Supreme Court dismisses appeal on procedural grounds, ruling the contested issue lacks independent legal existence as a 'fact'.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court dismissed the appellant's request to overturn the lower court's decision regarding a traffic accident liability case. The appellant argued the lower court incorrectly accepted the vehicle's speed as an established fact without evidence, but the court ruled this was merely an argument derived from evidence evaluation rather than an independent legal fact. Consequently, the appeal was rejected as inadmissible because the alleged error did not constitute a violation of substantive law under the required conditions.
Legislator headnote
AI generatedArticle 559(1) of the Code of Civil Procedure; Article 559(1) of the Code of Civil Procedure: An appeal based on the violation of a substantive law rule is inadmissible if the contested issue lacks independent legal existence as a 'fact' and instead constitutes an argument derived from the evaluation of evidence.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedCited Case Law
AI generatedFull text
Απόφαση 1866 / 2017 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1866/2017
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Δ' Πολιτικό Τμήμα
Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ειρήνη Κιουρκτσόγλου - Πετρουλάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Χαράλαμπο Καλαματιανό, Ειρήνη Καλού, Σοφία Ντάντου και Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, Αρεοπαγίτες.
Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 22 Σεπτεμβρίου 2017, με την παρουσία και του Γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: Ε. Β. του Γ., κατοίκου ..., ο οποίος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Στέργιο Γιαλάογλου με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, που δεν κατέθεσε προτάσεις.
Του αναιρεσιβλήτου: ΝΠΙΔ με την επωνυμία "ΕΠΙΚΟΥΡΙΚΟ ΚΕΦΑΛΑΙΟ ΑΣΦΑΛΙΣΗΣ ΕΥΘΥΝΗΣ ΑΠΟ ΑΤΥΧΗΜΑΤΑ ΑΥΤΟΚΙΝΗΤΩΝ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αργυρώ Γρατσία - Πλατή με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 6-12-2011 αγωγή του ήδη αναιρεσείοντος, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 171/2013 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 247/2015 του Μονομελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί ο αναιρεσείων με την από 26-7-2016 αίτησή του.
Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Κωστούλα Φλουρή - Χαλεβίδου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Από την διάταξη του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δικ., με την οποία ορίζεται ότι "αναίρεση επιτρέπεται και αν παραβιάστηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών, αδιάφορο αν πρόκειται για νόμο ή έθιμο ελληνικό ή ξένο, εσωτερικού ή διεθνούς δικαίου..." συνάγεται ότι ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται αν το δικαστήριο της ουσίας, με βάση τα αναιρετικώς ανέλεγκτα γενόμενα από αυτό δεκτά ως αποδειχθέντα πραγματικά περιστατικά, δεν εφαρμόσει τον κανόνα δικαίου, ενώ συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή εφαρμόσει αυτόν, ενώ δεν έπρεπε, καθώς και αν εφαρμόσει αυτόν εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται είτε με ψευδή ερμηνεία είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη ή μη υπαγωγή των πραγματικών περιστατικών στον κανόνα δικαίου.
Η παραβίαση δηλαδή από την διάταξη αυτή πρέπει να προκύπτει από την ελάσσονα πρόταση του δικανικού συλλογισμού, η οποία στηρίζει το δικανικό συμπέρασμα με τη μορφή του διατακτικού, η έλλειψη δε μείζονος προτάσεως και οι τυχόν εσφαλμένες κρίσεις του δικαστηρίου της ουσίας, ως προς την έννοια της διατάξεως του ουσιαστικού νόμου και τις προϋποθέσεις εφαρμογής της, δεν ιδρύουν αυτές και μόνο λόγο αναιρέσεως, αν δεν συνέχονται με την ουσιαστική του κρίση (Ολ.ΑΠ 3/1997, ΑΠ 903/2010).
Στην προκειμένη περίπτωση, με τον πρώτο, κατά το ένα μέρος του, λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως αποδίδεται στην προσβαλλομένη απόφαση, κατ' εκτίμηση, η από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ. αναιρετική πλημμέλεια, με την αιτίαση ότι δεν εμπεριέχεται σ' αυτήν μείζονα πρόταση, περιέχουσα τις εφαρμοσθείσες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις.
Ο λόγος αυτός, κατά το ως άνω μέρος του, είναι απαράδεκτος, διότι πλήττει την μη ιδρύουσα αυτοτελή λόγο αναιρέσεως έλλειψη μείζονος προτάσεως του δικανικού συλλογισμού, σύμφωνα με τα προεκτεθέντα.
Επειδή, κατά μεν την διάταξη του άρθρου 4 εδ. α' Ν. ΓΠΝ/4-5-1911 "περί της εκ των αυτοκινήτων ποινικής και αστικής ευθύνης" για κάθε ζημία που προξενείται από το αυτοκίνητο κατά την λειτουργία του προς τρίτους ενέχεται σε αποζημίωση ο οδηγός και ο κατά το άρθρο του νόμου αυτού κάτοχος, ο δε ιδιοκτήτης, σε περίπτωση που είναι άλλος από τον κάτοχο, ενέχεται μόνο μέχρι της αξίας του αυτοκινήτου, κατά δε την διάταξη του άρθρου 5 εδ.
α' του ίδιου νόμου, από την κατά το προηγούμενο άρθρο αποζημίωση κανείς δεν απαλλάσσεται από τους ενεχόμενους σ' αυτή από οποιονδήποτε λόγο, εκτός εάν αποδείξει ότι το ατύχημα προήλθε από ανώτερη βία ή από υπαιτιότητα του θύματος ή από πταίσμα τρίτου προσώπου μη ανήκοντος στην υπηρεσία του αυτοκινήτου.
Κατά την διάταξη του άρθρου 9 του ιδίου νόμου "ο δικαστής, κατά την επιδίκασιν της αποζημιώσεως, οφείλει να λαμβάνη υπ' όψιν τας κατ' ιδίαν περιστάσεις, οίον την τυχόν ύπαρξιν ή μη πταίσματος, το μέγεθος αυτού, τον ποινικόν ή μη χαρακτήρα της πράξεως ή παραλείψεως, τας περιουσιακάς συνθήκας ζημιώσαντος και ζημιωθέντος, προς δε και καταθέσεις μαρτύρων παρόντων κατά το ατύχημα και υποκειμένων, κατά τας διατάξεις της Πολ.
Δικονομίας εις εξαίρεσιν, λόγω συγγενείας". Από τις διατάξεις αυτές του πιο πάνω νόμου, ο οποίος καθιερώνει γνήσια αντικειμενική ευθύνη (ευθύνη από διακινδύνευση), σε βάρος των πιο πάνω προσώπων, που συνδέονται με το ζημιογόνο αυτοκίνητο με κάποια από τις παραπάνω σχέσεις (ιδιοκτήτης, κάτοχος, οδηγός), προβλέπεται απαλλαγή του ενεχομένου προσώπου, στις περιπτώσεις ανώτερης βίας, υπαιτιότητας του θύματος και αποκλειστικής υπαιτιότητας του τρίτου προσώπου που δεν ανήκει στην υπηρεσία του αυτοκινήτου, μη αρκούσης συντρέχουσας υπαιτιότητας του τελευταίου (ΑΚ 300) (ΑΠ 204/2016, ΑΠ 1279/2015).
Ο ισχυρισμός του εναγομένου περί αποκλειστικής υπαιτιότητας του ενάγοντος στην πρόκληση του ατυχήματος, ως προς την βάση της αγωγής, που στηρίζεται στην αδικοπραξία (άρθρα 914 επ. του Α.Κ.), συνιστά άρνηση της υπαιτιότητας, ως προς δε την βάση, που στηρίζεται στις διατάξεις του Ν. ΓΠΝ/1911, συνιστά ένσταση καταλυτική του με την αγωγή ασκούμενου δικαιώματος (άρθρο 5 παρ. 1 του Ν.
ΓΠΝ/1911) (ΑΠ 1179/2015). Εξ άλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 10 του Ν. ΓΠΝ/1911, 297, 298, 300, 330 εδ. β' και 914 του Α.Κ., προκύπτει ότι η αδικοπρακτική ευθύνη προς αποζημίωση προϋποθέτει συμπεριφορά παράνομη και υπαίτια, επέλευση ζημίας και αιτιώδη σύνδεσμο μεταξύ της συμπεριφοράς του δράστη και της ζημίας. Παράνομη είναι η συμπεριφορά που αντίκειται σε επιτακτικό ή απαγορευτικό κανόνα δικαίου, ο οποίος απονέμει δικαίωμα ή προστατεύει συγκεκριμένο συμφέρον του ζημιωθέντος, μπορεί δε η συμπεριφορά αυτή να συνίσταται σε θετική ενέργεια ή σε παράλειψη ορισμένης ενέργειας.
Μορφή υπαιτιότητας είναι και η αμέλεια, η οποία υπάρχει όταν δεν καταβάλλεται η επιμέλεια που απαιτείται στις συναλλαγές, δηλαδή αυτή που αν καταβαλλόταν, με μέτρο την συμπεριφορά του μέσου συνετού και επιμελούς ανθρώπου του κύκλου δραστηριότητας του ζημιώσαντος, θα καθιστούσε δυνατή την αποτροπή του παράνομου και ζημιογόνου αποτελέσματος.
Αιτιώδης σύνδεσμος υπάρχει όταν η παράνομη και υπαίτια συμπεριφορά του δράστη ήταν, σύμφωνα με τα διδάγματα της κοινής πείρας, ικανή, κατά την συνηθισμένη πορεία των πραγμάτων, να επιφέρει την ζημία και την επέφερε στην συγκεκριμένη περίπτωση. Η ύπαρξη του αιτιώδους συνδέσμου σε κάθε συγκεκριμένη περίπτωση είναι ζήτημα καθαρά πραγματικό και κρίνεται από το δικαστήριο της ουσίας.
Η κρίση του δικαστηρίου της ουσίας ότι τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε κυριαρχικώς ως αποδειχθέντα επιτρέπουν το συμπέρασμα να θεωρηθεί, κατά τα διδάγματα της κοινής πείρας, ορισμένο γεγονός ως πρόσφορη αιτία της ζημίας υπόκειται στον έλεγχο του Αρείου Πάγου, γιατί είναι κρίση νομική, αναγόμενη στην ορθή ή μη υπαγωγή από το δικαστήριο της ουσίας των διδαγμάτων της κοινής πείρας στην αόριστη νομική έννοια της αιτιώδους συνάφειας.
Τα ανωτέρω έχουν εφαρμογή και στην περίπτωση του άρθρου 10 του Ν. ΓΠΝ/1911 ως προς την υπαιτιότητα των οδηγών των συγκρουσθέντων αυτοκινήτων, σύμφωνα με το οποίο άρθρο αυτή (υπαιτιότητα) κρίνεται κατά το κοινό δίκαιο. Η παράβαση των διατάξεων του Κώδικα Οδικής Κυκλοφορίας (Κ.Ο.Κ.) δεν θεμελιώνει αυτή καθ' εαυτή υπαιτιότητα στην επέλευση αυτοκινητικού ατυχήματος, αποτελεί όμως στοιχείο, η στάθμιση του οποίου από το δικαστήριο της ουσίας θα κριθεί σε σχέση με την ύπαρξη αιτιώδους συνδέσμου μεταξύ της συγκεκριμένης παραβάσεως και του επελθόντος αποτελέσματος (ΑΠ 1179/2015, ΑΠ 520/2011).
Περαιτέρω, κατά την διάταξη του άρθρου 559 αριθμ. 1 του Κ.Πολ.Δικ. ιδρύεται, όπως προαναφέρθηκε, λόγος αναιρέσεως και αν παραβιάσθηκε κανόνας ουσιαστικού δικαίου εσωτερικού ή διεθνούς. Ο κανόνας παραβιάζεται, κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, είτε με ψευδή ερμηνεία, η οποία υπάρχει όταν αποδίδεται στον κανόνα δικαίου διαφορετική έννοια από την αληθινή, είτε, με μη ορθή εφαρμογή, η οποία συντελείται, όταν εφαρμόζεται κανόνας, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις εφαρμογής του ή όταν δεν εφαρμόζεται, ενώ έπρεπε να εφαρμοστεί ή όταν εφαρμόσθηκε εσφαλμένως.
Για να είναι ορισμένος ο αναιρετικός αυτός λόγος, δεν αρκεί να αναφέρονται στο αναιρετήριο οι ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που φέρονται ότι παραβιάστηκαν, η ανάλυση των εννοιών που ο αναιρεσείων αποδίδει στις φερόμενες ως παραβιασθείσες διατάξεις και οι σχετικές παραδοχές του δικαστηρίου της ουσίας, αλλά πρέπει να εξειδικεύεται και το, κατά την εκδοχή του αναιρεσείοντος, ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα, στην τελευταία περίπτωση, που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή του κανόνα, καθώς επίσης και η επίδραση που είχε το σφάλμα αυτό στο διατακτικό της αποφάσεως, δηλαδή η έννομη συνέπεια που καταγνώστηκε με βάση την επικαλούμενη παράβαση (ΑΠ 412/2015, ΑΠ 138/2008).
Τέλος, κατά την έννοια του λόγου αναιρέσεως από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και υφίσταται, συνεπώς, εκ πλαγίου παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, όταν από τις παραδοχές της, που περιλαμβάνονται στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού της και αποτελούν το αιτιολογικό της, δεν προκύπτουν καθόλου ή αναφέρονται ανεπαρκώς ή αντιφατικώς τα πραγματικά περιστατικά, στα οποία το δικαστήριο της ουσίας στήριξε την κρίση του για ζήτημα με ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, με αποτέλεσμα έτσι να μην μπορεί να ελεγχθεί αν στην συγκεκριμένη περίπτωση συνέτρεχαν οι όροι του κανόνα ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε ή δεν συνέτρεχαν οι όροι εκείνου που δεν εφαρμόσθηκε.
Δηλαδή ο λόγος αυτός αναιρέσεως ιδρύεται μόνον όταν η πλημμέλεια αφορά παράβαση κανόνων ουσιαστικής φύσεως και όχι δικονομικών διατάξεων, που ρυθμίζουν τη διαδικασία. Ειδικότερα αντιφατικές αιτιολογίες έχει η απόφαση, όταν τα πραγματικά περιστατικά που στηρίζουν το αποδεικτικό πόρισμά της για κρίσιμο ζήτημα, δηλαδή για ζήτημα αναφορικά με ισχυρισμό των διαδίκων που τείνει στην θεμελίωση ή στην κατάλυση του επιδίκου δικαιώματος, συγκρούονται μεταξύ τους και αλληλοαναιρούνται, αποδυναμώνοντας έτσι την κρίση της αποφάσεως για την υπαγωγή ή μη της ατομικής περιπτώσεως στο πραγματικό συγκεκριμένου κανόνα ουσιαστικού δικαίου, που συνιστά και το νομικό χαρακτηρισμό της ατομικής περιπτώσεως.
Αντίστοιχα ανεπάρκεια αιτιολογίας υπάρχει όταν από την απόφαση δεν προκύπτουν σαφώς τα περιστατικά που είτε είναι κατά το νόμο αναγκαία για την στοιχειοθέτηση της διατάξεως ουσιαστικού δικαίου που εφαρμόσθηκε στην ένδικη περίπτωση είτε αποκλείουν την εφαρμογή της, όχι δε και όταν υφίστανται ελλείψεις στην ανάλυση, στάθμιση και γενικώς στην εκτίμηση των αποδείξεων, εφόσον το πόρισμα από την εκτίμηση αυτή εκτίθεται με σαφήνεια και πληρότητα.
Δηλαδή δεν υπάρχει ανεπάρκεια αιτιολογίας, όταν η απόφαση περιέχει συνοπτική, αλλά πλήρη αιτιολογία, αφού αναγκαίο να εκτίθεται σαφώς στην απόφαση είναι μόνο το τι αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε και όχι ο λόγος για τον οποίο αποδείχθηκε ή δεν αποδείχθηκε. Συνακόλουθα τα επιχειρήματα του δικαστηρίου, που σχετίζονται με την εκτίμηση απλώς των αποδείξεων, δεν συνιστούν παραδοχές διαμορφωτικές του αποδεικτικού πορίσματός του και επομένως αιτιολογία της αποφάσεως, ικανή να ελεγχθεί αναιρετικά με τον παραπάνω λόγο για ανεπάρκεια ή αντιφατικότητα, ούτε ιδρύεται ο λόγος αυτός αναιρέσεως, αν το δικαστήριο της ουσίας δεν ανέλυσε ιδιαιτέρως ή διεξοδικά τα επιχειρήματα των διαδίκων που δεν συνιστούν αυτοτελείς ισχυρισμούς τους (ΑΠ 1361/2013, 1266/2011).
Σε κάθε περίπτωση ο λόγος αυτός αναιρέσεως είναι ορισμένος, εφόσον στο αναιρετήριο αναφέρεται σε τι συνίσταται η ανεπάρκεια ή η αντιφατικότητα των αιτιολογιών της αποφάσεως, δηλαδή εφόσον προσδιορίζεται ποιες επιπλέον αιτιολογίες έπρεπε να περιλαμβάνει η απόφαση ή που εντοπίζονται οι αντιφάσεις σε σχέση με νόμιμο ισχυρισμό, που παραδεκτά προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας, ώστε από το ίδιο το αναιρετήριο να προκύπτει η αποδιδόμενη στην απόφαση νομική πλημμέλεια (Ολ.ΑΠ 20/2005).
Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την αναιρεσιβαλλομένη απόφαση, το Εφετείο δέχθηκε, κατά την ανέλεγκτη αναιρετικά περί πραγμάτων κρίση του, ως προς το ζήτημα των συνθηκών, υπό τις οποίες έλαβε χώρα το ένδικο τροχαίο ατύχημα, τα ακόλουθα: "Στις 13-9-2010 και ώρα 15:15, υπό συνθήκες πλήρους φυσικού φωτισμού, ο ενάγων οδηγούσε την υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... δίκυκλη μοτοσυκλέτα, ιδιοκτησίας του, στην Ξάνθη, επί της οδού Πραξιτέλους με κατεύθυνση από την οδό Περικλέους προς την οδό Αβέρωφ. Η οδός Πραξιτέλους είναι διπλής κυκλοφορίας με μία λωρίδα κυκλοφορίας ανά κατεύθυνση, το οδόστρωμα έχει πλάτος 6 μέτρων και δεν φέρει διαγράμμιση, ενώ το όριο ταχύτητας είναι 50 χλμ.
την ώρα. Κατά τον παραπάνω χρόνο οι καιρικές συνθήκες ήταν καλές, η κυκλοφορία των οχημάτων και των πεζών ήταν πυκνή και η ορατότητα δεν περιοριζόταν από κανένα φυσικό ή τεχνητό εμπόδιο. Την ίδια ώρα, με την ίδια κατεύθυνση και μπροστά από τον ενάγοντα, εκινείτο ο μάρτυρας απόδειξης Α. Κ., ο οποίος οδηγούσε το υπ' αρ.
κυκλοφορίας ... ΙΧΕ αυτοκίνητό του. Ο ενάγων, αν και πλησίαζε στη διασταύρωση της οδού Περικλέους με την οδό Μαραθώνος, όπου υπάρχει και διάβαση πεζών, επιχείρησε να προσπεράσει το προπορευόμενο αυτοκίνητο από αριστερά. Στο αντίθετο ρεύμα πορείας, όμως, και με αντίθετη κατεύθυνση από τον ενάγοντα εκινείτο κατά τον παραπάνω χρόνο ένα αγροτικό αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας, την κίνηση του οποίου ο ενάγων κατά τα αναφερόμενα στην αγωγή του είχε αντιληφθεί όταν ξεκίνησε την υπέρβαση, αλλά θεώρησε ότι είχε το χρόνο αλλά και τον απαιτούμενο χώρο για να την ολοκληρώσει.
Όταν όμως έφθασε ο εμπρόσθιος τροχός της μοτοσυκλέτας του στο ύψος της πόρτας του οδηγού του προπορευόμενου οχήματος, λόγω της κίνησης στο αντίθετο ρεύμα του παραπάνω αυτοκινήτου σε συνδυασμό με την στενότητα του δρόμου, αυτός (ενάγων) έχασε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, ακούμπησε στο παραπάνω αντιθέτως κινούμενο φορτηγό αυτοκίνητο και συγκεκριμένα στην κολώνα της καμπίνας του οδηγού, έχασε την ισορροπία του με αποτέλεσμα η μοτοσυκλέτα να συρθεί στο οδόστρωμα ενώ ο ίδιος να εκτιναχθεί και να πέσει σ' αυτό.
Ο οδηγός του ανωτέρω φορτηγού, αν και αντιλήφθηκε το ατύχημα και ακινητοποίησε το όχημά του σε απόσταση λίγων μέτρων, ακολούθως αποχώρησε από τον τόπο του ατυχήματος, ενώ κανένας από τους αυτόπτες μάρτυρες συγκράτησε τον αριθμό κυκλοφορίας του. Αμέσως μετά το ατύχημα ο ενάγων διακομίστηκε στο Γενικό Νοσοκομείο Ξάνθης, όπου εξετάσθηκε και διαγνώστηκε "κρανιοεγκεφαλική κάκωση, βαριά κάκωση θώρακος, πολλαπλά κατάγματα πλευρών άμφω, αιμοπνευμονοθώρακας αριστερά, πνευμονοθώρακας δεξιά, BILLAU, άμφω, ασταθής θώρακας, κάταγμα Θ11, κάταγμα εγκάρσιων αποφύσεων, ΘΜΣΣ" και την ίδια ημέρα, λόγω της σοβαρότητος των τραυμάτων του, διακομίστηκε στο Πανεπιστημιακό Νοσοκομείο Αλεξανδρούπολης.
Με βάση τις συνθήκες αυτές, το ένδικο ατύχημα και ο τραυματισμός του ενάγοντος οφείλεται στη δική του αποκλειστική υπαιτιότητα. Ειδικότερα, ο τελευταίος, οδηγώντας την μεγάλου κυβισμού δίκυκλη μοτοσυκλέτα του (1079 κ.ε.) επιχείρησε αριστερή υπέρβαση του προπορευομένου αυτού οχήματος, αν και στο αντίθετο ρεύμα εκινείτο αγροτικό αυτοκίνητο, την κίνηση του οποίου είχε έγκαιρα αντιληφθεί πριν αρχίσει την πραγματοποίηση της υπέρβασης.
Περαιτέρω, δεν προέβη σε ορθό υπολογισμό της ταχύτητας αυτού και των διαστάσεών του, με αποτέλεσμα να μην προλάβει να ολοκληρώσει την υπέρβαση, να χάσει τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας του και την ισορροπία του, γεγονός που ενισχύεται από την κατάθεση του μάρτυρα αποδείξεως, ο οποίος ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου κατέθεσε σχετικά "....ο Β.
μάλλον έκανε κακή εκτίμηση...". Ουδόλως αποδείχθηκε ότι ο οδηγός του ανωτέρω αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας φορτηγού αυτοκινήτου έχασε τον έλεγχο της οδήγησης και παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά και ότι εισήλθε στο ρεύμα πορείας όπου εκινείτο ο ενάγων αλλά ούτε και ότι προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα στο αριστερό τμήμα του τιμονιού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας, με αποτέλεσμα να χάσει ο οδηγός της-ενάγων τον έλεγχο, να πέσει στο οδόστρωμα και να περάσει πάνω από το σώμα του τελευταίου ο αριστερός πίσω τροχός του φορτηγού, όπως αβάσιμα ισχυρίζεται με την αγωγή του ο ενάγων.
Άλλωστε ο οδηγός του προπορευομένου οχήματος, μάρτυρας αποδείξεως, Α. Κ., μόλις την επομένη ημέρα του ατυχήματος (14-9-2010) στην ένορκη κατάθεσή του ενώπιον της Ανθ/μου Α. Τ. παρουσία και του Αστ/κα Ά. Σ. κατέθεσε μεταξύ άλλων "...Λόγω της στενότητας της οδού ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας επιδίωξε να περάσει το δικό μου όχημα πλην όμως ακούμπησε στο αντιθέτως διερχόμενο όχημα στην κολώνα της καμπίνας του οδηγού με συνέπεια να χάσει την ισορροπία του.
Στη συνέχεια άφησε τη μηχανή από τα χέρια του και η μηχανή έπεσε μπροστά από το δικό μου όχημα στα δύο (2) μέτρα, λοξώς δεξιά ενώ ο οδηγός αυτής εκτινάχθηκε από τη μηχανή και αφού σύρθηκε έπεσε στην άσφαλτο με τα πόδια του να σχηματίζουν γωνία περί των 60° μοιρών ως προς τη θέση του οδηγού του δικού μου οχήματος, δηλαδή τα πόδια του ήταν προς την Μαραθώνος και το κεφάλι του προς την Περικλέους.
Εγώ επειδή πήγαινα με μικρή ταχύτητα είχα ήδη ακινητοποιήσει το αυτοκίνητό μου, χωρίς να έρθω σε επαφή εγώ ούτε με τη δίκυκλη μοτοσυκλέτα ούτε με το σώμα του οδηγού, ενώ το αντιθέτως κινούμενο όχημα είχε ήδη φύγει προς Περικλέους και δεν ήρθε καθόλου σε επαφή με το σώμα του οδηγού". Ο παραπάνω μάρτυρας δηλαδή αν και την αμέσως επόμενη ημέρα περιγράφει το ατύχημα με κάθε λεπτομέρεια, δεν κάνει καμία αναφορά σε αντικανονική οδήγηση του οδηγού του φορτηγού και στην προσπάθεια του ίδιου να αποφύγει το φορτηγό, όπως ισχυρίζεται ο ενάγων, κάτι που αναμφίβολα θα είχε συντελέσει στην πρόκληση του ατυχήματος και θα θυμόταν την επόμενη ημέρα.
Μόνο κατά την εξέτασή του ενώπιον του πρωτοβαθμίου Δικαστηρίου, σχεδόν τρία χρόνια μετά το επίδικο ατύχημα, ανέφερε ότι "Το φορτηγό ήταν προς το κέντρο του δρόμου, αναγκάστηκα να πάω πιο δεξιά". Περαιτέρω, όπως αποδείχθηκε, κατά το χρόνο του ατυχήματος, επί της οδού Πραξιτέλους, με την ίδια κατεύθυνση με το φορτηγό αυτοκίνητο αλλά πριν από την διασταύρωσή της με την οδό Μαραθώνος, εκινείτο οδηγώντας το αυτοκίνητό της η Ε.
Μ. η οποία την επόμενη ημέρα του ατυχήματος κατέθεσε στο AT Ξάνθης ότι "...αντίκρυσα στο ύψος της δ/σεως ένα ΙΧΕ αυτοκίνητο να κινείται κανονικά στο αντίθετο από εμένα ρεύμα κυκλοφορίας επί της Πραξιτέλους και μία κόκκινη δίκυκλη μοτοσυκλέτα να επιχειρεί να το προσπεράσει. Δεν ξέρω για ποιο λόγο ο οδηγός της δίκυκλης μοτοσυκλέτας έχασε την ισορροπία του, η μηχανή έφυγε μπροστά από το IX αυτοκίνητο και εκείνος έπεσε στο έδαφος στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας.
Τη στιγμή που έπεσε ο οδηγός πέρασε ένα ΙΧΦ αυτοκίνητο...". Και αυτή η μάρτυρας δηλαδή, παρόλο που είδε την προσπέραση από τον ενάγοντα, δεν αντιλήφθηκε καμία αντικανονική κίνηση του φορτηγού αυτοκινήτου. Ούτε άλλωστε κανείς από τους παραπάνω μάρτυρες κατέθεσε ότι ο οδηγός του φορτηγού είχε αναπτύξει μεγάλη ταχύτητα και προσέκρουσε με σφοδρότητα στο τιμόνι της μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, όπως ισχυρίζεται ο τελευταίος.
Η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγων δεν διαπιστώθηκε ελλείψει ιχνών τροχοπέδησης, παρόλο δε που ο οδηγός του προπορευόμενου οχήματος κατέθεσε ότι δεν ήταν μεγάλη, κατά την κρίση του Δικαστηρίου ήταν αυξημένη λαμβανομένων υπόψη των συνθηκών του ατυχήματος και των σοβαρών σωματικών βλαβών που αυτός υπέστη.
Επιπλέον, θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και αν ο οδηγός του φορτηγού αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας δεν εκινείτο στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, σε κάθε περίπτωση εκινείτο εντός αυτού, λαμβανομένου υπόψη και του πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ο ενάγων δε ήταν αυτός που επιχείρησε προσπέραση του προπορευόμενου αυτοκινήτου, εντός κατοικημένης περιοχής με πυκνή κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων, ενώ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εκινείτο άλλο αυτοκίνητο, το οποίο είχε αντιληφθεί πριν ξεκινήσει την προσπέραση.
Η χαραγή δε που αποτυπώνεται στο σχεδιάγραμμα της τροχαίας εντός του ρεύματος πορείας του ενάγοντος και συγκεκριμένα σε απόσταση 2,30 μέτρων από το πεζοδρόμιο του ρεύματος πορείας του, δηλαδή 70 εκατοστών από το κέντρο του οδοστρώματος, εκτιμάται ότι προέρχεται από τη δεξιά πλευρά της μοτοσυκλέτας η οποία αφού ο οδηγός της έχασε τον έλεγχό της έπεσε προς τα δεξιά και σύρθηκε στο οδόστρωμα, λαμβανομένου υπόψη του ύψους αυτής, που είναι τουλάχιστον 70 εκατοστά, όπως μπορεί να εκτιμηθεί και από τις προσκομιζόμενες φωτογραφίες.
Επομένως, ο ενάγων ενώ επιχειρούσε προσπέραση του προπορευόμενου αυτοκινήτου εκινείτο αν όχι στο αντίθετο ρεύμα πορείας τουλάχιστον στο κέντρο του οδοστρώματος. Τέλος, το γεγονός ότι ο οδηγός του φορτηγού αν και σταμάτησε για λίγο στη συνέχεια εγκατέλειψε τον τόπο του ατυχήματος, δεν αναιρεί την παραπάνω κρίση του Δικαστηρίου περί των συνθηκών αυτού, μόνο δε από αυτό δεν μπορεί να συναχθεί ευθύνη του για το ατύχημα.
Σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, η αγωγή πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη. Εφόσον τα ίδια έκρινε και η εκκαλούμενη, ορθά εκτίμησε τις αποδείξεις και γι' αυτό η έφεση του ενάγοντος, με την οποία υποστηρίζει τα αντίθετα, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη". Έτσι που έκρινε το Εφετείο δεν παραβίασε εκ πλαγίου τις ανωτέρω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του Α.Κ., του ν.
ΓΠΝ/ 1911 και του ν. 2696/1999 (άρθρα 12 παρ. 1, 17 παρ. 1 και 3 εδ. γ', 19 παρ. 1, 2 και 3 και 20) και διέλαβε στην απόφασή του πλήρεις, σαφείς και χωρίς λογικά κενά και αντιφάσεις αιτιολογίες ως προς τα ζητήματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης, οι οποίες καθιστούν εφικτό τον αναιρετικό έλεγχο, ως προς την ορθή ή μη εφαρμογή των ως άνω διατάξεων και, συνεπώς, η προσβαλλομένη απόφαση δεν στερείται νόμιμης βάσεως.
Ειδικότερα, το Εφετείο διέλαβε πλήρη αιτιολογία τόσο ως προς την αποκλειστική υπαιτιότητα του ενάγοντος και ήδη αναιρεσείοντος για την πρόκληση του ενδίκου τροχαίου ατυχήματος, όσο και ως προς την έλλειψη οποιασδήποτε συντρέχουσας αμέλειας του οδηγού του αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας αγροτικού αυτοκινήτου, δεχόμενο ότι:
α) ο ενάγων, οδηγώντας με αυξημένη ταχύτητα (μεγαλύτερη εκείνης των 50 χλμ. την ώρα) την μεγάλου κυβισμού δίκυκλη μοτοσυκλέτα του, επιχείρησε αριστερή υπέρβαση του προπορευομένου αυτού επιβατικού οχήματος, αν και στο αντίθετο ρεύμα εκινείτο αγροτικό αυτοκίνητο, αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας, την κίνηση του οποίου είχε αντιληφθεί έγκαιρα, πριν αρχίσει την πραγματοποίηση της υπερβάσεως και β) ότι δεν προέβη σε ορθό υπολογισμό της ταχύτητας αυτού, αλλά και των διαστάσεων της οδηγούμενης από αυτόν δίκυκλης μοτοσυκλέτας, θεωρώντας ότι είχε τον χρόνο, αλλά και τον απαιτούμενο χώρο για να ολοκληρώσει την τοιαύτη υπέρβαση και άρχισε την πραγματοποίηση αυτής, όταν όμως έφθασε ο εμπρόσθιος τροχός της μοτοσυκλέτας του στο ύψος της πόρτας του οδηγού του προπορευομένου οχήματος, εξ αιτίας της κινήσεως στο αντίθετο ρεύμα του προαναφερομένου αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος, σε συνδυασμό και με την στενότητα του δρόμου, απώλεσε τον έλεγχο της μοτοσυκλέτας, ακούμπησε στην κολώνα της καμπίνας του οδηγού του ως άνω αντιθέτως κινουμένου οχήματος, με αποτέλεσμα να χάσει την ισορροπία του, με περαιτέρω συνέπεια η μοτοσυκλέτα να συρθεί στο οδόστρωμα, ο ίδιος δε να εκτιναχθεί και να πέσει σ' αυτό.
Ακόμη και σχετικώς με την έλλειψη οποιασδήποτε υπαιτιότητας του οδηγού του ανωτέρω κινουμένου στο αντίθετο ρεύμα αγνώστων στοιχείων κυκλοφορίας οχήματος διέλαβε: α) ότι αυτός κινούμενος εντός του ρεύματος πορείας του, δεν απώλεσε τον έλεγχο του οχήματός του, ούτε παρεξέκλινε της πορείας του προς τα αριστερά, εισερχόμενος στο αντίθετο ρεύμα πορείας που εκινείτο ο ενάγων, ούτε ότι προσέκρουσε με μεγάλη ταχύτητα στο αριστερό τμήμα του τιμονιού της δίκυκλης μοτοσυκλέτας του ενάγοντος, προσέτι δε ότι ακόμη και αν αυτός (οδηγός του αγνώστου οχήματος) δεν οδηγούσε στο άκρο δεξιό του ρεύματος πορείας του, το γεγονός αυτό δεν μπορεί να θεμελιώσει ευθύνη του για την πρόκληση του ατυχήματος, λαμβανομένου υπόψη και του πλάτους του οδοστρώματος του ρεύματος πορείας του, ενόψει και του ότι ο ενάγων ήταν αυτός που επιχείρησε προσπέραση του προπορευομένου οχήματος, εντός κατοικημένης περιοχής με πυκνή κυκλοφορία πεζών και αυτοκινήτων και ενώ στο αντίθετο ρεύμα κυκλοφορίας εκινείτο άλλο αυτοκίνητο, την ύπαρξη του οποίου είχε αντιληφθεί πριν ξεκινήσει την προσπέραση.
Δεν συντρέχει, επομένως, η επικαλούμενη από τον αναιρεσείοντα πλημμέλεια της παραθέσεως ανεπαρκούς αιτιολογίας στην προσβαλλομένη απόφαση, επειδή, όπως αυτός (αναιρεσείων) διατείνεται: α) δεν διευκρινίζεται από ποια απόσταση αντελήφθη ή μπορούσε να αντιληφθεί την κίνηση του αντιθέτως κινουμένου οχήματος και β) δεν προσδιορίζεται επακριβώς η ταχύτητα με την οποία εκινείτο τόσον η δίκυκλη μοτοσυκλέτα, όσο και το αντιθέτως κινούμενο όχημα.
Τούτο δε διότι οι επικαλούμενες από τον αναιρεσείοντα ως ελλείψεις, πέραν του ότι, υπό τις προεκτεθείσες παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, δεν συνιστούν τέτοιες, συνέχονται με την αξιολόγηση, στάθμιση και εκτίμηση των αποδείξεων, υπό την επίκληση δε της προβαλλόμενης πλημμέλειας της παραβάσεως εκ πλαγίου των άνω ουσιαστικών διατάξεων πλήττεται η αναιρετικά ανέλεγκτη εκτίμηση των αποδείξεων αναφορικά με το σαφώς εκτιθέμενο πόρισμα και, συνεπώς, απαραδέκτως προβάλλονται.
Κατ' ακολουθίαν, ο τρίτος λόγος της αναιρέσεως, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλομένη απόφαση η πλημμέλεια από τον αριθμό 19 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ., πρέπει να απορριφθεί, κατά τις προαναφερόμενες διακρίσεις. Απορριπτέος, εξ άλλου, κρίνεται ως απαράδεκτος και ο εκ του αριθμού 1 του άρθρου 559 του Κ.Πολ.Δικ.
προβαλλόμενος πρώτος, κατά το έτερο σκέλος του, αναιρετικός λόγος, με τον οποίο ο αναιρεσείων πλήττει την προσβαλλομένη απόφαση για ευθεία παράβαση των διατάξεων των άρθρων 2, 4, 9 και 10 του ν. ΓΝΠ/1911, αφού, εκτός από τις παραδοχές της προσβαλλομένης αποφάσεως, τις προαναφερόμενες ουσιαστικού δικαίου διατάξεις που ισχυρίζεται ότι παραβιάστηκαν, καθώς και τις νομικές απόψεις του για αυτές, δεν εξειδικεύει και το κατά την εκδοχή του ερμηνευτικό ή υπαγωγικό σφάλμα και ειδικότερα στην τελευταία περίπτωση που ακριβώς έγκειται το σφάλμα κατά την εφαρμογή των άνω εφαρμοστέων κανόνων, αρκούμενος μόνο σε ανάλυση των πραγματικών παραδοχών της (αποφάσεως) και των επιχειρημάτων του κατ' αυτών, που πλήττουν όμως την άνω αναιρετικά ανέλεγκτη περί τα πράγματα κρίση του δικαστηρίου.
Ο προβλεπόμενος με το άρθρο 559 αρ. 10 του Κ.Πολ.Δικ. λόγος αναιρέσεως, μετά την κατάργηση της δεύτερης περιπτώσεως, που προέβλεπε την δυνατότητα αναιρέσεως, αν το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά "χωρίς να διατάξει περί αυτών απόδειξη", με το άρθρο 17 παρ. 2 του ν. 2915/2001, όπως και μετά την κατάργηση της διατάξεως του άρθρου 341 του Κ.Πολ.Δικ.
για την δυνατότητα εκδόσεως προδικαστικής αποφάσεως και την εφαρμογή του άρθρου 270 του Κ.Πολ.Δικ. σε όλες τις υποθέσεις, με το άρθρο 14 παρ. 1 του ίδιου νόμου, έχει περιορισμένη εφαρμογή στην περίπτωση που "το δικαστήριο δέχθηκε πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης ως αληθινά χωρίς απόδειξη", δηλαδή όταν το δικαστήριο δεν εκθέτει από ποια αποδεικτικά μέσα έχει αντλήσει την απόδειξη ή δεν έχει προσαχθεί καμιά απόδειξη (ΑΠ 273/2011).
Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στην θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, ανταγωγής, ενστάσεως, αντενστάσεως ή λόγου εφέσεως, όχι όμως και οι αιτιολογημένες αρνήσεις τους, ούτε οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, αλλά ούτε και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει (ΑΠ Ολομ. 14/2004, ΑΠ 87/2013, ΑΠ 1182/2012).
Ακόμη "πράγμα", κατά την έννοια της ίδιας διατάξεως, είναι κάθε περιστατικό που, αφηρημένως λαμβανόμενο, οδηγεί κατά νόμο στην γέννηση ή κατάλυση του ασκούμενου με την αγωγή ή την ένσταση δικαιώματος, ανεξάρτητα από την βασιμότητά του, η οποία είναι ζητούμενο της αποδεικτικής διαδικασίας και όχι προϋπόθεση αυτοτέλειας του ισχυρισμού (ΑΠ 87/2013).
Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της υπό κρίση αιτήσεως αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση ότι η αναιρεσιβαλλομένη δέχθηκε ως αληθή πράγματα που έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης και δη δέχθηκε ότι η ταχύτητα με την οποία εκινείτο ο ενάγων ήταν αυξημένη, χωρίς απόδειξη. Ο λόγος αυτός κρίνεται απορριπτέος ως απαράδεκτος, για τον λόγο ότι ο ως άνω ισχυρισμός δεν αποτελεί "πράγμα", κατά την προαναπτυχθείσα έννοια, εφόσον δεν έχει αυτοτέλεια, αποτελεί δε πραγματικό επιχείρημα που αντλείται από την εκτίμηση των αποδείξεων και το περιεχόμενο αυτών.
Κατ' ακολουθίαν των ανωτέρω, πρέπει να απορριφθεί η αίτηση αναιρέσεως και να καταδικαστεί ο αναιρεσείων, λόγω της ήττας του, στην πληρωμή των δικαστικών εξόδων του αναιρεσιβλήτου, το οποίο κατέθεσε προτάσεις, κατά το νόμιμο και βάσιμο αίτημα του τελευταίου (άρθρα 176, 180, 183, 189 παρ. 1 και 191 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δικ.), όπως ειδικότερα ορίζεται στο διατακτικό. Τέλος, πρέπει να διαταχθεί η εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου, λόγω της ήττας του, στο δημόσιο ταμείο (άρθρο 495 παρ. 4 εδ. δ' του Κ.Πολ.Δικ., όπως ίσχυε και εφαρμόζεται στην παρούσα υπόθεση πριν αντικατασταθεί με το άρθρο τρίτο του άρθρου 1 του ν. 4335/2015, που ισχύει, κατ' άρθρο 1 άρθρο ένατο παρ. 2 αυτού, για τα κατατιθέμενα από 1.1.2016, ένδικα μέσα).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Απορρίπτει την από 26.7.2016 και με αριθμό εκθέσεως καταθέσεως 34/2016 αίτηση για αναίρεση της 247/2015 αποφάσεως του Μονομελούς Εφετείου Θράκης.
Καταδικάζει τον αναιρεσείοντα στην πληρωμή της δικαστικής δαπάνης του αναιρεσιβλήτου, την οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ. Και
Διατάσσει την εισαγωγή του κατατεθέντος από τον αναιρεσείοντα παραβόλου στο δημόσιο ταμείο.
ΚΡΙΘΗΚΕ και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 20 Οκτωβρίου 2017.
ΔΗΜΟΣΙΕΥΤΗΚΕ στην Αθήνα σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 15 Νοεμβρίου 2017.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ