Supreme Court partially allowed appeal against appellate court ruling on co-ownership access and removal of items from shared space.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially overturned the Athens Court of Appeal's decision regarding co-ownership disputes over a shared roof terrace. The appellants argued the lower court erred by interpreting the contract without applying mandatory rules of good faith and interpretation found in the Civil Code. Consequently, the court annulled specific provisions of the appellate judgment while remanding the case for retrial by a different panel.
Legislator headnote
AI generatedArticles 522, 559(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; Articles 173, 200 of the Civil Code: The appellate court must limit its review to appeal grounds and cannot examine facts outside the appeal; failure to apply mandatory rules of interpretation and good faith constitutes a ground for cassation.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedRelated Decisions
AI generatedFull text
Απόφαση 1867 / 2006 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1867/2006
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Αθανάσιο Κρητικό, Αντιπρόεδρο, Αχιλλέα Νταφούλη, Ελένη Μαραμαθά, Πλαστήρα Αναστασάκη και Γεώργιο Πετράκη, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 3 Νοεμβρίου 2006, με την παρουσία και της Γραμματέως Μάρθας Ψαραύτη, για να δικάσει μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων: ....., οι οποίοι εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Αναστάσιο Προυσανίδη, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, χωρίς να καταθέσει προτάσεις.
Της αναιρεσίβλητης: ....., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Κουράκο - Μαυρομιχάλη.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 7 Μαΐου 2003 αγωγή της ήδη αναιρεσίβλητης, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1324/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 255/2005 οριστική του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητούν οι αναιρεσείοντες με την από 27 Απριλίου 2005 αίτησή τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Γεώργιος Πετράκης, ανέγνωσε την από 13 Οκτωβρίου 2006 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε την εν μέρει παραδοχή της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης. Ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης ζήτησε την απόρριψη της αίτησης και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΤΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι.- Επειδή από τη διάταξη του άρθρου 522 του Κ.Πολ.Δ προκύπτει, ότι η εξουσία του Εφετείου περιορίζεται στον έλεγχο των κεφαλαιων της αποφάσεως του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου, που προσβάλλονται με την έφεση και τους πρόσθετους αυτής λόγους. Εξάλλου, πράγματα, κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθ. 8 του Κ.Πολ.Δ, είναι και οι λόγοι εφέσεως, που περιέχουν παράπονα κατά της πρωτοβάθμιας κρίσεως και συνεπώς η παραδοχή από το Εφετείο ανύπαρκτου λόγου εφέσεως ή η έρευνα κεφαλαίου της πρωτόδικης αποφάσεως έξω από τα όρια της εφέσεως συνιστούν πλημμέλειες, που εμπίπτουν στον προβλεπόμενο από την ανωτέρω διάταξη λόγο αναιρέσεως.
Στην προκείμενη περίπτωση, από τα προσκομιζόμενα διαδικαστικά έγγραφα προκύπτει, ότι με την πρωτόδικη 1324/2004 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών απορρίφθηκε ως αόριστο το αγωγικό αίτημα της αναιρεσίβλητης να υποχρεωθούν οι εναγόμενοι ήδη αναιρεσείοντες συνιδιοκτήτες οριζόντιας ιδιοκτησίας να αποκομίσουν τα άχρηστα πράγματα, που έχουν εναποθέσει στον κοινόχρηστο ακάλυπτο χώρο της οικοδομής και σε περίπτωση μη συμμορφώσεώς τους να επιτραπεί τούτο σε αυτή με δαπάνη εκείνων.
Για την κρίση αυτή του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου δεν παραπονέθηκε η αναιρεσίβλητη με την από 8-7-2004 έφεσή της ούτε με τις προτάσεις της στο Εφετείο, που μπορούν να περιλάβουν και πρόσθετους λόγους εφέσεως, κατ΄ άρθρο 659 παρ. 1 του Κ.Πολ.Δ. Το Εφετείο, όμως, με την προσβαλλόμενη απόφαση έκρινε και το πιο πάνω αγωγικό αίτημα και το έκανε δεκτό.
Με αυτά που δέχθηκε έλαβε υπόψη πράγματα, που δεν προτάθηκαν και συνεπώς ο πρώτος λόγος της αναιρέσεως, κατ΄ ορθό χαρακτηρισμό από τη διάταξη του αριθ. 8 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δ, είναι βάσιμος.
ΙΙ.- Επειδή ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αριθ. 16 του Κ.Πολ.Δ ιδρύεται, όταν το δικαστήριο της ουσίας, εξετάζοντας αυτεπαγγέλτως ή κατόπιν προτάσεως κάποιου διαδίκου, αν συντρέχουν οι προϋποθέσεις του δεδικασμένου, δέχεται παρά το νόμο ότι υπάρχει ή δεν υπάρχει δεδικασμένο. Εάν όμως στην αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται λόγος για την ύπαρξη ή μη δεδικασμένου, παρόλο ότι είχε προταθεί τούτο νομίμως, δεν ιδρύεται ο ανωτέρω (από τον αριθ. 16) λόγος αναιρέσεως αλλά αυτός από τον αριθ. 8 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., διότι το δικαστήριο παρέλειψε να απαντήσει σε ισχυρισμό, που ασκούσε ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης (Ολ. ΑΠ 1339/1985). Αλλά, εάν ο ισχυρισμός περί δεδικασμένου είναι αόριστος, η μη απάντηση σε αυτόν δεν στοιχειοθετεί τον ανωτέρω λόγο αναιρέσεως, αφού αυτός δεν ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης. Εξάλλου, κατά το άρθρο 324 του Κ.Πολ.Δ., το δεδικασμένο υπάρχει μεταξύ των ίδιων προσώπων, με την ίδια ιδιότητα παρισταμένων, μόνο για το δικαίωμα, που κρίθηκε και εφόσον πρόκειται για το ίδιο αντικείμενο και για την ίδια ιστορική και νομική αιτία. Ταυτότητα ιστορικής αιτίας υπάρχει, όταν τα ίδια πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και με την ίδια νομική διάταξη στηρίζουν και τη μεταγενέστερη αγωγή.
Εν προκειμένω, με τον δεύτερο λόγο της αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη και δεν απάντησε επί της προβληθείσης πρωτοδίκως και επαναφερθείσης νομίμως στο δευτεροβάθμιο δικαστήριο ενστάσεως περί υπάρξεως δεδικασμένου όσον αφορά το γενόμενο από αυτό δεκτό αγωγικό αίτημα να επιτραπεί στην αναιρεσίβλητη η επίσκεψη με ειδικό τεχνικό της βεράντας του διαμερίσματος των αναιρεσειόντων, προκειμένου να ελέγξει την αιτία της εμφανισθείσης υγρασίας στην οροφή του κάτω από τη βεράντα δωματίου του διαμερίσματός της, το οποίο, δεδικασμένο, απορρέει από την υπ΄ αριθμ. 698/2002 τελεσίδικη απόφαση του Εφετείου Αθηνών, η οποία έκρινε προηγούμενη αγωγή της αναιρεσίβλητης, με το ίδιο άνω αίτημα και την απέρριψε ως αβάσιμη κατ΄ ουσίαν.
Ο λόγος αυτός στηρίζεται σε πλημμέλεια του αριθμού 8 και όχι του αριθμού 16 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ, όπως επικαλούνται οι αναιρεσείοντες, αφού φέρεται, ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση δεν γίνεται καμία σκέψη για την ύπαρξη ή ανυπαρξία δεδικασμένου. Αλλά, όπως προκύπτει από τις επιτρεπτώς επισκοπούμενες προτάσεις, που οι αναιρεσείοντες κατέθεσαν, ως εφεσίβλητοι, στο Εφετείο, ο ισχυρισμός περί υπάρξεως του πιο πάνω δεδικασμένου, που προβλήθηκε με αυτές, είναι αόριστος, διότι δεν αναφέρονται τα πραγματικά περιστατικά, που συγκρότησαν την ιστορική βάση της πρώτης αγωγής και ειδικότερα ο χρόνος στον οποίο με την αγωγή αυτή φέρεται, ότι εμφανίστηκε υγρασία στο δωμάτιο του διαμερίσματος της αναιρεσίβλητης, προκειμένου να κριθεί, αν θεμελιώνεται ταυτότητα ιστορικής αιτίας μεταξύ του δικαιώματος, που ασκήθηκε με την προηγούμενη αγωγή, και του δικαιώματος της μεταγενέστερης αγωγής, επί της οποίας εκδόθηκε η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση.
Κατά συνέπεια το Εφετείο, που δεν απάντησε στον πιο πάνω ισχυρισμό περί δεδικασμένου, δεν υπέπεσε στην προαναφερόμενη αναιρετική πλημμέλεια και ο κρινόμενος αντίθετος, δεύτερος λόγος αναιρέσεως πρέπει ν΄ απορριφθεί ως αβάσιμος.
ΙΙΙ.- Επειδή ο προβλεπόμενος στο άρθρο 559 αριθ. 1 εδ. α΄ του Κ.Πολ.Δ λόγος αναιρέσεως για παραβίαση των ερμηνευτικών κανόνων των δικαιοπραξιών δημιουργείται και όταν το δικαστήριο της ουσίας, ενώ διαπιστώνει, ρητώς ή εμμέσως, κατά τη μη υποκείμενη σε αναιρετικό έλεγχο κρίση του, την ύπαρξη κενού ή ασάφειας στη δικαιοπραξία ως προς την έννοια της δηλώσεως βουλήσεως, παραλείπει να προσφύγει στις γενικές ερμηνευτικές αρχές των άρθρων 173 και 200 του ΑΚ προς διακρίβωση του νοήματος της δηλώσεως βουλήσεως ή να παραθέσει στην απόφασή του τα πραγματικά εκείνα στοιχεία από τα οποία προκύπτει η εφαρμογή των κανόνων αυτών, οι οποίοι ορίζουν ότι οι δικαιοπραξίες και οι συμβάσεις ερμηνεύονται δια της αναζητήσεως της αληθινής βουλήσεως των συμβαλλομένων, χωρίς προσήλωση στις λέξεις και σύμφωνα με τις επιταγές της καλής πίστεως, λαμβανομένων υπόψη των συναλλακτικών ηθών.
Εν προκειμένω, όπως προκύπτει από την προσβαλλόμενη απόφαση, το Εφετείο, κατά παραδοχή σχετικού λόγου της εφέσεως της εναγούσης, αφού έκρινε ότι το δώμα - ταράτσα του ευρισκομένου στον πρώτο όροφο της οικοδομής διαμερίσματος-οριζόντιας ιδιοκτησίας των εναγομένων - αναιρεσειόντων είναι κοινόκτητο και κοινόχρηστο και δεν ανήκει στην αποκλειστική χρήση των τελευταίων, έκανε δεκτό το αίτημα της αγωγής της αναιρεσίβλητης, ως ιδιοκτητρίας της οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του ισογείου της οικοδομής, να της επιτραπεί να μεταβαίνει, με τον καθοριζόμενο τρόπο, στο άνω δώμα, όταν παρίσταται ανάγκη ελέγχου, συντηρήσεως και επισκευής των εκεί εγκατεστημένων πραγμάτων της, ήτοι κεραίας τηλεοράσεως και ηλιακού θερμοσίφωνα.
Ειδικότερα το Εφετείο επί του ζητήματος αυτού δέχθηκε, κατά τα ενδιαφέροντα μέρη τα ακόλουθα: Η ενάγουσα ισχυρίζεται με την αγωγή, ότι έχει δικαίωμα συγχρήσεως, ως ιδιοκτήτρια αυτοτελούς οριζόντιας ιδιοκτησίας της διώροφης οικοδομής, και του δώματος-ταράτσας αυτής, που αποτελεί και το δώμα-ταράτσα του ανήκοντος στους εναγομένους διαμερίσματος του απάνω από το ισόγειο ορόφου.
Αντικρούοντας τον τελευταίο αυτό ισχυρισμό της εναγούσης, οι εναγόμενοι ισχυρίζονται ότι η ενάγουσα δεν έχει δικαίωμα συγχρήσεως με αυτούς του ως άνω δώματος-ταράτσας, δεδομένου ότι με το νομίμως μεταγραφέν υπ΄ αριθμ. 14017/7-6-1995 πωλητήριο συμβόλαιο οριζόντιας ιδιοκτησίας της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Λιακάκου Ποταμιάνου, που αποτελεί τον τίτλο κτήσεως απ΄ αυτούς του ως άνω οροφοδιαμερίσματος, η συμβληθείσα σ΄ αυτό δικαιοπάροχός τους .....
μεταβίβασε σ΄ αυτούς το κτηθέν από την τελευταία δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας του εν λόγω διαμερίσματος, το οποίο είχε μεταβιβαστεί στην ως άνω άμεση δικαιοπάροχό τους μαζί με το ως άνω διαμέρισμα του πρώτου ορόφου, λόγω γονικής παροχής από τον πατέρα της ...... Σχετικά με τον ισχυρισμό αυτό των εναγομένων συνεχίζει το Εφετείο, πρέπει να αναφερθούν τα εξής:
Όπως προαναφέρθηκε τίτλος κτήσεως των εναγομένων, με τον οποίο αυτοί ισχυρίζονται ότι μεταβιβάστηκε σ΄ αυτούς αιτία πωλήσεως το πιο πάνω δικαίωμα είναι το υπ΄ αριθμ. 14017/1995 πωλητήριο συμβόλαιο της συμβολαιογράφου Αθηνών Ελένης Λιακάκου-Ποταμιάνου. Όπως προκύπτει, από το περιεχόμενο του πωλητηρίου αυτού συμβολαίου, ουδεμία αναφορά, μνεία ή δήλωση γίνεται σ΄ αυτό περί πωλήσεως και μεταβιβάσεως του δικαιώματος της αποκλειστικής χρήσεως του δώματος-ταράτσας του πρώτου υπέρ το ισόγειο ορόφου που αποτελεί και το δώμα-ταράτσα της όλης οικοδομής.
Αντιθέτως με το εν λόγω πωλητήριο συμβόλαιο οι εναγόμενοι δήλωσαν ότι παραχωρούν στην υπ΄ αριθμ. 19642/1954 πράξη συστάσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία, χωρίς να γίνεται προσδιορισμός των κοινόκτητων και κοινόχρηστων μερών, ισχύοντος έτσι του προσδιορισμού που προβλέπεται από τις παραπάνω διατάξεις του νόμου, αναφέρεται, ότι οι συνιστώμενες ιδιοκτησίες έχουν ποσοστό συνιδιοκτησίας επί του όλου οικοπέδου και των κοινόχρηστων και κοινόκτητων χώρων 50% εξ αδιαιρέτου, ενώ ακόμη δεν περιέχεται οποιαδήποτε συμφωνία, περί παραχωρήσεως δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως σε οποιοδήποτε κοινόκτητο και κοινόχρηστο χώρο, όπως είναι η ταράτσα του ανεγερθησομένου πρώτου ορόφου, υπέρ οποιουδήποτε ιδιοκτήτη και μάλιστα υπέρ των εκάστοτε ιδιοκτητών του ανεγερθησομένου στον πρώτο όροφο διαμερίσματος, κατ΄ αποκλεισμό της εναγούσης.
Άλλωστε, δεν μπορούσε να γίνει αναφορά στο ως άνω πωλητήριο συμβόλαιο περί μεταβιβάσεως στους εναγομένους του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας της οικοδομής, ούτε πολύ περισσότερο να συναχθεί εμμέσως, ότι η ως άνω δικαιοπάροχος των εναγομένων μεταβίβασε στους τελευταίους το εν λόγω δικαίωμα, εφόσον η πωλήτρια .....
δεν είχε αποκτήσει κανένα τέτοιο δικαίωμα από τον άμεσο δικαιοπάροχό της, ....., πατέρα της, αφού ο τελευταίος με την προαναφερόμενη γονική παροχή, η πρόταση και αποδοχή της οποίας καταρτίστηκαν χωριστά με τα υπ΄ αριθμ. 5403/7-11-1990 και 5438/27-12-1990 συμβόλαια, αντιστοίχως, της συμβολαιογράφου Αθηνών Σταυρούλας Σταματάκου Κωσταροπούλου, που έχουν μεταγραφεί νομίμως, η οποία, γονική παροχή, αποτελεί τον τίτλο κτήσεως απ΄ αυτή της μεταβιβασθείσης, στη συνέχεια, από την ίδια στους εναγομένους οριζόντιας ιδιοκτησίας, δεν της μεταβίβασε το ως άνω δικαίωμα.
Από το σαφές περιεχόμενο του συμβολαίου αυτού αποδεικνύεται κατά τρόπο αναμφίβολο, ότι στην άμεση δικαιοπάροχο των εναγομένων μεταβιβάστηκε μόνο η περιγραφομένη σ΄ αυτό αυτοτελής και ανεξάρτητη οριζόντια ιδιοκτησία με την εξ αδιαιρέτου αναλογία της στο οικόπεδο και στους κοινόχρηστους και κοινόκτητους χώρους, έργα, μέρη, πράγματα και εγκαταστάσεις της οικοδομής με τα παραρτήματα συστατικά και παρακολουθήματά της, χωρίς να γίνεται οποιαδήποτε αναφορά σε μεταβίβαση σ΄ αυτή δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας της οικοδομής.
Αλλά ούτε και στο 543/31-12-1960 συμβόλαιο, με το οποίο ο προαναφερόμενος ..... απέκτησε από τον πατέρα του ..... (απώτατο δικαιοπάροχο των διαδίκων και αρχικό ιδιοκτήτη του οικοπέδου και της υπάρχουσας σ΄ αυτό ισόγειας οικοδομής) το δικαίωμα υψούν επί της ισόγειας οικοδομής της εναγούσης αιτία δωρεάς γίνεται λόγος περί μεταβιβάσεως στο δωρεοδόχο υιό του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας του ανεγερθησόμενου πρώτου ορόφου, αφού στο εν λόγω συμβόλαιο ρητώς αναφέρεται ότι ο δωρητής .....
μεταβιβάζει στο δωρεοδόχο υιό του "τα ανήκοντα σ΄ αυτόν 50% εξ αδιαιρέτου, εκ του προπεριγραφέντος όλου οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων χώρων, εγκαταστάσεων και πραγμάτων του όλου ως άνω ακινήτου, μετά του δικαιώματος οικοδομήσεως ενός ορόφου, επί του δώματος ταράτσας του εις προίκα δοθέντος ως άνω ισογείου ορόφου και μεθ΄ όλων των ως άνω επ΄ αυτών και εξ αυτών οιωνδήποτε δικαιωμάτων του, προσωπικών και εμπραγμάτων και των συναφών τούτοις αξιώσεων, αγωγών και ενστάσεών του, εξαιρέσει της επικαρπίας τούτων, την οποία παρακρατεί ούτος εφ΄ όρου ζωής αυτού".
Και ναι μεν, στο υπ΄ αριθμ. 1417/30-12-1960 συμβόλαιο "παραίτησης από δικαιώματος οικήσεως δρχ. 5.000 - Χρησιδάνειον δραχμών 1.000" του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Γαβριήλ Γαβριηλίδου, που καταρτίστηκε μεταξύ του απώτατου δικαιοπαρόχου των διαδίκων ..... και της συζύγου του ....., αφ΄ ενός, και της προικολήπτριας ενάγουσας και του συζύγου της, αφ΄ ετέρου, το οποίο επακαλούθησε της καταρτίσεως του υπ΄ αριθμ. 19642/1-7-1954 προικοσυμβολαίου και συμβολαίου συστάσεως οριζοντίου ιδιοκτησίας του συμβ/φου Αθηνών Δημητρίου Πράπα, αναφέρθηκε για πρώτη φορά σε σχέση με τη χρήση της ταράτσας του ανεγερθησομένου (α΄) ορόφου "γίνεται μνεία ότι η αποκλειστική χρήσις της ταράτσας του ανεγερθησομένου ορόφου θα ανήκει στο .....", πλην, όμως από τη μνεία αυτή στο εν λόγω συμβόλαιο, με την οποία αναφέρεται ατομικώς ορισμένο πρόσωπο και δη ο ....., ως δικαιούχος, όχι δε και ο εκάστοτε κύριος του ανεγερθησομένου ορόφου, σαφώς προκύπτει, ότι με το εν λόγω συμβόλαιο συμφωνήθηκε μεταξύ των τότε ιδιοκτητών της οικοδομής (ενάγουσας και .....), πατέρα της, ως ιδιοκτήτη του μέλλοντος ν΄ ανεγερθεί ορόφου, ατομικό δικαίωμα του ....., απώτατου δικαιοπαρόχου των εναγομένων, αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας του ανεγερθησομένου ορόφου και όχι υπέρ του εκάστοτε κυρίου τούτου, το οποίο, μόνο αυτός (.....) είχε δικαίωμα να αντιτάξει κατά της ιδιοκτήτριας του ισογείου διαμερίσματος θυγατέρας του (εναγούσης) ή των καθολικών ή ειδικών διαδόχων της, εφόσον θα παρέμενε ιδιοκτήτης της ιδιοκτησίας του, και δεν είχε δικαίωμα να το μεταβιβάσει με την οριζόντια ιδιοκτησία του, ούτε άλλωστε αναφέρεται στο εν λόγω συμβόλαιο ότι αυτός έχει δικαίωμα ελευθέρας διαθέσεως του δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως της ως άνω ταράτσας.
Επομένως, από το γεγονός ότι η άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων, αν και μεταβίβασε στους τελευταίους μόνο το ως άνω διαμέρισμά της με το αναλογούν σ΄ αυτό ποσοστό 50% εξ αδιαιρέτου επί του όλου οικοπέδου και των κοινοκτήτων και κοινοχρήστων μερών της οικοδομής, δεν παρακράτησε υπέρ αυτής το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας του εν λόγω διαμερίσματος, δεν συνάγεται ότι με την εν λόγω μεταβίβαση μεταβιβάστηκε σ΄ αυτούς αναγκαίως και συνακόλουθα και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της ως άνω ταράτσας, όπως διατείνονται οι εναγόμενοι, εφόσον αυτή (άμεση δικαιοπάροχος των εναγομένων) δεν είχε αποκτήσει το εν λόγω δικαίωμα, ανεξαρτήτως του ότι, κι΄ αν ακόμη είχε αποκτήσει το δικαίωμα αυτό, πράγμα που δεν αποδείχτηκε, δεν είχε δικαίωμα να το παρακρατήσει υπέρ αυτής, εφόσον μετά τη μεταβίβαση της ως άνω οριζόντιας ιδιοκτησίας της στους εναγόμενους, αυτή δεν διέθετε άλλη οριζόντια ιδιοκτησία στην ως άνω οικοδομή, ώστε να δύναται να είναι υποκείμενο της σχέσεως οριζόντιας ιδιοκτησίας, στην οποία υπήχθη η εν λόγω οικοδομή και να έχει δικαίωμα να διατηρήσει ή να παρακρατήσει οποιοδήποτε δικαίωμα χρήσεως (αποκλειστικής ή συγχρήσεως) της κοινόκτητης ταράτσας αυτής ή άλλων κοινόκτητων μερών της οικοδομής.
Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά που αποδείχθηκαν, ο ως άνω ισχυρισμός των εναγομένων περί κτήσεως απ΄ αυτούς δικαιώματος αποκλειστικής χρήσεως της ως άνω ταράτσας είναι κατ΄ ουσίαν αβάσιμος. Η κρίση, καταλήγει το Εφετείο, ότι η ως άνω ταράτσα είναι κοινόχρηστη, ενισχύεται και από το ότι η ενάγουσα ήδη πριν από την κτήση του οροφοδιαμερίσματος του πρώτου ορόφου έκανε χρήση της ως άνω ταράτσας, έχοντας τοποθετήσει σ΄ αυτή την κεραία της τηλεοράσεώς της και τον ηλιακό θερμοσίφωνα, χωρίς οποιαδήποτε εναντίωση της άμεσης δικαιοπαρόχου των εναγομένων και χωρίς να προβληθεί από την τελευταία δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως της ταράτσας αυτής.
Από τις παραπάνω παραδοχές του Εφετείου προκύπτει, ότι σ΄ αυτές εμπεριέχεται έμμεση διαπίστωση υπάρξεως κενού και ασάφειας στις διαλαμβανόμενες στον προαναφερόμενο τίτλο κτήσεως από τους εναγομένους - αναιρεσείοντες της οριζόντιας ιδιοκτησίας-διαμερίσματος του πρώτου ορόφου της κοινόκτητης οικοδομής (14017/1995 πωλητήριο συμβόλαιο) δηλώσεις βουλήσεως των συμβαλλομένων ως προς το ζήτημα, αν με το συμβόλαιο αυτό συμμεταβιβάστηκε ή όχι σ΄ εκείνους και το δικαίωμα αποκλειστικής χρήσεως του δώματος-ταράτσας του διαμερίσματος αυτού και της όλης οικοδομής, αφού το Εφετείο, κατά τη διαμόρφωση της αποφατικής προς τούτο κρίσεώς του, προέβη σε ερμηνευτική επεξεργασία του εν λόγω συμβολαίου, με αξιολογική συσχέτισή του προς άλλα εξωσυμβατικά, στοιχεία, και συγκεκριμένα με το περιεχόμενο άλλων συμβολαίων, και με πραγματικές καταστάσεις στο επίδικο (εγκατάσταση στην επίδικη ταράτσα κεραίας τηλεοράσεως και ηλιακού θερμοσύφωνα).
Ενώ, όμως, έπρεπε, μετά την άνω διαπίστωση να προσφύγει στους περιεχομένους στα άρθρα 173 και 200 του ΑΚ ερμηνευτικούς κανόνες των δικαιοπραξιών, προκειμένου να αποσαφηνίσει το νόημα των επιμάχων δηλώσεων βουλήσεων με τα μέτρα της καλής πίστεως και των συναλλακτικών ηθών, δεν έκανε χρήση των εν λόγω κανόνων, ούτε παραθέτει στην απόφασή του στοιχεία δηλωτικά της χρήσεως των κανόνων αυτών.
Ως εκ τούτου, το Εφετείο παραβίασε, παραλείποντας να εφαρμόσει, καίτοι συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, τις διατάξεις των άρθρων 173 και 200 του Α.Κ. Επομένως, ο τρίτος, από το άρθρο 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ, λόγος αναιρέσεως με τον οποίο καταλογίζεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια αυτή, είναι βάσιμος.
IV.- Επειδή κατόπιν όσων έχουν εκτεθεί πιο πάνω για τη βασιμότητα των πρώτου και τρίτου λόγων της αναιρέσεως, πρέπει: 1)Να αναιρεθεί η προσβαλλόμενη απόφαση εν μέρει και συγκεκριμένα ως προς τις διατάξεις της, με τις οποίες κατά παραδοχή σχετικών αιτημάτων της αγωγής, το δικαστήριο α)επέτρεψε στην ενάγουσα να μεταβαίνει στο δώμα-ταράτσα της διώροφης οικοδομής, όταν παρίσταται ανάγκη επισκέψεως τούτου, προκειμένου να προβεί σε έλεγχο της καταστάσεως, συντήρηση ή επισκευή των εγκαταστημένων σ΄ αυτή πραγμάτων της (κεραίας τηλεοράσεως και ηλιακού θερμοσύφωνα), με τα από προηγούμενη συνεννόηση με τους εναγομένους, μέσω των αναφερομένων στην απόφαση κλιμάκων και απείλησε κατά των εναγομένων χρηματική ποινή και προσωπική κράτηση για κάθε παράβαση της ανωτέρω διατάξεως' β)υποχρέωσε τους εναγομένους να απομακρύνουν από τον ακάλυπτο χώρο της άνω οικοδομής τα άχρηστα πράγματα, που έχουν εναποθέσει σ΄ αυτόν και σε περίπτωση αρνήσεώς τους επέτρεψε τούτο στην ενάγουσα με δαπάνη εκείνων' και γ)καταδίκασε τους εναγομένους στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων της εναγούσης και για τους δύο βαθμούς δικαιοδοσίας. 2)Να παραπεμφθεί η υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές (άρθρ. 580 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ). 3)Να καταδικαστεί η ηττηθείσα αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων (άρθρ. 176 και 183 Κ.Πολ.Δ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί την 255/2005 απόφαση του Εφετείου Αθηνών εν μέρει και ειδικότερα κατά τις διατάξεις της, που αναφέρονται στο σκεπτικό της παρούσης αποφάσεως.
Παραπέμπει την υπόθεση, κατά το αναιρούμενο μέρος, για περαιτέρω εκδίκαση, στο ίδιο Εφετείο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Καταδικάζει την αναιρεσίβλητη στη δικαστική δαπάνη των αναιρεσειόντων, που καθορίζει σε εννιακόσια εβδομήντα (970) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα στις 15 Νοεμβρίου 2006. Και
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του στις 1 Δεκεμβρίου 2006.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ