Supreme Court dismisses appeal on proportionality of seizure and failure to apply statute regarding contract termination.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's appeal against a final judgment ordering the seizure of a truck to satisfy a debt. The appellant argued the seizure was disproportionate compared to alternative collection methods and that a specific statute regarding contract termination was incorrectly applied. The court rejected these claims, finding the seizure was the only unencumbered asset available and that the contract had naturally expired rather than being terminated by the appellant's fault.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559, 9 of the Code of Civil Procedure; The court held that a seizure of a vehicle is not disproportionate when it is the sole unencumbered asset, and that a statute requiring application of specific contract termination rules does not apply when the contract expires naturally.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1867 / 2022 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1867/2022
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
A1' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Χρήστο Τζανερρίκο, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Ιωάννα Κλάπα - Χριστοδουλέα, Χρήστο Κατσιάνη, Ασημίνα Υφαντή και Κανέλλα Τζαβέλλα - Δημαρά - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 24 Ιανουαρίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας: Μ. Κ. του Κ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουτσούκη με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.
Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Βιομηχανικής και Εμπορικής Εταιρείας με την επωνυμία "……" και με τον διακριτικό τίτλο "……", που εδρεύει στις Σέρρες και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Θωμά Βλάχμπεη και κατέθεσε προτάσεις.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 28/6/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκε η 3745/2011 απόφαση του ίδιου Δικαστηρίου με την οποία κήρυξε εαυτό αναρμόδιο και παρέπεμψε την υπόθεση προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, όπου συνεκδικάστηκε με την από 25/10/2010 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 40/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 551/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 30/6/2020 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την κρινόμενη από 30-6-2020 αίτηση αναίρεσης (ΓΑΚ 1579/2020, ΕΑΚ 168/2020, Αριθ. Δικ. 1096/2020) προσβάλλεται η, αντιμωλία των διαδίκων, εκδοθείσα κατά την τακτική διαδικασία 551/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, που εκδόθηκε επί της από 26-10-2017 έφεσης της ήδη αναιρεσείουσας κατά της 40/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Σερρών. Η αίτηση αναίρεσης ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566 παρ. 1 ΚΠολΔ) και, συνεπώς, είναι παραδεκτή (άρθρο 577 παρ.1) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 3 ΚΠολΔ).
Η προσβαλλόμενη απόφαση είναι αποτέλεσμα της ακόλουθης διαδικαστικής διαδρομής: Η ήδη αναιρεσείουσα άσκησε ενώπιον του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Αθηνών την από 28-6-2010 αγωγή κατά της εναγομένης, με την οποία ζήτησε, κατά το ενδιαφέρον την παρούσα αναιρετική διαδικασία μέρος της, αποζημίωση πελατείας κατ' άρθρο 9 παρ. 1 του π.δ. 219/1991.
Επί της αγωγής εκδόθηκε η 3745/2011 απόφαση του άνω Δικαστηρίου, που κήρυξε εαυτό κατά τόπον αναρμόδιο και την παρέπεμψε στο κατά τόπον αρμόδιο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών. Κατά της απόφασης αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 7-11-2011 έφεση, που απορρίφθηκε κατ' ουσίαν με την 3033/2012 απόφαση του Εφετείου Αθηνών.
Κατόπιν αυτού, με την από 15-11-2016 κλήση της ενάγουσας η άνω αγωγή εισήχθη προς εκδίκαση στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Σερρών, στο οποίο είχε ασκηθεί και η από 25-10-2010 αντίθετη αγωγή της εναγομένης - ήδη αναιρεσίβλητης. Επί των άνω αγωγών, οι οποίες συνεκδικάστηκαν, εκδόθηκε, ερήμην της ενάγουσας - εναγομένης, Μ.
Κ. (αναιρεσείουσας), η 40/2017 οριστική απόφαση του ανωτέρω δικαστηρίου, με την οποία η από 28-6-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε κατ' ουσίαν, ενώ η από 25-10-2010 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει δεκτή κατ' ουσίαν και υποχρεώθηκε η εναγομένη να καταβάλει στην ενάγουσα το ποσό των 161.447,59 ευρώ νομιμοτόκως.
Η αναιρεσίβλητη άσκησε κατά της ανωτέρω απόφασης (ολικά ως προς τη δική της αγωγή και κατά το μέρος που ηττήθηκε ως προς την αγωγή της αναιρεσίβλητης) την από 26-10-2017 έφεση, επί της οποίας εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, η αναιρεσιβαλλόμενη 551/2020 απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης, με την οποία η έφεση έγινε τυπικά και κατ' ουσίαν δεκτή, εξαφανίστηκε η 40/2017 εκκαλούμενη απόφαση ως προς τα εκκαλούμενα κεφάλαια, κρατήθηκε η υπόθεση και δικάστηκαν αμφότερες οι αγωγές (και δη, η από 28-6-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας στο σύνολό της, η δε από 25-10-2010 αντίθετη αγωγή της αναιρεσίβλητης κατά το μέρος που έγινε δεκτή) και, ακολούθως, η μεν από 28-6-2010 αγωγή της αναιρεσείουσας απορρίφθηκε στο σύνολό της, η δε από 28-6-2010 αγωγή της αναιρεσίβλητης έγινε εν μέρει και υποχρεώθηκε η αναιρεσείουσα να της καταβάλει, ως χρηματική ικανοποίηση λόγω ηθικής βλάβης, το ποσό των 2.500 ευρώ.
Κατά τις διατάξεις του άρθρου 9 παρ. 1 και 3 του ΠΔ 219/1991 "περί εμπορικών αντιπροσώπων", που εκδόθηκε σε συμμόρφωση προς την Οδηγία 86/653/ΕΟΚ του Συμβουλίου Ευρωπαϊκών Κοινοτήτων, οι οποίες έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση της αποκλειστικής διανομής, εφόσον συντρέχουν οι αναγκαίες προϋποθέσεις προς τούτο (ΟλΑΠ 16/2013), 1.
α) "Ο εμπορικός αντιπρόσωπος δικαιούται, μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, αποζημίωση, εάν και εφόσον κατά τη διάρκεια αυτής, έφερε νέους πελάτες, ή προήγαγε σημαντικά υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και ο εντολέας διατηρεί ουσιαστικά οφέλη που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και η καταβολή της αποζημίωσης αυτής είναι δίκαιη, λαμβανομένων υπόψη όλων των περιστάσεων και ιδιαίτερα των προμηθειών που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Στις περιστάσεις αυτές συμπεριλαμβάνεται επίσης και η εφαρμογή ρήτρας μη ανταγωνισμού με την έννοια του άρθρου 10 του παρόντος. β) Το ποσό της αποζημίωσης αυτής δεν μπορεί να υπερβαίνει ποσό ισοδύναμο με το μέσο ετήσιο όρο των αμοιβών, που εισέπραξε ο εμπορικός αντιπρόσωπος κατά τα πέντε τελευταία έτη, αν δε η σύμβαση διήρκεσε λιγότερο από πέντε έτη, η αποζημίωση υπολογίζεται με βάση το μέσο όρο της εν λόγω περιόδου.
γ) Η χορήγηση αυτής της αποζημίωσης δεν στερεί από τον εμπορικό αντιπρόσωπο την αξίωση για την ανόρθωση της περαιτέρω ζημίας την οποία υπέστη, όπως ορίζεται από τις διατάξεις του Αστικού Κώδικα..." και 3. "Η αποζημίωση ή η αποκατάσταση της ζημίας, σύμφωνα με τις παρ. 1 και 2 του παρόντος δεν οφείλεται α..., β) Όταν ο εμπορικός αντιπρόσωπος καταγγέλλει τη σύμβαση, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευομένου...".
Από το συνδυασμό των παραπάνω διατάξεων συνάγεται ότι η αποζημίωση πελατείας του εμπορικού αντιπροσώπου είναι μια ιδιόρρυθμη αξίωση αμοιβής που κινείται μεταξύ δύο ισοδύναμων πόλων, εκείνου της αμοιβής και εκείνου της επιείκειας, οι οποίοι δικαιολογούν το χαρακτηρισμό της ως ένα είδος εύλογης ή δίκαιης αποζημίωσης, που προσομοιάζει με την αποζημίωση για διαφυγόν κέρδος με στοιχεία παράλληλα και από τον αδικαιολόγητο πλουτισμό.
Η αξίωση αυτή γεννιέται όταν συντρέξουν σωρευτικά όλες οι νόμιμες προϋποθέσεις, τις οποίες πρέπει να επικαλεσθεί με τη σχετική αγωγή του και να αποδείξει ο εμπορικός αντιπρόσωπος, δηλαδή απαιτείται: α) λύση της σύμβασης, β) εισφορά νέων πελατών ή σημαντική προαγωγή των υποθέσεων με τους υπάρχοντες πελάτες από τον εμπορικό αντιπρόσωπο κατά τη διάρκεια της σύμβασης, γ) διατήρηση και μετά τη λύση της σύμβασης ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο, που προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς και δ) η καταβολή της αποζημίωσης να είναι δίκαιη, αν ληφθούν υπόψη όλες οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και ιδιαίτερα οι προμήθειες που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς.
Όπως δε προκύπτει από το συνδυασμό της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 του ΠΔ 219/1991 προς τις διατάξεις του άρθρου 8 παρ. 4 έως 8 του ίδιου ΠΔ, η αξίωση αυτή γεννιέται κατά βάση σε κάθε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας και μάλιστα ανεξάρτητα από το εάν ο συγκεκριμένος κάθε φορά λόγος λύσης ρυθμίζεται από το ΠΔ 219/1991 ή προκύπτει από το κοινό δίκαιο.
Επομένως, παρέχεται η αξίωση αποζημίωσης πελατείας και σε περίπτωση λύσης της ορισμένου χρόνου σύμβασης αντιπροσωπείας με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής. Η άποψη αυτή εναρμονίζεται και με το χαρακτήρα της αποζημίωσης πελατείας, ως ιδιόρρυθμης αξίωσης για αμοιβή, για τη γέννηση της οποίας δεν απαιτείται αντισυμβατική ή γενικότερα παράνομη συμπεριφορά από την πλευρά του αντιπροσωπευόμενου επιχειρηματία (ΑΠ 592/2008).
Στην περίπτωση, δηλαδή, λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, που επέρχεται με την παρέλευση του συμφωνηθέντος χρόνου αυτής, δεν τίθεται από το νόμο, ως προϋπόθεση του σχετικού δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου, η υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου. Αποστέρηση του δικαιώματος του εμπορικού αντιπροσώπου για την αποζημίωση πελατείας επέρχεται σε περίπτωση λύσης της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, κατόπιν καταγγελίας του ίδιου, εκτός αν η λύση αυτή οφείλεται σε υπαιτιότητα του αντιπροσωπευόμενου (ΑΠ 523/2017).
Εξάλλου, ως εισφορά νέων πελατών για τη γέννηση της αξίωσης πελατείας νοείται η προσέλκυση από τη δραστηριότητα του εμπορικού αντιπροσώπου νέων πελατών, δηλαδή πελατών που δεν υπήρχαν προηγουμένως, ως σημαντική δε προαγωγή των υποθέσεων με υπάρχοντες πελάτες νοείται η ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών μ` αυτούς.
Αντίστοιχα διατήρηση των ουσιαστικών ωφελειών για τον αντιπροσωπευόμενο από υποθέσεις με τους νέους ή παλαιούς πελάτες του εμπορικού αντιπροσώπου υπάρχει όχι μόνο όταν επιβιώνουν τυχόν διαρκείς συμβάσεις, που είχε καταρτίσει με τρίτους ο εμπορικός αντιπρόσωπος, αλλά και όταν από την εκμετάλλευση του γνωστού στον αντιπροσωπευόμενο πελατολογίου του εμπορικού αντιπροσώπου, υπάρχει, για την ίδια περιοχή, εν δυνάμει πελατεία με την προοπτική κέρδους γι` αυτόν, έστω και αν τα συμβατικά προϊόντα είναι επώνυμα και συνεπώς γνωστά στο καταναλωτικό κοινό, λόγω και των διαφημιστικών ενεργειών του ίδιου του αντιπροσωπευομένου (ΑΠ 1766/2009).
Τέλος, προκειμένου να δικαιολογείται ο χαρακτήρας της ζητούμενης αποζημίωσης ως δίκαιης, πρέπει να εξειδικεύονται στο αγωγικό δικόγραφο από τον εμπορικό αντιπρόσωπο, οι περιστάσεις κάθε συγκεκριμένης περίπτωσης και κυρίως το μέγεθος της πελατείας που παραμένει στον αντιπροσωπευόμενο μετά τη λύση της σύμβασης εμπορικής αντιπροσωπείας, η αντίστοιχη ωφέλειά του και ιδιαίτερα οι προμήθειες, που χάνει ο εμπορικός αντιπρόσωπος και οι οποίες προκύπτουν από τις υποθέσεις με τους πελάτες αυτούς (ΑΠ 28/2020, ΑΠ 709/2018, ΑΠ 1596/2017).
Περαιτέρω, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ. παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που ιδρύει τον προβλεπόμενο από τη διάταξη αυτή λόγο αναίρεσης, υπάρχει όταν ο κανόνας δικαίου είτε ερμηνεύτηκε εσφαλμένα, δηλαδή το δικαστήριο της ουσίας προσέδωσε σ' αυτόν έννοια διαφορετική από την αληθινή, είτε δεν εφαρμόσθηκε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του, είτε εφαρμόσθηκε, ενώ αυτές δεν συνέτρεχαν ή εφαρμόσθηκε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 4/2005, 7/2006, 2/2013).
Συνεπώς, κατά τις παραπάνω διακρίσεις, η παράβαση του κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που οδηγεί σε εσφαλμένο νομικό συλλογισμό και κατ' επέκταση σε εσφαλμένη εφαρμογή του δικαίου, εκδηλώνεται είτε ως ψευδής ερμηνεία του κανόνα δικαίου είτε ως εσφαλμένη υπαγωγή σ' αυτόν των περιστατικών της ατομικής περίπτωσης, που καταλήγει σε εσφαλμένο συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού της απόφασης.
Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσία την υπόθεση, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά, που ανελέγκτως δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν το δικαστήριο της ουσίας και της υπαγωγής αυτών στον νόμο και ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν προφανή την παράβαση, τούτο δε συμβαίνει όταν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή δεν εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ ΑΠ 4/2018, ΑΠ 233/2020, ΑΠ 279/2019, ΑΠ 1081/2019).
Επίσης, κατά το άρθρο 559 αριθ. 19 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναίρεσης αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα, που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, έλλειψη νόμιμης βάσης, λόγω ανεπαρκών ή αντιφατικών αιτιολογιών, υπάρχει, όταν από το αιτιολογικό της απόφασης, που συνιστά την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, δεν προκύπτουν κατά τρόπο πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις, τα πραγματικά περιστατικά, τα οποία, σύμφωνα με το νόμο, είναι αναγκαία για την κρίση στη συγκεκριμένη περίπτωση ότι συντρέχουν οι όροι της διάταξης που εφαρμόσθηκε ή ότι δεν συντρέχουν οι όροι της εφαρμογής της.
Ιδρύεται, δηλαδή, ο λόγος αυτός, όταν από τις παραδοχές της απόφασης δημιουργούνται αμφιβολίες για το αν παραβιάστηκε ή όχι ορισμένη ουσιαστική διάταξη νόμου. Αναφέρεται σε πλημμέλειες αναγόμενες στη διατύπωση του αποδεικτικού πορίσματος και δεν ιδρύεται, όταν υπάρχουν ελλείψεις αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ειδικότερα, στην ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση του πορίσματος που έχει εξαχθεί από αυτές, αρκεί τούτο να εκτίθεται πλήρως και χωρίς αντιφάσεις.
Ως ζητήματα, δε, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο, όχι όμως και τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα που συνέχονται με την αξιολόγηση και στάθμιση των αποδείξεων, για τα οποία η έλλειψη ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας δεν ιδρύει λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 2/2019, ΟλΑΠ 8/2018, ΟλΑΠ 1/1999).
Στην προκείμενη περίπτωση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο, δέχθηκε, μετ' εκτίμηση των αποδείξεων, κατά την αναιρετικώς ανέλεγκτη κρίση του, αναφορικά με τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο κρίσιμα ζητήματα, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "Η ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "……" και έδρα τις Σέρρες ...(ενάγουσα της δεύτερης αγωγής και εναγομένη της πρώτης), έχει συσταθεί με το από 12-3-1974 ιδιωτικό συμφωνητικό σύστασης ομόρρυθμης εταιρίας και μετεξελίχθηκε σε ανώνυμη εταιρία με το υπ' αριθμ. 3302/31-12-1993 καταστατικό σύστασης ανώνυμης εταιρείας της Συμβολαιογράφου Θεσσαλονίκης Μαρίας Αθανασιάδου - Τζεναβαρίδου, που δημοσιεύθηκε νόμιμα ...
Σκοπός της εταιρίας είναι μεταξύ άλλων η βιομηχανική επεξεργασία γάλακτος και των παραγώγων του, καθώς επίσης ειδών ζαχαροπλαστικής και συναφών ειδών, η παραγωγή και τυποποίηση κατεψυγμένων προϊόντων, χυμών, αναψυκτικών κλπ..., ενώ έχει στην κυριότητά της παραγωγική μονάδα στο Νομό Σερρών και υποκατάστημα στον ……Αττικής...
Διατηρεί, επίσης, εκτεταμένο δίκτυο διανομής των προϊόντων της σε όλη την Ελληνική Επικράτεια και συνεργάζεται με ελεύθερους επαγγελματίες διανομής, οι οποίοι διαθέτουν δικά τους φορτηγά και ψυκτικούς θαλάμους. Η παραπάνω προμηθεύτρια εταιρία στο πλαίσιο υλοποίησης του ανωτέρω σκοπού της, συνεργάστηκε περί τα τέλη του έτους 2007 με τη Μ.
Κ. (ενάγουσα της πρώτης αγωγής και εναγομένη της δεύτερης), η οποία και στο παρελθόν υπήρξε αποκλειστική διανομέας άλλης μεγάλης εταιρίας διάθεσης όμοιων προϊόντων (…..). Ειδικότερα, δυνάμει άτυπης προφορικής σύμβασης, που συνήφθη τέλη Δεκεμβρίου του 2007 και αφορούσε στο χρονικό διάστημα από 1-1-2008 έως 31-12-2008 και στη συνέχεια έγγραφης, όμοιου περιεχομένου σύμβασης, για το διάστημα από 1-1-2009 έως 31-12-2009, ανέθεσε στη Μ.
Κ., το έργο της διανομής στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά (Πειραιά, Νίκαια, Κερατσίνι, Δραπετσώνα, Αμφιάλη, Ρέντη, Καμίνια, Ν. Φάληρο), των παγωτών "…..", η δε τελευταία ανέλαβε τον επιχειρηματικό κίνδυνο του έργου με δικό της κέρδος και με το δικαίωμα να καθορίζει σε μεγαλύτερο ή μικρότερο βαθμό τις τιμές μεταπώλησης, ως ανεξάρτητη επιχειρηματίας με δικό της λογιστήριο, δικό της αποθηκευτικό χώρο για την εναπόθεση των εμπορευμάτων, δικά της μεταφορικά μέσα και δικούς της εργαζόμενους (οδηγούς, αποθηκάριο), με την υποχρέωση μη ανταγωνισμού.
Επίσης, είχε υποχρέωση πλήρους ενημέρωσης της προμηθεύτριας εταιρίας σχετικά με το πελατολόγιό της, υποχρέωση προώθησης και διαφήμισης που χρηματοδοτείτο από την προμηθεύτρια εταιρία, υποχρέωση ενημέρωσης σχετικά με ανταγωνιστική δραστηριότητα στην περιοχή δράσης της, καθώς και με το ύψος των τιμών των ομοειδών προϊόντων στην τοπική αγορά, αυξημένη υποχρέωση πίστης ως προς την αντισυμβαλλόμενη εταιρεία υπό την έννοια ότι δεν θα προβαίνει σε οποιαδήποτε ενέργεια που θα μπορούσε να δημιουργήσει δεσμεύσεις προς τρίτους σε βάρος των συμφερόντων της τελευταίας.
Επιπλέον υποχρεούτο να χρησιμοποιεί το εμπορικό σήμα της προμηθεύτριας εταιρίας ως διακριτικό γνώρισμα των φορτηγών της, τα οποία όφειλε να χρωματίσει με τα τυποποιημένα διακριτικά χρώματα και γνωρίσματα αυτής και υποχρεούτο επίσης να τηρεί απαρέγκλιτα τις οδηγίες και υποδείξεις της, σχετικά με την τοποθέτηση, εμφάνιση και διαφήμιση των προϊόντων της διανομής, τις συνθήκες διανομής, την εικόνα των ψυγείων και την εικόνα και λειτουργία των φορτηγών - καταψυκτών.
Μεταξύ άλλων δε, ανέλαβε και την υποχρέωση ότι για μια περίοδο τριών ετών από την λήξη της συνεργασίας τους, δεν θα αποκαλύψει σε τρίτο οποιαδήποτε τεχνική ή εμπορική πληροφορία της αντισυμβαλλομένης της, χωρίς την έγγραφη έγκριση αυτής. Εξάλλου, δεν είχε δικαίωμα να εκχωρήσει ή μεταβιβάσει χωρίς την έγκριση της τελευταίας οποιοδήποτε δικαίωμα ή υποχρέωση της σύμβασης, ενώ τέλος ως χρηματικό αντάλλαγμα συνεργάτη ορίστηκε έκπτωση 10% επί εκάστου τιμολογίου (που περιλάμβανε κάλυψη λειτουργικών εξόδων περίπου 6%), έκπτωση 1% για επίτευξη στόχου και έκπτωση 0,5% για επίτευξη στόχου παροχών.
Σημειωτέον ότι ο στόχος πωλήσεων που είχε τεθεί για το έτος 2008 ήταν 360.000 ευρώ και ο στόχος για το έτος 2009 ήταν 460.000 ευρώ, δεδομένου ότι η διανομέας είχε υπερκαλύψει τον στόχο του 2008, αφού πέτυχε πωλήσεις ύψους 389.622 ευρώ, ενώ πρέπει να σημειωθεί ότι κατά τον προηγούμενο χρόνο (2007), κατά τον οποίο η αντίστοιχη περιοχή ήταν ενταγμένη στο ίδιο δίκτυο διανομής της προμηθεύτριας εταιρίας, οι πωλήσεις της είχαν ανέλθει στο ποσό των 308.539 ευρώ, όπως προκύπτει από τα προσκομιζόμενα απ' αυτήν έγγραφα (εκκαθαριστικά χρήσεων 2008 - 2009 και καρτέλες πελατοπιστωτών των ετών 2007 έως 2009).
Με βάση τα παραπάνω προκύπτει ότι η διανομέας λειτουργούσε ως τμήμα της εμπορικής οργάνωσης της προμηθεύτριας εταιρίας, αφού μεταξύ άλλων είχε υποχρέωση να φέρει το εμπορικό σήμα και τα διακριτικά χρώματα αυτής στα φορτηγά της, να παραλείπει ανταγωνιστικές σε βάρος της εντολέως της πράξεις κατά τη διάρκεια της σύμβασης, καθώς και να ενημερώνει σχετικά με ανταγωνιστική δραστηριότητα στην περιοχή δράσης της, να τηρεί το επαγγελματικό απόρρητο για κάποιο χρονικό διάστημα και μετά τη λύση αυτής, να προωθεί διαρκώς και αποκλειστικά τα προϊόντα της εντολέως της στη συμβατική περιοχή ευθύνης της, υποκείμενη στον έλεγχό της ως προς την εξέλιξη των πωλήσεων, να διαφημίζει τα πωλούμενα εμπορεύματα, να γνωστοποιεί στην εντολέα το πελατολόγιό της και να υποβάλλεται στις υποδείξεις της σχετικά με την οργάνωση της επιχείρησης (τοποθέτηση, εμφάνιση, διαφήμιση εμπορευμάτων, συνθήκες διανομής).
Επομένως, εκ των παραπάνω συνάγεται ότι οι επίδικες διαδοχικές συμβάσεις είναι συμβάσεις αποκλειστικής και όχι απλής διανομής, ..., αφού η συνομολόγηση των άνω υποχρεώσεων την καθιστούσε αναπόσπαστο και καθοριστικό μέρος του δικτύου της επιχειρηματικής δραστηριότητας της εντολέως της, καθόσον η εμπορική της δραστηριότητα, μολονότι ασκείτο με δικό της κίνδυνο, συνεπαγόταν εντούτοις άμεσα οφέλη και για την εντολέα.
Εξάλλου, ο χώρος στον οποίο ανέπτυσσε την δραστηριότητά της η διανομέας (ευρύτερη περιοχή του Πειραιά), ορίστηκε εν τοις πράγμασι ως αποκλειστικός χώρος δράσης της... Ειδικότερα, καθ' όλη τη διετή διάρκεια της συνεργασίας των διαδίκων, η διανομέας, με ελάχιστες εξαιρέσεις, που αφορούσαν μεμονωμένες πωλήσεις σε παρακείμενες περιοχές (Σεπόλια, Βύρωνα, Ν.
Φάληρο, Μοσχάτο), ανέπτυσσε δράση στην ευρύτερη περιοχή του Πειραιά, στην οποία ουδέποτε δραστηριοποιήθηκαν έτεροι διανομείς. Οι μεμονωμένες δε πωλήσεις σε κοντινές, του τόπου δράσης της, περιοχές, δικαιολογούνται πλήρως από το γεγονός ότι δεν απαγορεύονταν οι παθητικές πωλήσεις στις γύρω περιοχές, με τη σύμβαση, απορριπτομένου του περί του αντιθέτου ισχυρισμού της διανομέως, γεγονός επιβεβλημένο από τις σχετικές διατάξεις του νόμου για τον υγιή ανταγωνισμό των επιχειρήσεων.
Εξάλλου, η σχετική διάταξη της υπογραφείσης σύμβασης των διαδίκων που ανέφερε ότι η διανομέας δεν υποχρεούται με οποιονδήποτε τρόπο να δραστηριοποιείται αποκλειστικά στην ορισθείσα περιοχή και ότι στην ίδια περιοχή έχουν δικαίωμα δραστηριοποίησης και άλλοι συνεργάτες της εντολέως, όπως και η ίδια, σε περίπτωση που δεν τηρούνται οι υποχρεώσεις της διανομέως (κυρίως σε περίπτωση ελλιπούς εφοδιασμού των σημείων πώλησης που εξυπηρετεί), δεν άγει σε διαφορετική κρίση το Δικαστήριο, αφού, η δράση τρίτων στην ίδια περιοχή ήταν επιτρεπτή μόνο υπό την προϋπόθεση πλημμελούς εκπλήρωσης των υποχρεώσεων της διανομέως, η δε δυνατότητα αυτής να προβεί σε διανομή των προϊόντων και σε έτερες περιοχές, δεν είχε κατά τη διετή συνεργασία των διαδίκων ουσιαστικό αντίκρισμα στην πράξη.
Μετά ταύτα, εφόσον πρόκειται για συμβάσεις αποκλειστικής διανομής ορισμένου χρόνου, χωρεί αναλογική εφαρμογή των διατάξεων του π.δ. 219/1991, αφού η διαμεσολαβητική λειτουργία της διανομέως προσομοιάζει μ' αυτήν του εμπορικού αντιπροσώπου σε τέτοιο βαθμό, ώστε να ταυτίζεται κατά τα ουσιώδη στοιχεία της.
Ωστόσο, δεν αποδεικνύεται ο ισχυρισμός της διανομέως περί του ότι η εντολέας της ήταν αυτή που καθόριζε τις τιμές μεταπώλησης των προϊόντων, προκαθορίζοντας το κέρδος της, ενώ πρέπει να σημειωθεί, ότι είναι επιτρεπτός ο ενδεχόμενος καθορισμός εκ μέρους της εντολέως της ανώτατης τιμής μεταπώλησης... Περαιτέρω, αποδεικνύεται από τη συνεκτίμηση του συνόλου των καταθέσεων των μαρτύρων, σε συνδυασμό με τις αντίστοιχες καρτέλες που προσκομίζει η εταιρεία, ότι η διανομέας, με άτυπη προφορική σύμβαση διανομής τον Οκτώβριο του 2008, είχε αναλάβει, κατόπιν παράκλησής της, επιπλέον της προαναφερόμενης διανομής παγωτών και τη διανομή γιαουρτιών της προμηθεύτριας εταιρείας, σε μικρά σημεία πώλησης της ίδιας περιοχής, στην οποία προέβη, κατά το χρονικό διάστημα από τον Οκτώβριο του 2008 έως τον Αύγουστο του 2009, με συμφωνημένη προμήθεια 20% επί της προ ΦΠΑ αξίας των τιμολογίων πώλησης της εταιρίας.
Κατά το διάστημα αυτό πραγματοποίησε πωλήσεις συνολικού ύψους 12.767,58 ευρώ, στις οποίες η συνομολογηθείσα προμήθεια ανέρχεται στο ύψος των 2.889,56 ευρώ. Στη συνέχεια, ζήτησε από την εταιρία ν' αναλάβει την διανομή των γιαουρτιών στα μεγάλα σούπερ μάρκετς, στα οποία η προμηθεύτρια εταιρία μέχρι τότε διένειμε τα εν λόγω προϊόντα της μέσω δικών της υπαλλήλων και δεν είχε χρεία συνεργασίας με αποκλειστικό διανομέα, δοθέντος ότι υπήρχε διαμορφωμένη σταθερή πελατεία, όπως προκύπτει από τις σχετικώς προσκομιζόμενες εκ μέρους της καρτέλες που αφορούν στο ήδη υπάρχον πελατολόγιό της.
Για τον λόγο αυτό δέχθηκε την πρόταση της αντιδίκου της, συμφωνώντας σε ποσοστό προμήθειας της τελευταίας 10% επί της προ ΦΠΑ τιμής χονδρικής πώλησης των γαλακτοκομικών προϊόντων, όπως προκύπτει πέραν πάσης αμφιβολίας από το από 14-10-2009 υπηρεσιακό σημείωμα του τότε Επιθεωρητή πωλήσεων αυτής, Ν. Α., που είναι το άτομο που συνήψε για λογαριασμό της εταιρίας την προφορική συμφωνία με τη διανομέα.
Ο ισχυρισμός μετά ταύτα της διανομέως ότι η συμφωνηθείσα προμήθειά της ανήλθε σε ποσοστό 20% ελέγχεται ως αβάσιμος κατ' ουσίαν. Για το χρονικό διάστημα των τριών περίπου μηνών, που λειτούργησε η εν λόγω σύμβαση, ήτοι από τα τέλη Σεπτεμβρίου 2009 έως 19-12-2009 η διανομέας προέβη σε πωλήσεις γιαουρτιών στα μεγάλα σούπερ μάρκετς ύψους 99.080 ευρώ και ως εκ τούτου είχε δικαίωμα σε προμήθεια ύψους 9. 907,95 ευρώ...
Ειδικότερα, με βάση ρητό όρο της από 2-2-2009 σύμβασης των διαδίκων - σημειωτέον ότι αμφότεροι δέχονται, πως η άτυπη σύμβαση που αφορούσε το χρονικό διάστημα του έτους 2008, ήταν κατά περιεχόμενο όμοια με την μεταγενέστερη έγγραφη - ορίστηκε ότι "το τυχόν χρεωστικό υπόλοιπο της 2ης συμβαλλόμενης (διανομέως) προς την 1η συμβαλλόμενη (εντολέα) θα μπορεί να αποδειχθεί και με τα αποσπάσματα ή αντίγραφα από τα εμπορικά βιβλία της 1ης συμβαλλομένης, με την κίνηση του λογαριασμού της 2ης συμβαλλομένης, τα οποία αποσπάσματα η 2η συμβαλλομένη, αναγνωρίζει ότι θα αποτελούν πλήρη απόδειξη των απαιτήσεων της 1ης συμβαλλομένης.
Η 2η συμβαλλομένη δικαιούται ν' αμφισβητήσει εγγράφως το ύψος του χρέους εντός δέκα (10) ημερών από την επίδοση σ' αυτήν αποσπάσματος ή αντιγράφου των βιβλίων της 1ης συμβαλλομένης. Μετά την πάροδο της 10ήμερης αυτής προθεσμίας ή και σε κάθε περίπτωση υπογραφής από τη 2η συμβαλλομένη του σχετικού αποσπάσματος ή αντιγράφου, τεκμαίρεται αμάχητα ότι η 2η συμβαλλομένη αναγνωρίζει και αποδέχεται ανεπιφύλακτα τη συνολική οφειλή της".
Στην προκειμένη περίπτωση, ... , περί τα τέλη των ετών 2008 και 2009, έλαβαν χώρα οι εκκαθαρίσεις του μεταξύ των διαδίκων λογαριασμού εκάστου έτους, αμφότερες δε τις συνυπέγραψε η διανομέας, αναγνωρίζοντας με τον τρόπο αυτό, σύμφωνα με τον προαναφερόμενο όρο, το τελικό αποτέλεσμα. Όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες έγγραφες εκκαθαρίσεις εκ μέρους της εταιρίας (εκκαθαριστικά χρήσεων 2008 και 2009), αυτές φέρουν σφραγίδα και υπογραφή της διανομέως, καθώς, επίσης, υπογραφή των εκπροσώπων της εντολέως.
Από την εκκαθάριση του έτους 2008 προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της διανομέως ύψους 31.922,78 ευρώ, η δε τελευταία συμφώνησε για μέρος του ποσού να χορηγήσει δύο μεταχρονολογημένες επιταγές στην αντισυμβαλλόμενή της, ύψους 23.799,78 ευρώ και 3.000 ευρώ, αντίστοιχα (με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 20-12-2008 και 28-2-2009, αντίστοιχα), το δε υπόλοιπο (ύψους 5.123 ευρώ) συμφωνήθηκε να μείνει ανοικτό για το 2009.
Από την εκκαθάριση του έτους 2009, που έλαβε χώρα την 4-11-2009, προέκυπτε χρεωστικό υπόλοιπο σε βάρος της ίδιας, ύψους 48.821,40 ευρώ. Συμφωνήθηκε δε, να αποπληρώσει το σύνολο του ποσού με δύο μεταχρονολογημένες ισόποσες επιταγές (24.410,70 ευρώ εκάστη), με φερόμενες ημερομηνίες έκδοσης 4-12-2009 και 20-12-2009, αντίστοιχα, τις οποίες και εξέδωσε (βλ.
προσκομιζόμενα αντίγραφα επιταγών εκ μέρους της εταιρίας και δη την με αριθμό ... επιταγή της PROBANK και την υπ' αριθμ. ... επιταγή της Eurobank EFG). Επομένως, προκύπτει πέραν πάσης αμφισβήτησης, ότι η άνω διάδικος, αναγνώρισε το αποτέλεσμα της εκκαθάρισης εκάστου έτους, στις οποίες, όπως βεβαιώνουν πειστικά οι μάρτυρες της εταιρίας, συνυπολογίστηκαν όλες οι εκατέρωθεν οφειλές από κάθε αιτία, χωρίς να διατυπώσει οποιαδήποτε επιφύλαξη...
Περαιτέρω, ενόψει του είδους της σύμβασης που συνήψαν οι διάδικοι, η οποία ήταν αποκλειστικής και όχι απλής διανομής, εφαρμόζονται αναλογικά εν προκειμένω οι διατάξεις επί εμπορικών αντιπροσώπων (αρθ. 9 παρ. 1 του π.δ/τος 219/1991), υπό τη συνδρομή των προβλεπομένων προϋποθέσεων (υπό στοιχείο
ΙΙ στη μείζονα σκέψη). Με βάση αυτές η αποκλειστική διανομέας αποκτά ιδιόρρυθμη αξίωση εύλογης αμοιβής, η οποία γεννιέται εφόσον, α) κατά τη διάρκεια της σύμβασης έχει εισφέρει νέους πελάτες ή προήγαγε σημαντικά τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, β) οι ουσιαστικές ωφέλειες διατηρούνται και μετά τη λύση της σύμβασης για τον αντισυμβαλλόμενο και γ) η καταβολή της αποζημίωσης παρίσταται δίκαιη με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις κάθε περίπτωσης.
Στην προκειμένη περίπτωση η αποκλειστική διανομέας αναμφισβήτητα εισέφερε νέους πελάτες κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους λειτουργίας της σύμβασης, ενώ επιπλέον προήγαγε και τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, όπως καταδεικνύεται από το γεγονός ότι, ενώ κατά το προηγούμενο της συνεργασίας τους έτος (2007), στην περιοχή δράσης της πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις ύψους 308.539 ευρώ στα προϊόντα της εντολέως, το έτος 2008, οι πωλήσεις στην ίδια περιοχή είχαν υπερβεί τον τεθέντα στόχο των 360.000 ευρώ και ανήλθαν στο ύψος των 389.622 ευρώ.
Το δεύτερο, ωστόσο, έτος συνεργασίας τους, υπήρξε κάθετη πτώση των πωλήσεων, αφού, παρότι ο τεθείς στόχος ήταν αυτών των 460.000 ευρώ, πραγματοποιήθηκαν πωλήσεις ύψους μόλις 331.668 ευρώ (βλ. σχετικά τις προσκομιζόμενες καρτέλες λογιστηρίου της εντολέως, σε συνδυασμό με τις ένορκες καταθέσεις των μαρτύρων αυτής και ιδίως την από 23-11-2015 αναλυτική ένορκη κατάθεση του μάρτυρά της, ...).
Υπό τις συνθήκες αυτές, διαφαίνεται η αδυναμία της αποκλειστικής διανομέως να διατηρήσει τους εισφερθέντες πελάτες, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στον έντονο ανταγωνισμό της - μεγαλύτερης εμβέλειας - εταιρίας "……..", η οποία φαίνεται ότι άσκησε επιθετική πολιτική, τόσο στον τομέα της διαφήμισης των παγωτών "…….", όσο και σ' αυτό των παροχών προς τους πελάτες.
Κατά συνέπεια, δεν μπορεί υπό τις άνω συνθήκες να γίνει λόγος για "ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των συναλλαγών με τους παλαιούς πελάτες" και πολύ περισσότερο για διατήρηση των αρχικώς εισφερθέντων πελατών, καθώς και των ουσιαστικών ωφελειών για την εντολέα με τους εναπομείναντες πελάτες, μετά τη λύση της σύμβασης, η οποία επήλθε στην προκειμένη περίπτωση άμεσα, με την πάροδο του συμβατικού της χρόνου (31-12-2009).
Ομοίως στον τομέα των γαλακτοκομικών, η ολιγόμηνη (3 μήνες) συνεργασία των διαδίκων στο πλαίσιο της διανομής τους στα σούπερ μάρκετ, δεν απέφερε οποιαδήποτε σημαντική αύξηση στις πωλήσεις, καθόσον τα ίδια, υπήρξαν και κατά το προγενέστερο χρονικό διάστημα, πελάτες της εταιρίας. Για τα δε μικρά σημεία πώλησης γιαουρτιών δεν μπορεί να γίνει λόγος, αφού δεν αποτελούσε σε κάθε περίπτωση - τόσο προ της συνεργασίας των διαδίκων, όσο και μετά την παύση τροφοδότησής τους τον Αύγουστο του 2009 - τομέα δράσης που ενδιέφερε την εντολέα, γι' αυτό και σταμάτησε το εγχείρημα, διαρκούσης της συνεργασίας τους.
Ανεξαρτήτως όμως αυτών, η καταβολή της αποζημίωσης στην προκειμένη περίπτωση δεν παρίσταται δίκαιη με βάση τις συγκεκριμένες περιστάσεις λύσης της σύμβασης. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε επρόκειτο για σύμβαση ορισμένου χρόνου, η οποία λύθηκε άνευ καταγγελίας οποιουδήποτε μέρους, με την επέλευση του χρόνου λήξης της.
Ωστόσο, παρά τα προβλήματα των διαδίκων που εμφανίστηκαν στο δεύτερο έτος της συνεργασίας τους, η εταιρία προσδοκούσε την συνέχιση αυτής, αφού η αντισυμβαλλόμενή της δεν της είχε δώσει αντίθετα δείγματα, περί της πρόθεσής της να την παύσει και να συνάψει σύμβαση με ανταγωνιστική εταιρία, σε εν μέρει όμορη και εν μέρει ίδια περιοχή.
Είναι δε αληθές, ότι δεν τέθηκε ρήτρα σχετικής απαγόρευσης στις επίδικες συμβάσεις και ως εκ τούτου διατηρούσε το αντίστοιχο δικαίωμα, με την υποχρέωση να μην αποκαλύψει για διάστημα τριών ετών από τη λήξη της συνεργασίας τους, τεχνικές και εμπορικές πληροφορίες της εντολέως. Ωστόσο, το γεγονός ότι κρυφίως διαπραγματευόταν με την ανταγωνιστική εταιρία τους όρους της συνεργασίας τους, με την οποία μάλιστα συνυπέγραψε σύμβαση προ της λήξης της σύμβασής της με την αντίδικό της (βλ.
προσκομιζόμενη από την ίδια, από 11-12-2009 τριετή σύμβαση αποκλειστικής διανομής με την εταιρεία "……….", με έναρξη ισχύος από 1-1-2010, που αφορούσε στη διανομή προϊόντων στις περιοχές Νίκαια, Κερατσίνι, Αμφιάλη, Κορυδαλλό, Πέραμα), χωρίς η τελευταία να έχει λάβει γνώση, άγει στο συμπέρασμα, ότι τύποις ανέμενε την πάροδο του χρόνου λήξης της σύμβασης, την οποία άλλως θα είχε καταγγείλει η ίδια.
Υπό τις άνω περιστάσεις, η καταβολή της αποζημίωσης, ακόμη και εάν συνέτρεχαν οι άλλες προϋποθέσεις, δεν μπορεί να κριθεί ως εύλογη και δίκαιη. Συνακόλουθα, τα οικεία κονδύλια ... της πρώτης αγωγής, ελέγχονται ως ουσιαστικά αβάσιμα". Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 1 α του π.δ. 219/1991, την οποία ορθώς ερμήνευσε και εφάρμοσε διότι, υπό τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα: (α) ότι κατά τη διάρκεια των ένδικων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής από τη δραστηριότητα της αναιρεσείουσας διανομέα, τόσο στον τομέα της διανομής παγωτών, όσο και στον τομέα διανομής γιαουρτιών, δεν επήλθε ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης με τους παλαιούς πελάτες, ούτε διατήρηση των εισφερθέντων, κατά το πρώτο έτος συνεργασίας των διαδίκων, πελατών και (β) ότι μετά τη λύση της σύμβασης δεν διατηρήθηκαν από την αναιρεσίβλητη οι ουσιαστικές ωφέλειες με τους νέους πελάτες που αποκτήθηκαν κατά το πρώτο έτος συνεργασίας των διαδίκων, αφού αυτοί απωλέστηκαν κατά το δεύτερο έτος συνεργασίας τους, ειδικά δε όσον αφορά τον τομέα των γιαουρτιών η διανομή τους από την αναιρεσείουσα σταμάτησε κατά τη διάρκεια της συνεργασίας τους, δεν συνέτρεχαν οι δύο από τις τρεις, σωρευτικά απαιτούμενες, προϋποθέσεις για τη θεμελίωση της αξίωσης της αναιρεσείουσας για αποζημίωση πελατείας από τη λύση της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής (παγωτών και γιαουρτιών) μεταξύ αυτής και της αναιρεσίβλητης και, συνεπώς, ορθά απορρίφθηκε ως ουσιαστικά αβάσιμη η σχετική αξίωση της αναιρεσείουσας.
Συνεπώς, οι πρώτος (υπό στοιχείο Α. 1α.) και τέταρτος (υπό στοιχείο α) αναιρετικοί λόγοι, από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση της πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης της παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 α του π.δ. 219/1991, είναι αβάσιμοι.
Περαιτέρω, με το υπό στοιχείο α σκέλος του πέμπτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο δεχόμενο ότι, με βάση τις συγκεκριμένες συνθήκες λύσης της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, η καταβολή της αποζημίωσης πελατείας δεν παρίσταται δίκαιη, προέβη σε ψευδή ερμηνεία της προαναφερόμενης ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 α π.δ. 219/1991.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, με τον οποίο πλήττεται η επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης περί του ότι ο χαρακτήρας της αποζημίωσης δεν είναι δίκαιος, ενόψει των εκτιθέμενων περιστάσεων λύσης της επίδικης σύμβασης αποκλειστικής διανομής, είναι απορριπτέος ως αλυσιτελής. Και τούτο διότι, άλλη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι αβάσιμη λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων της ασυνήθιστης αύξησης του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης με τους παλαιούς πελάτες κατά τη διάρκεια των συμβάσεων και της μη διατήρησης των ουσιαστικών ωφελειών γι' αυτήν (αναιρεσίβλητη) με τους νέους πελάτες μετά τη λύση τους (των συμβάσεων), δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση, μετά την απόρριψη ως αβάσιμων των στρεφομένων κατ' αυτής (της επάλληλης αιτιολογίας) ανωτέρω πρώτου (υπό στοιχείο Α. 1α) και τέταρτου (υπό στοιχείο α) λόγων αναίρεσης και ως εκ τούτου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Εξάλλου, το Εφετείο, με αυτά που δέχθηκε, δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτή πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ουσιώδη ζητήματα ότι δεν υπήρξε ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των συναλλαγών της αναιρεσίβλητης κατά τη διάρκεια των επίδικων συμβάσεων αποκλειστικής διανομής και ότι δεν διατηρήθηκαν ουσιαστικές ωφέλειες γι' αυτήν και μετά τη λύση αυτών (συμβάσεων), που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθότητα της εφαρμογής της ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 α π.δ 219/1991.
Ειδικότερα, η προσβαλλόμενη απόφαση διαλαμβάνει ότι ενώ κατά τη διάρκεια του πρώτου έτους συνεργασίας των διαδίκων η αναιρεσείουσα εισέφερε νέους πελάτες και προήγαγε τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες, κατά το δεύτερο έτος της συνεργασίας τους δεν μπόρεσε να διατηρήσει ούτε τους παλαιούς πελάτες, ούτε τους εισφερθέντες πελάτες, αφού υπήρξε κάθετη πτώση των πωλήσεων των επίδικων προϊόντων και ως εκ τούτου δεν μπορεί να γίνει λόγος για ασυνήθιστη αύξηση του κύκλου των συναλλαγών της αναιρεσίβλητης με τους παλαιούς πελάτες, ούτε και διατήρηση των εισφερθέντων νέων πελατών, καθώς και ουσιαστικών ωφελειών για την αναιρεσίβλητη με τους εναπομείναντες πελάτες μετά τη λύση των συμβάσεων.
Δεν ήταν δε αναγκαία, για την πληρότητα της αναιρεσιβαλλόμενης απόφασης (αναφορικά με τα ως άνω ουσιώδη ζητήματα) η παράθεση και άλλων, πλην των όσων διέλαβε αιτιολογιών και ειδικότερα το εάν οι εναπομείναντες πελάτες κατά τη λύση της σύμβασης ήταν οι παλαιοί πελάτες, τον αριθμό των παλαιών πελατών, των νέων πελατών που εισέφερε η αναιρεσείουσα κατά το πρώτο έτος συνεργασίας και εκείνων που παρέμειναν κατά τη λήξη της σύμβασης, καθώς και τον ακριβή τζίρο πωλήσεων κατά την έναρξη της σύμβασης συνεργασίας και το τζίρο πωλήσεων κατά τη λήξη της.
Εξάλλου, η χρήση από την προσβαλλόμενη απόφαση των φράσεων "υπό τις συνθήκες αυτές διαφαίνεται η αδυναμία της να διατηρήσει τους εισφερθέντες πελάτες...", "φαίνεται ότι άσκησε επιθετική πολιτική...", "δεν μπορεί υπό τις άνω συνθήκες να γίνει λόγος για ασυνήθιστη αύξηση...", δεν καθιστά ασαφές το αποδεικτικό πόρισμα, το οποίο, όπως προεκτέθηκε, διατυπώνεται με σαφήνεια, αλλά αφορά την ανάλυση, στάθμιση και αιτιολόγηση αυτού, που, όμως, δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΟλΑΠ 1/1999, ΟλΑΠ 24/1992).
Επίσης, δεν υφίσταται καμία αντίφαση μεταξύ της παραδοχής της προσβαλλομένης ότι κατά το πρώτο έτος συνεργασίας των διαδίκων η αναιρεσείουσα εισέφερε νέους πελάτες και προήγαγε τις υποθέσεις με τους υπάρχοντες πελάτες και της παραδοχής ότι κατά το δεύτερο έτος υπήρξε κάθετη πτώση των πωλήσεων και ότι υπό τις συνθήκες αυτές διαφαίνεται η αδυναμία της αναιρεσείουσας να διατηρήσει τους εισφερθέντες πελάτες, καθώς και μεταξύ της παραδοχής της ότι ο τομέας της διανομής των γιαουρτιών δεν ενδιέφερε την αναιρεσίβλητη και της παραδοχής ότι τον Οκτώβριο του έτους 2008 με προφορική σύμβαση της ανέθεσε τη διανομή γιαουρτιών σε μικρά σημεία πώλησης της ίδιας περιοχής, καθόσον, όπως, επίσης, δέχθηκε η προσβαλλομένη η ανάθεση της διανομής των γιαουρτιών τόσο στα σούπερ μάρκετ, όσο και στα μικρά σημεία πώλησης, έγινε κατόπιν αίτησης της αναιρεσείουσας.
Ακόμη, η αιτιολογία της προσβαλλομένης ότι υπό τις συνθήκες αυτές διαφαίνεται η αδυναμία της αναιρεσείουσας να διατηρήσει τους εισφερθέντες πελάτες, γεγονός που οφείλεται σε μεγάλο ποσοστό στον ανταγωνισμό της ……. δεν είναι αντιφατική προς την αιτιολογία της ότι η φυγή των πελατών αποδίδεται ευλόγως στον υγιή ανταγωνισμό των εταιρειών και δεν προκύπτει ότι οφείλεται σε οποιαδήποτε παράνομη και αντισυμβατική ενέργεια της αναιρεσείουσας, καθόσον η δεύτερη αιτιολογία αφορά άλλο κεφάλαιο της απόφασης και συγκεκριμένα την αξίωση αποζημίωσης λόγω ηθικής βλάβης της αντίθετης αγωγής της αναιρεσίβλητης και συνεπώς, στηρίζει άλλη διάταξη του διατακτικού της προσβαλλομένης (ΑΠ 130/2020, ΑΠ 1413/2015).
Συνεπώς, οι δεύτερος (υπό στοιχεία α, β, γ και δ) και τέταρτος (υπό στοιχεία αα, ββ, γγ και δδ) λόγοι αναίρεσης, από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, με τους οποίους η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλόμενη απόφαση ότι παραβίασε εκ πλαγίου την προαναφερόμενη ουσιαστικού δικαίου διάταξη με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες, κατά τα προεκτεθέντα, είναι αβάσιμος.
Περαιτέρω, με τα υπό στοιχεία αα, ββ, γγ και δδ σκέλη του πέμπτου λόγου αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της προαναφερόμενης διάταξης του άρθρου 9 παρ. 1 α π.δ 219/1991 με ασαφείς, ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες ως προς την επάλληλη αιτιολογία της απόφασης ότι ο χαρακτήρας της αποζημίωσης δεν είναι δίκαιος.
Ο παραπάνω αναιρετικός λόγος, είναι αλυσιτελής, αφού η άλλη επάλληλη αιτιολογία της προσβαλλόμενης απόφασης, περί του ότι η ένδικη αξίωση αποζημίωσης πελατείας είναι αβάσιμη λόγω της μη συνδρομής των προϋποθέσεων της ασυνήθιστης αύξησης του κύκλου των εμπορικών συναλλαγών της αναιρεσίβλητης με τους παλαιούς πελάτες κατά τη διάρκεια των συμβάσεων και της μη διατήρησης των ουσιαστικών ωφελειών γι' αυτήν (αναιρεσίβλητη) με τους νέους πελάτες μετά τη λύση τους (των συμβάσεων), δεν πλήττεται επιτυχώς με την αναίρεση, μετά την απόρριψη ως αβάσιμων των στρεφομένων κατ' αυτής (της επάλληλης αιτιολογίας) ανωτέρω δεύτερου (υπό στοιχεία α, β, γ και δ) και τέταρτου (υπό στοιχεία αα, ββ, γγ και δδ) λόγων αναίρεσης και ως εκ τούτου στηρίζει αυτοτελώς το διατακτικό της απόφασης.
Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 8 ΚΠολΔ λόγος αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο, παρά το νόμο, έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Κατά την έννοια της διάταξης αυτής, "πράγματα" είναι οι πραγματικοί ισχυρισμοί, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, παρακώλυση ή κατάλυση ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος, το οποίο ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό μέσο και με την έννοια αυτή "πράγμα" αποτελεί η ιστορική βάση της αγωγής και τα θεμελιωτικά αυτής πραγματικά περιστατικά (ΑΠ 600/2018, ΑΠ 879/2013, ΑΠ 1008/2007) και η ανταγωγή, είτε ως αμυντικό μέσο (ένσταση, αντένσταση), αλλά όχι και οι ισχυρισμοί που αποτελούν άρνηση της αγωγής ή επιχειρήματα νομικά ή πραγματικά, τα οποία αντλούνται από την εκτίμηση των αποδείξεων ή τα συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου που αντλούνται από το νόμο ή από την εκτίμηση των αποδείξεων, καθώς και οι ισχυρισμοί, που συνιστούν επιχειρήματα για την υποστήριξη των απόψεων των διαδίκων, ούτε επίσης τα προς απόδειξη των ισχυρισμών αποδεικτικά μέσα (ΑΠ 205/2021, ΑΠ 681/2021, ΑΠ 748/2021, ΑΠ 1042/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση, η αναιρεσείουσα με τον τρίτο λόγο της αίτησης αναίρεσης, αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 559 αρ. 8 περ. α ΚΠολΔ, με την αιτίαση ότι το Εφετείο, σε σχέση με το τζίρο που παρέμεινε κατά τη λήξη της σύμβασης έλαβε υπόψη ισχυρισμό θεμελιωτικό του κονδυλίου της αποζημίωσης πελατείας που δεν προτάθηκε από κανένα διάδικο και ειδικότερα, δέχθηκε ότι αποδείχθηκε ότι ο τζίρος πωλήσεων παγωτού της ενάγουσας το 2009 ανερχόταν σε 331.668 ευρώ, ενώ τέτοιος ισχυρισμός δεν προτάθηκε ούτε από την ενάγουσα, η οποία στην αγωγή της αναφέρει ότι ήταν 393.220 ευρώ, ούτε από την αναιρεσίβλητη, η οποία στις ενώπιον του Εφετείου προτάσεις της αναφέρει ότι ήταν 335.318 ευρώ.
Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι τα ανωτέρω επικαλούμενα προς θεμελίωσή του δεν αποτελούν "πράγμα" κατά την έννοια της διάταξης του άρθρου 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αλλά συμπέρασμα, στο οποίο το Εφετείο κατέληξε από την εκτίμηση των αποδείξεων. Κατά το άρθρο 281 ΑΚ, η άσκηση του δικαιώματος απαγορεύεται αν υπερβαίνει προφανώς τα όρια που επιβάλλουν η καλή πίστη ή τα χρηστά ήθη ή ο κοινωνικός ή οικονομικός σκοπός του δικαιώματος.
Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής το δικαίωμα θεωρείται ότι ασκείται καταχρηστικώς, όταν η συμπεριφορά του δικαιούχου που προηγήθηκε ή η πραγματική κατάσταση που διαμορφώθηκε κατά το χρονικό διάστημα που μεσολάβησε, χωρίς κατά νόμο να εμποδίσουν τη γένεση ή να επάγονται την απόσβεση του δικαιώματος, καθιστούν μη ανεκτή τη μεταγενέστερη άσκησή του, κατά τις περί δικαίου και ηθικής αντιλήψεις του μέσου κοινωνικού ανθρώπου, αφού τείνει στην ανατροπή καταστάσεως που δημιουργήθηκε υπό ορισμένες ειδικές συνθήκες και διατηρήθηκε για πολύ χρόνο, με επακόλουθο να συνεπάγεται επαχθείς συνέπειες για τον υπόχρεο.
Απαιτείται δηλαδή, για να χαρακτηρισθεί καταχρηστική η άσκηση του δικαιώματος, να έχει δημιουργηθεί στον υπόχρεο, από τη συμπεριφορά του δικαιούχου, σε συνάρτηση και με εκείνη του υπόχρεου και μάλιστα ευλόγως, η πεποίθηση ότι ο δικαιούχος δεν πρόκειται να ασκήσει το δικαίωμά του. Απαιτείται, ακόμη, οι πράξεις του υπόχρεου και η υπ' αυτού δημιουργηθείσα κατάσταση, επαγόμενη ιδιαιτέρως επαχθείς για τον υπόχρεο επιπτώσεις, να τελούν σε αιτιώδη σύνδεσμο με την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου.
Μόνη η μακροχρόνια αδράνεια του δικαιούχου και όταν ακόμη δημιούργησε την εύλογη πεποίθηση στον υπόχρεο ότι δεν υπάρχει το δικαίωμα ή ότι δεν πρόκειται αυτό να ασκηθεί, δεν αρκεί για να καταστήσει καταχρηστική τη μεταγενέστερη άσκηση αυτού, αλλά απαιτείται να συντρέχουν, προσθέτως, ειδικές συνθήκες και περιστάσεις, προερχόμενες, κυρίως, από την προηγηθείσα συμπεριφορά του δικαιούχου και του υπόχρεου, ενόψει των οποίων και της αδράνειας του δικαιούχου, η επακολουθούσα άσκηση του δικαιώματος, που τείνει στην ανατροπή της καταστάσεως που έχει διαμορφωθεί υπό τις ανωτέρω ειδικές συνθήκες και έχει διατηρηθεί για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα, να εξέρχεται των υπό της ανωτέρω διατάξεως διαγραφομένων ορίων.
Η ειρημένη δε αδράνεια του δικαιούχου, που δεν είναι απαραίτητο να προκαλεί αφόρητες ή δυσβάστακτες για τον υπόχρεο συνέπειες, καθώς αρκεί και η επέλευση δυσμενών απλώς για τα συμφέροντά του επιπτώσεων, πρέπει να υφίσταται επί μακρό χρονικό διάστημα, πλην ελάσσονα του διά την παραγραφή του δικαιώματος υπό του νόμου προβλεπομένου, από τότε που ο δικαιούχος μπορούσε να ασκήσει το δικαίωμά του (ΟλΑΠ 7/2002, 8/2001, ΑΠ 151/2016).
Εξάλλου, μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη, έστω και μεγάλη, στον οφειλέτη δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος, κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν το γεγονός αυτό μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, ως λ.χ. όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη, όμως, συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν ο δανειστής, όπως έχει δικαίωμα από τη σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή του, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας του, τον τρόπο της οποίας αυτός αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση, και μάλιστα προφανής, των αρχών της καλής πίστεως, των χρηστών ηθών και του οικονομικού ή κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος (ΑΠ 311/2020, ΑΠ 333/2019).
Στην προκειμένη υπόθεση, από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, προκύπτει ότι το Εφετείο, αναφορικά με το αίτημα της ένδικης αγωγής της αναιρεσείουσας περί χρηματικής ικανοποίησης λόγω ηθικής βλάβης λόγω της επικαλούμενης, από υπαιτιότητα της αναιρεσίβλητης, διακοπής, με καταγγελία, της συνεργασίας της με την εταιρεία ……., δέχθηκε, ανελέγκτως, τα ακόλουθα πραγματικά περιστατικά: "...Εξάλλου, αναφορικά με τη διακοπή της συνεργασίας της διανομέως με την εταιρία, για την οποία ισχυρίζεται ότι επήλθε εξ υπαιτιότητας της αντιδίκου της, αποδείχθηκαν τ' ακόλουθα:
Η συνεργασία με την εν λόγω εταιρία συμφωνήθηκε δυνάμει της προαναφερόμενης σύμβασης για τρία έτη, ήτοι από 1-1-2010 έως 31-12-2012. Ωστόσο και στα πλαίσια της συνεργασίας αυτής, η εξέλιξη των σχέσεων της διανομέως με τη νέα εντολέα της, απέβη αρνητική. Η διανομέας ισχυρίζεται ότι η νυν αντίδικός της είναι υπεύθυνη για την διάρρηξη της νέας συνεργασίας της, εκθέτοντας ότι, όλως καταχρηστικώς και υποκινούμενη από αισθήματα εκδικητικότητας, προέβη στην αναγκαστική κατάσχεση του επαγγελματικού της οχήματος, ήτοι του φορτηγού, με το οποίο πραγματοποιούσε τις διανομές και δη κατά την διάρκεια που έμφορτο πραγματοποιούσε δρομολόγιο στην περιοχή του Περάματος, την 12-5-2010.
Ότι εν συνεχεία οδήγησε το φορτηγό στις εγκαταστάσεις της, από όπου η ίδια κατάφερε να παραλάβει το φορτίο την επομένη ημέρα αλλοιωμένο, εξαιτίας δε της αφαίρεσης του άνω επαγγελματικού της μέσου, διακόπηκε άμεσα η συνεργασία της με την νέα εντολέα, η οποία διαμοίρασε αμέσως την περιοχή σε άλλους διανομείς.
Ο ισχυρισμός αυτός της ενάγουσας αποδεικνύεται αβάσιμος στην ουσία του. Ειδικότερα, όπως προαναφέρθηκε, η εταιρία έλαβε τις ανωτέρω επιταγές από τη διανομέα, τις οποίες εμφάνισε εμπροθέσμως και νομίμως στην πληρώτρια τράπεζα και οι οποίες εν συνεχεία σφραγίστηκαν λόγω μη υπάρξεως διαθεσίμων στο λογαριασμό της εκδότριας.
Κατόπιν τούτου αιτήθηκε, όπως είχε δικαίωμα και πέτυχε την δυνάμει αυτών, έκδοση της υπ' αριθμ. 6236/2010 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών για το συνολικό ποσό τους και επέδωσε στην οφειλέτρια αντίγραφο εξ απογράφου αυτής με επιταγή προς πληρωμή, για το ποσό των 51.334,40 ευρώ, την 19-4-2010.
Μετά ταύτα προέβη σε αναγκαστική κατάσχεση του υπ' αριθμ. κυκλ. ... φορτηγού της, δυνάμει της υπ' αριθμ. 2216/12-5-2010 έκθεσης αναγκαστικής κατάσχεσης του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Αθηνών, Σπύρου Αντ. Ρίφιου, η οποία ήταν απολύτως νόμιμη και θεμιτή, απορριπτομένων των περί του αντιθέτου ισχυρισμών της διανομέως, δοθέντος ότι το φορτηγό αυτό, αποτελούσε το μόνο περιουσιακό στοιχείο ελεύθερο βαρών, που ανευρέθη στην κυριότητά της, καθώς η μόνη άλλη περιουσία που διαθέτει, ήτοι ένα ισόγειο διαμέρισμα, το οποίο της μεταβιβάστηκε κατά πλήρη κυριότητα με το νομίμως μεταγραφέν υπ' αριθμ. ...
συμβόλαιο αγοράς του Συμβολαιογράφου Νίκαιας Αναστασίου Βουλγαρόπουλου (επί οικοδομής στη συμβολή των οδών ..., στον Πειραιά), φέρει πολλαπλά βάρη (δύο υποθήκες και δη, α) υπέρ της Τράπεζας Πειραιώς για ποσό 234.000 ευρώ και β) υπέρ της Τράπεζας EFG EUROBANK ERGASIAS ΑΕ για ποσό 6.629,03 ευρώ, όπως προκύπτει από το από 20-11-2015 έγγραφο της νομικής παραστάτριας της εταιρίας Έ.
Ρ., που αφορά στον έλεγχο ακίνητης περιουσίας της άνω διαδίκου). Πρέπει να επισημανθεί, ότι μόνο το γεγονός ότι η άσκηση του δικαιώματος στη συγκεκριμένη περίπτωση επιφέρει βλάβη έστω και μεγάλη στην οφειλέτρια - διανομέα, δεν μπορεί να αποτελέσει κατάχρηση δικαιώματος κατ' άρθρο 281 ΑΚ, παρά μόνο αν τούτο μπορεί να συνδυασθεί και με άλλες περιστάσεις, όπως όταν ο δανειστής δεν έχει συμφέρον στην άσκηση του δικαιώματος.
Έλλειψη όμως συμφέροντος δεν μπορεί να υπάρχει όταν η δανείστρια - εταιρία, όπως έχει δικαίωμα από την σύμβαση, αποφασίζει να εισπράξει την απαίτησή της, διότι τούτο αποτελεί δικαίωμα συνυφασμένο με τη διαχείριση της περιουσίας της, τον τρόπο της οποίας (διαχείρισης) αυτή μπορεί να αποφασίζει, εκτός αν στη συγκεκριμένη περίπτωση υπάρχει υπέρβαση και δη προφανής των αρχών της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού και κοινωνικού σκοπού του δικαιώματος, η οποία εν προκειμένω και υπό τα άνω αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν υφίσταται.
Συνακόλουθα, οι όποιες συνέπειες μπορούσε να έχει η ενάσκηση του άνω δικαιώματος της εταιρίας, σε βάρος της διανομέως και σε σχέση με την νέα σύμβαση που είχε συνάψει, ουδόλως δύνανται ν' αποδοθούν σε δική της υπαιτιότητα, δεδομένου ότι δεν ενήργησε ούτε παρανόμως, αλλά ούτε και καταχρηστικώς. Επομένως, η αγωγική αξίωση για χρηματική ικανοποίηση λόγω της ηθικής βλάβης που υπέστη η διανομέας από τις ανωτέρω δήθεν καταχρηστικές, αθέμιτες κατά το δίκαιο του ανταγωνισμού και προσβλητικές για την προσωπικότητά της, ενέργειες της αντιδίκου της - στις οποίες ερείδεται κατά το πρώτο σκέλος της η εν λόγω αξίωση - ελέγχεται ως ουσία αβάσιμη".
Με αυτά που δέχθηκε και έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε ευθέως την ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε, καθόσον, τα ανωτέρω ανελέγκτως γενόμενα δεκτά πραγματικά περιστατικά και συγκεκριμένα, (α) ότι η αναιρεσίβλητη είχε απαίτηση σε βάρος της αναιρεσείουσας από τις αναφερόμενες επιταγές εκδόσεως της τελευταίας, οι οποίες σφραγίστηκαν κατά την εμφάνισή τους λόγω ελλείψεως αντίστοιχων διαθέσιμων κεφαλαίων στο λογαριασμό της εκδότριας οφειλέτριας και (β) ότι με βάση τις επιταγές αυτές η αναιρεσίβλητη ζήτησε και πέτυχε την έκδοση σε βάρος της αναιρεσείουσας της 6236/2010 διαταγής πληρωμής, την οποία της κοινοποίησε, στις 19-4-2010, με επιταγή προς πληρωμή συνολικού ποσού 51.334,40 ευρώ, δικαιολογούν την ενέργειά της να επιδιώξει, στη συνέχεια, την είσπραξη της ανωτέρω απαίτησής της με την επιβολή αναγκαστικής κατάσχεσης στο αναφερόμενο φορτηγό αυτοκίνητο της αναιρεσείουσας, η οποία (ανωτέρω ενέργεια) δεν υπερβαίνει, στη συγκεκριμένη περίπτωση, την καλή πίστη, τα χρηστά ήθη και τον οικονομικό σκοπό του δικαιώματός της, αφού το κατασχεθέν φορτηγό αυτοκίνητο ήταν το μοναδικό, ελεύθερο βαρών, περιουσιακό στοιχείο της αναιρεσείουσας, καθόσον το ανήκον στην κυριότητά της μοναδικό ακίνητο (ισόγειο διαμέρισμα στον Πειραιά) ήταν βεβαρημένο με δύο υποθήκες, συνολικού ποσού 240.629,03 ευρώ, ενώ, όπως δέχθηκε, η βλάβη που προκαλείται από την κατάσχεση στην αναιρεσείουσα δεν συνδυάζεται με άλλες κρίσιμες περιστάσεις, αφού τέτοιες δεν επικαλέστηκε η τελευταία, ούτε, άλλωστε, πρότεινε άλλους εναλλακτικούς τρόπους για την ικανοποίηση της απαίτησης της αναιρεσίβλητης.
Επομένως, ο έκτος (υπό στοιχείο Β. 1 α στο αναιρετήριο) λόγος αναίρεσης, από τον αριθμό 1 του 559 ΚΠολΔ, με τον οποίο η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για ευθεία παραβίαση του άρθρου 281 ΑΚ, είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, το Εφετείο δεν στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, αφού, όπως προκύπτει από το ως άνω περιεχόμενό της, διέλαβε σ' αυτήν πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς το πιο πάνω ουσιώδες ζήτημα της άσκησης του δικαιώματος της αναιρεσίβλητης προς είσπραξη της παραπάνω απαίτησής της με την επιβολή κατάσχεσης στο προαναφερόμενο περιουσιακό στοιχείο της αναιρεσείουσας κατά τρόπο που δεν υπερβαίνει προφανώς τα όρια της καλής πίστης, των χρηστών ηθών και του οικονομικού σκοπού του δικαιώματός της, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή της ουσιαστικού δικαίου διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, την οποία (η προσβαλλόμενη απόφαση) δεν παραβίασε εκ πλαγίου με ανεπαρκείς αιτιολογίες, ενώ δεν ήταν αναγκαία για την πληρότητα της αιτιολογίας της (αναφορικά με το άνω ουσιώδες ζήτημα) η παράθεση και άλλων, πλην των όσων διέλαβε, αιτιολογιών.
Συνεπώς, ο έκτος λόγος αναίρεσης (υπό στοιχείο Β.1β στο αναιρετήριο), με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια της εκ πλαγίου παραβίασης της άνω διάταξης του άρθρου 281 ΑΚ, διαλαμβάνοντας ανεπαρκείς αιτιολογίες, διότι παρέλειψε να αναφέρει το εμβαδόν και την εμπορική αξία του βεβαρυμένου με εμπράγματα βάρη ακινήτου της αναιρεσείουσας, καθώς και την ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την ενάσκηση του δικαιώματός της με την κατάσχεση του επίδικου φορτηγού, είναι αβάσιμος. Εξάλλου, με τον έβδομο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Β.3 στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα, προβάλλοντας πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, μέμφεται την προσβαλλομένη ότι δεν έλαβε υπόψη τον ουσιώδη αγωγικό ισχυρισμό της, τον οποίο επανέφερε με τον έκτο λόγο έφεσής της, ότι η επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης της αναιρεσίβλητης με την κατάσχεση του φορτηγού - ψυγείου της, το οποίο χρησιμοποιούσε για τη λειτουργία της σύμβασης διανομής, που είχε καταρτίσει με την εταιρεία ………, ήταν πράξη παράνομη και καταχρηστική, διότι ήταν εκδικητική. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι, όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο έλαβε υπόψη του τον ανωτέρω ισχυρισμό της αναιρεσείουσας και τον απέρριψε ως ουσιαστικά αβάσιμο.
Περαιτέρω, με το πρώτο σκέλος του όγδοο λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο Β.4α και 4.β στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα, επικαλούμενη πλημμέλεια από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, αποδίδει στο Εφετείο την αιτίαση ότι δεν εφάρμοσε την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος), είτε αυτοτελώς, είτε σε συνδυασμό με το άρθρο 281 ΑΚ, καθόσον αν την λάμβανε υπόψη θα κατέληγε στην κρίση ότι η κατάσχεση του άνω φορτηγού της, μόνου και αναγκαίου για τη λειτουργία της σύμβασης διανομής που είχε καταρτίσει με την εταιρεία ………, δεν ήταν το κατάλληλο μέτρο για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού της είσπραξης της απαίτησής της, ο οποίος (σκοπός) θα μπορούσε να επιτευχθεί με την κατάσχεση απαιτήσεών της (αναιρεσείουσας) στα χέρια των πελατών της.
Ο αναιρετικός αυτός λόγος είναι απαράδεκτος, διότι η αρχή της αναλογικότητας αποτελεί κανόνα δικαίου (γενική νομική αρχή) (ΟλΑΠ 9/2015) και όχι "πράγμα" και συνεπώς, δεν ιδρύει αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ. Με το δεύτερο σκέλος του όγδοου λόγου αναίρεσης (υπό στοιχείο Β.4β στο αναιρετήριο), η αναιρεσείουσα μέμφεται την προσβαλλομένη για πλημμέλεια από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ με την αιτίαση ότι υπό την εκδοχή ότι το Εφετείο έλαβε υπόψη του την αρχή της αναλογικότητας (άρθρο 25 παρ. 1 του Συντάγματος) και την απέρριψε, παραβίασε αυτήν με ψευδή ερμηνεία της, διότι, αν υπήγαγε σωστά στην αρχή αυτή ότι η ωφέλεια της αναιρεσίβλητης από την αναγκαστική κατάσχεση του φορτηγού ήταν μικρή σε σχέση με τη βλάβη που προκάλεσε σ' αυτήν (αναιρεσείουσα) θα κατέληγε στην ορθή κρίση ότι η αναγκαστική κατάσχεση του φορτηγού της ήταν δυσανάλογη σε σχέση με τον επιδιωκόμενο σκοπό ικανοποίησης της απαίτησής της, τον οποίο θα μπορούσε να επιδιώξει με κατάσχεση απαιτήσεων της αναιρεσείουσας στα χέρια πελατών της ή με διακανονισμό, ώστε να την εξοφλήσει σε δόσεις ή με την εγγραφή προσημείωσης στο ακίνητο της αναιρεσείουσας.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, καθόσον το Εφετείο δεν παραβίασε την αρχή της αναλογικότητας, αφού η εκ μέρους της αναιρεσίβλητης ενέργεια επιβολής αναγκαστικής κατάσχεσης στο άνω φορτηγό της αναιρεσείουσας για την πραγμάτωση του επιδιωκόμενου σκοπού της είσπραξης της προαναφερόμενης απαίτησης που είχε σε βάρος της αναιρεσείουσας, ήταν το κατάλληλο μέτρο, καθόσον, όπως δέχθηκε το Εφετείο, το φορτηγό αυτό ήταν το μόνο περιουσιακό στοιχείο της αναιρεσείουσας που δεν είχε βάρη, ενώ το μοναδικό ακίνητο που της ανήκε κατά κυριότητα ήταν βεβαρημένο με δύο υποθήκες, συνολικού ποσού 240.629,03 ευρώ.
Εξάλλου, απαραδέκτως προβάλλονται για πρώτη φορά στο πλαίσιο της αναιρετικής διαδικασίας, ως θεμελιωτικοί του ανωτέρω αναιρετικού λόγου οι ισχυρισμοί της αναιρεσείουσας ότι η αναιρεσίβλητη για την ικανοποίηση της αξίωσής της θα μπορούσε αντί της κατάσχεσης να επιδιώξει την επιβολή προσημείωσης στο μοναδικό της ακίνητό της ή την κατάσχεση απαιτήσεών της στα χέρια τρίτων ή με διακανονισμό της ένδικης απαίτησης.
Περαιτέρω, με τον ένατο λόγο αναίρεσης (υπό στοιχείο Β.5 στο αναιρετήριο) η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις πλημμέλειες από τους αριθμούς 1 και 19 του άρθρου 559 ΚΠολΔ της ευθείας και εκ πλαγίου παραβίασης του άρθρου 9 παρ. 3 α π.δ 219/1991, το οποίο, όπως ισχυρίζεται, εφάρμοσε ενώ δεν ήταν εφαρμοστέο.
Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, ως στηριζόμενος σε εσφαλμένη προϋπόθεση, διότι από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης προκύπτει ότι το Εφετείο δεν εφάρμοσε την προαναφερόμενη διάταξη, ούτε ήταν αυτή εφαρμοστέα, αφού στην προκειμένη περίπτωση η επίδικη σύμβαση αποκλειστικής διανομής, κατά τα όσα έγιναν δεκτά, έληξε, όχι με καταγγελία από υπαιτιότητα της αναιρεσείουσας, αλλά λόγω λήξης του συμβατικού χρόνου αυτής.
Κατ' ακολουθία των ανωτέρω και αφού δεν υπάρχει άλλος αναιρετικός λόγος προς έρευνα, πρέπει να απορριφθεί η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 3 ΚΠολΔ) και να καταδικαστεί αυτή, ως διάδικος που ηττήθηκε, στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, κατά το σχετικό αίτημά της, που υποβλήθηκε με τις προτάσεις που κατέθεσε (άρθρα 106, 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα αναφέρεται στο διατακτικό.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 30-6-2020 αίτηση (ΓΑΚ 1579/2020, ΕΑΚ 168/2020, Αριθ. Δικ. 1096/2020) για αναίρεση της 551/2020 τελεσίδικης απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θεσσαλονίκης.
ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του κατατεθέντος από την αναιρεσείουσα παραβόλου στο Δημόσιο Ταμείο.
ΚΑΤΑΔΙΚΑΖΕΙ την αναιρεσείουσα στα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει συνολικά στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Σεπτεμβρίου 2022.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2022.
H ΠΡΟΕΔΡΕΥΟΥΣΑ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ