Legislator Case Law & Legislation
1866/2008 AI generated

Supreme Court dismisses appeal on civil service salary and statute of limitations grounds regarding hospital dispute.

Case Number 1866/2008
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court of Greece dismissed the appellant's appeal against the First Instance Court of Piraeus regarding a dispute over civil service salary and statute of limitations. The appellant argued that the lower court failed to apply binding precedents and violated constitutional rights by considering the statute of limitations ex officio. The court rejected these claims, ruling that the lower court correctly applied binding decisions and that the statute of limitations was raised by the appellant's own submissions, not by the court's initiative.

Legislator headnote

AI generated

Art. 580 para. 4 C.Pol.D.; Art. 559 no. 1, 4, 8 C.Pol.D.; The Supreme Court holds that the appellate court's review is limited to legal issues resolved by the Supreme Court in the remittal decision and that the lower court's consideration of the statute of limitations does not violate constitutional rights when the issue was raised by the parties' submissions.

Keywords

AI generated
statute of limitations civil service salary binding precedent ex officio examination appellate review scope constitutional rights statutory interpretation

Cited Legislation

AI generated
Art. 580 para. 4 C.Pol.D.
Art. 559 no. 1, 4, 8 C.Pol.D.
Art. 51 para. 2 letter b of Law 496/1974
Art. 20 of the Constitution
Art. 6 para. 1 of the ECHR
Law 53/1974

Cited Case Law

AI generated
AP 1683/1989
AP 1346/1991
AP 12303/30.12.1991
AP 38/2005

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1866 / 2008 (Β1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1866/2008

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Β1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Ηλία Γιαννακάκη, Αντιπρόεδρο Αρείου Πάγου, Αθανάσιο Θεμέλη, Ειρήνη Αθανασίου, Βαρβάρα Κριτσωτάκη και Νικόλαο Πάσσο, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 21 Οκτωβρίου 2008, με την παρουσία και του γραμματέα Αθανασίου Λιάπη, για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Χ, η οποία εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Λεωνίδα Πανούση, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Του αναιρεσιβλήτου: Ν.Π.Δ.Δ. με την επωνυμία "Περιφερειακό Γενικό Νοσοκομείο ΤΖΑΝΕΙΟ", που εδρεύει στον Πειραιά και εκπροσωπείται νόμιμα. Εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο του Αικατερίνη Φωτεινάτου, με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 23-6-1994 αγωγή της ήδη αναιρεσείουσας, που κατατέθηκε στο Μονομελές Πρωτοδικείο Πειραιώς. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 248/1997 του ίδιου Δικαστηρίου και 97/1998 του Εφετείου Πειραιώς. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζήτησε η ήδη αναιρεσείουσα με την από 29-12-1999 αίτησή της.

Εκδόθηκε η 798/2001 απόφαση του Αρείου Πάγου, η οποία αναίρεσε την 97/1998 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς και παρέπεμψε την υπόθεση για περαιτέρω εκδίκαση στο ίδιο δικαστήριο συγκροτούμενο από άλλους δικαστές.

Εκδόθηκε η 1156/2001 απόφαση του Εφετείου Πειραιώς, την αναίρεση της οποίας ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 29-10-2003 αίτησή της. Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν όπως σημειώνεται πιο πάνω. Ο Εισηγητής Αρεοπαγίτης Νικόλαος Πάσσος, διάβασε την από 28-9-2006 έκθεση του κωλυομένου να μετάσχει στη σύνθεση του Δικαστηρίου αυτού Αρεοπαγίτη Χρήστου Αλεξόπουλου, με την οποία εισηγήθηκε την απόρριψη της αιτήσεως αναιρέσεως.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Από τη διάταξη του άρθρου 580 παρ. 4 ΚΠολΔ προκύπτει ότι η δέσμευση του δικαστηρίου της παραπομπής περιορίζεται στα νομικά ζητήματα που έλυσε ο 'Αρειος Πάγος με την παραδοχή ή την απόρριψη της αναιρέσεως και όχι σε άλλα ζητήματα που δεν εθίγησαν με την αναίρεση και δεν εξετάσθηκαν.

Εν προκειμένω, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 κα, 18 ΚΠολΔ, με τον πρώτο λόγο αναιρέσεως προβάλλεται η αιτίαση της μη συμμορφώσεως του εφετείου, ως δικαστηρίου της παραπομπής, προς την 798/2001 αναιρετική απόφαση του Δικαστηρίου τούτου ως προς τα ζητήματα: α) περί μη συνδρομής δεδικασμένου εκ των 1683/1989 και 1346/1991 τελεσιδίκων αποφάσεων του Μονομελούς Πρωτοδικείου Πειραιώς αναφορικά με το ύψος του βασικού ημερομίσθιου της αναιρεσείουσας και β) περί μη παραγραφής των ενδίκων, για διαφορές αποδοχών, αξιώσεων της αναιρεσείουσας.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την παραπάνω αναιρετική απόφαση προκύπτει ότι αυτή εξέτασε μόνον τον από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ λόγο αντεφέσεως αναφορικά με την προβληθείσα από το και τότε αναιρεσίβλητο νοσοκομείο ένσταση καταχρηστικής, κατά το άρθρο 281 ΑΚ, ασκήσεως των ενδίκων μισθολογικών αξιώσεων της αναιρεσείουσας, τον οποίο και εδέχθη, αναιρώντας την 97/1998 προηγούμενη απόφαση του εφετείου, με την οποία είχε γίνει δεκτή η ανωτέρω ένσταση και είχε απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμη η ένδικη αγωγή της αναιρεσείουσας.

χωρίς να εκφέρει οποιαδήποτε κρίση και χωρίς να θίξει τα ανωτέρω ζητήματα περί μη συνδρομής δεδικασμένου (το οποίο άλλωστε δεν εδέχθη και η προσβαλλόμενη απόφαση) και περί παραγραφής ή μη των ενδίκων αξιώσεων της αναιρεσείουσας. Τέλος, ο ίδιος λόγος, κατά την, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 14 ΚΠολΔ, αιτίαση, με την οποία ψέγεται το Εφετείο για τη μη κήρυξη απαραδέκτου του περί παραγραφής ισχυρισμού του αναιρεσιβλήτου, λόγω αντιφατικότητας του προς τους λοιπούς προβληθέντες απ' αυτό ισχυρισμούς, είναι αλυσιτελής, διότι, ανεξαρτήτως της αοριστίας του, εγκειμένης στο ότι δεν αναφέρεται στο αναιρετήριο ότι ο σχετικός περί αντιφατικότητας της ως άνω ενστάσεως παραγραφής ισχυρισμός είχε προβληθεί στη δίκη ενώπιον του εφετείου, στην προκειμένη περίπτωση, σύμφωνα με το άρθρο 52 εδ.

γ' του ν.δ. 496/1974, η παραγραφή των κατά του αναιρεσιβλήτου ΝΠΔΔ από καθυστερούμενες αποδοχές αξιώσεων ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο.

ΙΙ. Η με το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 θεσπιζόμενη διετής παραγραφή των κατά των ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων του από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, ο χρόνος της οποίας είναι μικρότερος ή και μεγαλύτερος από το χρόνο παραγραφής παρόμοιων αξιώσεων (άρθρο 250 παρ. 6 και 17 ΑΚ, άρθρο 289 παρ. 1 ΚΙΝΔ), μικρότερος δε από τον οριζόμενο στο άρθρο 44 του ίδιου ν.δ.

χρόνο παραγραφής των αξιώσεων του νομικού προσώπου κατά τρίτων, είναι συνταγματικά θεμιτή και δεν αντίκειται στην καθιερούμενη με το άρθρο 4 παρ. 1 του Συντάγματος αρχή της ισότητας, καθόσον η ως άνω διαφορετική ρύθμιση δικαιολογείται από την ανάγκη ταχείας εκκαθαρίσεως των πιο πάνω αξιώσεων και των σχετικών υποχρεώσεων των ΝΠΔΔ.

Εξάλλου, η θέσπιση διαφορετικού χρόνου παραγραφής κατά κατηγορία αξιώσεων ή δικαιούχων και υπόχρεων δεν προσκρούει στο άρθρο 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ, που εξασφαλίζει σε κάθε πρόσωπο το δικαίωμα να δικάζεται η υπόθεση του δίκαια και αμερόληπτα, ούτε αντίκειται στο άρθρο 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, που επιβάλλει το σεβασμό της περιουσίας του προσώπου, αφού οι διατάξεις αυτές παρεμποδίζουν μεν το νομοθέτη να καταργεί και ενοχικά δικαιώματα, όχι όμως και να θεσπίζουν κανόνες που καθορίζουν διαφορετικό κατά περίπτωση χρόνο παραγραφής των αξιώσεων που θα γεννηθούν μετά την ισχύ τους.

Κατ' ακολουθίαν αυτών, ο δεύτερος λόγος αναιρέσεως, κατά τον οποίο η προσβαλλόμενη απόφαση υπέπεσε στην εκ του άρθρου 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ πλημμέλεια με το να εφαρμόσει την περί διετούς παραγραφής των σχετικών απαιτήσεων του αναιρεσείοντος διάταξη του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, η οποία, ως επιβάλλουσα διαφορετική μεταχείριση των υπαλλήλων των ΝΠΔΔ ή του Δημοσίου, σε σχέση με τους ιδιώτες εργοδότες, αντίκειται στα άρθρα 4 παρ. 1 του Συντάγματος, 6 παρ. 1 της ΕΣΔΑ και 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ, είναι αβάσιμος.

ΙΙΙ. Κατά το άρθρο 48 παρ. 1 του ν.δ. 496/1974 ο χρόνος παραγραφής των χρηματικών αξιώσεων κατά του ΝΠΔΔ είναι πέντε ετών, εφόσον δεν ορίζεται διαφορετικά υπό του παρόντος, κατά δε την παράγραφο 3 του ίδιου άρθρου ο χρόνος παραγραφής των κατά του ΝΠΔΔ αξιώσεων των υπαλλήλων του, που συνδέονται με αυτό με σχέση δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου, από καθυστερούμενες αποδοχές ή άλλες κάθε φύσεως απολαβές ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητες πλουτισμό είναι δύο ετών.

Περαιτέρω, κατά τα άρθρα 49 και 52 εδ. γ' του ίδιου ΝΔ 496/1974, η παραγραφή αυτή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια και αρχίζει από το τέλος του έτους κατά το οποίο γεννήθηκε η αξίωση και είναι δυνατή η δικαστική επιδίωξη της. Από τις διατάξεις αυτές προκύπτει ότι απαιτήσεις από καθυστερούμενες αποδοχές, απολαβές κάθε φύσεως ή αποζημιώσεις από αδικαιολόγητο πλουτισμό, που οφείλονται απευθείας από το νόμο, με την έννοια ότι δεν απαιτείται για τη θεμελίωση του σχετικού δικαιώματος έκδοση διοικητικής πράξεως, την πληρωμή των οποίων καθυστερεί από οποιοδήποτε λόγο το ΝΠΔΔ ή αρνείται ως μη οφειλόμενες, κατά την αποδιδόμενη από τα όργανα του έννοια του νόμου, από την οποία δεν παρακωλύεται η δικαστική επιδίωξη τους, υπόκεινται στην οριζόμενη από το άρθρο 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 διετή παραγραφή, σε αντιδιαστολή προς την πενταετή παραγραφή της παρ. 1 του ίδιου άρθρου ή των άρθρων 105 ΕισΝΑΚ, 937 ΑΚ, αφού δεν έχουν έρεισμα την αδικοπραξία.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφασή του, έκρινε ότι οι αξιώσεις της αναιρεσείουσας για καθυστερούμενες αποδοχές του χρονικού διαστήματος από 1.1.1989 έως 7.2.1991, που προέρχονταν από μισθολογικές διαφορές λόγω υπολογισμού του βασικού ημερομισθίου της σύμφωνα με το βασικό ημερομίσθιο εργάτη δρχ. 645, αντί του υπολογισμού του σύμφωνα με τις ισχύουσες ΕΓΣΣΕ, υπάγονται κατά το νόμο στη διετή παραγραφή του άρθρου 48ν παρ. 3 του ν.δ. 496/1974 και ότι έχουν υποκύψει σ' αυτή, δοθέντος ότι παρήλθε χρονικό διάστημα κατά πολύ μεγαλύτερο της διετίας, αφού αυτή άρχισε την 1.1.1990, ην 1.1.1991 και την 1.1.1992, αντιστοίχως, και η ένδικη αγωγή επιδόθηκε στο αναιρεσίβλητο κατά την 28.6.1994.

Με τις κρίσεις του αυτές το Εφετείο δεν παραβίασε τις παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις του νόμου, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ, τρίτος λόγος αναιρέσεως, με τον οποίο υποστηρίζονται τα αντίθετα, είναι αβάσιμος.

ΙV. Κατά το άρθρο 51 εδ. β' του ν.δ. 496/1974, η ως άνω διετής παραγραφή των αξιώσεων από καθυστερούμενες αποδοχές των επί σχέσει εργασίας δημοσίου ή ιδιωτικού δικαίου απασχολουμένων στα ΝΠΔΔ, εκτός άλλων περιπτώσεων, διακόπτεται και με την υποβολή προς το νομικό πρόσωπο αιτήσεως περί πληρωμής της απαιτήσεως, αρχίζει δε εκ νέου στην περίπτωση αυτή από της χρονολογίας την οποία φέρε, η έγγραφη απάντηση της αρμόδιας για την αναγνώριση ή την πληρωμή της απαιτήσεως Αρχής, σε περίπτωση δε μη απαντήσεως η παραγραφή αρχίζει πάλι μετά πάροδο εξαμήνου από της χρονολογίας υποβολής της αιτήσεως.

Κατά την έννοια της διατάξεως αυτής, τότε μόνον επέρχεται η διακοπή της παραγραφής των αγωγικών αξιώσεων, όταν οι τελευταίες, κατά περιεχόμενο και αίτημα, είναι οι ίδιες με τις περιλαμβανόμενες στη σχετική και από το δικαιούχο υποβληθείσα αίτηση για πληρωμή τους προς την αρμόδια Αρχή, ώστε να μπορεί το νομικό πρόσωπο να διαγνώσει την ύπαρξη τους και το δικαιολογημένο ή όχι αυτών.

Στην προκειμένη περίπτωση, το εφετείο, με την προσβαλλόμενη απόφαση του, δέχθηκε ανελέγκτως, ότι οι περιεχόμενες στη με αριθμό 12303/30.12.1991 αίτηση της απαιτήσεις της αναιρεσείουσας, την οποία από κοινού υπέβαλε με άλλους 349 συναδέλφους της στο αναιρεσίβλητο ΝΠΔΔ, για πληρωμή τους, δεν ταυτίζονται με τις περιλαμβανόμενες στην ένδικη αγωγή της και συνεπώς δεν διεκόπη η παραγραφή των τελευταίων, που αφορούσαν το από 1.1.1989 έως 7.2.1991 χρονικό διάστημα, με την υποβολή της παραπάνω αιτήσεως και με την παραδοχή αυτή κατέληξε σε απόρριψη της προβληθείσας από την αναιρεσείουσα αντενστάσεως περί διακοπής της παραγραφής.

Με την κρίση του αυτή, το εφετείο δεν παραβίασε την ανωτέρω διάταξη του άρθρου 51 εδ. β' του ν.δ. 496/1974, γι' αυτό και ο από το άρθρο 559 αριθ. 1 ΚΠολΔ τέταρτος λόγος αναιρέσεως είναι αβάσιμος.

V. Με τον πέμπτο λόγο του αναιρετηρίου, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 8 ΚΠολΔ, αποδίδεται στο εφετείο η αιτίαση ότι δέχθηκε πως οι περιεχόμενες στην ανωτέρω 12303/30.12.1991 αίτηση της απαιτήσεις της αναιρεσείουσας δεν ταυτίζονται προς εκείνες που περιλαμβάνονται στην υπό δίκη αγωγή της και προήλθε έτσι στην απόρριψη της αντενστάσεώς της για διακοπή της παραγραφής, μολονότι το αναιρεσίβλητο δεν είχε προβάλλει τέτοιους ισχυρισμούς. Ο λόγος αυτός είναι απαράδεκτος, διότι υπό την επίφαση της συνδρομής των προϋποθέσεων θεμελιώσεώς του, πλήττει την αναιρετικώς ανέλεγκτη εκτίμηση πραγματικών γεγονότων από το εφετείο αναφορικά με τη μη απόδειξη διακοπής της παραγραφής από την επικληθείσα από την αναιρεσειουσα 12303/30.12.1991 ως άνω αίτησή της.

VΙ. Με τον έκτο λόγο του αναιρετηρίου, η αναιρεσείουσα, υπό την επίκληση του άρθρου 559 αριθ. 4 και 8 ΚΠολΔ, αποδίδει στο εφετείο την αιτίαση, ότι χωρίς να προταθεί από το αναιρεσίβλητο σχετική ένσταση παραγραφής, αλλά αυτεπαγγέλτως, δέχθηκε ότι οι επίμαχες αξιώσεις της είχαν υποπέσει στην ως άνω διετή παραγραφή του άρθρου 48 παρ. 3 του ν.δ. 496/1974, μολονότι η διάταξη του άρθρου 52 εδ.

γ' του ίδιου ν.δ., με την οποία ορίζεται ότι η λόγω παραγραφή λαμβάνεται υπόψη αυτεπαγγέλτως από τα δικαστήρια, αντίκειται στις διατάξεις των άρθρων 4 παρ. 1 και 20 του Συντάγματος, 1 του Πρώτου Πρόσθετου Πρωτοκόλλου της ΕΣΔΑ και 6 παρ. 1 της Διεθνούς Συμβάσεως της Ρώμης της 4.11.1950, που κυρώθηκε με το ν. δ. 53/1974.

Ο λόγος αυτός είναι αβάσιμος, διότι στηρίζεται σε ανακριβή προϋπόθεση, αφού από την αναιρετική απόφαση προκύπτει ότι το εφετείο δέχθηκε ότι οι ένδικες αξιώσεις της αναιρέσειουσας έχουν υποκύψει στην ανωτέρω διετή παραγραφή όχι κατ' αυτεπάγγελτη έρευνα του ζητήματος αυτού, αλλά κατά παραδοχή σχετικής ενστάσεως την οποία είχε υποβάλλει με τις πρωτόδικες προτάσεις και επανέφερε με τις προτάσεις του της εφετειακής δίκης.

Κατά πάσα περίπτωση, η αυτεπάγγελτη λήψη υπόψη από το δικαστήριο της ως άνω παραγραφής κατά νπδδ δεν αντίκειται στις διατάξεις των άρ. 20 Συντ., 6παρ.1 της ΕΣΔΑ (που κηρώθηκε με το ν.δ. 53/1974 και έχει υπερνομοθετική ισχύ, αρ. 28 παρ. 1 Συντ.) 106, 110 παρ. παρ. 1 και 2 ΚΠολΔ (Ολ. ΑΠ 38/2005). Επομένως, πρέπει ν' απορριφθεί στο σύνολό της η κρινόμενη αίτηση αναίρεσης και να καταδικασθεί η αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσιβλήτου, κατά τα ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 29-10-2003 αίτηση της Χ για αναίρεση της 1156/2001 απόφασης του Εφετείου Πειραιά.

Καταδικάζει την αναιρεσείουσα στην δικαστική δαπάνη του αναιρεσίβλητου, την οποία ορίζει σε χίλια διακόσια (1.200) ευρώ.

Κρίθηκε και αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 11 Νοεμβρίου 2008. Και

Δημοσιεύθηκε στην Αθήνα, σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του στις 2 Δεκεμβρίου 2008.

Ο ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ