Legislator Case Law & Legislation
1866/2023 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal on property ownership and burden of proof errors.

Case Number 1866/2023
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the State's appeal against the First Instance Court's ruling on property ownership. The State argued the property belonged to the Greek State as a successor to Ottoman rights under London Protocols, but failed to prove this claim. The Court held that the State's assertions constituted mere allegations rather than proven facts, and the lower court correctly rejected them without applying the wrong burden of proof.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1) and 559(13) of the Code of Civil Procedure; An appeal for direct violation of substantive law is admissible only if the court of first instance misinterpreted or misapplied the law, or if the burden of proof was incorrectly assigned to the party making the claim.

Keywords

AI generated
burden of proof substantive law violation property ownership Ottoman succession London Protocols civil procedure appeal state ownership

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Article 571 of the Code of Civil Procedure
Article 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(13) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22(1) of Law 3693/1957
Article 52(18) of the Introductory Law to the Code of Civil Procedure
Article 5(12) of Law 1738/1987
Decision 134423/1992 of the Ministry of Economy and Justice

Cited Case Law

AI generated
OLAP 7/2006
OLAP 4/2018

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1866 / 2023 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1866/2023

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Μαρία Μουλιανιτάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη-Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αθανάσιο Θεοφάνη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, στις 1 Φεβρουαρίου 2023, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Σωτηρία Κοσμά, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Α., συζ. Α. Λ., θυγ. Γ. και Χ. Γ., κατοίκου ..., η οποία παραστάθηκε μετά της πληρεξουσίας δικηγόρου της Μαριέττας Γεωργούλη, και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 3-5-2017 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Σύρου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 198ΤΜ/2018 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 9/2021 του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου. Την αναίρεση της τελευταίας αποφάσεως ζητεί το αναιρεσείον με την από 21-5-2021 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αιτήσεως αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Η από 24/5/2021 αίτηση για αναίρεση της αριθμ.9/2021 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα, είναι συνεπώς παραδεκτή (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564, 566§1, 577§1 Κ.Πολ.Δ.) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρ.571, 577§3 Κ.Πολ.Δ.).

Κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (Ολ,ΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (Ολ.Α.Π. 4/2018).

Κατά το άρθρο 559 αρ. 13 του ΚΠολΔ., αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο εσφαλμένα εφάρμοσε τους ορισμούς του νόμου ως προς το βάρος της απόδειξης. Ο λόγος αυτός αναίρεσης ιδρύεται όταν το δικαστήριο παραβίασε τους ορισμούς του νόμου, αναφορικά με το ρυθμιζόμενο στη διάταξη του άρθρου 338 ΚΠολΔ βάρος της απόδειξης, με την οποία (διάταξη) κάθε διάδικος οφείλει να αποδείξει τα πραγματικά γεγονότα που είναι αναγκαία για να υποστηρίξει την αυτοτελή αίτηση ή ανταίτησή του.

Το βάρος της απόδειξης διακρίνεται σε υποκειμενικό και αντικειμενικό. Το υποκειμενικό προσδιορίζει τον διάδικο στον οποίο το δικαστήριο με παρεμπίπτουσα, περί απόδειξης απόφαση, θα επιβάλλει την ευθύνη προσκομιδής των αποδεικτικών μέσων, προς βεβαίωση στον απαιτούμενο βαθμό απόδειξης των θεμελιωτικών της αξίωσής του πραγματικών γεγονότων.

Το πεδίο εφαρμογής του υποκειμενικού βάρους απόδειξης έχει περιορισθεί σημαντικά μετά την κατάργηση της προδικαστικής απόφασης. Το αντικειμενικό βάρος προσδιορίζει τον διάδικο που φέρει τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή, ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων επέλευσης της επίδικης έννομης συνέπειας.

Η εσφαλμένη κατανομή του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, με την έννοια εσφαλμένου προσδιορισμού, του φέροντος τον κίνδυνο της αμφιβολίας του δικαστή ως προς τη συνδρομή των θετικών προϋποθέσεων γέννησης της επίδικης έννομης συνέπειας, διαδίκου, στοιχειοθετεί τον παρόντα λόγο αναίρεσης. Ειδικότερα, εσφαλμένη επιβολή του αντικειμενικού βάρους υπάρχει όταν το δικαστήριο από τις προσαχθείσες αποδείξεις δεν σχηματίζει την δικανική πεποίθηση που απαιτεί ο νόμος για την παραδοχή ορισμένου αιτήματος, δηλαδή, αμφιβάλλει για την ουσιαστική βασιμότητα κάποιου ισχυρισμού, που κατά νόμο θεμελιώνει το αίτημα της αγωγής, ένστασης κλπ και που οφείλει να αποδείξει ο υποβαλών το αίτημα διάδικος, οπότε το δικαστήριο θα έπρεπε να απορρίψει το σχετικό αίτημα.

Εάν δεν το απορρίψει υποπίπτει στη νομική πλημμέλεια της ανωτέρω διάταξης (Α.π 419/2020, ΑΠ 148/2016).

1. Κατά τα άρθρα 1-3 του Οθωμανικού νόμου της 7 Ραμαζάν 1274 οι γαίες διακρίνονται στις ακόλουθες πέντε κατηγορίες: (α) τις γαίες καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια", οικοδομήματα, εργαστήρια, αμπελώνες), των οποίων την κυριότητα είχε αυτός που τις εξουσίαζε και μπορούσε να τις διαθέτει ελεύθερα προς τρίτους με άτυπη συμφωνία περί μεταβίβασης, (β) τις δημόσιες γαίες ("μιριγιέ", τα καλλιεργήσιμα χωράφια, βοσκοτόπια, δάση), των οποίων η κυριότητα ανήκε στο Οθωμανικό Δημόσιο και επί των οποίων οι ιδιώτες μπορούσαν να αποκτήσουν μόνο δικαίωμα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), (γ) τις αφιερωμένες γαίες ("βακούφια"), των οποίων η χρήση και εκμετάλλευση γινόταν υπέρ κάποιου αγαθοεργού σκοπού και οι οποίες θεωρούνταν ως πράγματα εκτός συναλλαγής, (δ) τις εγκαταλελειμμένες σε κοινότητες γαίες ("μετρουκέ", οι δημόσιοι δρόμοι, οι πλατείες), οι οποίες ήταν προορισμένες για την κοινή χρήση και ανήκαν στο Δημόσιο και (ε) τις νεκρές γαίες ("μεβάτ", τα βουνά, τα ορεινά και πετρώδη μέρη, τα αδέσποτα δάση), οι οποίες αποτελούσαν γαίες που κανείς δεν κατείχε, δεν εξουσίαζε και δεν καλλιεργούσε και ανήκαν στο Δημόσιο.

Επακολούθησαν τα πρωτόκολλα του Λονδίνου της 3.2.1830, 4/16.6.1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίσθηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, ορίζοντας, σε συνδυασμό με την από 9.7.1832 Συνθήκη της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων", ότι το Ελληνικό Δημόσιο αποκτά την κυριότητα στα κτήματα των Οθωμανών, τα οποία είχε καταλάβει κατά την διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα (έως τις 3.2.1830) και είχε δημεύσει κατά την διάρκεια του πολέμου, καθώς και σε εκείνα, τα οποία, κατά τον χρόνο της υπογραφής των πρωτοκόλλων είχαν εγκαταλειφθεί από τους άλλοτε κυρίους τους Οθωμανούς, οι οποίοι απεχώρησαν και δεν εξουσιάζονταν πλέον από αυτούς, χωρίς παράλληλα να έχουν καταληφθεί από τρίτους μέχρι την έναρξη ισχύος του νόμου της 21-6/3-7/1837 "περί διακρίσεως δημόσιων κτημάτων", περιερχόμενα κατά το άρθρο 16 αυτού στην κυριότητα του Δημοσίου ως αδέσποτα.

Με τις ρυθμίσεις αυτές το Ελληνικό Δημόσιο δεν κλήθηκε ως καθολικός διάδοχος των Οθωμανών, αλλά διαδέχθηκε το Τουρκικό Δημόσιο in globo με τη γενόμενη δήμευση "δικαιώματι πολέμου", ως ειδικού τίτλου, στο δικαίωμα κυριότητας των κτημάτων, τα οποία κατείχοντο μόνο από τους Οθωμανούς κατά την έναρξη της Ελληνικής Επανάστασης και, ή κατέλαβε διαρκούντος του πολέμου, ή ως εγκαταλελειμμένα από τους πρώην κυρίους τους, δεν κατείχοντο πλέον από αυτούς.

Η διαδοχή του Ελληνικού Δημοσίου στο Τουρκικό Δημόσιο "δικαιώματι πολέμου" αφορά και τις νήσους του Αιγαίου, με ρητή αναφορά τους στο σχετικό κείμενο του πρακτικού (αρ. 3) και στο προηγούμενο πρωτόκολλο της 10/22-3-1829 με τον παράτιτλο "Οριοθεσία της Στερεάς και των νήσων", διαλαμβάνοντας "Αι παρακείμεναι εις την Πελοπόννησον νήσοι, η Εύβοια και αι κοινώς καλούμεναι Κυκλάδες θέλουν αποτελεί ωσαύτως μέρος τούτου του Κράτους".

Η διαδοχή όμως αυτή δεν έθιξε τα εμπράγματα δικαιώματα των ιδιωτών, τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των ακινήτων καθαρής ιδιοκτησίας ("μούλκια") και τα δικαιώματα εξουσίασης ("τεσσαρούφ"), τα οποία είχαν αποκτηθεί επί των δημοσίων γαιών σύμφωνα με το Οθωμανικό δίκαιο. Λόγοι ιστορικής ιδιαιτερότητας διαμόρφωσαν ιδιαίτερο νομικό και ιδιοκτησιακό καθεστώς στις Κυκλάδες.

Ειδικότερα οι γαίες των νησιών αυτών χαρακτηρίσθηκαν κατά τον ιερό μουσουλμανικό νόμο ως ιδιωτικές ανήκουσες στην κατά τα άρθρα 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 Οθωμανικού νόμου "περί γαιών" κατηγορία των καθαράς ιδιοκτησίας ακινήτων, τα οποία εξακολούθησαν εξουσιαζόμενα υπό των μέχρι τότε κυρίων αυτών και δη κατά πλήρη κυριότητα, υπό τον όρο όμως καταβολής εγγείου φόρου.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των νήσων αυτών, μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον σουλτάνο, ουδέ κατεχόμενα από Οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της από 7.7.1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Τούτο, όμως, συμβαίνει εφόσον πρόκειται περί γαιών καθαρής ιδιοκτησίας, ενώ και για τα νησιά των Κυκλάδων, σύμφωνα με τα ως άνω Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας, κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου.

Και τούτο διότι οι εκτάσεις αυτές παρέμειναν προσδιορισμένες κατά την ταυτότητά τους ως τμήμα της χώρας του Οθωμανικού Κράτους και οι οποίες ουδέποτε εξουσιάστηκαν από ορισμένο πρόσωπο, αλλά υπήγοντο υπό την απόλυτη εξουσία του κράτους αυτού. Μετά δε την Επανάσταση του 1821 και τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους διά των προαναφερομένων Πρωτοκόλλων και Συνθήκης, οπότε προσδιορίστηκε η χώρα του Ελληνικού Κράτους, των ακινήτων αυτών κατέστη κύριο το νέο Ελληνικό Κράτος χωρίς καμιά αποζημίωση.

Η νομική αυτή παραδοχή επιβεβαιώνεται από το Πρωτόκολλο της 4/16 Ιουνίου 1830, στο κείμενο του οποίου ορίζεται ότι τα κτήματα υπό το όνομα "Βακούφια" και όσα δεν είναι ιδιωτικά, αλλά εκκλησιαστικά ή δημόσια υπό το οθωμανικό σύστημα, θα ανήκουν αυτοδικαίως στην Κυβέρνηση της Ελλάδος (βλ. ΟλΑΠ 1/2013, Α.Π 419/2020, ΑΠ 222/2017, ΑΠ 34/2019).

2. Περαιτέρω, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1, 2 και 3 του β.δ. της 17 (29).11./1.12.1836 "περί ιδιωτικών δασών", που έχει ισχύ νόμου, αναγνωρίστηκε η κυριότητα του Δημοσίου επί των εκτάσεων που αποτελούσαν δάση, εκτός από εκείνες, οι οποίες πριν από την έναρξη του περί ανεξαρτησίας απελευθερωτικού αγώνα ανήκαν σε ιδιώτες.

Για την αναγνώριση των τελευταίων ως ιδιωτικών δασών, όφειλαν οι ιδιοκτήτες των δασικών εκτάσεων, μέσα σε αποκλειστική προθεσμία ενός έτους από τη δημοσίευση του διατάγματος αυτού, να παρουσιάσουν στη Γραμματεία του Υπουργείου Οικονομικών τους τίτλους ιδιοκτησίας, διαφορετικά θεωρούνται δημόσια δάση.

Έτσι, με τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω β.δ/τος θεσπίσθηκε υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου μαχητό τεκμήριο κυριότητας σε όλα τα δάση, που υπήρχαν πριν την ισχύ του διατάγματος αυτού στα όρια του Ελληνικού Κράτους, τα οποία δεν αναγνωρίσθηκαν νομίμως ότι ανήκουν σε ιδιώτες. Προϋπόθεση, όμως, εφαρμογής του τεκμηρίου αυτού είναι η ιδιότητα του διεκδικούμενου ακινήτου ως δάσους κατά το χρόνο έναρξης ισχύος του παραπάνω διατάγματος (ΑΠ 34/2019, ΑΠ 303/2015, ΑΠ 148/2016).

Δάσος, κατά την έννοια των προαναφερόμενων διατάξεων, θεωρείται κάθε έκταση εδάφους, η οποία καλύπτεται ολικά ή μερικά από άγρια ξυλώδη φυτά οποιωνδήποτε διαστάσεων και ηλικίας, τα οποία προορίζονται για την παραγωγή ξυλείας ή και άλλων προϊόντων, σύμφωνα με τον ορισμό του δάσους που περιέχεται στη διάταξη του άρθρου 1 του Ν.

ΑΧΝ/1888 "περί διακρίσεως και οριοθεσίας των δασών", η οποία περιλήφθηκε ως άρθρο 57 στο Ν. 3077/1924 "περί δασικού Κώδικος" και βασικά δεν διαφέρει από τις διατάξεις του άρθρου 3 παρ. 1 και 2 του Ν. 998/1979. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει, ότι το δάσος είναι οργανικό σύνολο άγριων φυτών με ξυλώδη κορμό επί της επιφάνειας του εδάφους, τα οποία μαζί με την εκεί συνυπάρχουσα πανίδα και χλωρίδα αποτελούν, δια της αμοιβαίας αλληλεξάρτησης και αλληλεπίδρασής τους ιδιαίτερη βιοκοινότητα (δασοβιοκοινότητα) και ιδιαίτερο φυσικό περιβάλλον (δασογενές).

Δασική έκταση υπάρχει όταν στο ανωτέρω η άγρια ξυλώδης βλάστηση, υψηλή ή θαμνώδης είναι αραιά. Κρίσιμη επομένως, για την έννοια του δάσους και της δασικής έκτασης είναι η οργανική ενότητα της δασικής (δενδρώδους ή θαμνώδους) βλάστησης, η οποία με τη συνύπαρξη της όλης δασογενούς χλωρίδας και πανίδας προσδίδει μόνη σ' αυτό την ιδιαίτερη ταυτότητα ως δασικού οικοσυστήματος.

Με βάση τις προηγούμενες παραδοχές, και στα νησιά των Κυκλάδων (επομένως και στη Κ.), σύμφωνα τα Πρωτόκολλα του Λονδίνου και τη Συνθήκη της Κωνσταντινούπολης, εφόσον επρόκειτο, όχι για γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, αλλά για εκτάσεις που αφορούσαν στα δάση, τους αιγιαλούς, τα κοινόχρηστα, τις βοσκές και τις εκτάσεις που λόγω της μορφής τους δεν εξουσιάζονταν από κανένα, μετά τον Αγώνα της Ανεξαρτησίας κατέστη κύριος αυτών το Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του Οθωμανικού Κράτους δικαιώματι πολέμου. 3.

Όσον αφορά στα αδέσποτα ακίνητα, καθιερώθηκε το πρώτον το έτος 1837 ότι ανήκουν στο Δημόσιο με το άρθρο 16 του ν. της 21.6/10.7.1837 "περί διακρίσεως κτημάτων", με το οποίο ορίστηκε ότι "όλα τα παρ' ιδιωτών ή κοινοτήτων μη δεσποζόμενα, δηλαδή όλα τα αδέσποτα καθώς και τα των ακλήρων αποθανόντων κτήματα, επί των οποίων δεν υπάρχουν άλλων αποδεδειγμένοι απαιτήσεις, ανήκουν εις το Δημόσιον".

Στη συνέχεια η αρχή αυτή επαναλήφθηκε με το άρθρο 2 του ν. 1539/1938 και μετά την ισχύ του ΑΚ με το άρθρο 972 αυτού. Εξάλλου, σύμφωνα με τις διατάξεις του προϊσχύσαντος Βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου των ν. 1, 23 Πανδ. (47,1), Εισ. 47 (2. 1), προϋπόθεση για την περιέλευση κάποιου πράγματος στην κατηγορία των αδέσποτων, ήτοι των πραγμάτων, τα οποία είναι μεν ικανά να τεθούν υπό την ανθρώπινη εξουσίαση, αλλά δεν υπάρχει κύριος τούτων, και τα οποία, σύμφωνα με την παραπάνω διάταξη του άρθρου 16 του ν. 21.6/10.7.1837, ανήκουν κατά κυριότητα στο Δημόσιο, είναι όχι μόνο η εγκατάλειψη της νομής του πράγματος (κινητού ή ακινήτου), αλλά και η βούληση εγκατάλειψης του πράγματος, δηλαδή απόφαση του κυρίου περί παραιτήσεως αυτού από την κυριότητα, χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβίβασης του πράγματος σε συγκεκριμένο τρίτο πρόσωπο.

Η βούληση του κυρίου πρέπει να εκδηλώνεται υπό συνθήκες που δεν καθιστούν αυτήν αμφίβολη και υπό την αυτονόητη προϋπόθεση ότι ο παραιτούμενος ήταν κύριος του πράγματος. Για την εγκατάλειψη του ακινήτου με σκοπό παραιτήσεως από την κυριότητα, κατά το προϊσχύσαν β.ρ. δίκαιο, δεν απαιτείτο ο τύπος του συμβολαιογραφικού εγγράφου και μεταγραφή, όπως ήδη απαιτείται υπό την ισχύ του ΑΚ.

Ο νόμος αυτός "περί διακρίσεως κτημάτων" τροποποίησε τον προϊσχύσαντα αυτού κανόνα του βυζαντινορρωμαϊκού δικαίου, κατά τον οποίο όποιος καταλάμβανε αδέσποτο αποκτούσε την κυριότητά του (Πανδ. 41.1), έτσι ώστε να μην απαιτείται πλέον η πραγματική κατάληψη των αδέσποτων ακινήτων, προκειμένου να επέλθει κτήση της κυριότητας.

Η τροποποίηση αυτή υπαγορεύτηκε από την ανάγκη να καταστεί ευχερής η κτήση από το Ελληνικό Δημόσιο της κυριότητας των κτημάτων, τα οποία είχαν εγκαταλειφθεί από τους Οθωμανούς ιδιοκτήτες τους, οι οποίοι αποχώρησαν από την Ελλάδα λόγω του απελευθερωτικού αγώνα. Έτσι, τα κτήματα αυτά αποκτήθηκαν "δικαιώματι πολέμου" ανεξαρτήτως της κατάληψής τους κατά τη διάρκεια του απελευθερωτικού αγώνα από το Δημόσιο ή τις ελληνικές στρατιωτικές δυνάμεις (ΑΠ 419/2020, ΑΠ 34/2019).

4.Εξάλλου, κατά το άρθρο 1 του Β.Δ. της 12-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου, όλα τα λειβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο.

Η διάταξη αυτή αφορά τη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και επομένως και σε αυτές που δεν ανήκαν σε ιδιώτες και είχαν καταληφθεί από το Ελληνικό Δημόσιο στις Κυκλάδες, δεν καθιστά όμως ανεπίδεκτα νομής και ιδιωτικής κτήσεως στο μέλλον τα ακίνητα αυτά.

Η έννοια αυτή προκύπτει και από: α) το άρθρο 1 παρ. 2 του ν. ΚΘ' της 31-1/18-2-1864, κατά το οποίο το Δημόσιο και οι Κοινότητες διατηρούν τα δικαιώματα που είχαν επί των αμφισβητουμένων λειβαδίων άνευ βλάβης των αποκτηθέντων δικαιωμάτων από τρίτους, καθώς και β) από το άρθρο 3 του ν. ΨΗΖ71880, κατά το οποίο, οι Κοινότητες, ως προς τα κοινοτικά λειβάδια, διατηρούν απέναντι των ιδιωτών τη νομική κατοχή επί των βοσκοτόπων, επί των οποίων εγένεντο μέχρι το 1864 τοποθετήσεις ποιμνίων (ΑΠ 419/20, ΑΠ 34/2019). 5.Σύμφωνα με τις διατάξεις των ν.8 παρ. 1 κωδ. (7.39), ν.9 παρ.1 πανδ. (50.14), ν 2 παρ. 20 πανδ.(41.4), ν 6 παρ. 1 πανδ. (44.3)// ν.76 παρ. 1 πανδ. (18.1) και ν.7 παρ. 3 πανδ. (23.3) του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα (δηλαδή πριν τις 23.2.1946), μπορούσε να αποκτηθεί η κυριότητα του ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, κατόπιν άσκησης νομής επ' αυτού, με καλή πίστη και διάνοια κυρίου, σε χρονικό διάστημα μιας συνεχούς τριακονταετίας, με τη δυνατότητα αυτού που χρησιδεσπόζει, να συνυπολογίσει στο δικό του χρόνο νομής και εκείνον του δικαιοπαρόχου του, εφόσον είχε γίνει με νόμιμο τρόπο καθολικός ή ειδικός διάδοχος αυτού, ενώ, κατά το ίδιο δίκαιο, που ίσχυε πριν από τον Αστικό Κώδικα, τα δημόσια κτήματα είχαν εξαιρεθεί από την τακτική χρησικτησία.

Από το συνδυασμό των διατάξεων αυτών προς εκείνες των άρθρων 18 και 21 του νόμου της 21.6/3.7.1837 "περί διακρίσεως δημοσίων κτημάτων", συνάγεται ότι έκτακτη χρησικτησία χωρεί με τις προϋποθέσεις που εκτέθηκαν και σε δημόσια κτήματα, όπως είναι και τα δάση, εφόσον όμως η τριακονταετής νομή αυτών είχε συμπληρωθεί μέχρι τις 11.9.1915, όπως τούτο προκύπτει, αφενός από τις διατάξεις του νόμου ΔΞΗ/1912 και των διαταγμάτων "περί δικαιοστασίου", που εκδόθηκαν με βάση αυτόν και αφετέρου του άρθρου 21 του ΝΔ της 22.4/16.5.1926 "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης", που επαναλήφθηκε στο άρθρο 4.

του αν. 1539/1938 "περί προστασίας δημοσίων κτημάτων", που διατηρήθηκαν σε ισχύ και μετά την εισαγωγή του ΑΚ με τις οποίες ανεστάλη κάθε παραγραφή ή δικαστική προθεσμία σε αστικές διαφορές και απαγορεύθηκε οποιαδήποτε παραγραφή των δικαιωμάτων του Δημοσίου στα κτήματα του, άρα και η χρησικτησία (ΟλΑΠ 75/1987, Α.Π 419/2020, Α.Π. 371/2020, Α.Π. 241//2020, Α.Π. 1753/2017).

ΑΠ 148/2016). Πλην όμως προϋπόθεση της συμπληρώσεως της τριακονταετούς νομής στο πρόσωπο του χρησιδεσπόζοντος ή των δικαιοπαρόχων του, μέχρι τις 11.9.1915, για κτήση κυριότητας με έκτακτη χρησικτησία, είναι ότι το ακίνητο είναι δημόσιο κτήμα. Εφόσον δεν πρόκειται για δημόσιο κτήμα, είναι δυνατή η κτήση κυριότητας με τακτική ή έκτακτη χρησικτησία και μετά τις 11.9.1915, εφόσον συντρέχουν οι λοιπές προϋποθέσεις (Α.Π 419/2020, ΑΠ 148/2016, ΑΠ 34/2019, ΑΠ 1840/2017).

6. Περαιτέρω, οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου από τις διατάξεις που προαναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω στους αριθμούς 1 ως και 4, που προβάλλονται από αυτό προς αντίκρουση της εναντίον του ασκηθείσας αναγνωριστικής ή διεκδικητικής αγωγής κυριότητας ακινήτου, αποτελούν ενστάσεις, ως γεγονότα διακωλυτικά της γένεσης του δικαιώματος κυριότητας του ενάγοντος και όχι αιτιολογημένη άρνηση μιας τέτοιας αγωγής. Επομένως, τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των ισχυρισμών (ενστάσεων) αυτών, πρέπει να επικαλεσθεί και αποδείξει το ενιστάμενο Ελληνικό Δημόσιο. Για τον ίδιο λόγο το Ελληνικό Δημόσιο οφείλει να επικαλεσθεί και αποδείξει τα πραγματικά περιστατικά που θεμελιώνουν την ιστορική βάση των από τις παραπάνω διατάξεις ισχυρισμών του σε ασκηθείσα από το ίδιο αυτοτελή αίτηση, αγωγή ή κυρία παρέμβαση (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 368/2015). Συνακόλουθα, τις συνέπειες της αμφιβολίας του δικαστηρίου περί της βασιμότητας των ισχυρισμών αυτών φέρει το Ελληνικό Δημόσιο είτε ως εναγόμενο και ενιστάμενο (και όχι ο ενάγων), είτε ως ενάγον ή κυρίως παρεμβαίνον, ώστε, αν δεν αποδείχθηκε η ύπαρξη κυριότητας ή άλλου δικαιώματος του Ελληνικού Δημοσίου, στην μεν πρώτη περίπτωση η εναντίον του αγωγή δεν θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (ΑΠ 148/2016, ΑΠ 847/2013), στη δε δεύτερη περίπτωση η δική του αγωγή ή η κυρία παρέμβαση θα απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη (Α.Π 419/2020).

Εν προκειμένω, από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρο 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), προκύπτει ότι το Εφετείο που την εξέδωσε δέχτηκε με αυτή ότι από τα αποδεικτικά μέσα που αναφέρει αποδείχτηκε, κατά την αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμησή του (άρθρο 561 αρ. 1 ΚΠολΔ), ότι "Το επίδικο είναι, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.681,90 τ.μ.

και αξίας 50.000 ευρώ, που βρίσκεται εκτός πόλης και οικισμού στη θέση "..." στη κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής ενότητας Κύθνου, εμφαίνεται στο από Φεβρουάριο 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ. με αριθμό 5 και στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Α και συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία αγνώστου, Ανατολικά με αγροτεμάχιο υπ' αριθ. 4 ιδιοκτησίας Ι.

Γ., Νότια με ιδιοκτησία αγνώστου και Δυτικά με αγροτεμάχιο υπ' αριθμ. 6 ιδιοκτησίας αγνώστου. Το ίδιο ακίνητο αποτυπώνεται και στο από Ιούλιο 2002 τοπογραφικό διάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ., με αριθμό 5 και στοιχεία Δ-Ε-Ζ-Ν-Ξ-Δ και εμφανίζεται να συνορεύει Βόρεια με ιδιοκτησία Γ. Φ., Ανατολικά με αγροτεμάχιο 4 του ιδίου διαγράμματος, Νότια με ιδιοκτησία κληρονόμων Γ.

Λ. και Δυτικά με αγροτεμάχιο 6 του ιδίου διαγράμματος ιδιοκτησίας Γ. Γ., Ι. Γ. και Η. Μ.. Το ανωτέρω αγροτεμάχιο περιήλθε στη νομή της ενάγουσας κατόπιν κληρονομικής διαδοχής από το πατέρα της Γ. Γ. του Ε. και Α.. ο οποίος απεβίωσε στις 20/3/2009 και κατέλιπε το ως άνω ακίνητο στην ενάγουσα, με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών κατά τη συνεδρίασή του της 17/9/2010 με αριθμό πρακτικού ..., κηρύχθηκε κυρία με την υπ' αριθμ. 1862/2010 απόφαση του ίδιου δικαστηρίου και καταχωρήθηκε στο Γενικό Βιβλίο Διαθηκών του Πρωτοδικείου Αθηνών στο τόμο 3264 με αριθμό 161.

Η ενάγουσα αποδέχθηκε την κληρονομιά αυτή δυνάμει της υπ' αριθμ. ... πράξης δήλωσης αποδοχής κληρονομιάς τη. συμβολαιογράφου Περιστεριού Μαριέττας Παπαμακαρίου-Φιλίππα, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κύθνου στον .... Το ανωτέρω ακίνητο από το 2003 είχε περιέλθει στη νομή του πατέρα της ενάγουσας Γ.

Γ. του Ε. και Α., κατόπιν διανομής δυνάμει του υπ' αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου της συμβολαιογράφου Κύθνου Μ. Β., το οποίο μεταγράφηκε στο τόμο .... Το επΐδικο αποτελούσε τμήμα ενός ευρύτερου ακινήτου, το οποίο διανεμήθηκε με το παραπάνω συμβολαιογραφικό έγγραφο, ήτοι ενός αγρού, εμβαδού 67.707,60 τμ, που αποτυπώνεται στο από Ιούνιο του 2002 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Γ. με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Η-Ι-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο-Π-Ρ-Σ-'Γ-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Γ'-Κ'-Λ'-Μ'-Ν'-Ξ'-Ο'-ΤΓ-Ρ'-Σ'-Τ'-Α και συνορεύει (πριν διανεμηθεί) Βόρεια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Δ. Γ., Γ. Φ., κληρονόμων Ε. Γ., Ι. Γ., αγροτικό δρόμο και ιδιοκτησία αγνώστου, Ανατολικά με ιδιοκτησία Ν. Γ., Νότια με ιδιοκτησίες κληρονόμων Γ. Λ. και Μ. Γ., Δυτικά με ιδιοκτησία Μ.

Γ.. Το ανωτέρω όλο ακίνητο το νέμονταν σε ποσοστό 1/3 εξ αδιαιρέτου οι Γ. Γ. του Ε. και Α., Ι. Γ. του Ε. και Α. και Η. Μ. του Θ. και Ε., είχαν δε αποκτήσει τη νομή σε αυτό έκαστος ως εξής: Α) Ο Γ. Γ. του Ε. και Α. νέμονταν το 1/3 εξ αδιαιρέτου του όλου ακινήτου από το 1978, οπότε με το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κύθνου Κ.

Α. (το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κύθνου στον τόμο ...) είχε αγοράσει από τον αδερφό του Φ. Γ. του Ε. και Α. το 1/3 της ψιλής κυριότητας του ακινήτου, ενώ ο επικαρπωτής του 1/3 του ακινήτου Ε. Γ.ς του Ν. και Ά. απεβίωσε στις 22/4/1982. Στον ως άνω Φ. Γ. του Ε. και Α. η νομή του 1/3 του ακινήτου ως ψιλού κυρίου αυτού περιήλθε από τον πατέρα του Ε.

Γ. του Ν. και Ά. το 1976, όπως προκύπτει από το υπ' αριθμ. ... συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κύθνου Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο .... Στον Ε. Γ. του Ν. και Ά. η νομή επί του συνόλου του ακινήτου περιήλθε με αγορά από τον πατέρα του Ν. Γ. του Ε. το 1949, σύμφωνα και με το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Κύθνου Δ. Μ., που μεταγράφηκε στα βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο .... Ο ανωτέρω Ν. Γ. του Ε. απέκτησε τη νομή επί του συνόλου του ακινήτου περί το 1914 με άτυπη αγορά από τον Γ. Δ., ο οποίος νεμόταν το ακίνητο από το 1865, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο του τότε Ειρηνοδίκη Κύθνου, που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου στον τόμο Δ με αριθμό 289, το οποίο μετ' επικλήσεως προσκομίζεται.

Β) Ο Ι. Γ. του Ε. και Α. απέκτησε τη νομή του άλλου 1/3 του όλου ακινήτου το 1978, οπότε και αγόρασε το 1/3 της ψιλής κυριότητας του ακινήτου δυνάμει του υπ' αριθμ. ... συμβολαίου αγοραπωλησίας του συμβολαιογράφου Κύθνου Κ. Α. (το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κύθνου στον τόμο ...) από τον αδερφό του Φ.

Γ. του Ε. και Α.. Στον ως άνω Φ. Γ. του Ε. και Α. η νομή του 1/3 του ακινήτου περιήλθε (ως ψιλό κύριο) από τον πατέρα του Ε. Γ. του Ν. και Ά. το 1976, όπως αποδεικνύεται και από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κύθνου Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ....

Στον Ε. Γ. του Ν. και Ά. η νομή του συνόλου του ακινήτου μεταβιβάστηκε το 1949, από τον πατέρα του Ν. Γ. του Ε., στον οποίο η νομή είχε περιέλθει από τον Γ. Δ., κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, ο δε τελευταίος, όπως επίσης προεκτέθηκε, νέμοταν το ακίνητο ήδη από το 1865. Γ) Στον Η. Μ. Θ. και Ε. η νομή του 1/3 του όλου ακινήτου περιήλθε το 2002, όταν δυνάμει της υπ' αριθμ. 3453/2002 περίληψης κατακυρωτικής έκθεσης ακινήτου, η οποία μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του Υποθηκοφυλακείου Κύθνου στον τόμο ..., αναδείχθηκε υπερθεματιστής στον πλειστηριασμό που διενεργήθηκε στις 31/7/2002 εις βάρος της ανώνυμης εταιρίας με την επωνυμία "...".

Στην ανωτέρω εταιρία η νομή επί του 1/3 περιήλθε ως εξής: α) Για το ποσοστό του 1/6 εξ αδιαιρέτου το 1996, κατόπιν της υπ' αριθ. 1582/1996 κατακυρωτικής έκθεσης, που μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του ανώτερω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο ... κατόπιν αναγκαστικού πλειστηριασμού εις βάρος του Ε. Γ. του Φ. και της Κ. Στον ως άνω Ε.

Γ. του Φ. και της Κ. η νομή του 1/6 περιήλθε το 1988, κατόπιν αγοράς από τη Κ. σύζυγό Φ. Γ. το γένος Σ. Φ. όπως προκύπτει απόν το υπ' αριθ. ... πωλητήριο συμβόλαιο του συμβολαιογράφου Λαυρίου Κ. Α., που μεταγράφηκε στα βιβλία του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 40 με αριθμό 2. Στην Κ. σύζυγο Φ. Γ. το γένος Σ. Φ. η νομή επί του 1/6 περιήλθε κατόπιν δωρεάς από τον Φ.

Γ. του Ε. και Α., όπως υποδεικνύεται ιδίως από το υπ' αριθ. ... συμβόλαιο δωρεάς του ανωτέρω συμβολαιογράφου, που μεταγράφηκε στο οικείο Υποθηκοφυλακείο στον τόμο 33 με αριθμό 38. Στον ως άνω Φ. Γ. του Ε. και Α. η νομή του 1/3 του ακινήτου ως ψιλού κυρίου αυτού περιήλθε από τον πατέρα του Ε. Γ. του Ν. και Ά. το 1976, όπως προκύπτει και από το υπ' αριθ. ...

συμβόλαιο αγοράς του συμβολαιογράφου Κύθνου Κ. Α., το οποίο μεταγράφηκε στα βιβλία μεταγραφών του οικείου Υποθηκοφυλακείου στον τόμο .... Στον δε Ε. Γ. του Ν. και Ά. η νομή του συνόλου του ακινήτου μεταβιβάστηκε το 1949, από τον πατέρα του Ν. Γ. του Ε., στον οποίο η νομή είχε δοθεί από τον Γ. Δ., κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, νέμονταν το ακίνητο ήδη από το 1865.

β) Ως προς τη νομή επί του άλλου 1/6, αυτή περιήλθε στην παραπάνω εταιρία με αγορά το 1993 από τον Σ. Γ. του Φ. και Κ., σύμφωνα με το υπ' αριθμ. 8973/1993 συμβόλαιο του παραπάνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία του ως άνω Υποθηκοφυλακείου στον τόμο 56 με αριθμό 20. Ο Σ. Γ. του Φ. και Κ. κατέστη νομέας του 1/6 του ακινήτου με αγορά από την Κ.

σύζυγο Φ. Γ. το γένος Σ. Φ., κατόπιν του υπ' αριθ. ... συμβολαίου του ως άνω συμβολαιογράφου που μεταγράφηκε στα βιβλία του Υποθηκοφυλακείου Κύθνου στον τόμο 40 με αριθμό 2. Στην Καλλιόπη σύζυγο Φ. Γ. η νομή είχε περιέλθει κατόπιν δωρεάς το 1985, από τον Φ. Γ. του Ε. και Α., ο οποίος νεμόταν το 1/3 του ακινήτου από το 1976 κατόπιν μεταβίβασης αυτής από τον πατέρα του Ε.

Γ. του Ν. και Ά. όπως οι μεταβιβάσεις αυτές αναφέρθηκαν αμέσως παραπάνω. Στον Ε. Γ. του Ν. και Ά. η νομή του συνόλου του ακινήτου μεταβιβάστηκε το 1949, από τον πατέρα του Ν. Γ. του Ε., στον οποίο η νομή είχε μεταβιβαστεί από τον Γ. Δ., κατά τον τρόπο που προεκτέθηκε, ο δε τελευταίος, όπως επίσης προεκτέθηκε νέμονταν το ακίνητο ήδη από το 1865.

Να σημειωθεί, εδώ ότι η ανωτέρω σειρά μεταβιβάσεων της νομής, από τον αρχικό δικαιοπάροχο Γ. Δ. μέχρι τον άμεσο δικαιοπάροχο της ενάγουσας Γ. Γ. του Ε. και Α., αφορά στην ευρύτερη έκταση των 67.707,60 τμ, που αποτυπώνεται στο από Ιούνιο του 2002 τοπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ. Γ. με στοιχεία Α-Β-Γ-Δ-Ε-Ζ-Η-Θ-Η-Τ-Κ-Λ-Μ-Ν-Ξ-Ο'-Π-Ρ-Σ-Τα-Υ-Φ-Χ-Ψ-Ω-Α'-Γ'-Κ'-Λ'-Μ'-Ν'-Ξ,-Ο'-Π'-Ρ',-Σ',-Τ'-Α, όπως αποδεικνύεται από όλα τα παραπάνω συμβολαιογραφικά έγγραφα, στα οποία η έκταση αναφέρεται πάντα ότι συνορεύει γύρωθεν με ιδιοκτησίες Δ.

Γ., Ε. Γ. (και κατόπιν του υιού του Φ. Γ.), Γεωργίου Φίλιππα και δημόσιο δρόμο. Επομένως, δεν γεννάται αμφιβολία ως προς την ταυτότητα του ακινήτου στο οποίο ασκούνταν οι πράξεις νομής από τους δικαιοπαρόχους της ενάγουσας, από το γεγονός ότι δεν προσδιορίζεται στους άνω τίτλους το εμβαδόν του ακινήτου, γεγονός που δικαιολογείται από τη φύση του ακινήτου (ορεινό και με κλίσεις), η οποία καθιστούσε αδύνατη παλιότερα την ακριβή καταμέρτησή του.

Έτσι, όπως προκύπτει από τους τίτλους ιδιοκτησίας της εφεσίβλητης, το επίδικο εμπίπτει εξ' ολοκλήρου στους τίτλους ιδιοκτησίας της, στους οποίους παρατηρείται μεν διαφορά στην αναγραφόμενη έκταση του αρχικά ευρύτερου ακινήτου, πλην όμως, οι διαφοροποιήσεις αυτές ως προς την καταγραφόμενη συνολική επιφάνεια του, δεν αλλοιώνουν την αδιάβλητη γεωμετρική ταυτότητα του, καθώς αυτή προκύπτει εναργώς και από τη θέση και ταυτοποίηση του έναντι των αναφερόμενων σε όλους τους τίτλους κτήσης περιμετρικών ορίων, ενώ αμφισβήτηση δεν μπορεί να γεννηθεί ούτε ως προς τη χωροταξική του διάρθρωση και τη γειτνίαση του με τις όμορες ιδιοκτησίες, και δεν καταλείπονται αμφιβολίες ως προς την πλήρη ταυτότητα του.

Ο ισχυρισμός του εκκαλούντος (εναγόμενου) ότι η αναφερόμενη στην αγωγή έκταση του ανωτέρω ακινήτου πολλαπλασιάστηκε αυθαίρετα και δεν ανταποκρίνεται στην πραγματικότητα, δεν εδράζεται σε κανένα αποδεικτικό μέσο, αντίθετα το αναφερόμενο στην αγωγή εμβαδόν προκύπτει από την πρώτη ακριβή καταμέτρηση του επίδικου, που έγινε το 2003, με το από Ιουνίου 2003 τυπογραφικό σχεδιάγραμμα του πολιτικού μηχανικού Γ.

Γ., το οποίο προσκομίζει και επικαλείται η εφεσίβλητη και το οποίο προσαρτάται στο υπ' αριθ. ... διανεμητήριο συμβόλαιο της Συμβολαιογράφου Κύθνου Μαρίας Βογιατζάκη, επί του οποίου στηρίζονται όλες οι μετέπειτα συμβολαιογραφικές μεταβιβάσεις των προκυψάντων από τη διανομή αυτή τμημάτων, ως και το επίδικο.

Άλλωστε, ο ισχυρισμός αυτός έρχεται σε αντίφαση με την Δ.Υ 1/12/2011 έκθεση αυτοψίας και εισήγησης της Δασολόγου της Δ. Δασών Ν. Κυκλάδων, στην οποία αναφέρεται ότι "Η μορφή που εμφανίζει η έκταση είναι : Έκταση που οριοθετείται με ξερολιθιά (Α& Δ) και νοητά όρια (Β & Ν) και αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης με περιμετρική ξερολιθιά".

Επί της εκθέσεως αυτής, με τη σύμφωνη γνώμη της Υπηρεσίας, εκδόθηκε η με αριθμ. πρωτοκόλλου ... Πράξη Χαρακτηρισμού αρ. 14 Ν. 998/79 της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων, που το ίδιο το εκκαλούν προσκομίζει, χωρίς να αμφισβητηθεί η ταυτότητα του ακινήτου, ως αυτή απεικονίζεται στο από Φεβρουάριου 2011 τοπογραφικό διάγραμμα του ιδίου ως άνω πολιτικού μηχανικού Γ.

Γ., από το εκκαλούν. Πρέπει, συνεπώς, ο σχετικός πέμπτος λόγος έφεσης να απορριφθεί ως ουσιαστικό αβάσιμος. Περαιτέρω, σε κάθε περίπτωση, ο απώτατος δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης (ενάγουσας), Γ. Δ., αποδείχθηκε ότι ασκούσε επί του ακινήτου τουλάχιστον από το έτος 1865, περιελθόν αυτό στη νομή του δυνάμει του υπό αριθμ. ...

νόμιμα μεταγεγραμμένου συμβολαίου του τότε Ειρηνοδίκη Κύθνου, και μέχρι το 1914, οπότε και το μεταβίβασε άτυπα αιτία πωλήσεως στον Ν. Γ. του Ε., ήτοι για χρονικό διάστημα 49 ετών, όλες τις προσιδιάζουσες στη (φύση του πράξεις νομής και ειδικότερα είχε περιφράξει αυτό καλλιεργούσε σε αυτό και βοσκούσε τα ζώα του, ενώ φρόντιζε πάντα να καθαρίζει και να επιβλέπει το ακίνητο.

Ο δικαιοπάροχος αυτός της εφεσίβλητης ενεργούσε όλες τις πράξεις αυτές με καλή πίστη και χωρίς καμία ενόχληση ή αμφισβήτηση από το εναγόμενο, καθώς, ουδέποτε το Δημόσιο είχε με οποιονδήποτε τρόπο διεκδικήσει για λογαριασμό του την κυριότητα του εν λόγω αγροτεμαχίου, όπως προκύπτει ιδίως από τις προαναφερόμενες ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων.

Κατά συνέπεια, κατά την 11.9.2015 είχε συμπληρωθεί χρησικτησία, ήτοι νομή με καλή πίστη επί τριάντα έτη (και συγκεκριμένα 49 έτη από το 1865) στο ακίνητο στο πρόσωπο του απώτερου αυτού δικαιοπαρόχου της εφεσίβλητης (ενάγουσας).

Συνεπώς, και εφόσον αποδείχθηκε ότι (τουλάχιστον) από έτος 1865 έως τις 11.9.1915, δηλαδή συνεχώς και για διάστημα τριάντα (και πλέον) ετών, νέμονταν το επίδικο με διάνοια κυρίου και με ανεπίληπτη καλή πίστη, αρχικά ο δικαιοπάροχος της εφεσίβλητης, Γ. Δ., κατέστη κύριος της ευρύτερης έκτασης του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου (άρθρο 51 ΕΙΣΝΑΚ).

Η κυριότητα της εφεσίβλητης (ενάγουσας) και των εμμέσων δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου, που θεμελιώθηκε κατά τα άνω στην έκτακτη χρησικτησία, μεταβιβάστηκε στη συνέχεια νομότυπα στους λοιπούς δικαιοπαρόχους της ενάγουσας και τελικώς στην ίδια, με τους πιο πάνω τίτλους, όπως αυτοί κατά σειρά αναφέρθηκαν.

Η εφεσίβλητη (ενάγουσα) συνέχισε τις πράξεις νομής των δικαιοπαρόχων της επί του επιδίκου, χωρίς ουδέποτε να ενοχληθούν από όργανα ή υπηρεσίες του εναγόμενου, συνεχίζοντας έτσι, με νόμιμο τίτλο και καλή πίστη, δηλαδή πιστεύοντας χωρίς βαριά αμέλεια ότι έχουν αποκτήσει την κυριότητα, την ανεπίληπτη νομή των ως άνω δικαιοπαρόχων τους για χρονικό διάστημα τουλάχιστον 100 ετών, συντρεχουσών έτσι στο πρόσωπο τους και των προϋποθέσεων κτήσης κυριότητας του επιδίκου με έκτακτη χρησικτησία, με την προσμέτρηση στο δικό τους χρόνο σύννομης και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων τους.

Η διακατοχή, μάλιστα, του επιδίκου ακινήτου, αλλά και όλης της μείζονος έκτασης από την εφεσίβλητη (ενάγουσα) και τους παραπάνω αναφερόμενους δικαιοπαρόχους της επιβεβαιώνεται και από τις ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων, που αναφέρουν, μάλιστα, χαρακτηριστικά ότι εντός της μείζονος εκτάσεως και πριν αυτή διανεμηθεί, εκτός από τις πράξεις νομής της καλλιέργειας κριθαριού, της βόσκησης και της περίφραξης,είχε κτιστεί εντός αυτού ένα λιθόκτιστο σπιτάκι, μία μάντρα για ζώα, ένα αλώνι και ένα φουρνάκι για κατασκευή πυλού.

Άλλωστε, το γεγονός ότι στο επίδικο τμήμα της μείζονος έκτασης δεν υπάρχουν πρόσφατα ίχνη καλλιέργειας, προφανώς λόγω της άγονης μορφής του, δεν αναιρεί την κρίση ότι η εφεσίβλητη και οι δικαιοπάροχοι της το κατείχαν, νέμονταν διαδοχικά με διάνοια κυρίου και καλή πίστη, με την ειλικρινή δηλαδή πεποίθηση ότι με την κτήση της νομής του δεν προσβάλλεται δικαίωμα κυριότητας άλλου και δυνάμει των αναφερόμενών πιο πάνω τίτλων, επιτηρώντας το και ασκώντας τις υπόλοιπες διακατοχικές πράξεις, που προαναφέρθηκαν, και μάλιστα δημόσια και φανερά, χωρίς ποτέ να ενοχληθούν από το εκκαλούν ή από τρίτο.

Η μικρή βραχώδης επιφάνεια η οποία δεν καλλιεργείτο, περιέχεται οργανικά μέσα στην ευρύτερη γύρωθεν κατακυριαρχική αγροτική περιοχή και δεν δύναται να αποτελέσει ξεχωριστό οικοσύστημα. Άλλωστε η αγροτική μορφή άλλων τμημάτων της ευρύτερης αρχικής έκτασης του ακινήτου με τις υπ' αριθμ. πρωτ. ... και ...

πράξεις χαρακτηρισμού γης της Δ/νσης Δασών Ν. Κυκλάδων, με τις οποίες τα προκύψαντα από τη διανομή της μείζονος έκτασης τμήματα με αριθμούς 7, 13 και 15 αναγνωρίστηκαν ως εκτάσεις εμπίπτουσες στις διατάξεις της παρ. 6α του άρθρου 3 Ν. 998/1979, ήτοι αγροτικής μορφής. Χαρακτηριστικά, μάλιστα, στην υπ' αριθμ. πρωτ, ...

πράξη χαρακτηρισμού γης αναφέρεται ότι τα κριθέντα είναι τμήματα ευρύτερης έκτασης με περιμετρική ξερολιθιά, βαθμίδες και γόνιμο έδαφος. Με βάση τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά αποδεικνύεται ότι η εφεσίβλητη (ενάγουσα) με τον περιγραφόμενο παραπάνω παράγωγο τρόπο έγινε κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής της νομής το χρόνο νομής των δικαιοπαρόχων της.

Αποδείχθηκε περαιτέρω ότι το Μάιο του 2011 η εφεσίβλητη υπέβαλλε στη Διεύθυνση Δασών Κυκλάδων την από 12/5/2011 αίτησή της και ζήτησε (σύμφωνα με το 14 του 14.998/1979) να εκδοθεί πράξη χαρακτηρισμού γης. Σε απάντηση της αίτησης αυτής η Διεύθυνση Δασών εξέδωσε την υπ' αριθ.... πράξη χαρακτηρισμού χρήσεων γης, με την οποία χαρακτήρισε το ακίνητο χορτολιβαδική έκταση με άγονο έδαφος και χορτολιβαδική-φρυγανώδη βλάστηση (αρθρ. 3 παρ.6 εδ.β του Ν,998/1979), χωρίς να αναγνωρίζονται ποτέ κατά το παρελθόν ικανά στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας, ενώ στο με αριθμ. ...

απαντητικό έγγραφο της Δ/νης Δασών Ν.Κυκλάδων αναφέρεται ότι η Υπηρεσία δεν έχει διευκρινήσει το ιδιοκτησιακό καθεστώς, και ισχύει το άρθρο 62 του Ν. 998/79 και ότι η διοίκηση δεν θεωρεί την έκταση ως μη δημόσια με μόνη την προσκόμιση του συμβολαιογραφικού τίτλου της εφεσίβλητης (ενάγουσας). Με αυτό τον τρόπο, όμως, αμφισβήτησε το δικαίωμα κυριότητας της εφεσίβλητης επί του προπεριγραφέντος ακινήτου.

Όπως, όμως, προκύπτει από τα ανώτεροι αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά το παραπάνω ακίνητο ανήκει στην πλήρη κυριότητα, νομή και κατοχή της εφεσίβλητης και η αμφισβήτηση αυτού δεν είναι βάσιμη. Ομοίως, οι ισχυρισμοί του εκκαλούντος (εναγόμενου) περί δικής του κυριότητας στο επίδικο ακίνητο πρέπει να απορριφθούν ως ουσία αβάσιμοί, δεδομένου και ότι για να αποδειχθεί η κυριότητα του Δημοσίου ο τρόπος της απόκτησης αυτής από το τελευταίο θα πρέπει να στηρίζεται στη θετική επίκληση και απόδειξη από αυτό των γεγονότων που την θεμελιώνουν, χωρίς να αρκεί η απλή αρνητική επίκληση της όποιας έλλειψης παρουσιάζουν οι τίτλοι που επικαλείται ο ιδιώτης για τη θεμελίωση της δικής του κυριότητας, διότι από την ύπαρξη μιας τέτοιας έλλειψης δεν τεκμαίρεται άνευ ετέρου η ύπαρξη κυριότητας του Δημοσίου ......

Αντίθετα, το εκκαλούν δεν απέκτησε ποτέ την κυριότητα του επιδίκου, καθόσον από τα παραπάνω αποδεικτικά μέσα δεν αποδείχθηκε ότι αυτό ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς ή ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος κατά την Ελληνική επανάσταση εναντίον των Οθωμανών (1821-1830).

Εξάλλου, μόνη η κυριαρχία του οθωμανικού κράτους στα νησιά των Κυκλάδων κατά τους πριν τον απελευθερωτικό αγώνα χρόνους, δεν αρκεί για την κτήση κυριότητας εκ μέρους του κράτους αυτού στην κατακτημένη γη, διότι είναι παγκοίνως γνωστό ότι κατά την εποχή της τουρκοκρατίας οι Κυκλάδες μεταξύ αυτών και η Κύθνος αποτελούνταν στο σύνολό τους σχεδόν από ιδιωτικές γαίες καθαρής ιδιοκτησίας, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 1 και 2 του από 7ης Ραμαζάν έτους 1274 του Οθωμανικού Νόμου "περί γαιών", ενόψει του ότι δεν εξουσιάζονταν από τον Σουλτάνο πριν την Επανάσταση, ούτε κατέχονταν από οθωμανούς ιδιώτες και έτσι δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, αλλά εξακολούθησαν να εξουσιάζονται από τους μέχρι τότε κυρίους αυτών (χριστιανούς ιδιώτες) και δη κατά πλήρη κυριότητα ........Από την πλευρά του, το εκκαλούν δεν προσκόμισε στοιχεία αποδεικτικά της κυριότητος του Οθωμανικού κράτους επί των επιδίκων ακινήτων και κατ' επέκταση και δική του.

Να σημειωθεί ότι ως προς τις μερικότερες πράξεις νομής επί του μείζονος ακινήτου αυτού, δεν υπάρχει μεν ζων άνθρωπος, ο οποίος θα μπορούσε να καταθέσει επ' αυτών, ωστόσο από τις ένορκες βεβαιώσεις των Ι. Γ. του Ε. και Α., ο οποίος είναι γεννηθείς το έτος 1937, Α. Λ. του Ζ. και Ε., ο οποίος είναι γεννηθείς το έτος 1944 και Ε.

Γ. του Φ. της και της Κ., ο οποίος είναι γεννηθείς στις 4/8/1948, αντλούνται ικανές μαρτυρίες για τις διακατοχικές πράξεις νομής που διενεργούσαν στο όλο αρχικό ακίνητο των 67 περίπου στρεμμάτων οι πρόγονοί τους (πατέρας, παππούς, προππαπούς) καθώς και ο απώτερος δικαιοπάροχος Γ. Δ., ο οποίος το κατείχε και το νέμονταν από το έτος 1865, βάσει συμβολαιογραφικού τίτλου, μετά δε τη μεταβίβαση του αγροτεμαχίου αυτού στον Ν.

Γ. το έτος 1914, το ακίνητο αυτό παρέμεινε με συνεχής διαδοχές (ως προαναφέρθηκαν) στην οικογένεια της εφεσίβλητης, οι οποίοι το νέμονταν και μάλιστα το ακίνητο είχε καταστεί γνωστό στη Κύθνο ως ιδιοκτησία "..." ο δε παππούς της εφεσίβλητης μάζευε από το ακίνητο χώμα (πηλό) από λάκκες (λακκούβες) που ακόμα υπάρχουν στο ακίνητο για το καμίνι που διατηρούσε στην παραλία του ...

και έφτιαχνε πήλινα ενώ όλοι καλλιεργούσαν κριθάρι εκεί, έβοσκαν τα ζωντανά τους, διατηρούσαν στο μείζων ακίνητο κελί, μάντρα, αλώνι και φουρνάκι, τα οποία υπάρχουν μέχρι και σήμερα στη μορφή που σώζονται ενώ με συμβολαιογραφικές πράξεις μεταβίβαζαν περαιτέρω ή κληροδοτούσαν το ακίνητο αυτό στα τέκνα τους και το ίδιο έπρατταν και οι αποκτώντας από αυτούς με τα προαναφερόμενα συμβόλαια.

Αποδεικνύεται έτσι ότι αυτοί κατείχαν και κυρίευαν αυτό, με αποτέλεσμα όλοι οι ανωτέρω δικαιοπάροχοι της ενάγουσας να καταστούν κύριοι με τα προσόντα της έκτακτης χρησικτησίας, δεδομένου ότι από το έτος 1865 (εφόσον και κατά το προγενέστερο δίκαιο υπήρχε η δυνατότητα συνυπολογισμού του χρόνου νομής και των δικαιοπαρόχων) έως την 11-9-1915 παρήλθε ο απαιτούμενος κατά το προ ισχύσαν δίκαιο χρόνος των 30 ετών για την απόκτηση της κυριότητας του ακινήτου με τον ανωτέρω πρωτότυπο τρόπο.

Να σημειωθεί ότι η κάλυψη του επιδίκου από χορτολιβαδική βλάστηση με άγονο έδαφος και χορτολιβαδική-φρυγανώδη βλάστηση, δεν προσδίδουν σ' αυτό τον χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά την έννοια του ΒΔ 3/15-12-1833, αφού η βλάστηση αυτή δικαιολογείται, δεδομένου ότι, ως στην ίδια με αρ. πρωτ. ... έκθεση αυτοψίας της Δασολόγου της Δ.

Δασών Ν. Κυκλάδων, το επίδικο τμήμα αποτελεί τμήμα ευρύτερης έκτασης με περιμετρική ξερολιθιά που παρουσιάζει αγροτικό αλλά και χορτολιβαδικό χαρακτήρα, στους δε προαναφερόμενους τίτλους γίνεται λόγος για αγρό ορεινό, πετρώδη, ξηρικό ( Μέσα Βορεινή και ήμισυ Διάρραχον) υπό την προφανή έννοια ότι άλλα τμήματα αυτών αποτελούσαν αγρούς και άλλα διάραχα ακαλλιέργητα, στα οποία είχε αναπτυχθεί ποώδης χορτολιβαδική βλάστηση, προφανώς λόγω μη καλλιέργειας τους στα σημεία εκείνα και της χρήσης τους βόσκηση ζώων, όπως συνάγεται από την κατάθεση των μαρτύρων απόδειξης, ενώ ο ευρύτερος αυτός αγρός ήταν "τοιχογυρισμένος", ως χαρακτηριστικά αναφέρεται στο υπ' αριθμ. ...

πωλητήριο συμβόλαιο του συμ/φου Κύθνου Κ. Α.. Η εμφάνιση από την άλλη πλευρά φρυγανώδους βλάστησης καθώς και η έλλειψη εμφανών σημείων καλλιέργειας του επίδικου αγροτεμαχίου συνάδει με τον τρόπο καλλιέργειας των συγκεκριμένων αγροτεμαχίων, ως η ευρύτερη έκταση, ήτοι με βρώμη, κριθάρι και άλλες καλλιέργειες που δεν απαιτούν μεγάλο βάθος, και συνοδεύονται από αγρανάπαυση δύο έως πέντε ετών.

Επομένως οι παραπάνω ισχυρισμοί του εναγόμενου πρέπει να απορριφθούν ως κατ' ουσίαν αβάσιμοι δεδομένου ότι από την παραπάνω έκθεση αυτοψίας και φωτοερμηνείας, που άλλωστε αποτελεί και το μοναδικό αποδεικτικό στοιχείο που προσκομίζει το εναγόμενο προς απόδειξη των ισχυρισμών του αυτών, δεν προκύπτει, ότι κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος των ΒΔ 17-11/1-12-1836 και 3/15-12-1833 το επίδικο είχε τον χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης ή λιβαδιού ή βοσκότοπου.

Επίσης ουσιαστικά αβάσιμοι και συνεπώς απορριπτέοι είναι και οι ισχυρισμοί του εναγόμενου ότι το επίδικο ανήκει στην κυριότητά του ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1835 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ή ότι το ίδιο νεμόταν αυτό δίανοια κυρίου και έτσι έγινε κύριο με έκτακτη χρησικτησία, ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, καθώς κανένας από τους ισχυρισμούς αυτούς δεν αποδείχθηκε.

Αντίθετα το εναγόμενο είτε διά των οργάνων του, είτε αμέσως το ίδιο είχε αναγνωρίσει στο παρελθόν την κυριότητα του άμεσου και των απώτερων δικαιοπαρόχων της ενάγουσας στο επίδικο και συγκεκριμένα με τη μεταγραφή των ως άνω συμβολαιογραφικών τίτλων, αλλά και ιδίως του υπ' αριθμ. ... διανεμητηρίου συμβολαίου της Συμβολαιογράφου Κύθνου Μαρίας Βογιατζάκη, με το οποίο επιτράπηκε η διανομή του ευρύτερου ακινήτου σε 15 μερικότερα τμήματα, εκ των οποίων προέκυψε και το επίδικο, ανήκον στην εφερίβλητη (ενάγουσα) καθώς και με την εκπλειστηρίαση, ως προαναφέρθηκε, του 1/3 εξ αδιαιρέτου του αρχικά μείζονος ακινήτου.

Ενόψει όλων των παραπάνω η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία, η οποία, σε κάθε περίπτωση, δεν ήταν αναγκαίο να έχει συμπληρωθεί έως τις 11-9-1915, εφόσον το επίδικο δεν είχε ποτέ τις ιδιότητες που αναφέρονται στις προαναφερόμενες ενστάσεις του εναγομένου, Ο ισχυρισμός του Δημοσίου περί κυριότητας του στο ακίνητο, γιατί η ενάγουσα δεν προσκομίζει "ταπί" για την ανωτέρω λιβαδική έκταση, πρέπει να απορριφθεί ως επίσης ουσία αβάσιμος γιατί, όπως αποδείχθηκε παραπάνω, οι απώτατοι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας είχαν αποκτήσει κυριότητα στο εν λόγω ακίνητο δυνάμει έκτακτης χρησικτησίας πριν την 11.9.1915.

Από την άλλη, ως είναι παγκοίνως γνωστό και προαναφέρθηκε, στις Κυκλάδες, ως και η Κύθνος, όλα τα αγροτεμάχια που βρίσκονται στα διάρραχα (μεταξύ δε αυτών και το επίδικο στη θέση "..." του Δήμου Κύθνου, όπου αναφέρεται ως ήμισυ διάρραχον στους τίτλους), ανήκαν σε ιδιώτες, όπως εξάλλου ανήκε σε ιδιώτες και το σύνολο της γης του νησιού που ήταν εκμεταλλεύσιμη αγροτικά.

Επίσης, το εκκαλούν ισχυρίζεται ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητα του ως αδέσποτο ακίνητο, δηλαδή ως κτήμα επί του οποίου δεν υπήρχε κάποιο εμπράγματο δικαίωμα ιδιώτη ή Κοινότητος πριν, κατά και μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και την ισχύ του Ν. 21-6/10-7-1837. Ο ισχυρισμός αυτός είναι απορριπτέος προεχόντως ως αόριστος, αφού δεν διευκρινίζεται πότε και με ποιο τρόπο (και με πράξη ποιου ιδιοκτήτη) το επίδικο κατέστη αδέσποτο και μάλιστα αν η ιδιότητα του αδέσποτου προέκυψε πριν από τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους ή μετά καθώς και πριν ή μετά την θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα, δεδομένου ότι, όπως προαναφέρθηκε στη νομική σκέψη, πριν από την απελευθέρωση της Ελλάδος από τους Τούρκους ίσχυε επί των εδαφών της το Οθωμανικό δίκαιο ......σύμφωνα με τις διατάξεις του οποίου (άρθρο 68 του Οθωμανικού Νόμου της 7ης Ραμαςαν 1274 περί γιαών) αν χωρίς να συντρέχει κάποιος από τους λόγους, που αναφέρονται στο προαναφερόμενο άρθρο, ο κύριος αγρού δεν καλλιεργήσει τούτον απ' ευθείας ή δι' εκμισθώσεως επί τρία συνεχή έτη, ο αγρός καθίσταται ως διαθέσιμος ........

και ότι μετά την απελευθέρωση και μέχρι την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα ίσχυαν οι αντίστοιχες διατάξεις του Βυζαντινορωμαϊκού δικαίου, σύμφωνα με τις οποίες για να καταστεί κάποιο ακίνητο αδέσποτο έπρεπε να υπάρχει, εγκατάλειψη της νομής από τον κύριο προς το σκοπό παραιτήσεως της κυριότητος και χωρίς πρόθεση περαιτέρω μεταβιβάσεως του προς τρίτο πρόσωπο, ενώ μετά την εφαρμογή του Αστικού Κώδικα (23.2.1946) απαιτείται προς το σκοπό αυτό, συμβολαιογραφικό έγγραφο και μεταγραφή, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη νομική σκέψη, πέραν του ότι ουδόλως αποδείχθηκε ότι το επίδικο υπήρξε ποτέ αδέσποτο, αφού, όπως προαναφέρθηκε, ανέκαθεν εδεσπόζονταν από τους δικαιοπαρόχους (απώτερους και απώτατους) της ενάγουσας.

Επίσης, δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ήταν δημόσιος βοσκότοπος ή λιβάδι πριν την έναρξη ισχύος του β.δ. 3/15-12-1833 με συνέπεια να μην απαιτείται για την απόκτηση κυριότητας έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας", σύμφωνα με τις προαναφερόμενες αιτιολογίες. Αντίθετα, αποδείχθηκε ότι το εναγόμενο ουδέποτε προέβη σε οποιαδήποτε πράξη νομής στο επίδικο.

Κατά συνέπεια, τα ακίνητα των Κυκλάδων μη εξουσιαζόμενα πριν από την επανάσταση από τον Σουλτάνο ούτε κατεχόμενα από οθωμανούς ιδιώτες, δεν περιήλθαν στο Ελληνικό Δημόσιο, κατά διαδοχήν του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των περί ανεξαρτησίας της Ελλάδος πρωτοκόλλων του Λονδίνου του 1830 και της από 7-7-1832 συνθήκης της Κωνσταντινούπολης.

Συνεπώς, ο κατά της αγωγής αντιταχθείς ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου, που επαναλαμβάνεται και ως λόγος εφέσεως, περί ιδίας αυτού κυριότητος επί του επιδίκου, στη νήσο Κύθνο των Κυκλάδων, κτηθείσης (εκτός των επικαλούμενων άλλων τρόπων) και πρωτοτύπως, κατά διαδοχή του Τουρκικού Δημοσίου, δικαιώματι πολέμου και δυνάμει των προαναφερθέντων πρωτοκόλλων και συνθήκης είναι μη νόμιμος και απορριπτέος.

Περαιτέρω, ναι μεν η διάταξη του άρθρου 1 του Β.Δ. της 15-12-1833 "περί διορισμού του φόρου βοσκής και του δια τα εθνικοϊδιόκτητα λειβάδια εγγείου φόρου κατά τα έτη 1833-1834", που έχει ισχύ νόμου και ορίζει ότι όλα τα λιβάδια, για την επικαρπία των οποίων δεν υπάρχει έγγραφο (ταπί) εκδοθέν επί τουρκοκρατίας, θεωρούνται δημόσια και η νομή τους παραμένει στο Δημόσιο, αφορά στη συντήρηση των δικαιωμάτων του Δημοσίου, τα οποία προϋπήρχαν επί των ως άνω γαιών σε όλη την ελληνική επικράτεια και, επομένως, ακόμη και επί των γαιών, που βρίσκονται στην περιοχή των Κυκλάδων, δεν ανήκαν σε ιδιώτες, αλλά στο οθωμανικό κράτος και είχαν καταληφθεί μετά την απελευθέρωση από το Ελληνικό Δημόσιο, χωρίς, βέβαια, να τις καθιστά ανεπίδεκτες νομής και ιδιωτικής κτήσης στο μέλλον .....ωστόσο αυτή δεν τυγχάνει εφαρμογής επί του επίδικου ακινήτου.

Και τούτο διότι από κανένα αποδεικτικό μέσο δεν αποδείχθηκε η ιδιότητα του επιδίκου ακινήτου ως λιβαδιού κατά την έννοια ως άνω Β.Δ., κατά το χρόνο έναρξης της ισχύος του, δηλαδή κατά το έτος 1833, και ότι είχε καταληφθεί, ως ανήκον αρχικά στο οθωμανικό κράτος, από το εναγόμενο κατά τον ανωτέρω χρόνο (ο χαρακτήρας της έκτασης ως χορτολιβαδικής, κατά την έννοια του άρθρου 3 §6 β Ν. 998/79, ανάγεται μόνο μέχρι το έτος 1945, ενώ, περαιτέρω, η έννοια του χορτολίβαδου του άρθρου 3§6 β Ν.998/79 δεν είναι απόλυτο ότι ταυτίζεται με την έννοια του λιβαδιού του άρθρου 1 του Β.Δ.

της 15.12.1833), λόγω μάλιστα της ιδιαιτερότητας του να βρίσκεται σήμερα μεταξύ ιδιωτικών εκτάσεων και να διακατέχεται από τις αρχές του 20ου αιώνα έως σήμερα απο ιδίασες .........Εφόσον, λοιπόν, δεν προσκομίστηκε κανένα αντίθετο στοιχείο, αποδεικτικό της κυριότητας του οθωμανικού κράτους στην επίδικη έκταση, ο ισχυρισμός του εκκαλούντος για την περιέλευση σ' αυτό της κυριότητας της επίδικης έκτασης με βάση τις διατάξεις του πιο πάνω βασιλικού διατάγματος πρέπει να απορριφθεί ως αναπόδεικτος.

Συνεπώς τα αντίθετα υποστηριζόμενα από το Ελληνικό Δημόσιο με το σχετικό λόγο εφέσεως είναι μη νόμιμα και απορριπτέα. Τέλος, ας σημειωθεί ότι οι διατάξεις του άρθρου 2§§2,3 του ΑΝ 1539/1938, σύμφωνα με τις οποίες η βοσκή επί λιβαδιών και χορτολιβαδικών εδαφών δεν θεωρείται ως πράξη νομής, δεν τυγχάνει εφαρμογής στην προκειμένη περίπτωση, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται το εκκαλούν, αντικρούοντας τον ισχυρισμό της εφεσίβλητης περί άσκησης διακατοχικών πράξεων επί του επιδίκου και με τη βοσκή, καθώς οι ανωτέρω διατάξεις, όπως προκύπτει και από τη σαφή διατύπωση τους, προϋποθέτουν ακριβώς την ύπαρξη δημοσίου κτήματος (με σκοπό να προστατεύσουν την ηδη αποκτηθείσα κυριότητα του Δημοσίου, το οποίο έχει πλασματική νομή επ' αυτού), κάτι όμως που, όπως αναφέρθηκε, δεν συμβαίνει στην προκειμένη περίπτωση.

Για τον ίδιο λόγο δεν τυγχάνουν στην προκειμένη περίπτωση εφαρμογής και οι διατάξεις των ν. 8 πρ. και 1 παρ 1 Κωδ. (7.39), ν. 9 παρ. 1 Βασιλ. (50.14) του βυζαντινορωμαϊκού δικαίου περί κτήσης κυριότητας με χρησικτησία, το οποίο εφαρμόζεται, σύμφωνα με το άρθρο 51 ΕισΝΑΚ, ισχύει δε και σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου, βάσει τρυ Ν.Δ.

Ξ Η71912 και των συναφών περί δικαιοστασίου διαταγμάτων, του άρθρου 21 του από 22-4/16-5-1926 ν.δ. "περί διοικητικής αποβολής από των κτημάτων της Αεροπορικής Αμύνης" και του άρθρου 4 Α.Ν. 1539/1938, κατά τις οποίες για την κτήση δημόσιου κτήματος με χρησικτησία απαιτείται τριακονταετή καλόπιστη νομή μέχρι τις 11.9,1915, αφού και αυτές προϋποθέτουν την ύπαρξη δημόσιου κτήματος.

Συνεπώς, πράξεις νομής από μέρους του Ελληνικού Δημοσίου επί του παραπάνω ακινήτου δεν προέκυψαν κατά το ανωτέρω χρονικό διάστημα της νομής της ενάγουσας ή των δικαιοπαρόχων της. Αντίθετα το Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε για πρώτη φορά τον ιδιωτικό χαρακτήρα της έκτασης μόλις το έτος 2011, οπότε και η Δασική Υπηρεσία χαρακτήρισε την έκταση μη ιδιωτική, ενώ πιο πριν αποδέχονταν, εμμέσως, την κατοχή της μείζονος έκτασης, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, από ιδιώτες, εισπράττοντας φόρους για τις απανωτές ανωτέρω μεταβιβάσεις, ως προκύπτει από τα κείμενα των ως άνω συμβολαίων, όπου γίνεται μνεία της καταβολής του αντίστοιχου φόρου αλλά και επιτρέποντας τη διανομή αυτού και τη δια πλειστηριασμού πώληση του 1/3 εξ αδιαιρέτου.

Η ανυπαρξία οποιασδήποτε όχλησης από πλευράς του εκκαλούντος (εναγόμενου) για όλο το ως άνω χρονικό διάστημα επιβεβαιώνεται με τις ως άνω ένορκες βεβαιώσεις των προαναφερόμενών μαρτύρων των οποίων η μαρτυρία κρίνεται από το Δικαστήριο ιδιαίτερα σημαντική, καθώς υπήρξαν της ιδίας οικογένειας με την ενάγουσα και οι πρόγονοί τους ήταν κύριοι της συνολικής έκτασης, τμήμα της οποίας είναι το επίδικο, έχοντας έτσι άμεσα ακούσματα και μαρτυρίες αλλά και ιδία αντίληψη για το ιδιοκτησιακό καθεστώς του ακινήτου.

Το πρωτοβάθμιο δικαστήριο, συνεπώς, το οποίο με την εκκαλουμένη απόφασή του απέρριψε τους σχετικούς ισχυρισμούς, με τις ορθές και νόμιμες αιτιολογίες, που συμπληρώθηκαν κατά τα προαναφερόμενα με την παρούσα απόφαση και στη συνέχεια δέχθηκε την αγωγή ως βάσιμη κατ' ουσίαν, αναγνωρίζοντας την κυριότητα της ενάγουσας (εφεσίβλητης) επί του αμφισβητηθέντος από το εναγόμενο (εκκαλούν) επιδίκου ακινήτου, ορθά εφάρμοσε το νόμο και εκτίμησε τις αποδείξεις, και συνεπώς τα όσα αντίθετα υποστηρίζει το τελευταίο με το πρώτο, δεύτερο, τρίτο και τέταρτο λόγο της κρινόμενης έφεσής του είναι αβάσιμα και απορριπτέα Πρέπει, επομένως, να απορριφθεί η υπό κρίση έφεση στο σύνολό της, ως ουσία αβάσιμη." Σύμφωνα με τις πιο πάνω παραδοχές, το Εφετείο αφού δέχθηκε τυπικά απέρριψε κατ'ουσίαν την από 3-3-2019 έφεση του εναγομένου και ήδη αναιρεσιβλήτου Ελληνικού Δημοσίου επικυρώνοντας την υπ'αριθμ. 198/2018 απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Σύρου, δυνάμει της οποίας έγινε δεκτή η από 3-5-2017 αναγνωριστική κυριότητας αγωγή της ενάγουσας και ήδη αναιρεσίβλητης ερειδόμενη στον πρωτότυπο τρόπο κτήσης (έκτακτη χρησικτησία).

Ειδικότερα το Εφετείο δέχθηκε ότι, το επίδικο είναι, ένα αγροτεμάχιο εμβαδού 4.681,90 τ.μ. που βρίσκεται εκτός πόλης και οικισμού στη θέση "..." στην κτηματική περιφέρεια της Δημοτικής ενότητας Κύθνου. Ότι το επίδικο αγροτεμάχιο περιήλθε στη νομή της ενάγουσας κατόπιν κληρονομικής διαδοχής από το πατέρα της Γ.

Γ. του Ε. και Α., ο οποίος απεβίωσε στις 20/3/2009 και κατέλειπε το ως άνω ακίνητο σε αυτή, με την από ... ιδιόγραφη διαθήκη του, που δημοσιεύθηκε από το Πρωτοδικείο Αθηνών και κηρύχθηκε κυρία και η ενάγουσα αποδέχθηκε την πιο πάνω κληρονομία δυνάμει της αναφερόμενης αποδοχής κληρονομίας που μεταγράφηκε νόμιμα.

Ότι η ενάγουσα κατέστη κυρία του επιδίκου ακινήτου με έκτακτη χρησικτησία κατά τις διατάξεις του Α.Κ και του ΒΡΔ, προσμετρώντας στο χρόνο της δικής της νομής και του χρόνου νομής των δικαιοπαρόχων της. Ότι ο απώτατος δικαιοπάροχος της, από το έτος 1865 μέχρι το 1914 και ο διάδοχος του από το 1914 μέχρι το 1949 ασκούσαν στο επίδικο, ως τμήμα μείζονος εκτάσεως, όλες τις αναφερόμενες και προσιδιάζουσες στη φύση του πράξεις νομής με ανεπίληπτη καλή πίστη και διάνοια κυρίου, χωρίς καμία ενόχληση ή αμφισβήτηση από το εναγόμενο.

Ότι τις ίδιες πράξεις νομείς εξακολούθησαν ν' ασκούν και οι απώτεροι δικαιοπάροχοι της ενάγουσας, ο δε άμεσος δικαιοπάροχός της από του έτους 2003 μετά την επικαλούμενη με το αναφερόμενο συμβόλαιο, που μεταγράφηκε νόμιμα, διανομή του μείζονος ακινήτου και την περιέλευση σ'αυτόν του επιδίκου ακινήτου, ασκούσε επ'αυτού τις προαναφερόμενες πράξεις νομής με διάνοια κυρίου και εν συνεχεία η ενάγουσα μέχρι της ασκήσεως της αγωγής.

Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο αμφισβήτησε την κυριότητα της ενάγουσας, με την έκδοση από την Διεύθυνση Δασών της υπ'αριθμ. ... Πράξης Χαρακτηρισμού χρήσεων γης, με την οποία χαρακτήρισε την επίδικη έκταση χορτολιβαδική με φρυγανώδη βλάστηση, χωρίς να αναγνωρίζονται κατά το παρελθόν ικανά στοιχεία αγροτικής δραστηριότητας.

Ότι το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο προέβαλλε ισχυρισμούς περί ιδίας κυριότητας του επιδίκου, οι οποίοι δεν αποδείχθηκαν. Ειδικότερα, δεν αποδείχθηκε ο ισχυρισμός του Ελληνικού Δημοσίου ότι το επίδικο ετύγχανε κτήμα Οθωμανών, το οποίο εγκαταλείφθηκε από αυτούς και ότι καταλήφθηκε και δημεύθηκε από το Ελληνικό Δημόσιο-Κράτος.

Ούτε, ο ισχυρισμός του, ότι, το επίδικο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο κατά διαδοχή του τουρκικού δημοσίου. Ούτε, ότι η κάλυψη του επιδίκου από χορτολιβαδική βλάστηση με άγονο έδαφος και φρυγανώδη βλάστηση προσδίδει σ'αυτό χαρακτήρα λιβαδιού ή βοσκότοπου κατά την έννοια του Β.Δ. 3/15-12-1833 και ότι δεν προέκυψε ότι κατά τον χρόνο έναρξης αυτού του Β.Δ/τος καθώς και του 17-11/1-12-1836 το επίδικο είχε χαρακτήρα δημόσιας δασικής έκτασης ή λιβαδιού ή βοσκότοπου, με συνέπεια περαιτέρω να μη απαιτείται έγγραφο "εκδοθέν επί τουρκικής εξουσίας".

Ότι επίσης δεν αποδείχθηκε ότι το επίδικο ανήκε στην κυριότητά του Ελληνικού Δημοσίου ως διαδόχου του τουρκικού δημοσίου δυνάμει της από 9-7-1835 συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως και των πρωτοκόλλων του Λονδίνου, ή ότι το ίδιο νεμόταν αυτό διανοία κυρίου και έτσι έγινε κύριο με έκτακτη χρησικτησία, ή ότι περιήλθε στην κυριότητά του ως αδέσποτο, πέραν της αοριστίας του τελευταίου ισχυρισμού, γιατί δεν διευκρινιζόταν πότε και με ποιο τρόπο κατέστη αδέποτο και επίσης πριν η μετά τη σύσταση του Ελληνικού Κράτους και πριν ή μετά τη θέση σε ισχύ του Αστικού Κώδικα.

Με τον πρώτο λόγο της αναίρεσης, από το άρθρο 559 αρ. 1 Κ.Πολ.Δ., το αναιρεσείον προσάπτει στο Εφετείο, ότι αφενός, εσφαλμένα δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830,4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 09-07-1832 Συνθήκης της Κωνσταντινουπόλεως "Περί διαρρυθμίσεως των Ελληνικών συνόρων" και του άρθρου 1του βδ/τος της 3/15-12-1833, αναφορικά με τον ισχυρισμό του Δημοσίου, περί θεμελίωσης της κυριότητάς του σ' αυτές, μη αναγνωρίζοντας τεκμήριο κυριότητας του Ελληνικού Δημοσίου επί των δασικών-χορτολιβαδικών εκτάσεων στις νήσους των Κυκλάδων και αφετέρου εσφαλμένα ερμήνευσε τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις σε σχέση με την δικονομικής φύσης διάταξη του άρθρου 62 παρ 1εδ.

β του ν 998/1979. Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος. Τούτο δε διότι, με το να δεχθεί ανελέγκτως το Εφετείο, ότι το επίδικο ακίνητο δεν ήταν δημόσια γαία αλλά ιδιωτική αγροτική ιδιοκτησία, αποτελούμενη από καλλιεργήσιμη έκταση και βοσκότοπο, η οποία χρησιμοποιείτο εν μέρει ως βοσκότοπος και εν μέρει για καλλιέργεια, κυριαρχικώς εξουσιαζόμενη τουλάχιστον από το έτος 1865, και με το να δεχθεί ότι η ενάγουσα απέδειξε την κυριότητά της επί του επιδίκου με πρωτότυπο τρόπο, αφού οι δικαιοπάροχοί της από το έτος 1865 και στη συνέχεια η ίδια και μέχρι την άσκηση της αγωγής ασκούσαν όλες τις εμφανείς πράξεις νομής που προσιδιάζουν σ'αυτό (περίφραξη, επίβλεψη κλπ), αδιαλείπτως με καλή πίστη και με διάνοια κυρίου προσμετρώντας στο χρόνο χρησικτησίας της και αυτόν των δικαιοπαρόχων της, ενώ, αντιθέτως, δεν αποδείχθηκαν οι ισχυρισμοί του Ελληνικού Δημοσίου, ότι το επίδικο περιήλθε στην κυριότητά του δικαιώματι πολέμου, ως διαδόχου του Οθωμανικού Δημοσίου, ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε τις διατάξεις των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου της 3-2-1830, 4/16-6-1830 και 19.6/1-7-1830, με τα οποία κυρώθηκε η Ανεξαρτησία της Ελλάδος και ρυθμίστηκαν οι σχέσεις του Ελληνικού Δημοσίου ως προς τις άλλοτε ιδιοκτησίες των Οθωμανών στην Ελλάδα, της από 09-07-1832 Συνθήκης της Κων/πόλεως "Περί διαρρυθμίσεως ων Ελληνικών συνόρων" οι οποίες δεν ήταν και εφαρμοστέες στη συγκεκριμένη περίπτωση.

Με τον δεύτερο και τελευταίο λόγο αναίρεσης, αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμ. 13 του άρθρου 559 Κ.Πολ.Δ., της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης ως προς τους ισχυρισμούς του αναιρεσείοντος-εναγομένου, ότι το επίδικο ανήκε κατά κυριότητα στο Ελληνικό Δημόσιο, ως διάδοχο του Τουρκικού Κράτους, λόγω της "δικαιώματι πολέμου" διαδοχής στα δικαιώματα του Οθωμανικού Κράτους, δυνάμει των Πρωτοκόλλων του Λονδίνου και της Συνθήκης της Κων/πόλεως σε συνδυασμό με τον δασικό χαρακτήρα του.

Όπως προκύπτει από την επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης, το Εφετείο απέρριψε τους ισχυρισμούς αυτούς ως αναπόδεικτους και, στη συνέχεια, έκρινε ουσιαστικά βάσιμη την αγωγή. Με την κρίση του αυτή, δεν υπέπεσε στη νομική πλημμέλεια της εσφαλμένης επιβολής του αντικειμενικού βάρους απόδειξης, καθόσον οι παραπάνω ισχυρισμοί αποτελούν, σύμφωνα με τη νομική σκέψη που προεκτέθηκε, ενστάσεις και, επομένως, τις συνέπειες του μη σχηματισμού πλήρους δικανικής πεποίθησης για τα γεγονότα που τους στηρίζουν, ήτοι του ότι το επίδικο ήταν δημόσιο κτήμα (δάσος), το οποίο περιήλθε στο Ελληνικό Δημόσιο ως διάδοχο του τουρκικού δημοσίου κατά τις προαναφερόμενες Συνθήκες και Πρωτόκολλα, τις έφερε το ενιστάμενο Δημόσιο, που, ως εναγόμενο, πρόβαλε τους ισχυρισμούς αυτούς και όχι η αναιρεσίβλητη-ενάγουσα.

Επομένως, ο παραπάνω λόγος πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος.

Κατ` ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος προς έρευνα, πρέπει ν` απορριφθεί η κρινόμενη από 21-5-2021 αίτηση αναίρεσης στο σύνολο της, και να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης κατά το σχετικό νόμιμο και βάσιμο αίτημα της αναιρεσείουσας που υπέβαλε με τις προτάσεις της σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου, λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183, 191 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ), τα οποία όμως πρέπει να καταλογιστούν μειωμένα κατά τα άρθρα 22 παρ.1 του ν. 3693/1957 που διατηρήθηκε σε ισχύ με το άρθρο 52 αρ. 18 Εισ.Ν.Κ.ΠολΔ, άρθρο 5 παρ. 12 του Ν. 1738/1987 και 2 της ΥΑ 134423/1992 (Οικονομικών και Δικαιοσύνης).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 21-5-2021 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της 9/2021 απόφασης του Μονομελούς Εφετείου Αιγαίου.

ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλήτης εις βάρος του αναιρεσείοντος τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 15 Νοεμβρίου 2023.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 18 Δεκεμβρίου 2023.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ