Legislator Case Law & Legislation
1868/2011 AI generated

1868/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)

Case Number 1868/2011
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date

Legislator summary

AI generated

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Legislator headnote

AI generated

1868/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ι. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1868 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1868/2011

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 21 Σεπτεμβρίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Α. Κ. Ν., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Αναστάσιο Δημητρούκα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Του αναιρεσίβλητου: Ελληνικού Δημοσίου, νόμιμα εκπροσωπουμένου από τον Υπουργό Οικονομίας και Οικονομικών και τον Προϊστάμενο της Κτηματικής Υπηρεσίας Αθηνών, που εδρεύουν στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσιά του Ελένη Σβολοπούλου, Πάρεδρο Ν.Σ.Κ, με δήλωση του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 16-3-2007 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 3.677/2008 του ίδιου Δικαστηρίου και 5801/2009 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 23-3-2010 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Σπυρίδων Μιτσιάλης ανέγνωσε την από 1-9-2011 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτή η από 23-3-2010 αίτηση αναίρεσης αναφορικά με το δεύτερο λόγο της και ν' απορριφθεί ως προς τον πρώτο λόγο αυτής.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τα άρθρα 335, 338, 339, 340, 341 και 346 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι ο δικαστής, για να σχηματίσει την κρίση του για τους πραγματικούς ισχυρισμούς των διαδίκων που ασκούν ουσιώδη επιρροή στην έκβαση της δίκης, υποχρεούται να λαμβάνει υπόψη του όλα τα αποδεικτικά μέσα τα οποία νόμιμα επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι, η παράβαση δε της υποχρέωσης αυτής ιδρύει τον προβλεπόμενο από το άρθρο 559 αριθ. 11 του ΚΠολΔ λόγο αναίρεσης.

Για την ύπαρξη του λόγου αυτού αναίρεσης αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη, σύμφωνα με τις ως άνω διατάξεις, κάποιο αποδεικτικό μέσο, το οποίο ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη και το οποίο προσκομίσθηκε με επίκληση προς απόδειξη ή ανταπόδειξη, κατά τρόπο άμεσο ή έμμεσο, γεγονότος που ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ.ΑΠ 42/2002).

Ο λόγος αυτός αναίρεσης θεμελιώνεται και όταν δεν λήφθηκε υπόψη ένορκη βεβαίωση, την οποία επικαλέσθηκε ο διάδικος με προσκόμιση και της εκθέσεως επιδόσεως, από την οποία προκύπτει ο χρόνος κλητεύσεως. Μάλιστα, ως ιδιαίτερο αποδεικτικό μέσο, διάφορο από τα έγγραφα, πρέπει ειδικώς να μνημονεύεται στην απόφαση.

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 270 παρ. 2 εδ. 2 ΚΠολΔ, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 12 του ν. 2145/2001, επιτρέπεται η χρήση ενόρκων βεβαιώσεων και κατά την τακτική διαδικασία, δικονομικό καθεστώς από το οποίο διέπεται και η ένδικη υπόθεση με βάση τον χρόνο ενάρξεως της ισχύος του εν λόγω νόμου από 1-1-2002 (άρθρο 15 του ν. 2943/2001) και προσδιοριστικό κριτήριο την ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου συζήτηση της υποθέσεως (άρθρο 22 του ν.2915/2001), η οποία στην ερευνώμενη υπόθεση έλαβε χώρα κατά την δικάσιμο της 11-3-2008.

Με βάση το παραπάνω αξιολογείται στη συνέχεια ο δεύτερος κατά σειρά λόγος αναίρεσης με τον οποίο προβάλλεται αιτίαση από το άρθρο 559 αρ.11 περιπτ.γ' ΚΠολΔ. Ειδικότερα, με το λόγο αυτό αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια, ότι το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στη δικανική του κρίση ως προς την ουσιαστική αβασιμότητα της ένδικης αναγνωριστικής κυριότητας ακινήτου αγωγής του αναιρεσείοντος δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις μεταξύ άλλων αποδεικτικών μέσων και α)την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ.

Ν., η οποία περιέχεται στα απομαγνητοφωνήμενα πρακτικά συνεδρίασης του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου, ο οποίος εξετάστηκε με επιμέλεια του αναιρεσείοντος και β) την με αριθμό .../26-11-2008 ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ι. Ν. ενώπιον της συμβολαιογράφου Αθηνών Φωτεινής Ψωμάδη. Το Εφετείο, όπως βεβαιώνεται στην προσβαλλόμενη απόφαση, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αναφερόμενο αποδεικτικό του πόρισμα έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε "την ένορκη κατάθεση της μάρτυρος του εναγομένου που εξετάσθηκε στο ακροατήριο του παρόντος Δικαστηρίου και περιέχεται στα ταυτάριθμα με την απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου αυτού, τα έγγραφα, τα οποία οι διάδικοι επικαλούνται και προσκομίζουν νόμιμα είτε για να ληφθούν αυτοτελώς υπόψη ως αποδεικτικά στοιχεία είτε ως δικαστικά τεκμήρια".

Όμως, από την παραπάνω βεβαίωση του Εφετείου, το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης του και το σύνολο των αιτιολογιών της τελευταίας, προκύπτει ότι το τελευταίο δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε μαζί με τις υπόλοιπες αποδείξεις και την ένορκη κατάθεση του μάρτυρα Χ. Ν., που εξετάστηκε με επιμέλεια του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος στο ακροατήριο του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου και περιέχεται στα πρακτικά του.

Και αυτό γιατί το Εφετείο δεν κάνει καμιά απολύτως μνεία ή σχολιασμό στην προσβαλλόμενη απόφαση για το αποδεικτικό αυτό στοιχείο, όπως έπραξε για άλλα αποδεικτικά μέσα, κατά την εκτεταμένη επισκόπηση και ανάλυση του αποδεικτικού υλικού, δεδομένου ότι υπό το εκτιθέμενο ειδικότερα στον ερευνώμενο λόγο της αναίρεσης περιεχόμενο της, μπορούσε η κατάθεση του μάρτυρα αυτού να χρησιμεύσει για την απόδειξη της ουσιαστικής βασιμότητας της ένδικης αγωγής όσον αφορά τα ζητήματα της παράδοσης της νομής του επιδίκου ακινήτου από την αληθινή κυρία του Μ.

Κ. στον ενάγοντα και ήδη αναιρεσείοντα καθώς και την άσκηση συγκεκριμένων πράξεων νομής σ' αυτό από τον τελευταίο. Περαιτέρω, όπως προκύπτει από την περιεχόμενη στην προσβαλλόμενη απόφασή του, βεβαίωση το Εφετείο, προκειμένου να καταλήξει στο πιο πάνω αποδεικτικό του πόρισμα περί του κατ' ουσίαν αβασίμου της ένδικης αγωγής του αναιρεσείοντος, δεν έλαβε υπόψη και δεν συνεκτίμησε με τις λοιπές αποδείξεις και την προαναφερόμενη ένορκη βεβαίωση της μάρτυρος Ι.

Ν., την οποία ο αναιρεσείων επικαλέστηκε και προσκόμισε στο Εφετείο τόσο με τις από 27-11-2008 προτάσεις του, όσο και με τις προτάσεις του κατά τη συζήτηση της υπόθεσης (στις 12-5-2009) μετά την οποία εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση. Η εν λόγω ένορκη βεβαίωση συντάχθηκε στις 26-11-2008, ήτοι πριν από την αρχική δικάσιμο ενώπιον του Εφετείου (την 2-12-2008, κατά την οποία αναβλήθηκε η συζήτηση της υπόθεσης για τη δικάσιμο της 12-5-2009) και, όπως προκύπτει από τις 4420 και 4421/11-11-2008 εκθέσεις επίδοσης του δικαστικού επιμελητή του Πρωτοδικείου Αθηνών ..., έγινε προηγουμένως κλήτευση του αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου και της Κτηματικής Υπηρεσίας του Δημοσίου δύο και πλέον ημέρες πριν από τη βεβαίωση αυτή, από το περιεχόμενο της οποίας, κατά τους ουσιώδεις ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος, αποδεικνύεται η βάση της αγωγής του, περί της κτήσεως ιδίας κυριότητας του στο επίδικο ακίνητο με έκτακτη χρησικτησία δηλαδή της παράδοσης της νομής του σ' αυτόν από την αληθινή κυρία του Μ.

Κ. το έτος 1956 και τη συνεχή και ανενόχλητη νομή του εφεξής και μέχρι το θάνατό της το έτος 1978, δηλαδή για χρονικό διάστημα μεγαλύτερο της 20ετίας. Ενόψει των ανωτέρω, σε συνδυασμό και με το όλο περιεχόμενο της προσβαλλόμενης απόφασης, όπου δεν γίνεται ειδική μνεία ή χωριστή αξιολόγηση της προαναφερόμενης ένορκης βεβαίωσης, καταλείπονται αμφιβολίες αν αυτή λήφθηκε υπόψη από το Εφετείο.

Ο ερευνώμενος, επομένως, αναιρετικός λόγος και ως προς τις δύο αιτιάσεις του, είναι βάσιμος και γι' αυτό πρέπει να γίνει δεκτός.

ΙΙ. Κατ' ακολουθίαν, πρέπει ν' αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση και να παραπεμφθεί η υπόθεση, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο δικαστήριο, συγκροτούμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση (άρθρο 580 παρ.3 ΚΠολΔ).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Αναιρεί την 5801/2009 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.

Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Δικαστήριο, συντιθέμενο από άλλους δικαστές, εκτός από εκείνους που εξέδωσαν την αναιρούμενη απόφαση.

Καταδικάζει το αναιρεσίβλητο στα δικαστικά έξοδα του αναιρεσείοντος, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα την 1 Νοεμβρίου 2011.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ