Supreme Court partially allows appeal on procedural defect regarding failure to cite essential elements of sworn statements.
Legislator summary
AI generatedThe Supreme Court partially allowed the appellant's appeal against the First Instance Court's decision on child custody and alimony. The appellant argued the appellate court erred by failing to consider specific sworn statements submitted, claiming these documents lacked essential identifying details regarding the authority before which they were issued. The court found this argument valid only regarding the procedural defect, ruling that the appellate court's evaluation of factual circumstances was not subject to review under the relevant articles of the Code of Civil Procedure.
Legislator headnote
AI generatedArticles 559(11), 559(19), 561(1), 580(3) of the Code of Civil Procedure; The appellate court must correct procedural errors where essential elements of evidence are missing, but its factual evaluation remains immune from review unless arbitrary.
Keywords
AI generatedCited Legislation
AI generatedFull text
Απόφαση 1866 / 2009 (Α2, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1866/2009
ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ
ΣΥΓΚΡΟΤΗΘΗΚΕ από τους Δικαστές: Δημήτριο Δαλιάνη, Αντιπρόεδρο, Ρένα Ασημακοπούλου, Ιωάννη Ιωαννίδη, Αθανάσιο Κουτρομάνο, και Δήμητρα Παπαντωνοπούλου, Αρεοπαγίτες.
ΣΥΝΗΛΘΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 11 Μαϊου 2009, με την παρουσία και της γραμματέως Αικατερίνης Σιταρά, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:
Του αναιρεσείοντος: ..., ο οποίος παραστάθηκε με τον πληρεξούσιο δικηγόρο του Δημήτριο Ροϊνιώτη.
Της αναιρεσίβλητης: ..., γι'αυτήν ατομικά και φερόμενης ως εκπρόσωπου για την παρούσα δίκη των ανήλικων τέκνων μας ... και ..., η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Κωνσταντίνο Γεωργακόπουλο.
Η ένδικη διαφορά άρχισε με τις από 12-6-2002 και 11-12-2001 αγωγές των ήδη διαδίκων, που κατατέθηκαν στο Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου και συνεκδικάσθηκαν. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 143/2003 του ίδιου Δικαστηρίου, 12/2005 μη οριστική και 583/2005 οριστική του Εφετείου Ναυπλίου. Την αναίρεση των εφετειακών αποφάσεων ζητά ο αναιρεσείων με την από 22-5-2006 αίτησή του. Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο εισηγητής Αρεοπαγίτης Αθανάσιος Κουτρομάνος ανέγνωσε την από 12-4-2007 έκθεσή του, με την οποία εισηγήθηκε να γίνει δεκτός ο πρώτος λόγος και να απορριφθούν οι λοιποί λόγοι αναίρεσης Ο πληρεξούσιος του αναιρεσείοντος ζήτησε την παραδοχή της αίτησης, ο πληρεξούσιος της αναιρεσίβλητης την απόρριψή της, καθένας δε την καταδίκη του αντιδίκου του στη δικαστική δαπάνη.
ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ
Με την από 11.12.2001 αγωγή της η ήδη αναιρεσίβλητη ... ζητούσε να ανατεθεί σ' αυτήν η επιμέλεια των δύο ανηλίκων τέκνων, που είχε αποκτήσει με τον ήδη αναιρεσείοντα ..., εν διαστάσει σύζυγό της, καθώς και να της επιδικασθεί διατροφή για την ίδια ατομικώς και για λογαριασμό των ανηλίκων. Με την από 12.6.2002 αντίθετη αγωγή του ο αναιρεσείων ζητούσε να ανατεθεί σ'αυτόν η επιμέλεια του ενός εκ των τέκνων, και δη του υιού του ....
Το Μονομελές Πρωτοδικείο Ναυπλίου, με την 143/2003 απόφασή του απέρριψε την αγωγή του αναιρεσείοντος, ανέθεσε την επιμέλεια και των δύο τέκνων στην αναιρεσίβλητη και επιδίκασε σ' αυτήν διατροφή για χρονικό διάστημα δύο ετών από την επίδοση της αγωγής, και δή ποσό 120 ευρώ μηνιαίως για την ίδια προσωπικώς και 170 ευρώ μηνιαίως για λογαριασμό εκάστου τέκνου.
Ο αναιρεσείων άσκησε κατά της αποφάσεως εκείνης την από 21.1.2004 έφεσή του, επί της οποίας εκδόθηκε η 12/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου. Μ' αυτήν, αφενός μεν κρίθηκε ότι δεν είχαν προσβληθεί με την έφεση οι διατάξεις της πρωτοβάθμιας απόφασης που αφορούσαν την επιδίκαση διατροφής στα ανήλικα (επειδή δεν αναφερόταν στο δικόγραφο η ιδιότητα της εφεσιβλήτου ως εκπροσώπου αυτών), αφετέρου δε, διατάχθηκε η ανασυζήτηση της υποθέσεως (για να εμφανισθούν στο ακροατήριο οι διάδικοι και τα τέκνα).
Στη συνέχεια ο αναιρεσείων άσκησε κατά της πρωτόδικης απόφασης και την από 4.5.2005 έφεσή του, παραπονούμενος για τα κεφάλαια που αφορούσαν την διατροφή των ανηλίκων. Το Εφετείο, με την 583/2005 απόφασή του απέρριψε την τελευταία αυτή έφεση ως απαράδεκτη, δέχθηκε δε μερικώς την πρώτη έφεση, και δη κατά το μέρος της που αφορούσε την επιμέλεια του υιού των διαδίκων ..., την οποία και ανέθεσε στον αναιρεσείοντα.
Κατά των αποφάσεων του Εφετείου παραπονείται ήδη με την κρινόμενη αίτησή του ο αναιρεσείων.
Κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 14 ΚΠολΔ ιδρύεται λόγος αναιρέσεως αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο. Στην προκειμένη περίπτωση, η από 21.1.2004 (πρώτη) έφεση του αναιρεσείοντος όντως δεν απευθύνεται ρητώς κατά της αντιδίκου του με την ιδιότητά της ως εκπροσώπου των ανηλίκων. Από την επισκόπηση όμως του περιεχομένου της εφέσεως, και ιδίως από τα διαλαμβανόμενα σ' αυτή παράπονα (λόγους εφέσεως) σχετικώς με την διατροφή των ανηλίκων, καθίσταται σαφές ότι το ένδικο αυτό μέσο αφορούσε την αναιρεσίβλητη υπό αμφότερες τις ιδιότητες που αυτή είχε στην πρωτοβάθμια δίκη. Κατά συνέπεια είναι βάσιμος ο εκ του άρθρου 559 αρ. 14 ΚΠολΔ απορρέων πρώτος λόγος της αίτησης αναίρεσης, κατά το πρώτο μέρος του, με το οποίο αποδίδεται στην απόφαση 12/2005 η ανωτέρω πλημμέλεια. Κατόπιν τούτου, παρέλκει η έρευνα του δεύτερου μέρους του ίδιου λόγου, κατά το οποίο το Εφετείο υπέπεσε στην εκ της αυτής διατάξεως πλημμέλεια, απορρίπτοντας ως απαράδεκτη την δεύτερη έφεσή του κατά της πρωτοβάθμιας απόφασης.
Από τι ς διατάξεις των άρθρων 335, 338, 339 και 349 ΚΠολΔ προκύπτει, ότι το δικαστήριο για να σχηματίσει τη δικανική του πεποίθηση συνεκτιμά ελεύθερα όλα τα αποδεικτικά μέσα που επικαλούνται και προσκομίζουν οι διάδικοι για την απόδειξη των ισχυρισμών τους. Και έχει μεν υποχρέωση το δικαστήριο να αιτιολογήσει την απόφασή του, ν' αναφέρει δηλαδή τους λόγους που το οδήγησαν στο σχηματισμό της δικανικής του πεποίθησης, όχι όμως και να κάμει ειδική μνεία καθενός από τα αποδεικτικά μέσα που επικαλέσθηκαν και προσκόμισαν οι διάδικοι για άμεση ή έμμεση απόδειξη.
Αν όμως από το όλο περιεχόμενο της απόφασης δεν καθίσταται απολύτως βέβαιο, ότι, για το σχηματισμό της αποδεικτικής κρίσεως του δικαστηρίου επί ουσιώδους ζητήματος, ελήφθησαν υπόψη και συνεκτιμήθησαν όλα τα αποδεικτικά μέσα που με επίκληση προσκομίσθηκαν, τότε ιδρύεται ο λόγος αναιρέσεως από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ.
Στην προκειμένη περίπτωση, από την υπάρχουσα στην προσβαλλόμενη απόφαση (583/2005) βεβαίωση, ότι κατά την εκτίμηση των αποδείξεων ελήφθησαν υπόψιν "και όλα τα έγγραφα που προσκομίζουν νόμιμα και επικαλούνται οι διάδικοι", σε συνδυασμό προς το όλο περιεχόμενο της απόφασης, δεν καταλείπεται αμφιβολία ότι το Εφετείο συνεξετίμησε, για να καταλήξει στο αποδεικτικό του πόρισμα, και τα έγγραφα που είχε προσκομίσει ο αναιρεσείων.
Κατά συνέπεια, είναι αβάσιμος ο περί του αντιθέτου δεύτερος λόγος της αιτήσεως αναιρέσεως κατά το τρίτο μέρος του. Εξάλλου,ο ίδιος λόγος, κατά το πρώτο μέρος του, είναι αόριστος, διότι δεν είναι σαφές ποια πλημμέλεια αποδίδεται στην προσβαλλόμενη απόφαση σχετικώς με τα έγγραφα που είχε προσκομίσει στο Εφετείο η αναιρεσίβλητος, και κυρίως ποια εξ αυτών θεωρεί ο αναιρεσείων ότι ελήφθησαν υπόψιν απαραδέκτως.
Περαιτέρω κατά την έννοια του άρθρου 559 αριθμ. 11 περ. γ' ΚΠολΔ, αναίρεση επιτρέπεται αν το δικαστήριο δεν έλαβε υπόψιν του νομίμως προσκομισθέντα αποδεικτικά μέσα, εφόσον έγινε σαφής και ορισμένη επίκληση αυτών από τον διάδικο. Εκ τούτου συνάγεται περαιτέρω ότι, για κάθε αποδεικτικό μέσο, πρέπει να αναφέρονται τουλάχιστον τα ουσιώδη στοιχεία (essentialia) της εννοίας αυτού, ώστε να είναι δυνατόν να καθορισθεί το είδος του.
Έτσι, εάν γίνεται επίκληση ένορκης βεβαίωσης προσώπου, είναι απαραίτητο να διευκρινίζεται αν αυτή δόθηκε ενώπιον ειρηνοδίκη ή συμβολαιογράφου, δεδομένου ότι μόνον ενώπιον αυτών είναι επιτρεπτό να δίδονται ένορκες βεβαιώσεις, που πρόκειται να χρησιμοποιηθούν σε πολιτική δίκη. Στην προκειμένη περίπτωση με τον δεύτερο λόγο της αιτήσεως αναιρέσεως, κατά το δεύτερο μέρος του, αποδίδεται στο Εφετείο, ότι υπέπεσε στην προβλεπόμενη από το άρθρο 559 αρ. 11 ΚΠολΔ πλημμέλεια και ειδικότερα ότι δεν έλαβε υπόψιν του "τις υπ' αριθμ. 304 και 305/2005 ένορκες βεβαιώσεις των μαρτύρων ...", που ο αναιρεσείων είχε νομίμως προσκομίσει στο Εφετείο.
Όμως, από την επισκόπηση των προτάσεων του αναιρεσείοντος στο Εφετείο προκύπτει ότι η επίκληση των συγκεκριμένων αποδεικτικών στοιχείων δεν είχε γίνει με τρόπο σαφή, υπό την εκτεθείσα έννοια, δηλαδή δεν αναφερόταν καθόλου η Αρχή ενώπιον της οποίας είχαν δοθεί οι ειρημένες ένορκες βεβαιώσεις. Επομένως, είναι αβάσιμος ο ερευνώμενος λόγος.
Με τον εκ του άρθρου 559 αρ. 19 ΚΠολΔ απορρέοντα τρίτο λόγο του αναιρετηρίου ψέγεται το Εφετείο ότι, αναφορικώς με την κρίση του για την από εύλογη αιτία διακοπή της έγγαμης συμβιώσεως από την αναιρεσίβλητη, διέλαβε στην απόφασή του αντιφατικές και ανεπαρκείς αιτιολογίες, αφού η εκτίμησή του για τη συνδρομή των δικαιολογούντων τη διακοπή της συμβιώσεως πραγματικών περιστατικών "είναι παντελώς λαθεμένη και έρχεται σε αντίθεση τόσο με παραπάνω έγγραφο του Νοσοκομείου Άργους ... όσο και με τη συμπεριφορά της ...", ενώ ακόμη "δεν αιτιολογεί με επάρκεια ... πως κατέληξε στις παραπάνω παραδοχές του ..." και επιπλέον "... ο κλονισμός της έγγαμης συμβίωσης βάρυνε την αντίδικο και όχι εμένα (δηλ. τον αναιρεσείοντα), όπως δέχθηκε το Εφετείο". Ο λόγος είναι απαράδεκτος, διότι, υπό το πρόσχημα της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει τη μη δεκτική αναιρετικού ελέγχου εκτίμηση των πραγματικών γεγονότων από το Εφετείο (άρθρο 561 παρ. 1 ΚΠολΔ).
Κατόπιν τούτων, πρέπει, κατ' αποδοχή του πρώτου αναιρετικού λόγου ως προς το πρώτο μέρος του, να αναιρεθεί μερικώς η 12/2005 απόφαση του Εφετείου Ναυπλίου, και δη (μόνο) κατά το μέρος της, με το οποίο Εφετείο θεώρησε μη ασκηθείσα την από 21-1-2004 έφεση του αναιρεσείοντος κατά της 143/2003 αποφάσεως του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ναυπλίου και κατά της αναιρεσιβλήτου ως νόμιμης εκπροσώπου των ανηλίκων τέκνων τους, να παραπεμφθεί δε η υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Εφετείο, αφού η συγκρότησή του από άλλους δικαστές είναι εφικτή (άρθρο 580 παρ. 3 ΚΠολΔ). Η δικαστική δαπάνη πρέπει να συμψηφισθεί λόγω της συγγενικής σχέσεως των διαδίκων (άρθρο 179 ΚΠολΔ).
ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ
Αναιρεί μερικώς, κατά τα αναφερόμενα στο σκεπτικό, την 12/2005 απόφαση του Εφετείο Ναυπλίου.
Παραπέμπει την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο Δικαστήριο, που θα συγκροτηθεί από άλλους δικαστές.
Συμψηφίζει μεταξύ των διαδίκων την δικαστική αυτών δαπάνη.
Κρίθηκε και αποφασίστηκε στην Αθήνα στις 12 Ιουνίου 2009.
Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση, στο ακροατήριό του στις 20 Ιουλίου 2009.
Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ H ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ