., ιδιοκτησίας .....".

Ο λόγος αυτός πρέπει να απορριφθεί προεχόντως ως απαράδεκτος, διότι, όπως προκύπτει από τις παραδοχές της αναιρεσιβαλλομένης που αναφέρθηκαν στην πρώτη σκέψη της παρούσας, το εφετείο συνεκτίμησε το έγγραφο αυτό με άλλα, αξιολογώντας το πιο πάνω αληθινό περιεχόμενο του, για να καταλήξει σε συμπέρασμα διαφορετικό από εκείνο που θεωρεί ως ορθό η αναιρεσείουσα, χωρίς να εξαίρει αυτό ως προς το πόρισμα για ύπαρξη ή μη του αποδεικτέου γεγονότος.

Μετά απ' αυτά η αναιρεσείουσα θα καταδικαστεί στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης που δεν κατέθεσε προτάσεις.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 13-7-2005 αίτηση της ....., για αναίρεση της 3548/2005 απόφασης του Εφετείου Αθηνών. Και

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που ορίζει σε τετρακόσια είκοσι (420) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και

Δημοσιεύθηκε, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, την 1η Δεκεμβρίου 2006.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ