1868/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ: Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.001/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 630/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2006 αίτησή της.
Legislator headnote
AI generated1868/2007 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): περί επιδόσεως αντιγράφου της κρινόμενης αγωγής στον αναιρεσείοντα, β)την υπ΄ αριθ. 7373/2004 έκθεση επιδόσεως του ίδιου αμέσως άνω δικαστικού επιμελητή περί επιδόσεως της από 15-3-2004 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα με την οποία διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004 και τον καλούσε να τα καταβάλει άμεσα και γ)την από 16-6-2004 (αυξ.
Full text
Απόφαση 1868 / 2007 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1868/2007
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αχιλλέα Νταφούλη, Προεδρεύοντα Αρεοπαγίτη (κωλυομένου του Αντιπροέδρου), Πλαστήρα Αναστασάκη, Αντώνιο Παπαθεοδώρου, Γεώργιο Πετράκη και Παναγιώτη Παρτσιλίβα, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 27 Απριλίου 2007, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ......, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Θεόδωρο Ζέρβα, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Της αναιρεσίβλητης: ......, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Γεώργιο Βουκελάτο, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δικ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 8 Ιουλίου 2004 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Θεσσαλονίκης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 30.001/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 630/2006 οριστική του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17 Απριλίου 2006 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Παναγιώτης Παρτσιλίβας ανέγνωσε την από 28 Φεβρουαρίου 2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Εξάλλου από τις διατάξεις των άρθρων 574, 612 παρ. 1 και 1710 Α.Κ. προκύπτει ότι η μισθωτική σχέση είναι κληρονομητή και συνεπώς σε περίπτωση θανάτου του εκμισθωτή στη μισθωτική σχέση υπεισέρχονται οι κληρονόμοι του, από διαθήκη ή εξ αδιαθέτου μόλις αποδεχθούν την κληρονομία χωρίς να απαιτείται και προηγούμενη μεταγραφή της περί αποδοχής της δήλωσης, καθόσον πρόκειται για κτήση ενοχικής σχέσης και όχι κυριότητας.
Ο κληρονόμος του εκμισθωτή μπορεί λόγω της άνω ιδιότητάς του να ασκήσει την αγωγή απόδοσης του μισθίου, χωρίς την ανάγκη αναφοράς στο δικόγραφό της ότι εχώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής της κληρονομίας, απλά αρκεί η αναφορά ότι υπεισήλθε στην επίδικη έννομη σχέση ως κληρονόμος του εκμισθωτή. Στην προκειμένη περίπτωση, από την επισκόπηση της από 8-7-2004 αγωγής, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης, της αναιρεσίβλητης κατά του αναιρεσείοντος, με την οποία εκείνη ζητούσε να υποχρεωθεί αυτός να της αποδώσει τη χρήση του σ΄ αυτή μισθίου ακινήτου κυρίως γιατί έληξε η μίσθωση λόγω καταγγελίας της από εκείνη και επικουρικά γιατί από δυστροπία επανειλημμένη καθυστερεί να καταβάλει τα σ΄ αυτή μισθώματα, προκύπτει ότι αναφέρεται σ΄ αυτή (την αγωγή) ότι η αναιρεσίβλητη, που από κοινού με την Χ1, μητέρα της, εκμίσθωσαν στον αναιρεσείοντα το 1992 για διάστημα εννέα ετών (από 1-10-1992 έως 30-9-2001) το σ΄ αυτή μίσθιο κατάστημα, του οποίου ήταν συγκύριες κατά ποσοστό 50% καθεμία, μετά το θάνατο της παραπάνω συνεκμισθώτριας μητέρας της, επισυμβάντα στις 18-12-1994, υπεισήλθε στα δικαιώματα της τελευταίας από τη μίσθωση, γιατί αυτή την εγκατέστησε μοναδική κληρονόμο της στο μερίδιό της επί του μισθίου, με την από 23-10-1972 ιδιόγραφη διαθήκη της, που δημοσιεύθηκε με το 1716/27-5-1994 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, ενεργούσα αυτή μόνο για το σύνολο της μισθωτικής σχέσης έκτοτε με συγκεκριμένες πράξεις της:
εξώδικη δήλωση, άσκηση προηγούμενης αγωγής, καταβολή σ΄ αυτή μόνο των μισθωμάτων. Έτσι όπως είχε η αγωγή εμπεριέχονταν σ΄ αυτή το στοιχείο της αποδοχής της κληρονομίας της συνεκμισθώτριας μητέρας της, λαμβανομένου μάλιστα υπόψη και του ότι πέρασε άπρακτη η προθεσμία των τεσσάρων μηνών για την αποποίηση της κληρονομίας, που θεωρείται αμαχήτως από το νόμο ως αποδοχή (πλασματική αποδοχή), στοιχείο το οποίο αρκεί για την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης κατά τη μερίδα της συνεκμισθώτριας μητέρας της και δεν απαιτείτο και αναφορά στο δικόγραφο της αγωγής ότι χώρησε μεταγραφή της δήλωσης αποδοχής.
Συνεπώς η αγωγή ήταν ορισμένη περιέχουσα τα αναγκαία στοιχεία για την ενεργητική νομιμοποίηση της αναιρεσίβλητης να καταγγείλει τη μίσθωση και ζητήσει την απόδοση του μισθίου, ως κληρονόμος της συνεκμισθώτριας μητέρας της-επομένως ως μόνη εκμισθώτρια πλέον. Επομένως το Εφετείο, που, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης, απέρριψε πρόσθετο λόγο έφεσης του αναιρεσείοντος περί αοριστίας της αγωγής λόγω μη αναφοράς των αναγκαίων στοιχείων για τη θεμελίωση της ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσίβλητης, ως μοναδικής κυρίας του μισθίου, δεδομένου ότι κατά την κατάρτιση της μίσθωσης συνεκμισθώτρια ήταν και η Χ1, ορθά δεν κήρυξε απαράδεκτη λόγω αοριστίας την αγωγή και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 14 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι παρά το νόμο το Εφετείο δεν κήρυξε απαράδεκτη την αγωγή λόγω αοριστίας της ως προς τα παραπάνω στοιχεία, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.
Κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ κατά την οποία επιτρέπεται αναίρεση αν το Δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη αποδείξεις που δεν προσκομίσθηκαν, δεν αρκεί η προσκομιδή του εγγράφου, αλλά πρέπει να γίνεται και νόμιμη επίκληση αυτού με τις προτάσεις του διαδίκου που τις προσκόμισε της συζήτησης μετά την οποία εκδόθηκε η απόφαση, είτε με αναφορά δια των προτάσεων αυτών σε συγκεκριμένο μέρος των προσκομιζόμενων προτάσεων προηγούμενης συζήτησης, όπου γίνεται σαφής και ορισμένη επίκληση του εγγράφου.
Δεν συνιστά δε, κατ΄ άρθρο 240 Κ.Πολ.Δ.., που έχει εφαρμογή για την ταυτότητα του νομικού λόγου και στην επίκληση εγγράφων, νόμιμη επίκληση, η ενσωμάτωση των προτάσεων των προηγουμένων συζητήσεων στις οποίες μνημονεύονται τα έγγραφα (Ολ. ΑΠ 9/2000, ΑΠ 1511/2005). Για να είναι όμως λυσιτελής ο πιο πάνω λόγος της παρά το νόμο λήψης υπόψη εγγράφων των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση πρέπει το δικαστήριο της ουσίας να στηρίχτηκε κύρια στα έγγραφα αυτά για να καταλήξει στο πόρισμά του.
Δεν ιδρύεται ο λόγος, όταν η προσβαλλόμενη απόφαση στηρίχτηκε μόνον επικουρικά σ΄ αυτά, ενώ κύρια στηρίχτηκε για να καταλήξει στο πόρισμά του και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 155/2007). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως από την προσβαλλόμενη απόφαση προκύπτει, την παραδοχή του ότι ο αναιρεσείων από επανειλημμένη δυστροπία καθυστερούσε την καταβολή μισθωμάτων στήριξε επικουρικά μεν στα στην αίτηση αναίρεσης αναφερόμενα έγγραφα, ήτοι α)την υπ΄ αριθ. 7693/8-7-2004 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο πρωτοδικείο Αθηνών ......
περί επιδόσεως αντιγράφου της κρινόμενης αγωγής στον αναιρεσείοντα, β)την υπ΄ αριθ. 7373/2004 έκθεση επιδόσεως του ίδιου αμέσως άνω δικαστικού επιμελητή περί επιδόσεως της από 15-3-2004 εξώδικης δήλωσης - διαμαρτυρίας της αναιρεσίβλητης προς τον αναιρεσείοντα με την οποία διαμαρτύρονταν για την καθυστέρηση καταβολής των μισθωμάτων Φεβρουαρίου και Μαρτίου 2004 και τον καλούσε να τα καταβάλει άμεσα και γ)την από 16-6-2004 (αυξ.
αρ. κατ. 19956/16-6-2004 αγωγή ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Θεσσαλονίκης εκείνης κατ΄ αυτού για καταβολή μισθώματος μηνός Ιουνίου 2004, των οποίων δεν έγινε επίκληση με τις από 28-11-2005 προτάσεις της αναιρεσίβλητης, που υποβλήθηκαν κατά τη συζήτηση ενώπιον του εφετείου της 28-11-2005, αλλά γενική αναφορά μ΄ αυτές στις πρωτόδικες προτάσεις και ενσωμάτωση των τελευταίων στις οποίες μνημονεύονται αυτά στις προτάσεις ενώπιον του Εφετείου, κύρια δε και σε άλλα νόμιμα και επαρκή αποδεικτικά μέσα, που αναφέρονται σ΄ αυτή, μεταξύ των οποίων και σε ομολογία του αναιρεσείοντος (βλ.
σελίδες 23-26 απόφασης) συναχθείσα όχι μόνο από τη μη ειδική αμφισβήτηση, αλλά και την επικληθείσα απ΄ αυτόν (ρητά) πρόσκαιρη οικονομική δυσχέρεια στις αρχές κάθε μήνα. Ο ισχυρισμός του (ένσταση) εξάλλου, ότι τάχα είχε προφορικά συμφωνήσει με την αναιρεσίβλητη να καταβάλει τα μισθώματα (με τις αυξήσεις αναπροσαρμογής) με καθυστέρηση ολίγων ημερών, απορρίφθηκε από το Εφετείο ως αβάσιμος.
Επομένως ο δεύτερος και τελευταίος λόγος της αίτησης αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη αιτίαση, από το άρθρο 559 αριθ. 11 Κ.Πολ.Δ., για το λόγο ότι το Εφετείο παρά το νόμο έλαβε υπόψη τα παραπάνω έγγραφα των οποίων δεν έγινε νόμιμη επίκληση, δεχθέν "επανειλημμένη δυστροπία" του αναιρεσείοντος περί την καταβολή των μισθωμάτων, πρέπει να απορριφθεί ως απαράδεκτος.
Κατόπιν όλων αυτών πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναίρεσης και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε και προτάσεις.
Για τους λόγους αυτούς
Απορρίπτει την από 17-4-2006, αίτηση του ....., για αναίρεση της 630/2006 απόφασης του Εφετείου Θεσσαλονίκης. Και
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στη δικαστική δαπάνη της αναιρεσίβλητης, την οποία ορίζει σε επτακόσια εβδομήντα (770) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 26 Ιουλίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 5 Οκτωβρίου 2007.
Ο ΠΡΟΕΔΡΕΥΩΝ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ