Supreme Court dismisses appeal against conviction for unlawful violence and coercion under Greek Penal Code.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against a second-instance conviction for unlawful violence and coercion. The court upheld the lower court's finding that the defendant physically restrained one student to force a kiss and threatened another with exam exclusion to silence her. The court rejected the appellant's arguments regarding the lack of specific reasoning and the nature of the threats, ruling that the lower court's decision was sufficiently motivated and legally sound.
Legislator headnote
AI generatedArticles 330, 510 para.1 D' of the Penal Code: The court established that a conviction for unlawful violence and coercion requires specific and detailed reasoning regarding the objective and subjective elements of the crime, and that threats of future harm suffice to constitute coercion without immediate execution.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1868 / 2010 (Ζ, ΠΟΙΝΙΚΕΣ)Αριθμός 1868/2010
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Ζ' ΠΟΙΝΙΚΟ ΤΜΗΜΑ
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Θεοδώρα Γκοΐνη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Κωνσταντίνο Φράγκο, Ιωάννη Παπαδόπουλο-Εισηγητή, Ιωάννη Γιαννακόπουλο και Ανδρέα Ξένο, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 13 Οκτωβρίου 2010, με την παρουσία του Αντεισαγγελέα του Αρείου Πάγου Αθανασίου Κονταξή (γιατί κωλύεται ο Εισαγγελέας) και του Γραμματέως Χρήστου Πήτα, για να δικάσει την αίτηση του αναιρεσείοντος-κατηγορουμένου Ν. Σ. του Χ., κατοίκου ..., που εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Βασίλειο Χειρδάρη, για αναίρεση της υπ'αριθ.991/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λάρισας. Με πολιτικώς ενάγουσες τις: 1)Μ. Δ. του Δ., κάτοικο ... και 2)Π. Τ. του Ε., κάτοικο ..., που δεν παραστάθηκαν.
Το Τριμελές Εφετείο Λάρισας, με την ως άνω απόφασή του διέταξε όσα λεπτομερώς αναφέρονται σ' αυτή, και ο αναιρεσείων-κατηγορούμενος ζητεί την αναίρεση αυτής, για τους λόγους που αναφέρονται στην από 16 Μαρτίου 2010 αίτησή του αναιρέσεως, η οποία καταχωρίστηκε στο οικείο πινάκιο με τον αριθμό 456/2010.
Αφού άκουσε
Τον πληρεξούσιο δικηγόρο του αναιρεσείοντος, που ζήτησε όσα αναφέρονται στα σχετικά πρακτικά και τον Αντεισαγγελέα, που πρότεινε να απορριφθεί η προκείμενη αίτηση αναίρεσης.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 330 του ΠΚ, όποιος χρησιμοποιώντας σωματική βία ή απειλή σωματικής βίας ή άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης εξαναγκάζει άλλον σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή για τις οποίες ο παθών δεν έχει υποχρέωση τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι δύο ετών, ανεξάρτητα αν το απειλούμενο κακό στρέφεται εναντίον εκείνου που απειλείται ή κάποιον από τους οικείους του.
Από την ανωτέρω διάταξη προκύπτει ότι η αντικειμενική υπόσταση του υπαλλακτικώς μικτού εγκλήματος της παράνομης βίας συνίσταται στον εξαναγκασμό άλλου σε πράξη, παράλειψη ή ανοχή, για τις οποίες δεν υφίσταται υποχρέωση αυτού, με τη χρησιμοποίηση από το δράστη είτε σωματικής βίας, είτε απειλής σωματικής βίας, είτε απειλής, άλλης παράνομης πράξης ή παράλειψης.
Προκειμένου για απειλή παράνομης πράξης, η απειλούμενο κακό που θα προέλθει από την παράνομη πράξη, δεν απαιτείται να συμβεί άμεσα, αλλά αρκεί να συμβεί σε χρονική απόσταση από την απειλή, τόση όση είναι ικανή να εξαναγκάσει τον παθόντα να προβεί στην πράξη, παράλειψη ή ανοχή. Εξάλλου η καταδικαστική απόφαση έχει την από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ απαιτούμενη ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, η έλλειψη της οποίας ιδρύει λόγο αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ'του ΚΠΔ, όταν αναφέρονται σε αυτήν με πληρότητα, σαφήνεια και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποία στηρίχθηκε η κρίση του δικαστηρίου για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος, οι αποδείξεις που τα θεμελίωσαν και οι νομικοί συλλογισμοί με τους οποίους έγινε η υπαγωγή των περιστατικών αυτών στην ουσιαστική ποινική διάταξη που εφαρμόστηκε.
Τέλος, περίπτωση εσφαλμένης εφαρμογής ουσιαστικής ποινικής διατάξεως, που ιδρύει λόγο αναιρέσεως κατά το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Ε'ΚΠοινΔ, συντρέχει, όχι μόνον όταν το δικαστήριο της ουσίας δεν υπάγει σωστά τα πραγματικά περιστατικά, που έχει δεχθεί, στη διάταξη που εφαρμόσθηκε, αλλά και όταν η διάταξη αυτή παραβιάσθηκε εκ πλαγίου, πράγμα που συμβαίνει όταν στο πόρισμα της αποφάσεως, που περιλαμβάνεται στο συνδυασμό του διατακτικού προς το σκεπτικό και ανάγεται στα στοιχεία και την ταυτότητα του εγκλήματος, για το οποίο πρόκειται, έχουν εμφιλοχωρήσει ασάφειες, αντιφάσεις ή λογικά κενά, με αποτέλεσμα να καθίσταται ανέφικτος ο αναιρετικός έλεγχος της ορθής ή μη εφαρμογής του νόμου, οπότε η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση.
Στην προκειμένη περίπτωση το Τριμελές Εφετείο Λάρισας με την προσβαλλόμενη υπ'αριθ.991/2009 απόφασή του δέχτηκε ότι από τα αποδεικτικά μέσα που κατ'είδος αναφέρει, αποδείχτηκαν τα παρακάτω περιστατικά: "Ο κατηγορούμενος τον Φεβρουάριο 2004 σε ημερομηνία που δεν προσδιορίσθηκε μέσα στο γραφείο του στο ΤΕΙ Καρδίτσας, όπου είχε καλέσει τη σπουδάστρια Π.
Τ. για να τον βοηθήσει δήθεν στη διοργάνωση ομάδας εργασίας, και ενώ αυτή ήταν καθισμένη σε καρέκλα, ήλθε εμπρός από το σημείο όπου καθόταν και θέτοντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά από το κεφάλι της, έτσι ώστε ν' ακινητοποιηθεί η παθούσα και να μην μπορεί να σηκωθεί χρησιμοποιώντας γι' αυτό τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, δεν την άφηνε να φύγει επί αρκετή ώρα, με σκοπό να την εξαναγκάσει να τον φιλήσει στο στόμα, πράξη για την οποία δεν είχε υποχρέωση η παθούσα.
Δεν έφερε όμως σε πέρας τον σκοπό του όχι από δική του βούληση, αλλά γιατί κτύπησε η πόρτα του γραφείου του και εισήλθε άλλος σπουδαστής, με αποτέλεσμα ν' αναγκασθεί να αφήσει την παθούσα, η οποία έφυγε αμέσως από το γραφείο του. Το Νοέμβριο του έτους 2003 σε ημερομηνία που δεν προσδιορίστηκε απείλησε την σπουδάστρια του ΤΕΙ Καρδίτσας, όπου και ο ίδιος δίδασκε ως καθηγητής, Μ.
Δ. του Δ. ότι δεν θα επιτρέψει την συμμετοχή της στις εξετάσεις εκείνου του εξαμήνου στο μάθημα του λόγω απουσιών της, πράξη που ήταν παράνομη και καταχρηστική, καθόσον η παθούσα είχε παρακολουθήσει την θεωρία του μαθήματος κατά το προηγούμενο εξάμηνο και δεν ήταν υποχρεωτική η παρακολούθηση και το επόμενο εξάμηνο.
Το ανωτέρω απείλησε ότι θα κάνει, αν η παθούσα δεν συντάξει και υπογράψει έγγραφο στο οποίο θ' αναιρούσε οποιαδήποτε καταγγελία σε βάρος του, γεγονός για το οποίο η παθούσα δεν είχε υποχρέωση. Δεν έφερε σε πέρας τον σκοπό του καθόσον η παθούσα δεν ενέδωσε σ' αυτό που της ζητήθηκε. Τα παραπάνω αποδεικνύονται ιδίως από τις σαφείς και χωρίς αντιφάσεις καταθέσεις των σπουδαστριών Π.
Τ. και Μ. Δ., των Σ. Κ., Ι. Κ., Γ. Μ. και Γ. Ν.. Επομένως πρέπει ο κατηγορούμενος να κηρυχθεί ένοχος της πράξης της απόπειρας παράνομης βίας κατά συρροή". Μετά από αυτά το Δικαστήριο καταδίκασε τον κατηγορούμενο σε συνολική ποινή φυλακίσεως εννιά (9) μηνών, την εκτέλεση της οποίας ανέστειλε επί τριετίαν.
Με αυτά που δέχτηκε το δικάσαν Τριμελές Εφετείο Λάρισας διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφασή του την απαιτούμενη από τις διατάξεις των άρθρων 93 παρ.3 του Συντάγματος και 139 του ΚΠΔ ειδική και εμπεριστατωμένη αιτιολογία, γιατί αναφέρει, με σαφήνεια, πληρότητα και χωρίς αντιφάσεις ή λογικά κενά, τα πραγματικά περιστατικά στα οποίο στήριξε την κρίση του για τη συνδρομή των αντικειμενικών και υποκειμενικών στοιχείων του εγκλήματος της απόπειρας παράνομης βίας κατά συρροή, για το οποίο καταδίκασε τον κατηγορούμενο τις αποδείξεις που τα θεμελιώνουν και τους νομικούς συλλογισμούς με τους οποίους έκανε την υπαγωγή των περιστατικών αυτών στις εφαρμοσθείσες ουσιαστικές ποινικές διατάξεις των άρθρων 42 παρ.1, 94 παρ.1 και 330 του ΠΚ, τις οποίες ορθά εφάρμοσε και δεν τις παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου.
Συγκεκριμένα αναφέρει: α)τα περιστατικά της σωματικής βίας που άσκησε ο κατηγορούμενος στην φοιτήτρια Π. Τ., δεχόμενο ότι ενώ αυτή ήταν καθισμένη σε καρέκλα μέσα στο γραφείο του, ήλθε μπροστά από το σημείο που καθόταν και, θέτοντας τα χέρια του δεξιά και αριστερά στο κεφάλι της, έτσι ώστε να ακινητοποιηθεί η παθούσα και να μην μπορεί να σηκωθεί, χρησιμοποιώντας γι' αυτό τις υπέρτερες σωματικές του δυνάμεις, δεν την άφηνε να φύγει επί αρκετή ώρα, με σκοπό να την εξαναγκάσει να τον φιλήσει στο στόμα, β)την απειλή που απηύθυνε στη φοιτήτρια Μ.
Δ. το Νοέμβριο του 2003 ότι δεν θα της επιτρέψει να συμμετάσχει στις εξετάσεις εκείνου του εξαμήνου στο μάθημά του λόγω απουσιών της, αν δεν υπέγραφε αυτή έγγραφο με το οποίο θα αναιρούσε οποιαδήποτε καταγγελία σε βάρος του, γ)ότι ο αποκλεισμός της ανωτέρω από τις εξετάσεις εκείνου του εξαμήνου με τον οποίο την απείλησε, ήταν παράνομος και καταχρηστικός γιατί η παθούσα εδικαιούτο να συμμετάσχει στις εξετάσεις επειδή είχε παρακολουθήσει τη θεωρία του μαθήματος κατά το προηγούμενο εξάμηνο και δεν ήταν υποχρεωτική η παρακολούθηση και στο επόμενο εξάμηνο.
Σχετικά με τις αιτιάσεις του αναιρεσείοντος πρέπει να λεχθούν τα εξής: α)η αιτίαση ότι δεν αιτιολογείται η σωματική βία στην πρώτη φοιτήτρια και το παράνομο του αποκλεισμού της δεύτερης φοιτήτριας από τις εξετάσεις, είναι αβάσιμη, αφού οι ανωτέρω παραδοχές συνιστούν την απαιτούμενη αιτιολογία, β)η αιτίαση ότι σχετικά με τον αποκλεισμό της δεύτερης φοιτήτριας υπάρχει αντίφαση, επειδή αναφέρεται ότι είναι και παράνομος και καταχρηστικός, ενώ δεν μπορεί να συμβαίνουν και τα δύο, είναι αβάσιμη, γιατί το Δικαστήριο, με την προαναφερθείσα παραδοχή του ότι η φοιτήτρια είχε δικαίωμα συμμετοχής στις εξετάσεις, δέχεται σαφώς το παράνομο του αποκλεισμού και η αναφορά της καταχρηστικότητας γίνεται προς επίταση της παρανομίας, γ)η αιτίαση ότι τα περιστατικά που έγιναν δεκτά σχετικά με την πρώτη φοιτήτρια δεν συνιστούν σωματική βία, είναι αβάσιμη, αφού οι προαναφερθείσες ενέργειες του κατηγορουμένου στερούσαν από την παθούσα τη δυνατότητα να σηκωθεί και να φύγει, χωρίς να αναγκαστεί να τον φιλήσει και δ)η αιτίαση ότι δεν στοιχειοθετείται η απειλή παράνομης πράξης σχετικά με τη δεύτερη φοιτήτρια, επειδή το απειλούμενο κακό του αποκλεισμού της δεν ήταν άμεσο, είναι αβάσιμος, αφού όπως αναφέρθηκε, δεν είναι απαραίτητη η αμεσότητα της επελεύσεως του απειλούμενου κακού και αρκούσε για τον εξαναγκασμό της παθούσης το ότι θα συνέβαινε στις εξετάσεις εκείνου του εξαμήνου.
Επομένως οι σχετικοί λόγοι αναιρέσεως από το άρθρο 510 παρ.1 στοιχ.Δ' και Ε' του ΚΠΔ, που στηρίζονται στις ανωτέρω αιτιάσεις, είναι αβάσιμοι. Μετά από αυτά πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως και να επιβληθούν στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας. (αρθ.583 παρ.1 του ΚΠΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 16-3-2010 αίτηση του Ν. Σ. του Χ., για αναίρεση της υπ' αριθ. 991/2009 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου (Πλημμελημάτων) Λάρισας. Και
Επιβάλλει στον αναιρεσείοντα τα έξοδα της ποινικής διαδικασίας, που ανέρχονται σε διακόσια είκοσι (220) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 3 Νοεμβρίου 2010.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2010.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ