1867/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣυγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Legislator headnote
AI generated1867/2017 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων (πρώτου και δευτέρου) της από 12-3-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5481/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Full text
Απόφαση 1867 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)
Αριθμός 1867/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ’ Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 6 Οκτωβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Της αναιρεσείουσας - καλούσας: Ανώνυμης ασφαλιστικής εταιρείας με την επωνυμία "...", που εδρεύει στην … και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ζωή Κουγιουμτζοπούλου.
Της αναιρεσίβλητης - καθ’ ης η κλήση: Ε. Π. του Β., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε, ούτε εκπροσωπήθηκε στο ακροατήριο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 1-4-2013 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης και του Χ. Κ. του Ν., μη διαδίκου στην παρούσα δίκη, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών.
Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 2953/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 5481/2014 του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 12-3-2015 αίτησή της.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκε μόνο η αναιρεσείουσα όπως σημειώνεται πιο πάνω.
Η Εισηγήτρια Αρεοπαγίτης Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου διάβασε την από 28-1-2016 έκθεσή της, με την οποία εισηγήθηκε την παραδοχή των λόγων (πρώτου και δευτέρου) της από 12-3-2015 και με αρ. εκθ. καταθ. ...2015 αιτήσεως για αναίρεση της υπ’ αριθμ. 5481/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Η πληρεξούσια της αναιρεσείουσας ζήτησε την παραδοχή της αιτήσεως και την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Κατά το άρθρο 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., αν ο αντίδικος εκείνου που επισπεύδει την συζήτηση της αιτήσεως αναιρέσεως δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί, αλλά δεν λάβει μέρος σ` αυτήν με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος, ο Άρειος Πάγος εξετάζει, αυτεπαγγέλτως, αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση επιδόθηκε νομότυπα, προχωρεί στην συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί.
Στην προκειμένη περίπτωση, με την από 16.1.2017 κλήση της αναιρεσείουσας ανώνυμης εταιρίας, με την επωνυμία "....", φέρεται προς συζήτηση ενώπιον του Δικαστηρίου τούτου η από 12.3.2015 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως ...2015 αίτησή της για αναίρεση της 5481/2014 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών, μετά την ματαίωση της συζητήσεως αυτής κατά την αρμοδίως ορισθείσα δικάσιμο της 5.2.2016.
Από την προσκομιζόμενη και επικαλούμενη από την αναιρεσείουσα υπ’ αριθμ. ... /2.8.2017 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητή στο Πρωτοδικείο Ηλείας Ν. Π. Μ. προκύπτει ότι ακριβές επικυρωμένο αντίγραφο της ως άνω από 16.1.2017 κλήσεως με πράξη ορισμού δικασίμου και κλήση προς συζήτηση για την δικάσιμο που αναφέρεται στην αρχή της αποφάσεως (6.10.2017), καθώς και ακριβές αντίγραφο της κρινόμενης από 12.3.2015 αιτήσεως αναιρέσεως, επιδόθηκαν, νομίμως και εμπροθέσμως, με παραγγελία της πληρεξουσίας δικηγόρου της αναιρεσείουσας, στην αναιρεσίβλητη.
Εξ άλλου, από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά δημόσιας συνεδριάσεως του Δικαστηρίου τούτου, προκύπτει, ότι κατά την προαναφερόμενη δικάσιμο, κατά την οποία συζητήθηκε η υπόθεση με εκφώνησή της από την σειρά του οικείου πινακίου, δεν εμφανίστηκε η αναιρεσίβλητη, ούτε υπέβαλε την, κατ’ άρθρο 242 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ., δήλωση.
Συνεπώς, πρέπει να προχωρήσει η συζήτηση, παρά την απουσία της, σύμφωνα με την προαναφερθείσα διάταξη του άρθρου 576 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.
Κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 8 εδ. α’ του Κ.Πολ.Δικ. αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπόψη πράγματα που δεν προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται όχι μόνον όταν τα πράγματα δηλαδή αυτοτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί που θεμελιώνουν, καταλύουν ή παρακωλύουν το δικαίωμα που ασκείται με την αγωγή, την ανταγωγή, την ένσταση ή την αντένσταση, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και το δικαστήριο της ουσίας τα έλαβε υπόψη, δεν προτάθηκαν σ’ αυτό από τον αναιρεσίβλητο, αλλά και όταν προτάθηκαν μεν, αλλά απαραδέκτως, όπως στην περίπτωση της μη παραδεκτής μεταβολής της αγωγικής βάσεως ή λήψεως υπόψη γεγονότων μη περιεχομένων στην αγωγή ή προτάσεως νέων ισχυρισμών, χωρίς τις προϋποθέσεις των άρθρων 269 και 527 του Κ.Πολ.Δικ.
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δικ., το δικαστήριο ενεργεί μόνο ύστερα από αίτηση διαδίκου και αποφασίζει με βάση τους πραγματικούς ισχυρισμούς που προτείνουν και αποδεικνύουν οι διάδικοι και τις αιτήσεις που υποβάλλουν, εκτός αν ο νόμος ορίζει διαφορετικά. Κατά δε την διάταξη του άρθρου 224 του ίδιου Κώδικα, όπως ισχύει μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 22 παρ. 1 του ν. 3994/2011, "είναι απαράδεκτο να μεταβληθεί η βάση της αγωγής.
Με τις προτάσεις που κατατίθενται ενώπιον του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου ή με προφορική δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά, μπορεί ο ενάγων να συμπληρώσει, να διευκρινίσει ή να διορθώσει τους ισχυρισμούς του, αρκεί να μην μεταβάλλεται η βάση της αγωγής". Μεταβολή της βάσεως της αγωγής, που συνιστά και ταυτόχρονη μεταβολή του αντικειμένου της δίκης κατά παράβαση της προβλεπόμενης από το άρθρο 111 του Κ.Πολ.Δικ.
αρχής της τηρήσεως προδικασίας, αποτελεί κάθε μεταγενέστερη προσθήκη περιστατικών, παλαιότερων ή οψιγενών, με τα οποία τροποποιείται ή αντικαθίσταται η ιστορική βάση της αγωγής με άλλη ή προστίθεται στην αγωγή και νέα ιστορική βάση (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 962/2012, ΑΠ 389/2010, 391/2010). Εξ άλλου, με την διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δικ.
ορίζεται "Με την άσκηση της έφεσης η υπόθεση μεταβιβάζεται στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο μέσα στα όρια που καθορίζονται από την έφεση και τους πρόσθετους λόγους", ενώ σύμφωνα με εκείνη του άρθρου 525 παρ. 2 του ίδιου Κώδικα "είναι απαράδεκτη η υποβολή νέας αίτησης, όπως και η άσκηση ανταγωγής για πρώτη φορά στη δευτεροβάθμια δίκη, ακόμη και αν ο αντίδικος συναινεί.
Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως" και τέλος με εκείνη του άρθρου 256 του ίδιου Κώδικα "Είναι απαράδεκτη στην κατ’ έφεση δίκη κάθε μεταβολή της βάσης, του αντικειμένου και του αιτήματος της αγωγής και αν ο αντίδικος συναινεί. Το απαράδεκτο λαμβάνεται υπόψη και αυτεπαγγέλτως. Επιτρέπεται εξαιτίας γεγονότων που επήλθαν μετά την έκδοση της πρωτόδικης απόφασης να ζητηθεί αντί για το αντικείμενο που ζητήθηκε αρχικά άλλο ή η αξία του ή το διαφέρον".
Από τον συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνη του άρθρου 591 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. προκύπτει ότι ο ενάγων, ως εκκαλών, δεν μπορεί να μεταβάλει την βάση της, εκδικαζομένης κατά την ειδική διαδικασία των διαφορών για ζημίες από αυτοκίνητο και από την σύμβαση ασφαλίσεως αυτού, αγωγής. Δεν μπορεί επίσης να προτείνει νέους ισχυρισμούς, οι οποίοι δεν είχαν προβληθεί πρωτοδίκως.
Ισχυρισμός που στηρίζει την βάση της αγωγής απαραδέκτως προτείνεται το πρώτον με την έφεση ή με τις προτάσεις που υποβάλλονται στο Εφετείο, οι δε διατάξεις που επιτρέπουν σε ορισμένες εξαιρετικές περιπτώσεις την βραδεία προβολή νέων ισχυρισμών με τις προτάσεις ή και με την έφεση, στον δεύτερο βαθμό, αναφέρονται σε ισχυρισμούς άλλους, πλην εκείνων που θεμελιώνουν την αγωγική βάση (ενστάσεις, αντενστάσεις), δηλαδή σε καταλυτικούς του δικαιώματος που ασκείται με την αγωγή, που μπορούν να προταθούν, μέχρι την τελευταία επί της ουσίας της υποθέσεως συζήτηση, τόσο στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, όσο και στο Εφετείο, εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις των άρθρων 269 παρ. 2 και 527 του Κ.Πολ.Δικ.
και δεν αφορούν πραγματικούς ισχυρισμούς που μεταβάλουν την βάση της αγωγής (Ολ.ΑΠ 2/1994, ΑΠ 2070/2007). Από τον συνδυασμό των προαναφερομένων διατάξεων των άρθρων 522, 525 παρ. 2 και 526 του Κ.Πολ.Δικ. συνάγεται περαιτέρω ότι αντικείμενο της πολιτικής δίκης είναι και στο δεύτερο βαθμό δικαιοδοσίας η δικονομική αξίωση που έχει υποβληθεί στο πρωτοβάθμιο δικαστήριο και εκφράζεται με αίτηση παροχής δικαστικής προστασίας για την προβαλλόμενη ιστορική αιτία, με απόφαση του δικαστηρίου σύμφωνη προς το υποβαλλόμενο αίτημα.
Η έφεση δεν δημιουργεί νέο αντικείμενο της δίκης, αλλά αποτελεί, ανάλογα με το εάν η πρωτοβάθμια απόφαση ήταν δυσμενής ή ευνοϊκή για όποιον ζήτησε την δικαστική προστασία, μέσο τελικής επιτεύξεως ή ματαιώσεως της ικανοποιήσεως της δικανικής πιο πάνω αξιώσεως με την υποβολή της σε νέα, δευτεροβάθμια, δικαστική κρίση (ΑΠ 821/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση από την παραδεκτή επισκόπηση των κατωτέρω μνημονευομένων δικογράφων προκύπτουν τα ακόλουθα: Η ήδη αναιρεσίβλητη με την ένδικη από 1.4.2013 αγωγή της, ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών, σχετικώς με τις σωματικές βλάβες που είχε υποστεί κατά το ένδικο τροχαίο ατύχημα, διέλαβε ότι "υπέστη κάκωση δεξιού ώμου και κερατοαιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας", καθώς και ότι "για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) μηνών ευρισκόταν σε κατάσταση αμνησίας και πλήρους συγχύσεως και δεν ανεγνώριζε καν τα δικά της πρόσωπα (γονείς, σύζυγο, τέκνο, αδέλφια)".
Ζήτησε δε ως αποζημίωση το ποσό των 2.400 ευρώ, για πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας - περιποιήτριας, καθώς επίσης και το ποσό των 30.000 ευρώ ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης. Το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την 2953/2013 οριστική απόφασή του, αφού δέχθηκε ότι "η ενάγουσα, η οποία διήνυε την 9η εβδομάδα της κυήσεώς της, προσήλθε στο Γενικό Νοσοκομείο Αγρινίου σε κατάσταση σύγχυσης, χωρίς ωστόσο νευρολογική σημειολογία, όπως διαπιστώθηκε μετά από νευρολογική εξέταση, υπέστη κάκωση δεξιού ώμου, καθώς και κερατοαιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας χώρας", απέρριψε το κονδύλιο για την πλασματική δαπάνη αποκλειστικής νοσοκόμας - περιποιήτριας ως αβάσιμο κατ’ ουσίαν και δέχθηκε κατά τα λοιπά εν μέρει την αγωγή ως και μερικώς κατ’ ουσίαν βάσιμη, επιδικάζοντας στην ενάγουσα το ποσό των 1.500 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης.
Κατά της αποφάσεως αυτής η ενάγουσα άσκησε, ενώπιον του Εφετείου Αθηνών, την από 22.11.2013 έφεσή της, στην οποία, σχετικώς με το ενδιαφέρον εν προκειμένω θέμα, διέλαβε ό,τι ακριβώς και στην αγωγή της, το οποίο είχε δεχθεί, κατά τα προεκτεθέντα, και το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο, δηλαδή ότι "υπέστη κάκωση δεξιού ώμου και κερατοαιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας και για χρονικό διάστημα τουλάχιστον δύο (2) μηνών βρισκόταν σε κατάσταση αμνησίας και πλήρους συγχύσεως, σε σημείο που δεν αναγνώριζε καν τα δικά της πρόσωπα".
Ωστόσο, με τις προτάσεις της, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου, κατά την συζήτηση της εφέσεως, ισχυρίστηκε για πρώτη φορά ότι υπέστη περαιτέρω σωματικές βλάβες, οι οποίες ήταν απότοκες του ενδίκου ατυχήματος, πέραν όσων είχε ισχυριστεί στην αγωγή και στην έφεσή της. Συγκεκριμένα ισχυρίστηκε ότι "υπέστη κρανιοεγκεφαλική κάκωση με κροταφικές εγκεφαλικές θλάσεις (αμνησία), κάταγμα αριστερής κλείδας, κάκωση δεξιού ώμου, κάκωση αριστερού γόνατος, στο οποίο της τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας και κερατοαιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας, ενώ διήνυε την 9η εβδομάδα της κυήσεως".
Η αναιρεσίβλητη δηλαδή προέβαλε, ενώπιον του Εφετείου, με τις προτάσεις της, νέους ισχυρισμούς για σωματικές βλάβες, για τις οποίες δεν αναφέρει ότι ήταν απρόβλεπτες και τις οποίες δεν μνημονεύει στην ένδικη αγωγή της. Ο ισχυρισμός αυτός, ο οποίος στηρίζει την βάση της αγωγής (θεμελιώνει ιστορικώς το αίτημα της αγωγής, διά της προσθήκης και άλλων -πέραν των αρχικώς με την ένδικη αγωγή επικαλουμένων- σωματικών βλαβών), δεν μπορούσε, σύμφωνα με όσα έχουν εκτεθεί στη νομική σκέψη της παρούσας, να προταθεί (κατά το μέρος του που αφορά στην προσθήκη των επιπλέον των αρχικώς με την ένδικη αγωγή επικαλουμένων σωματικών βλαβών) παραδεκτώς, για πρώτη φορά, με τις προτάσεις της ενάγουσας - εκκαλούσας, ενώπιον του δευτεροβαθμίου δικαστηρίου και να ληφθεί υπόψη από το δικαστήριο της ουσίας.
Το Εφετείο, επομένως, το οποίο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έλαβε υπόψη του τον ως άνω, μη νομίμως, κατά το προαναφερθέν μέρος του, προταθέντα ισχυρισμό και, χωρίς να τον αποκρούσει ως δικονομικά απαράδεκτο, εφόσον έτσι μετεβάλετο ανεπίτρεπτα το αντικείμενο της παρούσας δίκης, αφού δέχθηκε ότι, πλην των ανωτέρω αναφερομένων σωματικών βλαβών (κάκωση δεξιού ώμου, κερατοαιμάτωμα αριστερής μετωπιαίας και κατάσταση συγχύσεως) -που η ενάγουσα είχε προβάλει με την αγωγή της, είχε δεχθεί το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο και διέλαβε και πάλι η ενάγουσα στην έφεσή της- αυτή (ενάγουσα), εξ αιτίας του τραυματισμού της, υπέστη και άλλες σωματικές βλάβες και δη τις αναφερόμενες για πρώτη φορά στις ενώπιόν του (Εφετείου) έγγραφες προτάσεις της, ήτοι "κρανιοεγκεφαλικές κακώσεις με κροταφικές θλάσεις, κάταγμα αριστερής κλείδας, κάκωση αριστερού γόνατος, στο οποίο τοποθετήθηκε γυψονάρθηκας" και μετ’ αποδοχή της εφέσεώς της, την εξαφάνιση της πρωτόδικης αποφάσεως, την διακράτηση της υποθέσεως και την εκδίκαση αυτής κατ’ ουσίαν, δέχθηκε ως εν μέρει κατ’ ουσίαν βάσιμο το αγωγικό κονδύλιο πλασματικής δαπάνης για αποκλειστική νοσοκόμα - περιποιήτρια, επιδικάζοντας για την αιτία αυτή στην ενάγουσα το ποσό των 1.200 ευρώ, καθώς επίσης και το ποσό των 25.000 ευρώ, ως χρηματική της ικανοποίηση, λόγω ηθικής βλάβης, υπέπεσε στην πλημμέλεια του αριθμού 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
και, επομένως, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η ανωτέρω αιτίαση, ο οποίος, σημειωτέον, προβάλλεται παραδεκτά, εφόσον αφορά σφάλμα που προκύπτει από την προσβαλλομένη απόφαση (άρθρο 562 παρ. 2 περ. β’ του Κ.Πολ.Δικ.), είναι βάσιμος και πρέπει να γίνει δεκτός.
Κατ’ ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να αναιρεθεί η προσβαλλομένη απόφαση, κατά παραδοχή του ως άνω λόγου της αιτήσεως αναιρέσεως, η αναιρετική εμβέλεια του οποίου στο σύνολο της προσβαλλομένης αποφάσεως καθιστά αλυσιτελή την εξέταση της προβαλλομένης με τον πρώτο λόγο αυτής αιτιάσεως (από τον αριθμό 11 περ. β’ του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.), να παραπεμφθεί αντιστοίχως η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού είναι δυνατή η σύνθεσή του από άλλον Δικαστή (άρθρο 580 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δικ.) και να καταδικαστεί η αναιρεσίβλητη, λόγω της ήττας της, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, η οποία κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα της τελευταίας (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1, 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η επιστροφή στην αναιρεσείουσα του καταβληθέντος εκ μέρους της παραβόλου, ενόψει της νίκης της (άρθρο 495 παρ. 3 εδ. ε’ του Κ.Πολ.Δικ., όπως ισχύει και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ’ άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016 ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 5481/2014 απόφαση του Μονομελούς Εφετείου Αθηνών.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκασή της στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλον Δικαστή, εκτός εκείνου που δίκασε προηγουμένως.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της αναιρεσείουσας, το ύψος των οποίων καθορίζει στο ποσό των τριών χιλιάδων (3.000) ευρώ.
Και
Διατάσσει την επιστροφή του παραβόλου στην καταθέσασα τούτο αναιρεσείουσα.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ