Legislator Case Law & Legislation
1868/2009 AI generated

Supreme Court dismisses appeal against eviction order due to lack of specific damages claim in original lawsuit.

Case Number 1868/2009
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by X1 and X2 against the Eviction Court's order of 425/2007. The appellants argued the lower court failed to consider their claim for lost profit damages and rejected their request to dismiss the lawsuit as vague due to undefined property details. The court ruled that the appeal was inadmissible because the specific argument regarding lost profit damages was not formally submitted to the substantive court, rendering it a procedural bar rather than a valid ground for review.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(8), 559(14), 559(19) of the Code of Civil Procedure; An appeal is inadmissible if the appellant fails to submit a specific request for a reduction of damages or a declaration of vagueness to the substantive court, as such arguments constitute procedural objections that must be raised there.

Keywords

AI generated
Civil Procedure Appeal Procedural Objection Lost Profit Damages Vague Claim Inadmissible Appeal Code of Civil Procedure Substantive Court

Cited Legislation

AI generated
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 559(19) of the Code of Civil Procedure

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1868 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1868/2009

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές:Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Χαράλαμπο Ζώη και Αθανάσιο Κουτρομάνο, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Των αναιρεσειόντων: 1.Χ1 και 2. Χ2, οι οποιοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Νικόλαο Ράπτη, ο οποίος ανακάλεσε την από 10-4-2009 δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ. και παραστάθηκε αυτοπροσώπως.

Του αναιρεσιβλήτου: Ψ, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του αρθρ. 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ..

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 30-6-2001 αγωγή του ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ιωαννίνων. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 107/2006 του ίδιου Δικαστηρίου και 425/2007 του Εφετείου Ιωαννίνων. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 20-12-2007 αίτησή τους. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 30-4-2009 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος των αναιρεσειόντων ζήτησε την παραδοχή της αίτησης και την καταδίκη του αντιδίκου στην δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Στην από 19-10-1998 αγωγή του κατά του Ζ (ο οποίος την 31-3-1999 απεβίωσε και κληρονομήθηκε ισομερώς από τα αναιρεσείοντα τέκνα του) ο αναιρεσίβηλτος Ψ ιστορούσε τα ακόλουθα: "Ο εναγόμενος, όντας συγκύριος και συννομέας κατά ποσοστό 1/2 αδιαιρέτως ο καθένας τους, με τον αδελφό του Θ, ενός πρώην λαχανοκήπου και ήδη οικοπέδου, εμβαδού 7.000 μ2 περίπου, ευρισκόμενου στα ..., τότε εκτός και ήδη εντός του σχεδίου της πόλης ...., με το υπ'αριθ. 25425/25-2-1981 προσύμφωνο αγοραπωλησίας ανέλαβε την υποχρέωση και υποσχέθηκε να πωλήσει και μεταβιβάσει προς εμένα ένα τμήμα του λαχανόκηπου του αυτού, εμβαδού 240 μ2 με ελάχιστη πρόσοψη 8 μ2 επί της μέλλουσας τότε να διανοιγεί λεωφόρου...

Η μεταβίβαση συμφωνήθηκε να γίνει αντί τιμήματος 300.000 δραχμών το οποίο είχε ήδη εισπράξει προκαταβολικά ο αντισυμβαλλόμενός μου... Με το ίδιο προσύμφωνο συμφωνήσαμε ότι το οριστικό της πώλησης συμβόλαιο θα συνταχθεί και θα υπογραφεί, μετά τη διανομή του όλου πρώην λαχανόκηπου μεταξύ του εναγομένου και του αδελφού του Θ "ούτως ώστε να δύναται να γίνει ακριβώς ο καθορισμός και τα όρια του πωλουμένου...

τμήματος ως και η ακριβής θέσις τούτου, γενησομένης κατά την ανεξέλεγκτον κρίσιν του πωλητού. Επίσης συμφωνήσαμε, ακόμα, ότι σε περίπτωση που το μέλλον (τότε) να ισχύσει σχέδιο πόλης, στο οποίο θα εντάσσονταν ο λαχανόκηπος απαιτήσει, για την αρτιότητα και το οικοδομήσιμο αυτού, οικόπεδο εμβαδού μεγαλύτερου των 240 μ2 και πρόσοψης μεγαλύτερης των 8 μ.

τότε τα συμφωνημένα να μεταβιβαστούν σ'εμένα 240 μ2 θα πωληθούν και θα μεταβιβαστούν αδιαιρέτως, από μεγαλύτερο τμήμα αρτίου και οικοδομησίμου οικοπέδου του πωλητή, ώστε η μεταβίβαση να είναι έγκυρη και νόμιμη, με δικαίωμα όμως εμού του αγοραστή να έχω στην αποκλειστική χρήση μου τμήμα του μεγαλύτερου αρτίου οικοπέδου, εμβαδού 240 μ2.

Επειδή ο πρώτος εναγόμενος, παρόλο που ο λαχανόκηπος εντάχθηκε στο εγκεκριμένο σχέδιο πόλης παρόλο που παρήλθαν δέκα και πλέον χρόνια έκτοτε και παρά τις συνεχείς οχλήσεις και διαμαρτυρίες μου δεν εννοούσε να προσέλθει στη σύνταξη του οριστικού συμβουλίου πώλησης του οικοπέδου, ως δικαιολογία δε της άρνησής του αυτής επικαλούντα την δήθεν άρνηση του αδελφού και συνιδιοκτήτη του πρώην λαχανόκηπου να προχωρήσει στη διανομή αυτού μεταξύ τους.

Την 1-4-1993... πληροφορήθηκα ότι ο Θ είχε μεταβιβάσει, λόγω γονικής παροχής, το αδιαίρετο μερίδιό του στον πρώην λαχανόκηπο, στη θυγατέρα του ... Στις 16-2-1993 πληροφορήθηκα ότι ο οφειλέτης μου από το προσύμφωνο Ζ, με πρόθεση να ματαιώσει ολικά την ικανοποίηση της εναντίον του απαίτησής μου από το προσύμφωνο, δηλαδή με πρόθεση να καταστήσει αδύνατη τη μεταβίβαση προς εμένα, του οικοπέδου εμβαδού 240 μ2 κλπ που είχε υποσχεθεί να μου μεταβιβάσει, είχε απαλλοτριώσει χωρίς αντάλλαγμα, δηλαδή λόγω γονικής παροχής, το ανήκον σε αυτόν αδιαίρετο 1/2 του λαχανόκηπου που περιέγραψα, στα τέκνα του Χ1 και Χ2, από 1/4 αδιαιρέτως στον καθένα.

Η μεταβίβαση είχε πραγματοποιηθεί με το υπ'αριθ. 1484/2-3-1993 συμβόλαιο... Τα πιο πάνω τέκνα του διένειμαν με την συνιδιοκτήτρια πρωτεξαδέλφη τους ... τον πρώην λαχανόκηπο και έλαβαν στην κυριότητά τους το διαιρετό 1/2 αυτού... και ματαιώθηκε η μεταβίβαση προς εμένα του τεμαχίου που μου είχε υποσχεθεί. Υποχρεούται, συνεπώς, να αποκαταστήσει και να ανορθώσει τη ζημία μου, από την αιτία αυτήν.

Η αποζημίωση στην οποία πρέπει να υποχρεωθεί ο εναγόμενος για την υπαίτια μη εκπλήρωση εκ μέρους του των υποχρεώσεων που είχε αναλάβει με το προσύμφωνο (θετικό διαφέρον ή διαφέρον εκπληρώσεως) περιλαμβάνει τόσο τη θετική ζημία μου, όσο και το διαφυγόν κέρδος μου, συνιστάμενο στην αξία οικοπέδου, εμβαδού 240 μ2, με ελάχιστη πρόσοψη στη λεωφόρου ...

μήκους 8 μέτρων αυτοτελούς ή σε κάθετη οροφοκτησία με όσο υπόλοιπο οικόπεδο απαιτούνταν, για να σχηματιστεί άρτιο και οικοδομήσιμο οικόπεδο στην ίδια θέση, στις 15 Μαρτίου 1993. Και η μεν θετική ζημία μου συνίσταται στον ποσόν των 300.000 δρχ. "όπερ έλαβεν ο πωλητής παρά του αγοραστού εξ ολοκλήρου κατά την εν έτει 1973 γενομένην μεταξύ των άτυπον συμφωνίαν ως αρραβώνα και προκαταβολικώς", όπως κατά λέξη αναγράφεται στο προσύμφωνο, που οφείλει να μου καταβάλει ο εναγόμενος νομιμοτόκως επί το επιτόκιο υπερημερίας που ίσχυσε εκάστοτε, από 2-3-1993 που πληροφορήθηκα ότι αδυνατεί να μου μεταβιβάσει το οικόπεδο μέχρι εξοφλήσεως, το δε διαφυγόν κέρδος μου, δηλ.

το κέρδος που με πιθανότητα 100% προσδοκούσα να αποκομίσω, κατά τη συνήθη πορεία των πραγμάτων από τη μεταπώληση του οικοπέδου, αν μου είχε μεταβιβάσει αυτό ο εναγόμενος, συνίσταται στην αξία του οικοπέδου κατά τον Μάρτιο 1993, οπότε ο εναγόμενος ματαίωσε υπαιτίως και κακόπιστα τη μεταβίβασή του, αξία που ανέρχεται μετ'αφαίρεση της προκαταβολής που του έδωσα στο πόσό των 19.700.000 δραχμών τουλάχιστον".

Ζητούσε δε ο ενάγων να του επιδικασθούν (νομιμοτόκως) τα ως άνω ποσά. Η αγωγή εκείνη έγινε δεκτή, με την 192/1999 απόφαση του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ιωαννίνων, κατά το πρώτο αίτημα αυτής, ενώ το δεύτερο αίτημα (για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους) απερρίφθη αφενός μεν ως αόριστο αφετέρου δε ως "ουσιαστικά αβάσιμο".

Με την 125/2001 απόφαση του Εφετείου Ιωαννίνων έγινε δεκτή σχετική έφεση του ενάγοντος, εξαφανίσθηκε η πρωτόδικη απόφαση κατά το κεφάλαιο αυτής που αφορούσε το δεύτερο ως άνω αγωγικό αίτημα, το οποίο επανεξετάσθηκε και απορρίφθηκε λόγω αοριστίας του, με την ακόλουθη σκέψη: "'Εχοντας... το ως άνω περιεχόμενο, η αγωγή αυτή, καθόσον αφορά το υπό στοιχ.

β' κονδύλιο που αναφέρεται σε διαφυγόν κέρδος, είναι απορριπτέα ως αόριστη, αφού δεν αναφέρονται σ'αυτή το εμβαδόν και το μήκος πρόσοψης του αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, σύμφωνα με το σχέδιο πόλης στη θέση "..." της πόλης των ..., τα χιλιοστά επί του οικοπέδου, η αξία αυτού κατά την 15-3-1993, ώστε να είναι δυνατός ο υπολογισμός της αξίας του ποσοστού εξ αδιαιρέτου του προς μεταβίβαση συμφωνηθέντος ως άνω τμήματος οικοπέδου (240 τ.μ.

και 8μ. πρόσοψη). Επομένως η εκκαλούμενη απόφαση, που απέρριψε την αγωγή, κατά το μέρος αυτό, ως αβάσιμη έσφαλε...". Στη συνέχεια ο αναιρεσίβλητος-ενάγων άσκησε κατά των αναιρεσειόντων "ως μοναδικών κληρονόμων και καθολικών διαδόχων του Ζ" την από 30-6-2001 αγωγή του, με την οποία, αφού ανέφερε το όλο ιστορικό της υποθέσεως και τα κριθέντα, με την εφετειακή απόφαση, ως ελλείποντα στοιχεία, περιόρισε το αίτημα για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους στο ποσό των 7.500.000 δραχμών και ζήτησε να του επιδικασθεί νομιμοτόκως από την επίδοση της πρώτης ως άνω αγωγής.

Το αίτημα αυτό έγινε δεκτό με την προσβαλλόμενη απόφαση, η οποία, κατά το ουσιώδες μέρος της, έχει ως εξής: "Αποδεικνύεται πλήρως ότι ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων, με πρόθεση και δολίως ενεργών, ματαίωσε την εκπλήρωση της βαρύνουσας αυτόν, εκ του ως άνω προσυμφώνου, παροχής δια της προαναφερομένης μεταβιβάσεως στα τέκνα του και μάλιστα σε χρονικό σημείο προ της συζητήσεως της πλαγιαστικής αγωγής που άσκησε ο ενάγων-εκκαλών κατά του ετέρου συγκυρίου του όλου ακινήτου, με αίτημα τη διανομή του ακινήτου αυτού.

Συνεπώς, ματαιωθείσης της μεταβιβάσεως του ακινήτου, από αποκλειστική υπαιτιότητα του οφειλέτη, ήτοι του Ζ, ο τελευταίος ευθύνεται σε αποζημίωση του δανειστή-αγοραστή και επί διαφυγόντος κέρδους αυτού, μετά δε τον θάνατο αυτού, την ίδια ευθύνη έχουν και οι νυν εφεσίβλητοι, ως κληρονόμοι αυτού και συνεχίζοντες της δίκη κατ' αυτού.

Συνεπώς το Πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δεχόμενο ότι δεν επικαλείται ο ενάγων-εκκαλών στο αγωγικό του δικόγραφο υπαιτιότητα του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων Ζ στην ματαίωση της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως και ότι δεν πληρώθηκε η αίρεση που τέθηκε στο προσύμφωνο, ήτοι η διανομή του όλου ακινήτου, ώστε να ακολουθήσει η κατάρτιση της οριστικής συμβάσεως, και μετά ταύτα απέρριψε, ως μη νόμιμη την αγωγή, έσφαλε στην ερμηνεία και εφαρμογή του νόμου και στην εκτίμηση των αποδείξεων και θα πρέπει να εξαφανισθεί, καθ' όλες τις διατάξεις της, κατά ουσιαστική παραδοχή του πρώτου λόγου της ενδίκου εφέσεως, ενόψει του ότι, ως προελέχθη και αναφορά υπαιτίου συμπεριφοράς του οφειλέτη στη ματαίωση της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως διαλαμβάνεται στην αγωγή και αποδεικνύεται πλήρως ότι υπαιτίως ο οφειλέτης δεν μερίμνησε ως όφειλε, για την πλήρωση της αιρέσεως, ήτοι της διανομής του όλου ακινήτου με τον αδελφό του, αναγκάζοντας μάλιστα τον δανειστή- εκκαλούντα να προβεί αυτός στη ενέργειες που ο ίδιος όφειλε να εκτελέσει και επί πλέον τεχνιέντως απέκρυπτε της προαναφερόμενες μεταβιβάσεις, παρελκουμένης της ερεύνης των ετέρων λόγων εφέσεως, που κατατείνουν και αυτές στο ίδιο αποτέλεσμα, ήτοι την εξαφάνιση της εκκαλουμένης αποφάσεως και την κατ' ουσίαν εξέταση της ενδίκου αγωγής του εκκαλούντος.

Άλλωστε, σκοπίμως και δολίως απέφευγε ο δικαιοπάροχος των εφεσίβλητων τη διανομή του όλου ακινήτου, προκειμένου να επιτύχει ματαίωση της καταρτίσεως της οριστικής συμβάσεως και γι' αυτό εγκαλείται δια της ενδίκου αγωγής. Ακολούθως, διακρατώντας την υπόθεση και δικάζοντας επί της ενδίκου αγωγής, θα πρέπει να γίνει δεκτή αυτή, ως βάσιμος και κατ' ουσίαν και υποχρεωθούν συμμέτρως οι εναγόμενοι-εφεσίβλητοι να καταβάλουν στον εκκαλούντα-ενάγοντα το ποσό των 7.500.000 δραχμών, νομιμοτόκως από 10-11-1998, διότι τότε εγένετο σπουδαία και σοβαρά όχληση του δικαιοπαρόχου των εφεσίβλητων στην καταβολή της αποζημιώσεως αυτής, δια της επιδόσεως προς αυτόν της προαναφερόμενης από 19-10-1998 (αρ.

κατ. 470/1998) αγωγής του νυν εκκαλούντος, καθόσον από τα ίδια ως άνω αποδεικτικά μέσα αποδεικνύεται ότι η αγοραία αξία του επιδίκου ακινήτου, ήτοι 240 τ.μ. εδαφικής εκτάσεως με πρόσοψη 8 μέτρα επί της ανοιγείσης λεωφόρου ... στην πόλη των ..., ως ανάλογο εξ αδιαιρέτου ποσοστό επί αρτίου οικοπέδου στην ίδια περιοχή εκτάσεως 300 τ.μ.

με πρόσοψη στην ίδια λεωφόρο πλάτους 10 μέτρων, ανέρχονταν στο ποσό των 7.500.000 δραχμών το έτος 1993, ενόψει του ότι, ως κατατίθεται υπό των μαρτύρων και προκύπτει εκ των προσκομιζομένων εγγράφων, η αγοραία αξία ενός αρτίου οικοπέδου, υπό τις ως άνω διαστάσεις στην ίδια περιοχή, ανέρχονταν το ίδιο έτος σε 8.000.000 δραχμές και το ποσό αυτό θα απεκόμιζε ο εκκαλών, αν καταρτίζονταν η οριστική σύμβαση και μεταπωλούσε την έκταση αυτή σε τρίτους, απορριπτόμενου άμα, ως αβασίμου, του ισχυρισμού των εφεσίβλητων, ότι η υποσχεθείσα μεταβίβαση δια του προσυμφώνου, ήταν νόμω απαγορευμένη, μετά την ένταξη της όλης εκτάσεως, όπου και η επίδικος, στο σχέδιο πόλεως ως εκ της μη αρτιότητάς της ως ενιαίου οικοπέδου, ενόψει του ότι προβλέπεται στο εν λόγω συμβ/κό προσύμφωνο διάταξη που επέβαλε την μεταβίβαση της εδαφικής αυτής εκτάσεως, σε περίπτωση προσδιορισμού της αρτιότητας σε μεγαλύτερο εμβαδό και με μεγαλύτερη πρόσοψη επί οδού, ως εξ αδιαιρέτου ποσοστό, ανάλογο στην έκταση αρτίου οικοπέδου, όπερ επιτρέπεται κατά νόμον, ως και των αιτιάσεων περί δεδικασμένου υπό των προηγηθέντων αποφάσεων, καθόσον υπό των αποφάσεων αυτών δεν προκύπτει δυσμενής παραδοχή για τον εκκαλούντα-ενάγοντα περί μη υπάρξεως υπαιτίου συμπεριφοράς του δικαιοπαρόχου των εφεσιβλήτων".

Υπό τα δεδομένα αυτά: 1) Είναι αβάσιμος ο πρώτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ), με τον οποίο υποστηρίζεται ότι η δεύτερη από τις ανωτέρω αγωγές, που κρίθηκε με την προσβαλλόμενη απόφαση, έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω δεδικασμένου που δημιουργήθηκε (και) ως προς το ένδικο αίτημα για επιδίκαση διαφυγόντος κέρδους από την 192/1999 απόφαση του Πρωτοδικείου.

Τούτο δε, διότι, όπως προεκτέθηκε, η απόφαση αυτή εξαφανίσθηκε μερικώς με απόφαση του Εφετείου, το οποίο απέρριψε για τυπικό λόγο το επίμαχο αγωγικό αίτημα. 2). Είναι αβάσιμος ο δεύτερος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 16 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο η αγωγή έπρεπε να απορριφθεί ως απαράδεκτη λόγω του δεδικασμένου που παρήχθη από την 125/2001 απόφαση του Εφετείου σχετικώς με την ανάγκη να αναφέρονται στο αγωγικό δικόγραφο "το εμβαδόν και το μήκος πρόσοψης του αρτίου και οικοδομήσιμου οικοπέδου, τα χιλιοστά επί του οικοπέδου και η αξία αυτού κατά την 15-3-1993", στοιχεία που δεν διαλαμβάνονται ούτε στη δεύτερη αγωγή.

Τούτο δε διότι, παρά τα υποστηριζόμενα από τους αναιρεσείοντες, στην δεύτερη αγωγή ρητώς αναφέρεται τόσο το ελάχιστο εμβαδόν (300 τ.μ.) (έτσι δε τα επί του οικοπέδου "χιλιοστά" που εδικαιούτο ο ενάγων εξευρίσκονται με βάση τη σχέση 240:300), όσο και το ελάχιστο μήκος πρόσοψης (10μ), καθώς και η αξία ενός τέτοιου οικοπέδου στις 15-3-1993 (7.500.000 δρχ. ). 3) Είναι αβάσιμοι ο υπό στοιχ. 3 αα (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ) και ο υπό στοιχ. 3 ββ (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ) λόγοι, σύμφωνα με τους οποίους το Εφετείο, αφενός μεν δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων, ότι η αγωγή ήταν απορριπτέα ως απαράδεκτη, επειδή δεν αναφέρονταν σ'αυτή τα στοιχεία που νομιμοποιούσαν παθητικώς τους αναιρεσείοντες ως εναγομένους, αφετέρου δε δεν διέλαβε καθόλου σχετικές αιτιολογίες.

Τούτο δε, διότι τόσο στο δικόγραφο της αγωγής όσο και στην προσβαλλόμενη απόφαση ρητώς αναφέρεται ότι οι αναιρεσείοντες είναι κληρονόμοι του αρχικού οφειλέτου του αναιρεσιβλήτου (ήτοι υποκείμενα των δικαιωμάτων και των υποχρεώσεών του κατά το άρθρο 1710 ΑΚ), ιδιότητα την οποία αυτοί δεν αμφισβητούν. 4) Είναι αβάσιμος ο υπό στοιχ. 3 II λόγος κατά το πρώτο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο, κατά παραβίαση των άρθρων 263, 340 και 346 ΑΚ, το Εφετείο επιδίκασε τόκους στον αναιρεσίβλητο από της επιδόσεως της πρώτης εκ των ανωτέρω αγωγών προς τον αρχικώς εναγόμενο πατέρα των αναιρεσειόντων "χωρίς να εκτίθεται ότι αυτοί υποκαταστάθηκαν με κάποιο νόμιμο τρόπο στις υποχρεώσεις του". 5) Είναι αβάσιμος ο ίδιος λόγος (3 II) κατά το δεύτερο μέρος του (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 ΚΠολΔ), κατά το οποίο η επιδοθείσα στον αρχικώς εναγόμενο οφειλέτη (πρώτη) αγωγή δεν εμπεριείχε και όχληση για καταβολή της ένδικης απαίτησης. 6) Ενέχει αοριστία και είναι, ως εκ τούτου, απαράδεκτος ο τέταρτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 1 και 19 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο παρεβίασε ευθέως και εκ πλαγίου τη διάταξη του άρθρου 298 ΑΚ, διότι επιδίκασε στον αναιρεσίβλητο, ως αποζημίωση λόγω διαφυγόντος κέρδους, ποσό ίσο προς την αξία που θα είχε το προσυμφωνηθέν να πωληθεί οικόπεδο κατά τον χρόνο που κατέστη αδύνατη η υλοποίηση του προσυμφώνου, χωρίς να αφαιρέσει το ποσό των 300.000 δραχμών που αυτός είχε καταβάλει ως τίμημα, και το οποίο του είχε ήδη επιδικασθεί.

Τούτο δε, διότι δεν διευκρινίζεται στο αναιρετήριο αν οι αναιρεσείοντες είχαν υποβάλει σχετικό αίτημα στο ουσιαστικό δικαστήριο, πράγμα που ήταν αναγκαίο, αφού ο σχετικός ισχυρισμός αποτελεί λόγο μειώσεως της ζημίας του δανειστού (και της οφειλόμενης σ' αυτόν αποζημίωσης) και συνιστά ένσταση. 7) Είναι αβάσιμος ο πέμπτος λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 8 και 14 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο δεν έλαβε υπόψιν τον ισχυρισμό των αναιρεσειόντων ότι το ένδικο αγωγικό αίτημα έπρεπε να απορριφθεί ως αόριστο "διότι, για το ορισμένο και την εξατομίκευση της αγωγικής αξίωσης και του ως αυτόθροης συνέπειας αυτής προκύπτοντος αγωγικού αιτήματος, έπρεπε να προσδιορίζεται πλήρως η ταυτότητα και οι προσδιοριστικές της αξίας του, άρα και της δήθεν ζημίας του αντιδίκου, ιδιότητες και παράμετροι, ήτοι ποιο το ποσοστό συνιδιοκτησίας στην αναγκαίως (λόγω της μη αρτιότητάς του) στην κάθετη ιδιοκτησία που θα έπρεπε να δημιουργηθεί και ποιο το ποσοστό της άλλης αυτοτελούς ιδιοκτησίας των 60 τ.μ. (με δεδομένο ότι η ελάχιστη αρτιότητα είναι 300 τ.μ.

και ότι, όπως είναι ευνόητο, η ελάχιστη έκταση των 300 τ.μ., επί της οποίας θα γινόταν η σύσταση της κάθετης ιδιοκτησίας, της οποίας αυτοτελή ιδιοκτησία θα αποτελούσε η επιφάνεια των 240 τ.μ., θα περιλάμβανε και άλλη κάθετη ιδιοκτησία 60 τουλάχιστον τ.μ.), ποιος ο συντελεστής δόμησης και ποιος ο συντελεστής κάλυψης, ποια θα ήταν η εισφορά με γη και χρήμα της αυτοτελούς αυτής κάθετης ιδιοκτησίας (σύμφωνα με τις αναγκαστικού δικαίου σχετικές διατάξεις, ιδίως του Ν.1337/83)".

Τούτο δε, διότι τα προαναφερόμενα στοιχεία επηρεάζουν μεν την εμπορική αξία του άνω ακινήτου, η αναφορά τους όμως στο δικόγραφο της αγωγής δεν ήταν κατά νόμο αναγκαία για τη διαδικαστική του πληρότητα. 8) Είναι αβάσιμος ο έκτος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ, κατά την εκτίμηση του περιεχομένου του) σύμφωνα με τον οποίο το Εφετείο διέλαβε στην απόφασή του ατελείς και αντιφατικές αιτιολογίες, σχετικά με την υπαιτιότητα του δικαιοπαρόχου των αναιρεσειόντων για τη ματαίωση της αιρέσεως, υπό την οποία είχε προσυμφωνηθεί η σύναψη της ένδικης αγοραπωλησίας, ήτοι η διανομή του επικοίνου (μείζονος) οικοπέδου.

9) Είναι αβάσιμος ο έβδομος αναιρετικός λόγος (εκ του άρθρου 559 αριθμ. 19 ΚΠολΔ), σύμφωνα με τον οποίο στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν διαλαμβάνονται αιτιολογίες σχετικά "με την δυνατότητα εκτέλεσης του προσυμφώνου". Κατά συνέπεια, πρέπει η κρινόμενη αίτηση αναιρέσεως να απορριφθεί.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 20-12-2007 αίτηση των Χ1 και Χ2 για αναίρεση της 425/2007 αποφάσεως του Εφετείου Ιωαννίνων.

Επιβάλλει στους αναιρεσείοντες την δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει σε χίλια τριακόσια (1.300) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ