1866/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece)
Legislator summary
AI generatedΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Legislator headnote
AI generated1866/2011 · Άρειος Πάγος (Supreme Civil and Criminal Court of Greece): Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και ο 2ος αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
Full text
Απόφαση 1866 / 2011 (Γ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1866/2011
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
Γ' Πολιτικό Τμήμα
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Ελισάβετ Μουγάκου-Μπρίλλη, Αντιπρόεδρο, Χαράλαμπο Δημάδη, Σπυρίδωνα Μιτσιάλη, Δημήτριο Μαζαράκη και Χαράλαμπο Αθανασίου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του στις 6 Απριλίου 2011, με την παρουσία και της γραμματέως Φωτεινής Σαμέλη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Των αναιρεσειόντων-καθών η κλήση: 1. Ε. θυγ. Γ. Μ., κατοίκου ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τους πληρεξούσιους δικηγόρους της Κωνσταντίνο Αναγνωστόπουλο και Α. Μ. (ήδη 2ο αναιρεσείοντα), 2. Α. Μ. του Ι., κατοίκου ..., ο οποίος παραστάθηκε αυτοπροσώπως με την ιδιότητά του ως δικηγόρου και 3. Γ. θυγ. Α. Τ. ή Τ., συζ. Ν. Μ., κατοίκου ..., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Των αναιρεσίβλητων-καλούντων: 1. Γ. συζ. Γ. Σ., το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., 2. Ε. συζ. Σ. Α., το γένος Σ. Β., κατοίκου ..., οι οποίες εκπροσωπήθηκαν από τον πληρεξούσιο δικηγόρο τους Ιωάννη Κούτρα ο οποίος ανακάλεσε την από 22-3-2001 δήλωσή του εκ του άρθρου 242 παρ.2 του ΚΠολΔ και παραστάθηκε αυτοπροσώπως και 3. Μ. θυγ. Σ. Β., η οποία δεν παραστάθηκε στο ακροατήριο.
Στο σημείο αυτό ο ανωτέρω δικηγόρος δήλωσε ότι η 3η αναιρεσίβλητη (Μ. Β.) απεβίωσε στις 27-6-2010 (ετών 83) και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου αποκλειστικά από τα τέκνα της : α) Ά. Κ. του Π. και β) Ά. Κ. του Π., οι οποίοι συνεχίζουν την βιαίως διακοπείσα δίκη και εκπροσωπήθηκαν από τον ίδιο ως άνω πληρεξούσιο δικηγόρο τους.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 26-6-1995 αγωγή των ήδη αναιρεσειόντων, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Αθηνών. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 4000/1996μη οριστική, 3950/2004 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 3796/2005 του Εφετείου Αθηνών. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησαν οι αναιρεσείοντες με την από 11-10-2005 αίτησή τους, επί της οποίας εκδόθηκε η 2108/2007 απόφαση του Αρείου Πάγου η οποία κήρυξε τη συζήτηση απαράδεκτη. Την υπόθεση επαναφέρουν προς συζήτηση οι καλούντες με την από 16-11-2010 κλήση τους.
Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Χαράλαμπος Δημάδης ανέγνωσε την από 24-10-2007 έκθεση του Αντιπροέδρου Αρείου Πάγου Μίμη Γραμματικούδη, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της κρινόμενης αίτησης αναίρεσης.
Ο πληρεξούσιος της αναιρεσείουσας και ο 2ος αναιρεσείων ατομικά και ως πληρεξούσιος της 1ης αναιρεσείουσας ζήτησαν την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος των αναιρεσίβλητων την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου μέρους στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Ι. Επειδή, από τον συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 576 παρ. 1 , 2 και 3 , 568 παρ. 1 και 4 ,498 παρ. 1 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι, αν κατά την συζήτηση της αναιρέσεως δεν εμφανισθεί κάποιος διάδικος, το δικαστήριο οφείλει να εξετάσει αν επισπεύδει αυτός την συζήτηση ή, όταν την επισπεύδει άλλος, αν κλητεύθηκε νομίμως και εμπροθέσμως, σε αποφατική δε περίπτωση να κηρύξει απαράδεκτη την συζήτηση ως προς όλους τους διαδίκους.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπ' αριθμ. 9677/9.12.2010 έκθεση επιδόσεως του δικαστικού επιμελητού στο Πρωτοδικείο Πειραιώς ... προκύπτει, ότι ακριβές αντίγραφο της από 16/11/2010 κλήσεως των και ήδη αναιρεσιβλήτων μαζί με την κάτω από αυτή από 25/11/2010 πράξη του Προέδρου του Γ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου, διά της οποίας ορίσθηκε δικάσιμος για την συζήτηση της από 11/10/2005 αιτήσεως της Γ. συζ. Γ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 3796/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών η 6/4/2011, νομίμως και εμπροθέσμως επεδόθη προς την τρίτη εκ των αναιρεσειόντων Γ. θυγ. Α. Τ., με επιμέλειά της και ήδη των αναιρεσιβλήτων - οι οποίοι διά του πληρεξουσίου των δικηγόρου Αθηνών Ιωάννου Κούτρα επισπεύδουν την συζήτηση. Πλην όμως αυτή , όπως προκύπτει από τα πρακτικά συνεδριάσεως του παρόντος δικαστηρίου, δεν εμφανίσθηκε κατά την συζήτηση στην ανωτέρω δικάσιμο, κατά την οποία η υπόθεση εκφωνήθηκε από την οικεία της σειρά στο πινάκιο, ούτε κατέθεσε σχετική δήλωση , σύμφωνα με τα άρθρα 573 παρ. 1 και 242 παρ. 2 ΚΠολΔ. Επομένως, η συζήτηση πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία της, σύμφωνα με το άρθρο 576 παρ. 2 ΚΠολΔ.
ΙΙ. Επειδή, όπως προκύπτει από την υπ' αριθμ. .../ 28.6.2010 ληξιαρχική πράξη θανάτου του Ληξιαρχείου Δήμου Χαλανδρίου, το υπ' αριθμ..../ 12.10.2010 πιστοποιητικό πλησιεστέρων συγγενών της Διεύθυνσης Ληξιαρχείου του Δήμου Αθηναίων και τα διαδικαστικά έγγραφα της παρούσης δίκης, η αρχικώς τρίτη αναιρεσίβλητη Μ. θυγατέρα Σ. και Α. Β. απεβίωσε, μετά την άσκηση της ενδίκου αιτήσεως αναιρέσεως, στις 28/ 6 /2010 και κληρονομήθηκε εξ αδιαθέτου από την θυγατέρα της Α. Κ. και τον υιό της Α. Κ.. Κατά την στην αρχή της παρούσης αποφάσεως αναφερομένη δικάσιμο (4 /5/2011) με την περί γνωστοποιήσεως του θανάτου της τρίτης αναιρεσιβλήτου δήλωση του πληρεξουσίου δικηγόρου των αναιρεσιβλήτων, καταχωρηθείσα στα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά της δίκης, επήλθε βιαία διακοπή της δίκης κατά το άρθρο 287 ΚΠολΔ. Ήδη και σύμφωνα με τις διατάξεις των άρθρων 291 παρ. 1 εδ. β, 292 και 573 παρ. 1 ΚΠολΔ, νομίμως επαναλαμβάνεται η βιαίως διακοπείσα δίκη μεταξύ των αναιρεσειόντων, της πρώτης και δευτέρας εκ των αναιρεσιβλήτων, καθώς και των άνω κληρονόμων της αρχικής αναιρεσιβλήτου Μ. Β., με δήλωση του ιδίου πληρεξουσίου δικηγόρου, περί επαναλήψεως της βιαίως διακοπείσης δίκης, καταχωρηθείσα στα ίδια πρακτικά.
ΙΙΙ. Επειδή, κατά μεν το άρθρο 1721 ΑΚ " Η ιδιόγραφη διαθήκη γράφεται ολόκληρη με το χέρι του διαθέτη, χρονολογείται και υπογράφεται από αυτόν. Από τη χρονολογία πρέπει να προκύπτει η ημέρα, ο μήνας και το έτος. Η ιδιόγραφη διαθήκη δεν υποβάλλεται σε κανένα άλλον τύπο . Ψευδής ή εσφαλμένη χρονολογία δεν επάγεται μόνη της ακυρότητα της ιδιόγραφης διαθήκης", κατά δε το άρθρο 1718 ΑΚ "Διαθήκη, κατά την σύνταξη της οποίας δεν τηρήθηκαν οι διατάξεις των άρθρων 1719 έως 1757, είναι άκυρη, εφόσον ο νόμος δεν ορίζει διαφορετικά".
Από τον συνδυασμό των εν λόγω διατάξεων συνάγεται, ότι, και όταν ακόμη λείπει παντελώς η χρονολογία από την ιδιόγραφη διαθήκη, συγχωρείται ο καθορισμός αυτής εκ του περιεχομένου της, ακόμη και με την χρησιμοποίηση γεγονότων εκτός αυτής κειμένων, τα οποία χρήζουν αποδείξεως, με μόνο σκοπό την αποσαφήνιση εκείνων που περιέχονται στην διαθήκη και από τα οποία προκύπτει η χρονολογία συντάξεώς της.
Η ανωτέρω περίπτωση αντιδιαστέλλεται προς εκείνη της υπάρξεως μεν πλήρους χρονολογίας, η οποία όμως είναι ψευδής ή εσφαλμένη από σκοπού ή από πλάνη του διαθέτου . Μόνο στην τελευταία αυτή περίπτωση ισχύει ο ως άνω κανόνας της παρ. 3 του άρθρου 1721 ΑΚ, κατά την έννοια του οποίου η ακυρότητα της διαθήκης επέρχεται, εφόσον η αναλήθεια της χρονολογίας μπορεί να συνδυασθεί με κάποιο αυτοτελή λόγο ακυρότητος της διατάξεως τελευταίας βουλήσεως που συγκαλύπτεται, όπως η ανικανότητα του διαθέτου (Ολ.ΑΠ 1234/1982, Ολ.ΑΠ 97/1979).
Στην προκειμένη περίπτωση, το Εφετείο, με την προσβαλλομένη απόφασή του, έκρινε απορριπτέα, ως μη νόμιμη, την από 26 /6/1995 ένδικη αγωγή των αναιρεσειόντων, ως προς την βάση της με την οποία ζητήθηκε να αναγνωρισθεί η ακυρότητα της από "Οκτωβρίου 1987" ιδιογράφου διαθήκης της διαθέτιδος Φ. χήρας Π. Κ., το γένος Α. Μ. , λόγω ελλιπούς χρονολογήσεώς της, καθόσον από αυτήν δεν προκύπτει η ημέρα συντάξεώς της, διότι δεν ισχυρίζονταν οι ενάγοντες ότι έστω και μία ημέρα του Οκτωβρίου 1987 η διαθέτις εστερείτο δικαιοπρακτικής ικανότητος ή ότι κατά τον ίδιο μήνα συντάχθηκε και άλλη διαθήκη αυτής ή ότι από την μη αναφορά της ημέρας συντάξεως της διαθήκης καλύπτεται κάποιο ελάττωμα αυτής συνεπαγόμενο την ακυρότητά της. Με την κρίση του αυτή το Εφετείο, ακολούθως δε με το να απορρίψει την έφεση των αναιρεσειόντων και να επικυρώσει την πρωτόδικη απόφαση, η οποία είχε απορρίψει την ένδικη αγωγή αυτών, ως προς την ανωτέρω βάση της, δεν παρεβίασε τις προπαρατεθείσες ουσιαστικές διατάξεις των άρθρων 1721, 1718 ΑΚ και ο περί του αντιθέτου από το άρθρο 559 αρ. 1 ΚΠολΔ μοναδικός λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος και απορριπτέος.
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΑΝΩΤΕΡΩ ΛΟΓΟΥΣ
Απορρίπτει την από 11/10/2005 αίτηση της Ε. θυγ. Γ. Μ. κ.λ.π. κατά της Γ. συζ. Γ. Σ. κ.λ.π. για αναίρεση της 3796/2005 αποφάσεως του Εφετείου Αθηνών. Και
Καταδικάζει τους αναιρεσείοντες στα δικαστικά έξοδα των αναιρεσιβλήτων, τα οποία ορίζει στο ποσό των δύο χιλιάδων επτακοσίων (2.700) ευρώ.
Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 17 Μαΐου 2011 και,
Δημοσιεύθηκε στο ακροατήριό του σε δημόσια συνεδρίασή του στις 16 Δεκεμβρίου 2011.
Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Η ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ