Legislator Case Law & Legislation
1868/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against tax court decision regarding unpaid air transport taxes.

Case Number 1868/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Government's appeal against a final tax court judgment ordering payment of unpaid taxes. The appellant argued that the tax authority failed to act on a previous objection and violated principles of good faith, but the court found no legal basis for these claims. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible, and the Government was ordered to pay the appellant's legal costs.

Legislator headnote

AI generated

Articles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court holds that an appeal against a final administrative tax decision is inadmissible if the appellant fails to substantiate claims regarding the tax authority's inaction or alleged violations of good faith principles.

Keywords

AI generated
administrative appeal tax liability inadmissible appeal good faith principle legal costs final judgment tax authority

Cited Legislation

AI generated
Articles 176, 183, 189 para. 1, 191 para. 2 of the Code of Civil Procedure
Article 22 para. 1 and 3 of Law 3693/1957
Article 52 para. 18 of the Code of Civil and Administrative Procedure
Article 26 para. 2 and 10 and 63A of Law 4427/2016
Common decision of the Ministers of Finance and Justice 134423 Oik/8-12-1992
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1868 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1868/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1 Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 21 Φεβρουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος - προς ον η κοινοποίηση: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, και ήδη από την Ανεξάρτητη Αρχή Δημοσίων Εσόδων, που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και εν προκειμένω και από τον Προϊστάμενο της Δ.Ο.Υ. Φ.Α.Ε. Αθηνών, κατοικοεδρεύοντα στην Καλλιθέα Αττικής, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου - καλούσας: Ανώνυμης Εταιρείας με την επωνυμία "……ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" και τον διακριτικό τίτλο "…" (πρώην "…..ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ"), που εδρεύει στα ……Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Βασίλειο Φουρλή που ανακάλεσε την από 18/2/2022 δήλωση για παράσταση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, παραστάθηκε στο ακροατήριο και κατέθεσε προτάσεις.

Του καθ' ου η κλήση: Νομικού Προσώπου Δημοσίου Δικαίου με την επωνυμία "ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ" που εδρεύει στο Ελληνικό Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως καθολικού διαδόχου του αρχικά αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Μαρία Σταμέλου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 22/5/2013 ανακοπή της ήδη αναιρεσιβλήτου - καλούσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 6555/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 4238/2018 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε το αναιρεσείον με την από 14/12/2018 αίτησή του και τους από 18/12/2020 πρόσθετους λόγους αυτής, επί των οποίων εκδόθηκε η 1234/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου που κήρυξε την συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επανέφερε προς συζήτηση η αναιρεσίβλητη με την από 10/11/2021 κλήση της. Ακολούθως κατατέθηκαν οι από 4/1/2022 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και των προσθέτων λόγων αυτής, ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου την απόρριψή τους και καθένας την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη, από 14-12-2018, αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 11843/2018, ΕΑΚ 978/2018, Αριθ. Δικ. 1870/2019) προσβάλλεται η 4238/2018 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 10-12-2015 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της 6555/2015 οριστικής απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών.

Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ. 1 ΚΠολΔ). Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσίβλητη ανώνυμη εταιρεία, με την, κατ' άρθρο 73 παρ. 1 του Κ.Ε.Δ.Ε., απευθυνόμενη προς το Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών, από 22-5-2013, ανακοπή της ζήτησε, επικαλούμενη τους λόγους που αναφέρονται σ' αυτή, να ακυρωθούν η 4112/22-4-2013 ταμειακή βεβαίωση της Δ.Ο.Υ.

Φ.Α.Ε. Αθηνών και η 5926/23-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών της ίδιας Δ.Ο.Υ. Επί της ανακοπής εκδόθηκε η 6555/2015 οριστική απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, με την οποία αυτή έγινε εν μέρει δεκτή και ακυρώθηκαν οι προσβαλλόμενες πράξεις. Κατά της άνω απόφασης το καθ' ου Ελληνικό Δημόσιο άσκησε την από 10-12-2015 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη 4238/31-8-2018 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, με την οποία η έφεση απορρίφθηκε κατ' ουσίαν.

Στη συνέχεια, το Ελληνικό Δημόσιο άσκησε κατά της απόφασης αυτής την κρινόμενη, από 14-12-2018, αίτηση αναίρεσης και, με ιδιαίτερο δικόγραφο, τους από 18-12-2020 πρόσθετους λόγους (Αριθ. Κατάθ. 127/22-12-2020). Επί των ανωτέρω δικογράφων, που συζητήθηκαν στη δικάσιμο της 1ης Φεβρουαρίου 2021 εκδόθηκε η 1234/2021 απόφαση του Αρείου Πάγου, που κήρυξε απαράδεκτη τη συζήτησή τους, προκειμένου να κλητευθεί το συσταθέν με το άρθρο 26 παρ. 1 του Ν. 4427/2016, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 52 του Ν. 4757/2020, νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", ως καθολικός διάδοχος του Ελληνικού Δημοσίου, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του οποίου υπεισήλθε από την 1η Δεκεμβρίου 2020, σύμφωνα με το άρθρο 26Α παρ. 2 του Ν. 4427/2016, το οποίο προστέθηκε με το άρθρο 53 παρ. 1 του Ν. 4757/2020, σε συνδ.

με το άρθρο 78 παρ. 1 αυτού, νομιμοποιούμενο έκτοτε μόνον αυτό ενεργητικά στην παρούσα εκκρεμή δίκη, η οποία συνεχίζεται χωρίς να επέλθει βίαιη διακοπή της. Ήδη η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι επαναφέρονται προς συζήτηση με την από 10-11-2021 κλήση της αναιρεσίβλητης, η οποία απευθύνεται κατά του ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" και είναι παραδεκτή, καθόσον αμφότερα τα δικόγραφα αυτά (αίτηση αναίρεσης και πρόσθετοι λόγοι αυτής) κοινοποιήθηκαν προς το ανωτέρω νομικό πρόσωπο (βλ.

τις με αριθμούς 5817Δ και 5818Δ/24-11-2021 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Εφετείου Αθηνών, με έδρα στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Χρήστου Μότσου), το οποίο παραστάθηκε στη συζήτηση της υπόθεσης, κατά την αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας δικάσιμο και συνεχίζει τη δίκη.

Από τις διατάξεις των άρθρων 68, 556 και 557 ΚΠολΔ προκύπτει ότι, προϋπόθεση του παραδεκτού της αίτησης αναίρεσης αποτελεί η ενεργητική νομιμοποίηση του αναιρεσείοντος και το έννομο συμφέρον αυτού για αναίρεση της προσβαλλόμενης απόφασης. Τη συνδρομή των προϋποθέσεων αυτών, που ερευνάται και αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (άρθρο 73 ΚΠολΔ), πρέπει να επικαλείται ο αναιρεσείων στην αίτησή του για αναίρεση.

Ειδικά, ενεργητική νομιμοποίηση είναι η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένη έννομη σχέση, που καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς το αντικείμενό της και τους φορείς της από το ουσιαστικό δίκαιο (ΑΠ 401/2018). Μεταξύ των προσώπων που έχουν δικαίωμα ν' ασκήσουν αναίρεση είναι ο εκκαλών, εφόσον νικήθηκε ολικά ή μερικά, καθώς και οι καθολικοί ή ειδικοί διάδοχοι αυτού, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητά τους αυτή μετά την άσκηση της αναίρεσης, οι οποίοι πλέον νομιμοποιούνται ενεργητικά για την άσκηση αναίρεσης ή πρόσθετων λόγων αυτής.

Περαιτέρω, με τη διάταξη του άρθρου 52 Ν. 4757/2020 διαμορφώθηκε το άρθρο 26 του Ν. 4427/2016 και με την παρ. 1 αυτού συστάθηκε νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας (Υ.Π.Α.)" (και για τις διεθνείς σχέσεις "Hellenic Aviation Service Provider (H.A.S.P.)"), το οποίο εποπτεύεται από τον Υπουργό Υποδομών και Μεταφορών, με σκοπό την παροχή, οργάνωση και ανάπτυξη των υπηρεσιών αεροναυτιλίας και τη διαχείριση και λειτουργία αεροδρομίων και υδατοδρομίων, έδρα την Περιφέρεια Αττικής και με διοικητική και οικονομική αυτοτέλεια, με δικό της προϋπολογισμό, σύμφωνα με τα όσα ορίζονται στο νόμο αυτό και τις εκάστοτε εφαρμοζόμενες διατάξεις περί λογιστικού των νομικών προσώπων δημοσίου δικαίου.

Περαιτέρω, με το άρθρο 26Α παρ. 2 του Ν. 4427/2016, το οποίο προστέθηκε με την παρ. 1 του άρθρου 53 του ίδιου, ως άνω Ν. 4757/2020, ορίστηκε ότι: "Η αυτοτελής δημόσια υπηρεσία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", η οποία υπάγεται στο Υπουργείο Υποδομών και Μεταφορών, καταργείται. Στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του Ελληνικού Δημοσίου, στον βαθμό που αφορούν στην εν λόγω αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, υπεισέρχεται ως καθολικός διάδοχος το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" που συστήνεται με το άρθρο 26", ενώ με την παρ. 2 του ίδιου, ως άνω, άρθρου ορίστηκε ότι: "Εκκρεμείς δίκες ή δικαστικές υποθέσεις του Ελληνικού Δημοσίου, οι οποίες αφορούν στην καταργηθείσα αυτοτελή δημόσια υπηρεσία, σε οποιοδήποτε δικονομικό στάδιο και αν βρίσκονται, ενώπιον οποιουδήποτε αρμόδιου πολιτικού, ποινικού ή διοικητικού δικαστηρίου ή εισαγγελικής ή ανακριτικής αρχής συνεχίζονται από το νομικό πρόσωπο δημοσίου δικαίου με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας".

Οι προαναφερθείσες διατάξεις ισχύουν, κατ' άρθρο 78 παρ. 1 του ανωτέρω νόμου, από τη δημοσίευσή του στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως, ήτοι από 1-12-2020. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι από την δημοσίευση του Ν. 4757/2020 στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και δη από την 1η Δεκεμβρίου 2020, επί δικών που έχουν αρχίσει με συμμετοχή του Ελληνικού Δημοσίου και αφορούν την καταργηθείσα Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, νομιμοποιείται ενεργητικώς (και παθητικώς) για τη συνέχισή τους ως αναιρεσείων (και αναιρεσίβλητος), επομένως και για την άσκηση πρόσθετων λόγων αναίρεσης, μόνο το προαναφερόμενο ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας", ενώ το Ελληνικό Δημόσιο δεν έχει πλέον ικανότητα να είναι διάδικος στις δίκες αυτές (πρβ ΑΠ 1737/2013).

Ενόψει αυτών, οι από 18-12-2020 πρόσθετοι λόγοι αναίρεσης, οι οποίοι, όπως προεκτέθηκε, ασκήθηκαν από το Ελληνικό Δημόσιο με κατάθεση του δικογράφου τους στη γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 22-12-2020 και επίδοση αυτού στην αναιρεσίβλητη στις 23-12-2020 (βλ. την υπ' αριθ. 2637Β/23-12-2020 έκθεση επίδοσης του δικαστικού επιμελητή της Περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Δημητρίου Πολυζώη), ήτοι μετά την 1η Δεκεμβρίου 2020, από την οποία, κατά τα προαναφερθέντα, στα δικαιώματα και τις υποχρεώσεις του υπεισήλθε ως καθολικός διάδοχος αυτού το άνω ΝΠΔΔ, το οποίο και συνεχίζει την παρούσα εκκρεμή δίκη, πρέπει ν' απορριφθούν ως απαράδεκτοι, λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, κατ' αποδοχή ως βάσιμου του ισχυρισμού της αναιρεσίβλητης περί απαραδέκτου αυτών για τον παραπάνω λόγο, τον οποίο (ισχυρισμό) πρότεινε με τις εμπροθέσμως, στις 4-2-2021 κατατεθείσες στο Δικαστήριο τούτο προτάσεις της (βλ.

σχετική επ' αυτών επισημείωση του γραμματέα), ήτοι είκοσι και πλέον ημέρες πριν από την αναφερόμενη στην αρχή δικάσιμο (21-2-2022) και που αυτεπαγγέλτως ερευνάται. Επίσης, κατά τα προαναφερθέντα, το Ελληνικό Δημόσιο απαραδέκτως παραστάθηκε ενώπιον αυτού του Δικαστηρίου και, συνεπώς, ως προς αυτό, η αίτηση αναίρεσης πρέπει, κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του Δικαστηρίου, να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησής του.

Περαιτέρω, το νομιμοποιούμενο ενεργητικά, κατά τα ανωτέρω, ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ (Υ.Π.Α.)" άσκησε το από 4-1-2022 δικόγραφο πρόσθετων λόγων αναίρεσης, με κατάθεσή του στη Γραμματεία του Αρείου Πάγου στις 13-1-2022, όπως προκύπτει από την κάτω από αυτό με αριθμό 4/13-1-2022 πράξη κατάθεσης της Γραμματέα του Αρείου Πάγου.

Οι ως άνω πρόσθετοι λόγοι επιδόθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα στην αναιρεσίβλητη και στον αντίκλητο αυτής, όπως προκύπτει από τις επικαλούμενες και προσκομιζόμενες από το παραπάνω ΝΠΔΔ, με αριθμούς 1498Β και 1493Β/17-1-2022, αντίστοιχα, εκθέσεις επίδοσης της δικαστικής επιμελήτριας της περιφέρειας του Εφετείου Αθηνών, με έδρα το Πρωτοδικείο Αθηνών, Αικατερίνης Πρεβεζιάνου.

Επομένως, οι παραπάνω πρόσθετοι λόγοι είναι παραδεκτοί και πρέπει να συνεκδικαστούν με την αίτηση αναίρεσης (άρθρα 246, 573 παρ. 1, 569 ΚΠολΔ, όπως η παρ. 2 του άρθρου 569 τροποποιήθηκε με το άρθρο 37 του Ν. 4842/2021 και ισχύει από 1-1-2022 κατ' άρθρο 120 Ν. 4842/2021, καταλαμβάνει δε και τις εκκρεμείς δίκες, όπως η παρούσα, σύμφωνα με το άρθρο 116 παρ. 2 β του ίδιου Ν. 4842/2021, όπως τούτο διαμορφώθηκε με το άρθρο 21 παρ. 2 του Ν. 4912.2022), λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας (ΑΠ 817/2019, ΑΠ 580/2019), αλλά και διότι οι πρόσθετοι λόγοι δεν έχουν αυθυπαρξία και συζητούνται, υποχρεωτικά, μαζί με την αίτηση αναίρεσης (ΑΠ 304/2020, ΑΠ 805/2020, ΑΠ 236/2020) και να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων τους (άρθρο 577 αριθ. 3 ΚΠολΔ).

Κατά την διάταξη του άρθρου 2 παρ. 2 ν.δ. 356/1974 (Κ.Ε.Δ.Ε.), όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με την παρ. 2 του άρθρου 7 του Ν. 4224/2013, με έναρξη ισχύος από 1-1-2014, και καταλαμβάνει την επίδικη περίπτωση ως εκ του χρόνου δημοσίευσης της απόφασης του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου (5-11-2015), νόμιμο τίτλο για την είσπραξη των δημοσίων εσόδων αποτελούν:

α) Τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής. β) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία αποδεικνύεται η οφειλή. γ) Τα δημόσια ή ιδιωτικά έγγραφα, από τα οποία πιθανολογείται η οφειλή, ως προς την ύπαρξη και το ποσό αυτής, κατά την έννοια του άρθρου 347 του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας.

Επίσης, το άρθρο 4 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 7 παρ. 5 του ανωτέρω Ν. 4224/2013, με ημερομηνία ισχύος από 1-1-2014, ορίζει: "Με την εξαίρεση των φόρων και των λοιπών δημοσίων εσόδων που εμπίπτουν στο πεδίο εφαρμογής του κώδικα φορολογικής διαδικασίας (ν. 4174/2013), για τα οποία εφαρμόζονται αποκλειστικά οι διατάξεις του ως άνω Κώδικα, καθώς και των δημοσίων εσόδων της περίπτωσης β της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του παρόντος Κώδικα, μετά την καταχώριση του χρέους ως δημόσιου εσόδου κατά τις διατάξεις του άρθρου 2 παρ. 3, η φορολογική διοίκηση εκδίδει ατομική ειδοποίηση, την οποία, είτε αποστέλλει ταχυδρομικά στον οφειλέτη και στα συνυπόχρεα πρόσωπα, είτε την κοινοποιεί σ' αυτούς σύμφωνα με το άρθρο 5 του Ν. 4174/2013.

Στην ατομική ειδοποίηση αναφέρονται τα στοιχεία και ο αριθμός φορολογικού μητρώου, εφόσον υπάρχει, του οφειλέτη, το είδος και το ποσό του χρέους, συμπεριλαμβανομένων των τόκων που έχουν ήδη υπολογισθεί κατά την κείμενη νομοθεσία, ο αριθμός και η χρονολογία καταχώρισης του χρέους ως δημοσίου εσόδου ή ο τίτλος στον οποίο βασίζεται το χρέος, ο χρόνος και ο τρόπος καταβολής αυτού, η μνεία ότι από την επομένη ημέρα της λήξης της νόμιμης προθεσμίας καταβολής του χρέους και μέχρι την τελική εξόφληση αυτού υπολογίζονται οι τόκοι και το πρόστιμο του άρθρου 6 του παρόντος".

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 73 παρ. 1, 2 του ν.δ. 356/1974: "1. Η προ της ενάρξεως της εκτελέσεως ανακοπή του οφειλέτου ασκείται: α) κατά της εκδοθείσης ατομικής ειδοποιήσεως, β) κατά του εκδοθέντος και μη εκτελεσθέντος εντάλματος προσωπικής κρατήσεως και γ) κατά του νομίμου τίτλου, εκδικάζεται δε υπό των καθ' ύλην αρμοδίων δικαστηρίων κατά τας διατάξεις των άρθρων 583-585 του Κώδικος Πολιτικής Δικονομίας.

Διά ταύτης επιτρέπεται η προβολή πάσης αντιρρήσεως ουσιαστικού ή δικονομικού δικαίου ως και η αμφισβήτησις του κατ' ουσίαν βασίμου της απαιτήσεως του Δημοσίου, εφ' όσον ο προσδιορισμός ταύτης δεν έχει ανατεθή εις δικαστήρια ή εις διοικητικάς επιτροπάς αποφαινομένας μετά δυνάμεως δεδικασμένου. Περαιτέρω, στις διατάξεις των άρθρων 51 - 55 του π.δ. 16/1989 ορίζεται ότι: "Η βεβαίωση των εσόδων στις Δ.Ο.Υ.

γίνεται με νόμιμους τίτλους είσπραξης, όπως αυτοί καθορίζονται από το Ν.Δ. 356/1974 "περί Κωδικoς Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων" (Κ.ΕΔ.Ε.) (Φ.Ε.Κ. 90/Α) (άρθρο 51), "Δικαιολογητικά στοιχεία για την έκδοση τίτλου είσπραξης αποτελούν: 1. Η διάταξη νόμου. 2. Οι τίτλοι βεβαίωσης που προβλέπονται από τη νομοθεσία που ισχύει. 3.

Η καταλογιστική απόφαση. 4. Οι αποφάσεις ή πράξεις αρμόδιας αρχής." (άρθρο 52), "Η σύνταξη των τίτλων είσπραξης από τα αρμόδια τμήματα της Δ.Ο.Υ., η αποστολή αυτών στο Τμήμα Εσόδων, καθώς και η βεβαίωση τους, γίνεται μέσα στις προθεσμίες που ορίζονται από τις διατάξεις που ισχύουν" (άρθρο 53), "Η βεβαίωση των εσόδων του Δημοσίου ή τρίτων διακρίνεται: 1.

Σε βεβαίωση που γίνεται με βάση τίτλους είσπραξης. 2. Σε οίκοθεν βεβαίωση...." (άρθρο 54), "1 Για κάθε οικονομικό έτος και έσοδο, συντάσσονται από τις αρμόδιες Αρχές και στέλνονται στις Δ.Ο.Υ. τίτλοι είσπραξης, στους οποίους πρέπει να περιέχονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τους συντάσσει, β. Ο αριθμός του τίτλου είσπραξης, γ.

Η αρμόδια Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, δ. Το επώνυμο, όνομα, πατρώνυμο, ΑΦΜ, το επάγγελμα, η ακριβής διεύθυνση του επαγγέλματος και της κατοικίας του οφειλέτη και αν πρόκειται για εταιρίες η επωνυμία τους, η έδρα τους και τα φυσικά πρόσωπα που είναι υπόχρεα με τις διευθύνσεις τους. ....ε. Το είδος του εσόδου, το οφειλόμενο ποσό αναλυμένο σε κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, σε ακέραιες μονάδες, στ.

Ο αριθμός των δόσεων, ζ. Οι υπογραφές του υπαλλήλου που συντάσσει αυτούς, του αρμοδίου προϊσταμένου του τμήματος και του προϊσταμένου της υπηρεσίας, η. Η υπηρεσιακή σφραγίδα....2...3. Κάθε τίτλος είσπραξης συνοδεύεται από περιληπτική κατάσταση βεβαίωσης σε τρία αντίτυπα μεταξύ των οποίων και το πρωτότυπο. ...

Στις περιληπτικές καταστάσεις πρέπει να συμπληρώνονται: α. Ο τίτλος της αρχής που τη συντάσσει, β. Ο τίτλος της Δ.Ο.Υ. που θα κάνει τη βεβαίωση, γ. Το είδος του φόρου, δ. Ο συνολικός αριθμός των οφειλετών που περιλαμβάνονται στον τίτλο είσπραξης, ε. Τα συνολικά κατά κωδικό αριθμό ή εκτός προϋπολογισμού ποσά και το γενικό σύνολο αριθμητικώς και ολογράφως, στ.

Η υπογραφή του προϊσταμένου της αρχής που τη συντάσσει και η υπηρεσιακή σφραγίδα...." (άρθρο 55). Επίσης, στις διατάξεις των άρθρων 32, 33 και 35 του Β.Δ. 757/1969 ορίζονται τα εξής: "Η βεβαίωσις των εσόδων εις τα Δημόσια Ταμεία ενεργείται βάσει νόμιμου τίτλου, ως καθορίζεται υπό του Νόμου περί εισπράξεων εσόδων." (άρθρο 32), "1.Δι` έκαστον οικονομικόν έτος και έσοδον συντάσσονται υπό της αρμοδίας Αρχής και αποστέλλονται εις τα Δημόσια Ταμεία ίδιοι τίτλοι εισπράξεως (χρηματικοί κατάλογοι, καταστάσεις, αποφάσεις κ.λπ.) αναγράφοντες ευαναγνώστως το επώνυμον, πατρώνυμον και κύριον όνομα των οφειλετών, το επάγγελμα τούτων, την ακριβή διεύθυνσιν του επαγγέλματος και της κατοικίας αυτών, προκειμένου δε περί εταιρειών την επωνυμίαν τούτων, την έδραν και τα υπόχρεα φυσικά πρόσωπα, το εισπρακτέον κατ` οφειλέτην ποσόν, αναλυτικώς κατά κωδικόν αριθμόν εσόδου του προϋπολογισμού ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμόν, εν τέλει δε του τίτλου το άθροισμα των ποσών, αριθμητικώς και ολογράφως. 2.

Έκαστος τίτλος εισπράξεως συνοδεύεται υπό περιληπτικής εις τριπλούν, καταστάσεως, εμφανιζούσης εν ιδίοις στήλαις τον συνολικόν αριθμόν των φορολογουμένων των περιλαμβανομένων εις τον τίτλον εισπράξεως, το είδος του εσόδου και το συνολικόν ποσόν του τίτλου εισπράξεως, ολογράφως και αριθμητικώς.3..." (άρθρο 33), "1.

Περατουμένης της εργασίας ελέγχου των τίτλων εισπράξεως, ενεργείται η βεβαίωσις του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον, το ταχύτερον και ουχί πέραν των καθοριζόμενων προθεσμιών, δια της εκδόσεως τριπλοτύπου αποδεικτικού παραλαβής εισπρακτέων εσόδων και της εγγραφής του εσόδου εις τα βιβλία εισπρακτέων εσόδων του Ταμείου κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου ή εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς....2.

Εις τα κατά την προηγουμένην παράγραφο εκδιδόμενα τριπλότυπα αποδεικτικά παραλαβής εισπρακτέων εσόδων αναγράφονται: Η αποστείλασα Αρχή, το είδος και οι αριθμοί του τίτλου εισπράξεως και του πρωτοκόλλου αυτού, το είδος του εσόδου, τα ποσά κατά κωδικούς αριθμούς εσόδου, η εκτός προϋπολογισμού λογαριασμούς, το άθροισμα τούτων, ως και ο αριθμός των οφειλετών. 3.

Η χρονολογία εκδόσεως των τριπλοτύπων αποδεικτικών παραλαβής εισπρακτέων εσόδων τυγχάνει και χρονολογία βεβαιώσεως του εσόδου εις το Δημόσιον Ταμείον.. ..." (άρθρο 35). Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων προκύπτουν τα εξής: Στη δίκη που ανοίγεται με την ανακοπή του άρθρου 73 παρ. 1 ΝΔ 356/1974 "Περί Κώδικος Εισπράξεως Δημοσίων Εσόδων", σε συνδυασμό προς τις διατάξεις των άρθρων 583-585 ΚΠολΔ, η οποία μπορεί να ασκείται τόσο κατά του "νομίμου τίτλου" όσο και κατά της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον αποτελεί και αυτή εκτελεστή διοικητική πράξη, ο μεν ανακόπτων επέχει κατ' αρχήν θέση εναγομένου, το δε καθού (Δημόσιο) θέση ενάγοντος και έτσι το τελευταίο βαρύνεται με την επίκληση των γεγονότων, των οποίων το βάρος θα έφερε, αν ασκούσε το δικαίωμά του με αγωγή.

Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 2 παρ. 2 του ΚΕΔΕ, νόμιμο τίτλο αποτελούν τα έγγραφα, στα οποία οι αρμόδιες αρχές προσδιορίζουν, σύμφωνα με τις κείμενες διατάξεις, τον οφειλέτη, το είδος, το ποσό και την αιτία της οφειλής, ώστε, σε περίπτωση αμφισβητήσεως, να είναι δυνατός ο δικαστικός έλεγχος. Τούτο δε, διότι με βάση το "νόμιμο τίτλο" είναι δυνατόν να επισπευσθεί αναγκαστική εκτέλεση, χωρίς να έχει προηγηθεί διαγνωστική δίκη και έκδοση δικαστικής απόφασης, που θα καθιστούσε σαφείς την αιτία ή τις επιμέρους αιτίες του (φερόμενου ως) οφειλόμενου συνολικού χρέους.

Από τα προαναφερόμενα έγγραφα, που αποτελούν το νόμιμο τίτλο εισπράξεως (βεβαίωση υπό ευρεία έννοια), διακρίνεται η ταμειακή βεβαίωση (βεβαίωση υπό στενή έννοια), που είναι αναγκαία για να μπορεί να επιδιωχθεί η είσπραξη της απαίτησης του Δημοσίου, δηλαδή συνιστά αυτή τίτλο εκτελέσεως. Ο νόμιμος τίτλος δεν συμπίπτει με την ταμειακή βεβαίωση, πλην όμως μεταξύ τους υφίσταται στενή αιτιακή σχέση, ώστε σε περίπτωση που η ταμειακή βεβαίωση δεν στηρίζεται σε νόμιμο τίτλο, όπως σε τίτλο στον οποίο δεν προσδιορίζεται επαρκώς το χρέος, να είναι αυτή ακυρωτέα.

Και ναι μεν στον ΚΕΔΕ δεν προβλέπεται κοινοποίηση της ταμειακής βεβαιώσεως στον οφειλέτη, ούτε επιβάλλεται να συνοδεύεται αυτή από τα έγγραφα που συγκροτούν το νόμιμο τίτλο, πλην όμως λόγω της στενής αιτιακής της σχέσεως με το νόμιμο τίτλο, αν ούτε η ταμειακή βεβαίωση της οφειλής ούτε η ατομική ειδοποίηση, που εκδίδει κατά το άρθρο 4 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε.

η αρμόδια φορολογική αρχή και κοινοποιείται επίσης στον οφειλέτη, δεν περιέχει τα καθοριζόμενα στις ως άνω διατάξεις στοιχεία, προκειμένου ο οφειλέτης να λάβει επαρκή και ασφαλή γνώση για το είδος του χρέους, το ύψος του, τη χρονολογία βεβαίωσης και γενικά να κατατοπίζεται επαρκώς για την οφειλή του, τότε, η έλλειψη αυτή μπορεί να οδηγήσει, κατόπιν ασκήσεως ανακοπής κατά το άρθρο 73 παρ. 1 Κ.Ε.Δ.Ε., στην ακύρωση αυτών, με τη συνδρομή των όρων και προϋποθέσεων του άρθρου 75 Κ.Ε.Δ.Ε.

σχετικά με το στοιχείο της βλάβης του οφειλέτη, δηλαδή, αν και εφόσον, κατά την κρίση του Δικαστηρίου, η έλλειψη αυτή επέφερε στον οφειλέτη αδυναμία ουσιαστικής ή δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων του, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο με την κήρυξη της ακυρότητας της προσβαλλόμενης πράξεως (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 144/2022, ΑΠ 189/2020, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ των άρθρων 2 και 4 του ΚΕΔΕ πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 παρ. 1 και 5 Ν. 4224/2013).

Ωστόσο, βλάβη με την ανωτέρω έννοια δεν υφίσταται ο οφειλέτης, τόσο στην περίπτωση που η επίδοση της ταμειακής βεβαίωσης και της ατομικής ειδοποίησης συνοδεύεται από τα αναγκαία έγγραφα (δημόσια ή ιδιωτικά), που προσδιορίζουν επαρκώς την οφειλή, όσο και στην περίπτωση που γνωστοποιούνται αυτά στον οφειλέτη με οποιονδήποτε τρόπο, με ή χωρίς αίτησή του, αλλά πάντως πριν από τη λήξη της προθεσμίας ανακοπής κατά της εκτέλεσης, έτσι ώστε να είναι σε θέση να προβάλλει αυτός με δικονομικά παραδεκτό τρόπο τους ισχυρισμούς του κατά της οφειλής και για το λόγο αυτό δεν αρκεί να προσκομίσει το Δημόσιο τα έγγραφα του νόμιμου τίτλου προς απόδειξη της απαίτησής του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο (ΟλΑΠ 5/2019, ΑΠ 189/2020, που εκδόθηκαν υπό την ισχύ των άρθρων 2 και 4 του ΚΕΔΕ πριν από την αντικατάστασή τους με το άρθρο 7 παρ. 1 και 5 Ν. 4224/2013).

Στην προκειμένη περίπτωση, η ανακόπτουσα εταιρεία (ήδη αναιρεσίβλητη) με τον πρώτο λόγο της ένδικης ανακοπής, ζήτησε να ακυρωθούν οι προσβαλλόμενες πράξεις (4112/22-4-2013 ταμειακή βεβαίωση και 5926/23-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών της Δ.Ο.Υ. ΦΑΕ Αθηνών), επικαλούμενη το μη εκκαθαρισμένο της απαίτησης λόγω του ότι στην ταμειακή βεβαίωση δεν υπάρχει ποσοτικός προσδιορισμός του χρέους και προσδιορισμός της αιτίας αυτού.

Όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης κατ' άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Η ανακόπτουσα έχει ως αντικείμενο εργασιών της, την ανάπτυξη δικτύου καταστημάτων σε χώρους διέλευσης και παραμονής του κοινού, με σκοπό την πώληση εδεσμάτων και προς εκπλήρωση του σκοπού της, συμμετείχε το 2001 σε διαγωνισμό που προκήρυξε η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, για την εκμίσθωση χώρου προς άσκηση και εκμετάλλευση του δικαιώματος λειτουργίας εστιατορίου (εστιατόριο "…..") εντός του Κρατικού Αερολιμένα Θεσσαλονίκης "Μακεδονία".

Ο ανωτέρω διαγωνισμός διενεργήθηκε στις 30-4-2001, ανεδείχθη πλειοδότρια και το αποτέλεσμα κατακυρώθηκε επ' ονόματί της δια της ΥΠΑ/Δ 11/Γ/19057-/7691/11-5-2001, ακολούθως δε στις 24-5-2001 μεταξύ της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και αυτής συνήφθη σύμβαση εκμίσθωσης του ως άνω χώρου, πενταετούς διάρκειας, προς εκμετάλλευση εστιατορίου εντός του αεροδρομίου, με ημερομηνία έναρξης την 25-5-2001 και με ημερομηνία λήξης την 25-5-2006...

Εντέλει δε μετά από τις ειδικότερα αναφερόμενες παρατάσεις της μίσθωσης έληξε στις 24-10-2007 και συνετάγη μεταξύ των εκπροσώπων της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας και αυτής, στις 11-12-2007, Πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής, αναδρομικής ισχύος από 24-10-2007, με το οποίο βεβαιώθηκε η καλή κατάσταση του μισθίου και της επιστράφηκε η εγγυητική επιστολή από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, επιπλέον δε η τελευταία προέβη και σε σύνταξη της ΛΕΚ/3020/25-2-2008 βεβαίωσης περί μη οφειλών της (ανακόπτουσας).

Ακολούθως, στις 5-3-2010 έλαβε από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας την 933/23-2-2010 "Εντολή Βεβαίωσης", με την οποία εκλήθη να καταβάλει έως τις 9-4-2010, σε λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος, το ποσό των 219.636,50 ευρώ για αναδρομική χρέωση για κατανάλωση ρεύματος Κ.Α. Θεσσαλονίκης (αναδρομική συμπληρωματική χρέωση λόγω λανθασμένης αρχικής καταμέτρησης) για τη χρονική περίοδο από 11-12-2007 έως 15-4-2009, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της λήξης της σύμβασης.

Με γραπτή διαμαρτυρία της, η ανακόπτουσα, και θεωρώντας ότι η ανωτέρω εντολή της εστάλη εκ παραδρομής, ζήτησε την ακύρωση της ανωτέρω εντολής βεβαίωσης, χωρίς να λάβει ουδεμία απάντηση. Μετά από παρέλευση σχεδόν δύο και πλέον ετών, στις 11-12-2012, έλαβε την 4233/5-12-2012 "Εντολή Βεβαίωσης Κατάθεσης" από την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας, με την οποία εκλήθη εκ νέου να καταβάλει εντός μηνός το ανωτέρω ποσό, με αλλαγή χρονικής περιόδου, ήτοι από 16-4-2004 έως και 16-11-2007.

Και πάλι, μετά την ανωτέρω κοινοποίηση, η ανακόπτουσα κάλεσε την Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας με την από 21-12-2012 Εξώδικη Δήλωση και Πρόσκληση να απόσχει από την είσπραξη της προαναφερόμενης εντολής βεβαίωσης κατάθεσης και να της εξηγήσει το λόγο εκδόσεως αυτής. Αντί απαντήσεως στην ανωτέρω δήλωση, στις 25-2-2013 κοινοποιήθηκε σ' αυτήν η υπ' αριθ.

Δ11/Γ/3595/1362/8-2-2013 Υπουργική Απόφαση και στις 20-3-2013, η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας απάντησε στην ανακόπτουσα ότι το ανωτέρω ποσό που οφείλει αντιστοιχεί σε αναδρομική χρέωση δαπανών ηλεκτροδότησης από τις 25-5-2001 και λήγει στις 24-10-2007, ενώ επίσης η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας δήλωσε στην ανακόπτουσα ότι η με αριθμό 933/23-2-2010 χρηματική εντολή εξεδόθη με εσφαλμένη χρονική περίοδο κατανάλωσης και προς αποκατάστασή της εξεδόθη η με αριθμό 4233/5-12-2012 χρηματική εντολή.

Κατόπιν των ανωτέρω, η ανακόπτουσα ζήτησε εγγράφως εντός 3 εργασίμων ημερών να της αποστείλει η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας όλα τα έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν την οφειλή της και να απόσχει μέχρι διαλευκάνσεως του ζητήματος από την είσπραξη της 2199/14-2-2013 "Βεβαίωσης Είσπραξης Οφειλών". Από τα υπ' αριθ.

Δ11/Γ/5651/2211/1-3-2013, Δ11/Γ16299/8267/6-6-2013 και Δ11Γ/270/251/7-1-2014 έγγραφα, με τα οποία το εκκαλούν απάντησε στις εξώδικες δηλώσεις της ανακόπτουσας την ενημερώνει για την εσφαλμένη καταμέτρηση, από την οποία προέκυψε το χρέος, πλην, όμως, στο αίτημά της να της σταλούν τα σχετικά που αποδεικνύουν τόσο τους υπολογισμούς όσο και όλα τα στοιχεία, που αφορούν το εν λόγω χρέος, την καλεί να προσέλθει στην αρμόδια Υπηρεσία, προκειμένου να τα παραλάβει με δικά της έξοδα, λόγω του μεγάλου όγκου αυτών.

Ακολούθως, το Λογιστικό και Εφοδιαστικό Κέντρο της ΥΠΑ απέστειλε προς τη διεύθυνση Οικονομικού Εφοδιασμού της ίδιας Υπηρεσίας το με αριθμ. πρωτ. ΛΕΚ/Β/942/24-1-2013 έγγραφό του ενημερώνοντας για το γεγονός ότι η περιεχόμενη στο υπ' αριθ. 4233/5-12-2012 χρηματικό ένταλμα οφειλή δεν είχε εξοφληθεί και σε απάντηση του εγγράφου αυτού εκδόθηκε η Δ11/Γ/3595/1362/8-2-2013 Υπουργική Απόφαση, με την οποία αποφασίστηκε η διαβίβαση χρηματικού καταλόγου στην αρμόδια Δ.Ο.Υ.

προς ταμειακή βεβαίωση και ακολούθως διαβιβάστηκε ο υπ' αριθ. 2199/142-2013 χρηματικός κατάλογος της ΥΠΑ προς τη Δ.Ο.Υ ΦΑΕ Αθηνών και διενεργήθηκε σε βάρος της ανακόπτουσας ταμειακή βεβαίωση (4112/22-4-2013) συνολικού ποσού 223.373,37 ευρώ και απεστάλη σ' αυτήν η υπ' αριθ. 5926/23-4-2013 ατομική ειδοποίηση χρεών, τα οποία προσβάλλει και η ανακόπτουσα.

Το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι εσφαλμένα πλήττεται το ως άνω χρηματικό ένταλμα πληρωμής και ότι νόμιμο τίτλο για την επισπευδόμενη διοικητική εκτέλεση αποτελεί το υπ' αριθ. 4233/5-12-2012 χρηματικό ένταλμα πληρωμής, το οποίο εκδόθηκε σε αντικατάσταση του υπ' αριθ. 933/23-2-2010 χρηματικού εντάλματος. Ο ανωτέρω ισχυρισμός είναι απορριπτέος, δεδομένου ότι, όπως προκύπτει από το υπ' αριθ.

πρωτ. 59004/31-10-2014 έγγραφο του Υπουργείου Οικονομικών προς το Νομικό Συμβούλιο του Κράτους, το οποίο εκδόθηκε στα πλαίσια της αίτησης αναστολής της ανακόπτουσας, αναφέρει και αυτό ότι "κατόπιν χρηματικού καταλόγου υπ' αριθ. πρωτ. 2199/14-2-2013 της Υπηρεσίας Πολιτικής Αεροπορίας ... προχώρησε στην ταμειακή βεβαίωση".

Περαιτέρω, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη 4112/22-4-2013 ταμειακή βεβαίωση και ακολούθησε η 5926/23-4-2013 ατομική ειδοποίηση. Η ανωτέρω ταμειακή βεβαίωση αναφέρει ότι η ανακόπτουσα οφείλει για τέλη φωτισμού το ως άνω ποσό, χωρίς ουδεμία ειδικότερη αναφορά, ούτε καν ότι πρόκειται για αναδρομική οφειλή λόγω εσφαλμένης καταμέτρησης, χωρίς αναφορά της αιτίας που στην προκειμένη περίπτωση ήταν η από 24-5-2001 σύμβαση μίσθωσης, δεν αναγράφεται το χρονικό διάστημα που αφορά η οφειλή, δεν γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλα έξοδα, ώστε η ανακόπτουσα να λάβει πλήρη γνώση της οφειλής και να μπορέσει να αντιτάξει τους ισχυρισμούς της, δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση έχει τα εξής ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

όπως προαναφέρθηκε η ίδια η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ούτε στο Πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του μισθίου ούτε και κατά τη σύνταξη της ΛΕΚ/3020/25-2-2008 βεβαίωσης περί μη οφειλών της (ανακόπτουσας), διατήρησε ουδεμία επιφύλαξη περί ανακάλυψης μελλοντικών οφειλών, προφανώς επειδή η ίδια δεν γνώριζε ότι στη συνέχεια θα εδημιουργείτο πρόβλημα με την καταμέτρηση, όμως η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στην ανακόπτουσα, που ενεργούσε καλόπιστα, ότι δεν έχει ουδεμία οφειλή και ακόμη και όταν κοινοποίησε στην ανακόπτουσα την 933/23-2-2010 "Εντολή Βεβαίωσης", με την οποία εκλήθη να καταβάλει έως τις 9-4-2010 σε λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 219.636,50 ευρώ για αναδρομική χρέωση για κατανάλωση ρεύματος Κ.Α.

Θεσσαλονίκης και η ανακόπτουσα αμφισβήτησε αυτή, το εκκαλούν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα απέστειλε την 4233/5-12-2012 χρηματική εντολή, χωρίς να φροντίσει για την έγκαιρη διαλεύκανση του ζητήματος και την άμεση διόρθωση του εσφαλμένου χρονικού διαστήματος, ώστε να διευκολύνει και την ανακόπτουσα να λάβει γνώση το τρόπου που έγιναν οι χρεώσεις, αφού εμμέσως και το ίδιο (εκκαλούν) παραδέχεται ότι η καταμέτρηση δεν ήταν ιδιαιτέρως εύκολη και πάντως σε καμμία περίπτωση, σε υπόθεση με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, δεν αρκούσε να καλέσει την ανακόπτουσα να λάβει γνώση των εγγράφων και να πάρει αντίγραφα με δικά της έξοδα.

Η ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων του εκκαλούντος δεν φέρει ούτε καν τα στοιχεία της καλόπιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές, πολύ δε μάλλον όταν η εν λόγω συμπεριφορά αφορά το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας). Κατ' ακολουθία των ανωτέρω, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, με την εκκαλουμένη απόφαση, η αιτιολογία της οποίας συμπληρώνεται με την αιτιολογία της παρούσας (άρθρο 534 ΚΠολΔ), δεν έσφαλε ως προς την ερμηνεία και την εκτίμηση του νόμου και των αποδείξεων και πρέπει να γίνει τυπικά δεκτή η έφεση και να απορριφθεί κατ' ουσίαν".

Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 2 παρ. 2 του Κ.Ε.Δ.Ε., 51-55 του πδ 16/1989 και 32 - 35 του βδ 757/1969, αφού τα ανωτέρω γενόμενα δεκτά και συγκεκριμένα ότι στην ταμειακή βεβαίωση αναφέρεται μόνο ότι η ανακόπτουσα οφείλει το ως άνω ποσό για τέλη φωτισμού, χωρίς ειδικότερη αναφορά της αιτίας της οφειλής, του χρονικού διαστήματος στο οποίο αφορά αυτή (οφειλή) και χωρίς να γίνεται διαχωρισμός αυτής κατά κεφάλαιο, τόκους και τυχόν άλλες προσαυξήσεις και έξοδα, καθιστούν την ένδικη απαίτηση μη εκκαθαρισμένη, καθόσον η ανακόπτουσα από την ανωτέρω ατελή και αόριστη περιγραφή της (ένδικης απαίτησης) αδυνατεί να ελέγξει την ύπαρξη και το ακριβές ύψος της οφειλής της και να την αποκρούσει αντιτάσσοντας τους ισχυρισμούς της με δικονομικά παραδεκτό τρόπο, περιερχόμενη με τον τρόπο αυτό σε αδυναμία ουσιαστικής και δικονομικής προστασίας των δικαιωμάτων της, η οποία δύναται να επανορθωθεί μόνο αν κηρυχθεί η ακυρότητα των προσβαλλόμενων πράξεων (ταμειακής βεβαίωσης και ατομικής ειδοποίησης), ενόψει, μάλιστα, του ότι το αναιρεσείον δεν επικαλείται ότι επιδόθηκαν στην αναιρεσίβλητη, μαζί με την ταμειακή βεβαίωση και την ατομική ειδοποίηση και τα σχετικά έγγραφα, που συγκροτούσαν το νόμιμο τίτλο για την είσπραξη του αιτουμένου ποσού, τα όσα δε αντίθετα υποστηρίζει το αναιρεσείον, ότι σε κάθε περίπτωση η αναιρεσίβλητη είχε πρόσβαση στα τηρούμενα στη Δ.Ο.Υ.

έγγραφα του νόμιμου τίτλου, δεν αρκούν για να καλύψουν την έλλειψη αυτή.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμύς 1 και 19, κατ' ορθή εκτίμηση, μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ήτοι της εσφαλμένης ερμηνείας και εφαρμογής των προαναφερομένων ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 2 του ΚΕΔΕ, 51 - 55 του π.δ. 16/1989 και 32-35 του βδ 757/1969, με την αιτίαση ότι η οφειλή πρέπει να προκύπτει αναλυτικά από το νόμιμο τίτλο, στον οποίο ενσωματώνεται η απαίτηση, δηλαδή από τα έγγραφα που τον συγκροτούν και όχι από την ταμειακή βεβαίωση, είναι αβάσιμος.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο λόγο αναίρεσης, το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19 κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι κατά παράβαση των ίδιων ως άνω διατάξεων των άρθρων 2 του ΚΕΔΕ, 51-55 του πδ 16/1089 και 32-35 του βδ 757/1969 και του άρθρου 281 ΑΚ, δέχθηκε ότι στην προσβαλλόμενη ταμειακή βεβαίωση έπρεπε να διαλαμβάνονται τα ανωτέρω στοιχεία "δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση έχει τα εξής ιδιαίτερα χαρακτηριστικά:

όπως προαναφέρθηκε η ίδια η Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας ούτε στο Πρωτόκολλο παράδοσης - παραλαβής του μισθίου ούτε και κατά τη σύνταξη της ΛΕΚ/3020/25-2-2008 βεβαίωσης περί μη οφειλών της (ανακόπτουσας), διατήρησε ουδεμία επιφύλαξη περί ανακάλυψης μελλοντικών οφειλών, προφανώς επειδή η ίδια δεν γνώριζε ότι στη συνέχεια θα εδημιουργείτο πρόβλημα με την καταμέτρηση, όμως η συμπεριφορά της αυτή δημιούργησε στην ανακόπτουσα, που ενεργούσε καλόπιστα, ότι δεν έχει ουδεμία οφειλή και ακόμη και όταν κοινοποίησε στην ανακόπτουσα την 933/23-2-2010 "Εντολή Βεβαίωσης", με την οποία εκλήθη να καταβάλει έως τις 9-4-2010 σε λογαριασμό στην Τράπεζα της Ελλάδος το ποσό των 219.636,50 ευρώ για αναδρομική χρέωση για κατανάλωση ρεύματος Κ.Α.

Θεσσαλονίκης και η ανακόπτουσα αμφισβήτησε αυτή, το εκκαλούν μετά από μεγάλο χρονικό διάστημα απέστειλε την 4233/5-12-2012 χρηματική εντολή, χωρίς να φροντίσει για την έγκαιρη διαλεύκανση του ζητήματος και την άμεση διόρθωση του εσφαλμένου χρονικού διαστήματος, ώστε να διευκολύνει και την ανακόπτουσα να λάβει γνώση το τρόπου που έγιναν οι χρεώσεις, αφού εμμέσως και το ίδιο (εκκαλούν) παραδέχεται ότι η καταμέτρηση δεν ήταν ιδιαιτέρως εύκολη και πάντως σε καμμία περίπτωση, σε υπόθεση με τα ανωτέρω χαρακτηριστικά, δεν αρκούσε να καλέσει την ανακόπτουσα να λάβει γνώση των εγγράφων και να πάρει αντίγραφα με δικά της έξοδα.

Η ανωτέρω συμπεριφορά των οργάνων του εκκαλούντος δεν φέρει ούτε καν τα στοιχεία της καλόπιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές, πολύ δεν μάλλον όταν η εν λόγω συμπεριφορά αφορά το Ελληνικό Δημόσιο (η δράση του οποίου διέπεται από την αρχή και το τεκμήριο της νομιμότητας)", αξιώνοντας για τη νομιμότητα της ταμειακής βεβαίωσης τη συνδρομή περισσότερων προϋποθέσεων από τις απαιτούμενες για την εφαρμογή των ανωτέρω διατάξεων.

Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι με αυτόν πλήττεται η επιχειρηματολογία του Εφετείου, από την οποία αναδεικνύεται η αοριστία της ταμειακής βεβαίωσης λόγω της μη αναφοράς των ανωτέρω στοιχείων, όπως προκύπτει από την περικοπή "δεδομένου ότι η υπό κρίση υπόθεση έχει τα εξής ιδιαίτερα χαρακτηριστικά....".

Εξάλλου, η επίκληση της παραβίασης της διάταξης του 281 ΑΚ είναι αλυσιτελής, καθόσον, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης αυτή δεν εφαρμόστηκε, γιατί δεν ήταν εφαρμοστέα, ενώ η αναφορά ότι η συμπεριφορά του Δημοσίου δεν φέρει τα στοιχεία της καλόπιστης συμπεριφοράς στις συναλλαγές δεν έγινε στο πλαίσιο εφαρμογής της άνω διάταξης, αλλά για να δικαιολογήσει την κρίση της περί της αοριστίας της ταμειακής βεβαίωσης που, κατά την αναιρεσιβαλλόμενη, επιτείνεται από τις αναφερόμενες ειδικότερες συνθήκες βεβαίωσης της ένδικης οφειλής.

Επίσης, με τον πρώτο λόγο των από 4-1-2022 πρόσθετων λόγων αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για παραβίαση της διάταξης του άρθρου 75 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, με την αιτίαση ότι εσφαλμένα το Εφετείο κατέληξε στην κρίση ότι η ταμειακή βεβαίωση είναι ακυρωτέα (διότι δεν περιέχεται σ' αυτήν αναφορά της οφειλής, της αιτίας αυτής, του χρονικού διαστήματος που αφορά, ούτε γίνεται διαχωρισμός κατά κεφάλαιο, τόκους και λοιπά έξοδα), παρότι ο ανακόπτων (αναιρεσίβλητος) δεν επικαλέστηκε σε κανένα στάδιο της δίκης ότι υπέστη βλάβη, ούτε απέδειξε τέτοια βλάβη.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της ανακοπής η ανακόπτουσα (αναιρεσίβλητη) επικαλείται το στοιχείο της βλάβης συνιστάμενης στην αδυναμία ελέγχου της ορθότητας του επιτασσόμενου προς καταβολή ποσού, που επήλθε από την παράλειψη του αναιρεσείοντος να της γνωστοποιήσει ανάλυση του τρόπου υπολογισμού του και τη συνδρομή της αδυναμίας αυτής δέχεται και το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης.

Περαιτέρω, με τον δεύτερο πρόσθετο λόγο, το αναιρεσείον Ν.Π.Δ.Δ προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια, από τους αριθμούς 1 και 19, κατ' ορθή εκτίμηση μόνο από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 75 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, περιέχοντας αντιφατικές αιτιολογίες, διότι αν και δέχθηκε ότι η ανακόπτουσα είχε λάβει εγκαίρως γνώση της οφειλής της από 5-3-2010, οπότε μπορούσε να την αντικρούσει, εντούτοις κατ' αντιφατικό τρόπο κατέληξε στην εσφαλμένη κρίση ακύρωσης της ένδικης ταμειακής βεβαίωσης.

Ο λόγος αυτός είναι προεχόντως απαράδεκτος λόγω αοριστίας, διότι στο δικόγραφο των πρόσθετων λόγων αναφέρονται αποσπάσματα των κρίσιμων παραδοχών, τα οποία το αναιρεσείον επέλεξε κατά το δοκούν, όμως με αυτές τις μεμονωμένες και αποσπασματικές παραδοχές δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς του (ΟλΑΠ 28/1998, ΑΠ 57/2022, ΑΠ 19/2022, ΑΠ 81/2020, ΑΠ 144/2019).

Σε κάθε περίπτωση, ο παραπάνω αναιρετικός λόγος είναι και αβάσιμος, καθόσον, όπως προκύπτει από το προεκτεθέν περιεχόμενο της προσβαλλομένης, η αναιρεσίβλητη δεν έλαβε γνώση της ένδικης οφειλής της κατά την ανωτέρω ημερομηνία (5-3-2010), καθόσον κατ' αυτήν κλήθηκε από την ΥΠΑ να καταβάλει μέχρι τις 9-4-2010, με βάση την 933/23-2-2010 "Εντολή Βεβαίωσης", το χρηματικό ποσό των 219.636,50 ευρώ για αναδρομική χρέωση κατανάλωσης ρεύματος λόγω λανθασμένης αρχικής καταμέτρησης για τη χρονική περίοδο από 11-12-2007 έως 15-4-2009, δηλαδή για ανύπαρκτη οφειλή της, αφού αυτή αφορούσε χρονικό διάστημα μεταγενέστερο της κατά την 24-10-2007 λήξης της σύμβασης, που είχε συνάψει με την ΥΠΑ.

Εξάλλου, ούτε μεταγενέστερα έλαβε γνώση της οφειλής της η αναιρεσίβλητη, καθόσον, όπως δέχθηκε το Εφετείο, παρότι διαμαρτυρήθηκε εγγράφως για την ανωτέρω χρέωση και ζήτησε την ακύρωσή της, η ΥΠΑ παρέλειψε να της απαντήσει, αλλά μετά πάροδο χρονικού διαστήματος δύο και πλέον ετών, στις 11-12-2012, της ζήτησε με νέα εντολή βεβαίωσης να πληρώσει το ίδιο χρηματικό ποσό για άλλο χρονικό διάστημα, ήτοι από 16-4-2004 έως 16-11-2007, στην δε έγγραφη αίτηση της αναιρεσίβλητης, η οποία αμφισβητώντας την απαίτηση, ζήτησε να της αποσταλούν όλα τα έγγραφα, τα οποία αποδεικνύουν την οφειλή της, η ΥΠΑ την κάλεσε να προσέλθει στην αρμόδια Υπηρεσία, προκειμένου να λάβει τα αιτούμενα έγγραφα με δικά της έξοδα λόγω του μεγάλου όγκου αυτών.

Ακόμη, με τον τρίτο πρόσθετο λόγο, το αναιρεσείον μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση για ευθεία και εκ πλαγίου παραβίαση του άρθρου 73 παρ. 1 του ΚΕΔΕ, με την αιτίαση ότι η έλλειψη της καλόπιστης συμπεριφοράς από πλευράς των οργάνων του Ελληνικού Δημοσίου, την οποία δέχθηκε το Εφετείο, δεν μπορεί να αποτελέσει λόγο για την κήρυξη ακυρότητας της ταμειακής βεβαίωσης, εφόσον ο προσδιορισμός της οφειλής έχει δια νόμου ανατεθεί σε συνιστάμενα για το λόγο αυτό διοικητικά δικαστήρια ή διοικητικές επιτροπές αποφαινόμενες με δύναμη δεδικασμένου.

Ο λόγος αυτός είναι (νομικά) αβάσιμος διότι τα επικαλούμενα δεν θεμελιώνουν παράβαση της προαναφερόμενης διάταξης του ΚΕΔΕ. Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και, αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθούν η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και οι από 4-1-2022 πρόσθετοι λόγοι αυτής και να καταδικαστεί το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "ΥΠΗΡΕΣΙΑ ΠΟΛΙΤΙΚΗΣ ΑΕΡΟΠΟΡΙΑΣ ΥΠΑ", ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), μειωμένα, όμως, σύμφωνα με το άρθρο 22 παρ. 1 και 3 νόμου 3693/1957, που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρ. 52 παρ. 18 του ΕισΝΚΠολΔ και την, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987, εκδοθείσα 134423 Οικ/8-12-1992 κοινή απόφαση των Υπουργών Οικονομικών και Δικαιοσύνης, σε συνδυασμό και με τα άρθρα 26 παρ. 2 και 10 και 63Α του Ν. 4427/2016 "Σύσταση Αρχής Πολιτικής Αεροπορίας, Αναδιάρθρωση ΥΠΑ και άλλες διατάξεις", κατά τα οριζόμενα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτη την από 14-12-2018 αίτηση (ΓΑΚ 11843/2018, ΕΑΚ 978/2018, Αριθ. Δικ. 1870/2019) για αναίρεση της 4238/2018 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών ως προς το Ελληνικό Δημόσιο.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ ως απαράδεκτους τους από 18-12-2020 (αριθ. καταθ. 127/2020) πρόσθετους λόγους αναίρεσης της ανωτέρω απόφασης.

ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 14-12-2018 αίτηση αναίρεσης της ανωτέρω απόφασης και τους από 4-1-2022 (αριθ. καταθ. 4/2022) πρόσθετους λόγους αυτής. ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ το ΝΠΔΔ με την επωνυμία "Υπηρεσία Πολιτικής Αεροπορίας" στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει, συνολικά, στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2022.

Η ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ