Legislator Case Law & Legislation
1866/2022 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on testament invalidity, ruling lower court properly evaluated evidence of mental incapacity.

Case Number 1866/2022
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the final appellate judgment regarding the invalidity of a will due to mental incapacity. The appellant argued the lower court failed to consider a notarized medical certificate proving the testator suffered from Alzheimer's and lacked capacity at the time of signing. The court found the lower court had explicitly acknowledged and weighed this certificate alongside other evidence, rendering the appeal inadmissible and unfounded.

Legislator headnote

AI generated

Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566, 577, 571, 577(3) of the Code of Civil Procedure; The Supreme Court reviews appeals to ensure lower courts properly evaluate evidence and do not exceed their discretion when assessing facts.

Keywords

AI generated
testament invalidity mental incapacity Alzheimer's disease notarized medical certificate appellate review evaluation of evidence Code of Civil Procedure

Cited Legislation

AI generated
Articles 552, 553, 556, 558, 564, 566(1), 577(1) of the Code of Civil Procedure
Articles 571, 577(3) of the Code of Civil Procedure
Article 17 of the Code of Civil Procedure
Article 496(3) of the Code of Civil Procedure
Articles 176, 183, 189(1), 191(2) of the Code of Civil Procedure
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1866 / 2022 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1866/2022

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Γ' Πολιτικό Τμήμα

ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Γεώργιο Χριστοδούλου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Μαρία Μουλιανιτάκη, Μαρουλιώ Δαβίου, Μαρία Κουφούδη - Εισηγήτρια, Γεώργιο Καλαμαρίδη, Αρεοπαγίτες.

ΣΥΝΕΔΡΙΑΣΕ δημόσια στο ακροατήριό του, τη 2α Μαρτίου 2022, με την παρουσία και του Γραμματέα Παναγιώτη Μπούκη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Α. χήρας Α. Τ., το γένος Λ. και Β. Σ., κατοίκου ... Αττικής, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Δημήτριο Ανέστη, με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Του αναιρεσιβλήτου: Μ. Σ. του Κ. και Ε., κατοίκου ... Αττικής, ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Χρήστο Ανδριά και κατέθεσε προτάσεις.

Κοινοποιούμενη προς τις: 1) Α. σύζυγο Ε. Τ., το γένος Δ. και Μ. Μ., κατοίκου ... Αττικής, ως νόμιμης κληρονόμου της αποβιωσάσης την 10-12-2018 μητρός της, Μ. χήρας Δ. Μ., το γένος Λ. και Β. Σ., κατοίκου εν ζωή ……Βοιωτίας, 2) Δ. Μ. του Δ. και Μ., κατοίκου ..., ως νομίμων κληρονόμων της αποβιωσάσης την 10-12-2018 μητρός τους, Μ. χήρας Δ. Μ., το γένος Λ. και Β. Σ., κατοίκου εν ζωή ….. Βοιωτίας, οι οποίες δεν παραστάθηκαν στο ακροατήριο.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-3-2012 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας και της ήδη αποβιωσάσης Μ. χήρας Δ. Μ., που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Λιβαδειάς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 97/2013 μη οριστική, 5/2016 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3/2019 του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς). Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 17-3-2021 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο πληρεξούσιος του αναιρεσιβλήτου ζήτησε την απόρριψη της αιτήσεως και την καταδίκη του αντίδικου μέρους στη δικαστική δαπάνη.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Με την κρινόμενη από 17-3-2021 αίτηση αναιρέσεως προσβάλλεται η 3/2019 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς), που εκδόθηκε, αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, η οποία δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ'ουσίαν την έφεση των εναγουσών- εκκαλουσών, κατά της αριθμ.5/2016 απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς, που απέρριψε, ως ουσία αβάσιμη, την εισαχθείσα ενώπιόν του αγωγή περί αναγνωρίσεως της ακυρότητας της διαθήκης της Ά.

χήρας Μ. Σ. λόγω ανικανότητας των πράξεων της και ειδικότερα λόγω του ότι κατά το χρόνο σύνταξης αυτής δεν είχε συνείδηση των πράξεων της και βρισκόταν σε ψυχική και διανοητική διαταραχή που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης της. Η ανωτέρω αίτηση ασκήθηκε νομότυπα και εμπρόθεσμα από την πρώτη ενάγουσα- εκκαλούσα, είναι συνεπώς παραδεκτή και πρέπει (άρθρα 552,553,556,558,564,566 παρ.1, 577 παρ.1 Κ.Πολ.Δ) να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρα 571,577 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ).

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, όπως ήδη ισχύει μετά την τροποποίησή της με τη διάταξη του άρθρου 3 του ν. 2447/1996, ανίκανοι να συντάσσουν διαθήκη είναι όσοι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, δεν έχουν συνείδηση των πράξεών τους ή βρίσκονται σε ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης τους.

Στην αμέσως πιο πάνω διάταξη προβλέπονται δύο περιπτώσεις ανικανότητας προς σύνταξη διαθήκης, δηλαδή α) η έλλειψη συνείδησης των πράξεων, η οποία υπάρχει όταν το πρόσωπο από αίτιο νοσηρό ή μη (όπως λ.χ. μέθη, ύπνωση κλπ.) δεν έχει τη δύναμη να διαγνώσει την ουσία και το περιεχόμενο της διαθήκης που συντάσσει, καθώς και την ικανότητα να συλλάβει τη σημασία των επί μέρους διατάξεων της διαθήκης, χωρίς να απαιτείται γενική και πλήρης έλλειψη συνείδησης του εξωτερικού κόσμου ή πλήρης έλλειψη της λειτουργίας του νου και β) η ψυχική ή διανοητική διαταραχή, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη.

Ως ψυχική ή διανοητική διαταραχή που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησης του διαθέτη, νοείται ειδικότερα κάθε διαταραχή που μειώνει σημαντικά την ικανότητα για αντικειμενικό έλεγχο της πραγματικότητας, όταν, δηλαδή εξαιτίας της διαταραχής αυτής αποκλείεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ο ελεύθερος προσδιορισμός της βούλησης του διαθέτη με λογικούς υπολογισμούς, καθόσον ο τελευταίος κυριαρχείται από παραστάσεις, αισθήματα, ορμές ή επιρροές τρίτων.

Η ανικανότητα κρίνεται κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, ενώ η μεταγενέστερη επέλευσή της ή η ύπαρξή της σε προγενέστερο χρόνο δεν ασκεί καμία έννομη επιρροή. Οι ασθένειες που μπορούν να οδηγήσουν στη διαταραχή αυτή είναι οι ίδιες, οι οποίες σύμφωνα με τη ρύθμιση της παλαιάς διάταξης του άρθρου 1719 περ. 4 ΑΚ, προκαλούσαν έλλειψη χρήσης του λογικού λόγω πνευματικής ασθένειας, δηλαδή οι γνήσιες ψυχώσεις, αλλά και οι οργανικοψυχικές παθήσεις, όπως η άνοια και η ολιγοφρένεια, που οφείλονται σε παθολογοανατομικές αλλοιώσεις του εγκεφάλου ή άλλες εγκεφαλικές διαταραχές.

Στην περίπτωση ειδικά που ο διαθέτης πάσχει από ψυχική ή διανοητική διαταραχή, αν μεν πρόκειται για πάθηση περιοδικού χαρακτήρα, απαιτείται και πάλι να αποδειχθεί η ψυχική ή διανοητική διαταραχή κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, αν όμως πρόκειται για πάθηση μη ιάσιμη ή βαριά ψυχική διαταραχή, αρκεί η απόδειξη ότι ο διαθέτης κατά την εποχή περίπου της σύνταξης της διαθήκης "όχι ακριβώς και κατά το χρόνο συντάξεώς της", έπασχε από μόνιμη πνευματική νόσο.

Κατάσταση που είναι δυνατόν στη συγκεκριμένη περίπτωση να έχει ως συνέπεια την ανικανότητα για σύνταξη διαθήκης, σύμφωνα με την πιο πάνω διάταξη είναι και η γεροντική άνοια, όταν από αυτήν προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου, σε βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης. Η απλή νοητική μείωση, που συχνά συνοδεύει τη γήρανση, είναι φαινόμενο απολύτως φυσιολογικό και η επίκληση και απόδειξή της δεν δικαιολογεί, από μόνη της, ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης (ΑΠ 237/2017, Α.Π 721/2016), παρά μόνο όταν από αυτή προκαλείται μόνιμη διαταραχή της λειτουργίας του νου και σε βαθμό που αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης.

Παρέπεται ότι δεν αποκλείεται, κατά νόμο η συνύπαρξη στο πρόσωπο του διαθέτη και των δύο περιπτώσεων ανικανότητας, που προβλέπονται στη διάταξη του άρθρου 1719 αρ. 3 ΑΚ, τόσο της έλλειψης συνείδησης των πράξεών του, όσο και της ψυχικής ή διανοητικής διαταραχής του, που περιορίζει αποφασιστικά τη λειτουργία της βούλησής του (Α.Π. 398/2018).

Εξάλλου κατά τη διάταξη του άρθρου 559 αρ. 1 ΚΠολΔ, αναίρεση, για ευθεία παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, επιτρέπεται, αν το δικαστήριο της ουσίας ερμήνευσε εσφαλμένα τον κανόνα αυτό, του προσέδωσε δηλαδή έννοια διαφορετική από την αληθινή ή δεν τον εφάρμοσε, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή τον εφάρμοσε, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, απαιτώντας περισσότερα ή αρκούμενο σε λιγότερα, αντίστοιχα, στοιχεία από όσα αξιώνει ο νόμος για την εφαρμογή του ή αν τον εφάρμοσε εσφαλμένα (ΟλΑΠ 7/2006).

Αν το δικαστήριο απεφάνθη για την ουσία της υπόθεσης, η παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται βάσει των πραγματικών περιστατικών που ανέλεγκτα δέχτηκε ότι αποδείχθηκαν και της υπαγωγής αυτών στο νόμο. Ιδρύεται δε ο παραπάνω λόγος, αν το δικαστήριο εφάρμοσε το νόμο, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, ότι αποδείχτηκαν, δεν ήταν αρκετά για την εφαρμογή του ή αν δεν τον εφάρμοσε, παρότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχτηκε, αρκούσαν για την εφαρμογή του, καθώς και όταν προέβη σε εσφαλμένη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών σε διάταξη, στο πραγματικό της οποίας αυτά δεν υπάγονται (ΟλΑΠ4/2018, ΑΠ 1156/2021,Α.Π148/2020).

Ο ανωτέρω λόγος αναίρεσης δεν δημιουργείται όταν το δικαστήριο που εξέτασε την ουσία της υπόθεσης, δεν εφαρμόζει κανόνα δικαίου, του οποίου, υπό τις πραγματικές παραδοχές του δικαστηρίου, δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής, ενώ ο έλεγχος γίνεται με βάση τις παραδοχές της απόφασης και μόνον (ΑΠ 571/2017, Α.Π 1682/2013).

Περαιτέρω η παράβαση των διδαγμάτων της κοινής πείρας αποτελεί λόγο αναίρεσης μόνο αν τα διδάγματα αυτά αφορούν την εφαρμογή των κανόνων του δικαίου ή την υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σε αυτούς. Ως διδάγματα της κοινής πείρας νοούνται οι αρχές για την εξέλιξη των πραγμάτων, που συνάγονται από την παρατήρηση του καθημερινού βίου, την επαγγελματική ενασχόληση και την επιστημονική έρευνα και έχουν έτσι καταστεί κοινό κτήμα, μπορούν δε να χρησιμοποιηθούν είτε για να διαπιστωθεί έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών σε συγκεκριμένη δίκη (άρθρο 336 παρ. 4 ΚΠολΔ), είτε για να γίνει, αφού διαπιστωθεί η βασιμότητα αυτών, η υπαγωγή τους σε κανόνες ουσιαστικού δικαίου (άρθρο 559 αρ. 1 και 560 παρ. 1β ΚΠολΔ).

Ο προαναφερόμενος αναιρετικός λόγος στοιχειοθετείται όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα, δηλαδή με τρόπο που δεν συνάδει προς τις αρχές της λογικής, ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να ανεύρει, με βάση αυτά, την αληθινή έννοια κανόνα ουσιαστικού δικαίου και, ιδίως, για να εξειδικεύσει αόριστες νομικές έννοιες που αυτός τυχόν περιέχει, ή για να υπαγάγει ή όχι σ` αυτόν τα εκάστοτε κρίσιμα πραγματικά περιστατικά.

Αντίθετα, όταν το δικαστήριο χρησιμοποιεί εσφαλμένα ή παραλείπει να χρησιμοποιήσει τα διδάγματα της κοινής πείρας, για να διαγνώσει αν συντρέχουν ή όχι τα εκάστοτε αποδεικτέα περιστατικά ή για να εκτιμήσει την αποδεικτική αξία των αποδεικτικών μέσων ή στοιχείων, δεν στοιχειοθετείται ο προαναφερόμενος λόγος αναίρεσης, αφού, όπως προκύπτει από τα άρθρα 336 παρ. 4 και 339 ΚΠολΔ, τα διδάγματα της κοινής πείρας δεν συμπεριλαμβάνονται στα αποδεικτικά μέσα (ΟλΑΠ 8/2005, Α.Π 1106/2020,Α.Π 589/2020, 109/2020).

Επίσης κατά την έννοια του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ, η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδρύεται ο αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι, να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στη συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε. (ΟλΑΠ 1/1999).

Ως ζητήματα, των οποίων η μη αιτιολόγηση ή η αιτιολόγηση κατά τρόπο ανεπαρκή ή αντιφατικό στερεί από την απόφαση τη νόμιμη βάση, νοούνται μόνο οι ισχυρισμοί που έχουν αυτοτελή ύπαρξη, που τείνουν δηλαδή στη θεμελίωση ή κατάργηση του δικαιώματος που ασκήθηκε, είτε ως επιθετικό, είτε ως αμυντικό μέσο (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 34/2016).

Η έλλειψη ή ανεπάρκεια ειδικής και εμπεριστατωμένης αιτιολογίας για τα πραγματικά ή νομικά επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν ιδρύουν τον ως άνω λόγο αναίρεσης (ΟλΑΠ 24/1992, ΑΠ 674/2021, ΑΠ 59/2020, ΑΠ 533/2016). Τα επιχειρήματα αυτά δεν συνιστούν παραδοχές με βάση τις οποίες διαμορφώνεται το αποδεικτικό πόρισμα του δικαστηρίου και ως εκ τούτου δεν αποτελούν "αιτιολογία" της απόφασης, ώστε να επιδέχεται αυτή στο πλαίσιο της διάταξης του άρθρου 559 αρ.19 ΚΠολΔ μομφή για αντιφατικότητα ή ανεπάρκεια (ΑΠ 184/2017, ΑΠ 59/2020).

Ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 955/2022, ΑΠ 360/2014, ΑΠ 1351/2011). Ειδικότερα, ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για τη στοιχειοθέτηση, στη συγκεκριμένη περίπτωση, της διάταξης ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε είτε αποκλείουν την εφαρμογή της.

Ελλείψεις, δε, του νομικού συλλογισμού, αναγόμενες στην εκτίμηση των αποδείξεων και ιδίως στην ανάλυση, στάθμιση, αιτιολόγηση του πορίσματος που εξάγεται από αυτές, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα, δεν συνιστούν ανεπαρκείς αιτιολογίες (ΟλΑΠ 15/2006, ΟλΑΠ 861/1984, Α.Π 59/2020, ΑΠ 1376/2011).

Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη, σαφή και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Ακόμη, από τη διάταξη του άρθρου 561 παράγραφος 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει, ότι η εκτίμηση από το δικαστήριο της ουσίας των πραγματικών περιστατικών, εφόσον δεν παραβιάστηκαν με αυτά κανόνες ουσιαστικού δικαίου, στους οποίους περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί, ή εφόσον η εκτίμησή τους δεν ιδρύει λόγους αναίρεσης από τους αριθμούς 19 και 20 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, είναι από τον Άρειο Πάγο ανέλεγκτη, ο δε αντίστοιχος λόγος αναίρεσης, από το περιεχόμενο του οποίου προκύπτει, ότι δεν συντρέχει καμία από τις προαναφερθείσες εξαιρετικές περιπτώσεις, απορρίπτεται ως απαράδεκτος, εφόσον πλέον πλήττεται η ουσία της υπόθεσης, που δεν υπόκειται σε αναιρετικό έλεγχο (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 472/2017, ΑΠ 825/2015).

Τέλος, η ύπαρξη νόμιμης βάσης και η αντίστοιχη έλλειψή της πρέπει να προκύπτουν αμέσως από την προσβαλλόμενη απόφαση. Ο Άρειος Πάγος διαπιστώνει την ύπαρξη ή την ανυπαρξία του προκειμένου λόγου αναίρεσης, ελέγχοντας μόνο την προσβαλλόμενη απόφαση και το αιτιολογικό της, από την οποία πρέπει να προκύπτει η αποδιδόμενη σ' αυτήν νομική πλημμέλεια και όχι από το περιεχόμενο άλλων εγγράφων ή αποφάσεων σε εφαρμογή της διάταξης του άρθρου 561 παρ. 2 του ΚΠολΔ (ΑΠ 59/2020, ΑΠ 156/2017).

Επίσης, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' του ΚΠολΔ, ιδρύεται λόγος αναιρέσεως της αποφάσεως και όταν το δικαστήριο παρά το νόμο δεν έλαβε υπόψη αποδεικτικά μέσα που οι διάδικοι επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν. Για την ίδρυση του λόγου αυτού αρκεί και μόνη η ύπαρξη αμφιβολιών για το αν το δικαστήριο της ουσίας έλαβε υπόψη όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, τα οποία ήταν υποχρεωμένο να λάβει υπόψη, σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 335 και 338 έως 340 του ΚΠολΔ, υπό την προϋπόθεση ότι το πραγματικό γεγονός που επικαλείται ο διάδικος προς απόδειξη με το αποδεικτικό μέσο ασκεί επίδραση στην έκβαση της δίκης (ΟλΑΠ 2/2008), επιδρά δηλαδή στο διατακτικό της αποφάσεως.

Καμία, ωστόσο, διάταξη δεν επιβάλλει την ειδική μνεία και την χωριστή αξιολόγηση καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι, ούτε και την διάκριση από ποία από αυτά προκύπτει άμεση και από ποία έμμεση απόδειξη, αλλά αρκεί η γενική μνεία των κατ' είδος αποδεικτικών μέσων (μάρτυρες, έγγραφα κλπ) που λήφθηκαν υπόψη.

Βέβαια δεν αποκλείεται το δικαστήριο της ουσίας να μνημονεύει και να εξαίρει μερικά από τα αποδεικτικά μέσα, λόγω της κατά την ελεύθερη κρίση του μεγαλύτερης σημασίας τους, αρκεί να γίνεται αδίστακτα βέβαιο από το όλο περιεχόμενο της αποφάσεώς του ότι συνεκτιμήθηκαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέστηκαν και προσκόμισαν νόμιμα οι διάδικοι.

Μόνο αν από την γενική αυτή αναφορά, σε συνδυασμό με το περιεχόμενο της αποφάσεως, δεν προκύπτει κατά τρόπο αναμφίβολο ότι λήφθηκε υπόψη κάποιο συγκεκριμένο αποδεικτικό μέσο, στοιχειοθετείται ο αναιρετικός αυτός λόγος (ΑΠ 306/2021, ΑΠ 128/2013, ΑΠ 1569/2010, ΑΠ 600/2010, ΑΠ 259/2009). Στην προκειμένη περίπτωση το Εφετείο, όπως προκύπτει από την παραδεκτή επισκόπηση της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 2 ΚΠολΔ), μετά από συνεκτίμηση των νομίμων σ` αυτό επικληθέντων και προσκομισθέντων αποδεικτικών μέσων, δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη κρίση του, τα ακόλουθα: "Στις 3-4-2011, απεβίωσε η γεννηθείσα το έτος 1933, Ά.

χήρα Μ. Σ., κάτοικος εν ζωή …..Βοιωτίας, συνεπεία καρδιακής ανακοπής. Ήταν αδελφή των εναγουσών και γιαγιά εκ πατρικής γραμμής, του εναγομένου τέκνου του προαποβιώσαντος γιού της, Κ. Σ. του Μ.. Με την υπ' αριθμ. ... δημόσια διαθήκη της, που συντάχθηκε ενώπιον της συμβολαιογράφου Πειραιά, Ευθυμίας Ανδριανάκου του Ηλία και δημοσιεύθηκε νόμιμα με το υπ' αριθμ. 471/6-5-2011 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιά, εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο της, τον εναγόμενο εγγονό της, ορίζοντας συγκεκριμένα ότι "ανακαλώ κάθε προγενέστερη διαθήκη μου και ορίζω κληρονόμο μου τον εγγονό μου Μ.

Σ. του Κ. και Ε., στον οποίο αφήνω όλα τα περιουσιακά μου στοιχεία κινητά και ακίνητα τα οποία θα υπάρχουν κατά το θάνατό μου". Σύμφωνα με το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής, που συντάχθηκε στις 8.7.2010 στον Πειραιά, στο επί της οδού Σωτηρίου Διός αριθμός 11 γραφείο της άνω συμβολαιογράφου, η διαθέτιδα δήλωσε ενώπιον όλων των συμπραξάντων (συμβολαιογράφου και μαρτύρων) ότι επιθυμεί να συνταχθεί δημόσια διαθήκη, ότι δεν στερείται καμίας από τις αισθήσεις της και ότι μετά από συνομιλία που είχε η συμβολαιογράφος με τη διαθέτιδα πείστηκε για τη σοβαρότητα της διαθέσεώς της.

Σύμφωνα, επίσης, με το περιεχόμενο της διαθήκης αυτής τα συμπράξαντα κατά τη σύνταξή της πρόσωπα ήταν όλα παρόντα καθ' όλη τη διάρκεια αυτής και δεν παραστάθηκε κανείς άλλος, εκτός από τη διαθέτιδα, τους μάρτυρες και τη συμβολαιογράφο, ότι η διαθήκη ανεγνώσθη καθαρά και μεγαλόφωνα στη διαθέτιδα, εις επήκοον των συμπραττόντων προσώπων και υπογράφτηκε από τους μάρτυρες, τη διαθέτιδα και τη συμβολαιογράφο.

Κατά της εγκυρότητας της διαθήκης αυτής βάλλουν οι ενάγουσες με την κρινόμενη αγωγή, ως έχουσες προς τούτο έννομο συμφέρον, δεδομένου ότι εφόσον αυτή ακυρωθεί θα καταστούν οι ίδιες εκ διαθήκης κληρονόμοι δυνάμει της προγενέστερης υπ' αριθμ. 4848/27.10.2008 δημόσιας διαθήκης συνταχθείσας ενώπιον της συμβολαιογράφου Αλιάρτου, Ασημίνας Γρηγορίου Καρανάσου, με την οποία η άνω αποβιώσασα κατέλιπε στις ενάγουσας αδελφές της κατ' ισομοιρία όλη την ακίνητη περιουσία της, πλην ενός αγροτεμαχίου 3.500 τ.μ.

στην κτηματική περιφέρεια Δ/Δ ….. Νομού Βοιωτίας, το οποίο άφηνε στα εγγόνια της, περιορίζοντας αυτά (εγγόνια) στη νόμιμη μοίρα. Να σημειωθεί ότι η εν λόγω διαθήκη δημοσιεύθηκε με το υπ' αριθμ. 109/12.5.2011 πρακτικό του Μονομελούς Πρωτοδικείου Λιβαδειάς. Αποδείχθηκε, εξάλλου, ότι κατά το χρόνο σύνταξης της προσβαλλόμενης διαθήκης η κληρονομούμενη έπασχε από οργανικό ψυχοσύνδρομο στα πλαίσια αρχόμενης ανοϊκής συνδρομής και γι' αυτό συνεστήθη φαρμακευτική αγωγή με λήψη αντιψυχωτικών (Risperdal 1mg), αγχολυτικών (Xanax 1 mg), αντικαταθλιπτικών φαρμάκων (Entact 10mg) και του Aricept (αναστολέας χολινεστεράσης), το οποίο χορηγείται σε περιπτώσεις άνοιας και δη σε αρχικά στάδια της νόσου, στο οποίο διεγνώσθη ότι βρισκόταν η αποβιώσασα κατά τον κρίσιμο χρόνο (βλ.

την από 7.7.2010 και 26.7.2010 ιατρική γνωμάτευση του ειδικού νευρολόγου, Ιωάννη Γρίβα). Στην ίδια διάγνωση είχε καταλήξει και η ιδιώτης ψυχίατρος Α. Γ., στις 19.4.2010, οπότε ανέγραψε τα σκευάσματα Ebixa (αντιανοϊκό) και Risperdal 1mg. Η χορήγηση Risperdal του 1 mg κατατείνει στην καταστολή μικρού βαθμού ανησυχίας, διότι αν υπήρχε μεγαλύτερου βαθμού ή και διαταραχή της παραγωγής των ιδεών, θα χορηγούνταν Risperdal περισσότερων mg (βλ.

την από 12.10.2012 ιατρική γνωμοδότηση νευρολόγου - ψυχιάτρου Μ. Μ.). Επίσης, το σκεύασμα Aricept χορηγείται σε αρχικά στάδια της νόσου, ενώ δεν είναι αποτελεσματικό σε ασθενείς προχωρημένου σταδίου. Στις 15.7.2010 η ψυχίατρος στο "Δρομοκαϊτειο" Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής διαγιγνώσκει ότι η άνω κληρονομούμενη πάσχει από καταθλιπτική διαταραχή, δίδει οδηγίες για τακτική ψυχιατρική παρακολούθηση καθώς και φαρμακευτική αγωγή μηνός (Seropram 20 mg - αντικαταθλιπτικό, Distaneurine - υπναγωγό, Promazine - αντιψυχωτικό), Στην ίδια διάγνωση καταλήγει ένα μήνα αργότερα (16.8.2010) και ο Ν.

Δ., ψυχίατρος του ίδιου Ψυχιατρικού Νοσοκομείου, ο οποίος συστήνει την ίδια φαρμακευτική αγωγή και περαιτέρω αξονική τομογραφία εγκεφάλου, η οποία γίνεται στις 19.8.2010 στη Βιοκλινική Πειραιά. Από την εξέταση αυτή, προκύπτει ήπια διεύρυνση των κοιλιών του εγκεφάλου και του εξωτερικού υπαραχνοειδούς χώρου στα πλαίσια εγκεφαλικής ατροφίας, η οποία αφορά ιδιαιτέρως τους μετωπιαίους λοβούς και λιγότερο τους κροταφικούς.

Τα εν λόγω αποτελέσματα της αξονικής τομογραφίας δεν καταδεικνύουν άνοια προχωρημένου σταδίου, κατά την οποία θα παρουσιαζόταν εκσεσημασμένη εγκεφαλική ατροφία, περίπτωση που δεν συντρέχει εν προκειμένω. Τούτο δεν ανατρέπεται από την από 10.8.2010 ιατρική γνωμάτευση της ψυχιάτρου Α. Γ., η οποία αναφέρεται σε προκεχωρημένη άνοια μικτού τύπου, σε σημείο που καταργείται το αυτόβουλο της ασθενούς, καθιστάμενη ανίκανη να φροντίσει τον εαυτό της, γνωμάτευση που προφανώς δόθηκε ενόψει της πρόθεσης των εναγουσών- εκκαλουσών να κινήσουν- διαδικασία για τη θέση της αδελφής τους υπό δικαστική συμπαράσταση (βλ.

την από 26.8.2010 με αριθμ. εκθ. κατ. 148977/7402/26.8.2010 αίτηση της πρώτης ενάγουσας ενώπιον του Μονομελούς Πρωτοδικείου Αθηνών - εκούσια δικαιοδοσία). Επιπλέον, ο διευθυντής του νευρολογικού τμήματος του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ", Αντώνης Ταβερναράκης, στο από 24.8.2010 πιστοποιητικό, το οποίο εδόθη για να χρησιμοποιηθεί στον ΟΓΑ, αναφέρει ως διάγνωση "διαταραχές ανωτέρων διανοητικών λειτουργιών (διαταραχές μνήμης - κρίσης - προσανατολισμού) στα πλαίσια εγκεφαλοπάθειας εκφυλιστικού τύπου (Νόσος Alzheimer) - καταθλιπτική συνδρομή.

Λόγω της κατάστασής της η ασθενής δεν δύναται να αυτοεξυπηρετηθεί και χρήζει μονίμως την παρουσία τρίτου προσώπου. Δεν δύναται να παραμένει μόνη της". Το γεγονός ότι η νόσος Alzheimer αφορά μια προοδευτική έκπτωση της μνήμης και των ανώτερων εγκεφαλικών λειτουργιών, δηλαδή των νοητικών λειτουργιών και εξελίσσεται σε αρκετά στάδια, καταλήγοντας σε ολοκληρωτική ανικανότητα, δεν έπεται ότι με την εμφάνιση αυτής επέρχεται οριστική απώλεια της μνήμης και της λογικής αλλά η κατάσταση αξιολογείται εξατομικευμένα βάσει της κλινικής εικόνας και ειδικών εργαστηριακών εξετάσεων.

Επίσης σε ποσοστό 30%-50% των ασθενών με νόσο Alzheimer απαντάται κατάθλιψη.

Συνεπώς, τα αναφερόμενα στο πιο πάνω πιστοποιητικό του Γ.Ν.Α. "Ο ΕΥΑΓΓΕΛΙΣΜΟΣ" επιβεβαιώνουν την κατάσταση αρχόμενης άνοιας, στην οποία βρισκόταν η κληρονομούμενη, όπως είχε διαγνωσθεί τον Ιούλιο του 2010 από τον ειδικό νευρολόγο Ιωάννη Γρίβα. Το γεγονός δε ότι η αποβιώσασα μαζί με την αδελφή της, Α. Τ., στις 30.8.2010 εμφανίζονται στο Α' Αστυνομικό Τμήμα Αιγάλεω για συστάσεις κατόπιν αιτήσεως του εναγομένου και της μητέρας του, ενισχύει την κρίση του Δικαστηρίου περί της διανοητικής κατάστασης της διαθέτιδος κατά το κρίσιμο χρονικό σημείο σύνταξης της διαθήκης.

Σύμφωνα δε με τον διορισθέντα από το Δικαστήριο πραγματογνώμονα-νευρολόγο, Βρασίδα Γιαννακόπουλο, η αξονική τομογραφία και το γεγονός ότι η ασθενής έπασχε από υπερχολιστεριναιμία και υπέρταση και ελάμβανε αντίστοιχη φαρμακευτική αγωγή, είναι στοιχεία που καταδεικνύουν πιθανή άνοια. Στηριζόμενος, δε, στην παραδοχή ότι δεν έγινε έγκαιρη διάγνωση της άνοιας στην Ά.

Σ., χωρίς ωστόσο να αιτιολογεί την εν λόγω παραδοχή, καταλήγει στο συμπέρασμα ότι κατά το χρόνο σύνταξης της διαθήκης, η διαθέτης ήταν σε προχωρημένο στάδιο της νόσου, η μέση διάρκεια της οποίας σε εξέλιξη είναι δύο έως δέκα έτη με μέσο όρο τα πέντε έτη. Στο ίδιο συμπέρασμα καταλήγει και η έτερη διορισθείσα πραγματογνώμονας από το Δικαστήριο ψυχίατρος Αποστολία - Ελίνα Γκέκα, στηριζόμενη αναιτιολόγητα στο γεγονός ότι το πρόβλημα της άνοιας προϋπήρχε για ικανό διάστημα πριν τη σύνταξη της διαθήκης.

Από τα στοιχεία στα οποία στηρίχθηκε η εν λόγω πραγματογνωμοσύνη, το αρχαιότερο χρονολογικά είναι η από 10.11.2009 διάγνωση στο συνταγολόγιο της θανούσας "διαταραχές ύπνου" και η συνταγογράφηση από τον παθολόγο Αθανασίου του αγχολυτικού φαρμάκου xanax 0.5 mg. Το εν λόγω σκεύασμα συνταγογραφείται ευρύτατα σε χιλιάδες ανθρώπους, οι οποίοι πάσχουν από νοσήματα που, ως επί το πλείστον, συμπεριλαμβάνουν στα συμπτώματα τους, το άγχος ή την αϋπνία ή και τα δύο.

Το φάρμακο αυτό ελάχιστα βοηθά και δεν συνταγογραφείται μόνο του στις περιπτώσεις άνοιας (βλ. την από 12.10.2012 ιατρική γνωμοδότηση του ως άνω ιατρού Μ. Μ.).

Συνεπώς, το γεγονός ότι εν προκειμένω συνταγογραφήθηκε μόνο του ανατρέπει την παραδοχή των πραγματογνωμόνων ότι το πρόβλημα της άνοιας προϋπήρχε από ικανό χρονικό διάστημα (ίσως και πέραν του έτους όπως σημειώνει ο νευρολόγος Βρ. Γιαννακόπουλος). Τέλος τα επικαλούμενα, από την ορισθείσα πραγματογνώμονα-ψυχίατρο γεγονότα στα οποία στηρίζει την κρίση της, ότι η Ά.

Σ. απευθύνθηκε σε πολλούς και διαφορετικούς ιατρούς συναφούς ειδικότητας, αποτελεί σε κάθε περίπτωση αντίδραση λογικού ανθρώπου, ο οποίος αναζητά και δεύτερη άποψη για το πρόβλημα υγείας του προκειμένου να σχηματίσει μία ολοκληρωμένη εικόνα και να πεισθεί για τον προτεινόμενο τρόπο θεραπείας. Όσον αφορά δε τη μεταστροφή της βουλήσεώς της σχετικά με τα πρόσωπα των κληρονόμων της, τούτο δεν αποτελεί πειστικό και μάλιστα ιατρικό επιχείρημα για την διανοητική κατάσταση της κληρονομουμένης.

Τέλος, οι κατακλίσεις και η αδυναμία τροφής, στις οποίες αναφέρεται ο πραγματογνώμονας-νευρολόγος, εμφανίσθηκαν σε χρόνο μεταγενέστερο του κρίσιμου χρόνου σύνταξης της διαθήκης, και ως εκ τούτου δεν αποτελούν ασφαλές κριτήριο για το συμπέρασμα στο οποίο καταλήγουν αμφότεροι οι πραγματογνώμονες, ήτοι ότι "η Ά.

Σ. ευρισκόταν κατά την ημερομηνία σύνταξης της διαθήκης, ήτοι κατά την 8η.7.2010, σε ψυχική και διανοητική κατάσταση, που περιόριζε αποφασιστικά τη λειτουργία της βουλήσεώς της, και εξαιτίας αυτής της κατάστασής της αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός, με συνέπεια να αδυνατεί να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της πράξης και της συνέπειας που θα προκύπτει από αυτή".

Επομένως, αποδείχθηκε ότι η κληρονομούμενη, βρισκόταν μεν σε στάδιο αρχόμενης άνοιας, παρουσιάζοντας κάποιες διαταραχές μνήμης, ύπνου, κατάθλιψης, πλην όμως είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξεως κατά το χρόνο κατά τον οποίο συνέταξε τη δημόσια διαθήκη της και δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς της.

Κατόπιν αυτών, η αγωγή τυγχάνει απορριπτέα, ως ουσιαστικά αβάσιμη". Με βάση τις πραγματικές αυτές παραδοχές το Εφετείο επικύρωσε την απόφαση του πρωτοβαθμίου δικαστηρίου που απέρριψε την αγωγή της αναιρεσείουσας, με την οποία ζητούσε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της αναφερόμενης δημόσιας διαθήκης της Ά.

χήρας Μ. Σ.. Έτσι που έκρινε το Εφετείο, δεν παραβίασε ούτε ευθέως ούτε εκ πλαγίου την προαναφερθείσα ουσιαστικού δικαίου διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ, την οποία ορθά ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε, και δεν στέρησε την απόφασή του νόμιμης βάσης, διότι σύμφωνα με τις πραγματικές παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής της και διέλαβε στην προσβαλλόμενη απόφαση πλήρεις, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που επιτρέπουν τον αναιρετικό έλεγχο ως προς τα ουσιώδες ζήτημα που αφορά την ικανότητα της διαθέτιδος προς σύνταξη διαθήκης κατά τον χρόνο συντάξεως αυτής (8-7-2010), καθόσον σύμφωνα με το αποδεικτικό της πόρισμα, η διαθέτης "βρισκόταν μεν σε στάδιο αρχόμενης άνοιας, παρουσιάζοντας κάποιες διαταραχές μνήμης ύπνου, κατάθλιψης, πλην όμως είχε τη δύναμη να διαγνώσει το περιεχόμενο και την ουσία της επιχειρούμενης πράξης και δεν αποκλειόταν ο ελεύθερος προσδιορισμός της βουλήσεώς της", δεδομένου μάλιστα ότι, σύμφωνα με όσα αναφέρονται στη νομική σκέψη, η αρχόμενη άνοια δεν δικαιολογεί από μόνη της την ανικανότητα προς σύνταξη διαθήκης, αφού δεν είναι σε τέτοιο βαθμό που να αποκλείει την ύπαρξη λογικής κρίσης και να περιορίζει αποφασιστικά την λειτουργία της βουλήσεως του διαθέτη.

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος κατά το πρώτο σκέλος του και ο δεύτερος λόγος επίσης κατά το πρώτο σκέλος του, με τους οποίους η αναιρεσείουσα προσάπτει στην προσβαλλόμενη απόφαση τις από το άρθρο 559 αριθ. 19 και 1 της παραβάσεως εκ πλαγίου και ευθέως των διατάξεων του άρθρου 1719 παρ. 3 Α.Κ., είναι αβάσιμος. Περαιτέρω, οι ίδιοι λόγοι, κατά το μέρος που με αυτούς η αναιρεσείουσα προβάλλει αιτιάσεις για την εκτίμηση των πραγματικών περιστατικών, για τον συσχετισμό και την ανάλυση των αποδείξεων, καθώς και για την επάρκεια και πειστικότητα των επιχειρημάτων, με βάση τα οποία το Εφετείο κατέληξε στο αποδεικτικό του πόρισμα, είναι κατά τα αναφερόμενα στη νομική σκέψη απαράδεκτοι, διότι, υπό την επίφαση της παραβίασης των παραπάνω διατάξεων, πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη, κατά την εκτίμηση των αποδείξεων και περί την αποδοχή πραγματικών περιστατικών, κρίση του δικαστηρίου της ουσίας.

Με το δεύτερο σκέλος του δεύτερου λόγου αναίρεσης η αναιρεσείουσα προσάπτει στο Εφετείο από το άρθρο 559 αριθμ. 1β' του Κ.Πολ.Δ., ότι με την προσβαλλόμενη απόφασή του παραβίασε τα διδάγματα κοινής πείρας με το να δεχθεί ότι η κληρονομούμενη κατά τη σύνταξη της επίδικης διαθήκης είχε συνείδηση των πραττομένων και δεν ερμήνευσε και δεν εφάρμοσε ορθά τους κανόνες του ουσιαστικού δικαίου του άρθρου 1719 αριθμ. 3 Α.Κ και δεν υπήγαγε τα πραγματικά περιστατικά στους κανόνες αυτούς.

Το Εφετείο, σύμφωνα με τις προεκτεθείσες παραδοχές του, ούτε χρησιμοποίησε εσφαλμένα, ούτε παρέλειψε να χρησιμοποιήσει, όπως διατείνεται η αναιρεσείουσα, τα διδάγματα της κοινής πείρας ότι η νόσος Αlzheimer είναι προοδευτικώς εξελισσόμενη με σχετικά αργούς ρυθμούς, προκειμένου να μην υπαγάγει στη διάταξη του άρθρου 1719 αριθ. 3 ΑΚ τα ανελέγκτως γενόμενα δεκτά από αυτό πραγματικά περιστατικά περιστατικά.

Συνεπώς, ο δεύτερος λόγος κατά το δεύτερο σκέλος του κατά το πιο πάνω τμήμα του είναι αβάσιμος. Περαιτέρω τα λοιπά φερόμενα ως παραβιασθέντα διδάγματα της κοινής πείρας και λογικής, με το ίδιο σκέλος του δεύτερου λόγου αναιρέσεως α. ότι κανένας εχέφρων άνθρωπος δεν επισκέπτεται επτά (7) ιατρούς της ίδιας ειδικότητας, β. "ότι κανείς εχέφρων άνθρωπος δεν έχει χάσει τέσσερις φορές την ταυτότητά του σε τρεις μήνες" και γ.

ότι δεν βρίσκεται σε αντιπαλότητα και εχθρότητα με τον διαθέτη του, αυτός που λίγες ημέρες πριν τον εγκατέστησε μοναδικό κληρονόμο του, εκτός του ότι δεν αποτελούν διδάγματα της κοινής πείρας, σύμφωνα με όσα στη νομική σκέψη διαλαμβάνονται, δεν αναφέρονται στην ερμηνεία του ως ουσιαστικού κανόνος δικαίου (1719 παρ. 3 Α.Κ), ή στην υπαγωγή των πραγματικών γεγονότων σ' αυτόν.

Ειδικότερα, τα δύο πρώτα ως άνω εκτιθέμενα δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν για να διαπιστωθεί ούτε και έμμεσα η βασιμότητα των αποδεικτέων πραγματικών περιστατικών, δεδομένου ότι στην προσβαλλόμενη απόφαση, δεν υπάρχουν αντίστοιχες παραδοχές περί επισκέψεως της διαθέτιδας επτά ιατρών της ίδιας ειδικότητας, ούτε ότι απώλεσε την ταυτότητα της τέσσερις φορές σε τρεις μήνες, το δε τρίτο αναφέρεται στην εκτίμηση των αποδείξεων και υπό το πρόσχημα της παραβίασης του προαναφερθέντος κανόνα δικαίου, μέσω της χρησιμοποιήσεως του φερομένου ως άνω διδάγματος της κοινής πείρας για την διαπίστωση των πραγματικών περιστατικών, πλήττεται η ανέλεγκτη από τον Άρειο Πάγο, εκτίμηση των αποδείξεων.

Συνεπώς, ως προς το τμήμα αυτό του δεύτερου σκέλους, ο ως άνω λόγος είναι απαράδεκτος. Με το δεύτερο σκέλος του πρώτου λόγου αναίρεσης αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η πλημμέλεια του άρθρου 559 αριθ. 11γ' ΚΠολΔ, ότι το Εφετείο δεν έλαβε υπόψη το αποδεικτικό μέσο που η αναιρεσείουσα νόμιμα, μεταξύ άλλων, προσκόμισε και επικαλέσθηκε με τις προτάσεις της στο δεύτερο βαθμό, για την απόδειξη του ισχυρισμού της ότι η προσβαλλόμενη διαθήκη είναι άκυρη, διότι η διαθέτης κατά τον κρίσιμο χρόνο σύνταξης της (διαθήκης) στερείτο της χρήσεως του λογικού και δεν είχε συνείδηση των πραττομένων διότι νοσούσε από Αlzheimer και συγκεκριμένα ότι δεν έλαβε υπόψη την υπ'αριθμ. 28.866/28-7-2016 ένορκη βεβαίωση.

Από την επισκόπηση όμως της απόφασης του Εφετείου, και ειδικότερα, από την περιεχόμενη σε αυτή ρητή και ειδική μνεία της ως άνω ένορκης βεβαίωσης ενώπιον της Συμβολαιογράφου Αθηνών Ελευθερίας Βασιλακοπούλου - Κουγιουμτζίδου, κατόπιν νόμιμης κλητεύσεως του εφεσιβλήτου, καθώς και από όλο το περιεχόμενό της, δεν καταλείπεται καμία αμφιβολία ότι το Εφετείο κατά την κατάστρωση του αποδεικτικού του συλλογισμού έλαβε υπόψη και συνεκτίμησε, μαζί με τα υπόλοιπα αποδεικτικά μέσα, και την πιο πάνω ένορκη βεβαίωση, παρά την έλλειψη χωριστής αξιολόγησης αυτής.

Επομένως ο λόγος αυτός είναι απορριπτέος ως αβάσιμος. Κατ'ακολουθίαν τούτων, εφόσον δεν υπάρχει προς έρευνα άλλος αναιρετικός λόγος, πρέπει ν'απορριφθεί η από 17-3-2021 αίτηση για αναίρεση της υπ'αριθμ. 3/2019 απόφαση του Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς) και να διαταχθεί, κατά την παρ. 3 του άρθρου 495 ΚΠολΔ, η εισαγωγή στο δημόσιο ταμείο του παραβόλου που κατατέθηκε από την αναιρεσείουσα κατά την άσκηση της αίτησης αναίρεσης και επισυνάφθηκε στη σχετική από 17-3-2021 έκθεση κατάθεσης του Γραμματέα του Εφετείου.

Τέλος, στην αναιρεσείουσα που ηττήθηκε πρέπει να επιβληθούν τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου κατά παραδοχή του σχετικού αιτήματός του, το οποίο ο τελευταίος νόμιμα και βάσιμα υπέβαλε με τις προτάσεις του (άρθρα 176, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 ΚΠολΔ), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ ΑΠΟΡΡΙΠΤΕΙ την από 17-3-2021 αίτηση για αναίρεση της 3/2019 αποφάσεως του Τριμελούς Εφετείου Λαμίας (Μεταβατική έδρα Λιβαδειάς).

ΔΙΑΤΑΣΣΕΙ την εισαγωγή του παραβόλου που έχει κατατεθεί για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

Και ΕΠΙΒΑΛΛΕΙ τα δικαστικά έξοδα του αναιρεσίβλητου εις βάρος της αναιρεσείουσας τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Οκτωβρίου 2022.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 9 Νοεμβρίου 2022.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ