Legislator Case Law & Legislation
1865/2025 AI generated

Supreme Court dismisses appeal regarding inadmissibility of debt restructuring application due to false declaration.

Case Number 1865/2025
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the appeal filed by Alpha Bank against the First Instance Court's decision to reject a debt restructuring application. The appellant argued that the applicant's false declaration regarding assets rendered the application inadmissible under Article 562 of the Code of Civil Procedure. The court ruled that such inaccuracy does not lead to inadmissibility but rather to substantive rejection under Article 10 of Law 3869/2010, confirming the lower court's correct application of the law.

Legislator headnote

AI generated

Art. 562 para. 2 C.Pol.D.; Art. 10 para. 1 Law 3869/2010: Inaccuracy in a sworn declaration regarding assets does not render a debt restructuring application inadmissible but constitutes grounds for substantive rejection.

Keywords

AI generated
debt restructuring application inadmissibility of claim false sworn declaration substantive rejection Article 562 C.Pol.D. Article 10 Law 3869/2010 supreme court appeal

Cited Legislation

AI generated
Art. 562 para. 2 C.Pol.D.
Art. 10 para. 1 Law 3869/2010
Art. 560 C.Pol.D.
Art. 495 para. 3 C.Pol.D.
Art. 8 para. 6 Law 3869/2010

Cited Case Law

AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1865 / 2025 (Δ, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)Αριθμός 1865/2025

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Δ' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Αλεξάνδρα Αποστολάκη, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Σωκράτη Πλαστήρα, Σταύρο Μάλαινο, Αντιγόνη Τζελέπη και Ζωή Καραχάλιου, Αρεοπαγίτες.

Συνήλθε σε δημόσια συνεδρίαση στο Κατάστημά του, στις 10 Ιανουαρίου 2025, με την παρουσία και του Γραμματέα Α. Λ., για να δικάσει μεταξύ:

Της αναιρεσείουσας: Ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας απαιτήσεων και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "ORION X SECURITISATION Designated Activity Company", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, που δεν παραστάθηκε. Στο σημείο αυτό εμφανίστηκε η δικηγόρος Σταματία Γκλιάου (ΑΜ ΔΣΠ 3616), η οποία αφού πήρε από την Πρόεδρο το λόγο, δήλωσε ότι παρίσταται και εκπροσωπεί την ασκούσα πρόσθετη παρέμβαση εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS Χρηματοοικονομικές Υπηρεσίες Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "Cepal Hellas", που εδρεύει στη Νέα Σμύρνη Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ORION X SECURITISATION Designated Activity Company", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα.

Των αναιρεσιβλήτων: 1) Ι. Χ. του Γ., κατοίκου ..., 2) ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, α) ως ειδικής διαδόχου της Κυπριακής δημόσιας εταιρείας περιορισμένης ευθύνης με την επωνυμία "CYPRUS POPULAR BANK PUBLIC CO LTD" (πρώην "MARFIN ΕΓΝΑΤΙΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ") και β) ως ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΚΥΠΡΟΥ ΔΗΜΟΣΙΑ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΛΙΜΙΤΕΔ", 3) Πιστωτικού Συνεταιρισμού με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ ΠΕ", που εδρεύει στο Ηράκλειο Κρήτης και εκπροσωπείται νόμιμα, 4) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "doValue Greece Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "doValue Greece" (πρώην "Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στο Μοσχάτο Αττικής και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου και ως εντολοδόχου και ειδικού πληρεξουσίου, αντιπροσώπου και αντικλήτου της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "HELLAS 3P INVESTMENT Designated Activity Company", ούσας ειδικής διαδόχου της εδρεύουσας στο Λουξεμβούργο και νόμιμα εκπροσωπούμενης εταιρείας με την επωνυμία "ULTIMO PORTFOLIO INVESTMENT (LUXEMBOURG) SA", ούσας ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ALPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΕ" και δ.τ. "ALPHA BANK", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα και 5) ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "INTRUM HELLAS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και δ.τ. "INTRUM HELLAS AΕΔΑΔΠ" (πρώην "Alternative Financial Solutions Μονοπρόσωπη Ανώνυμη Εταιρία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις"), που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, ως μη δικαιούχου διαδίκου και διαχειρίστριας των απαιτήσεων της εδρεύουσας στο Δουβλίνο Ιρλανδίας και νόμιμα εκπροσωπούμενης αλλοδαπής εταιρίας με την επωνυμία "PIRAEUS SNF Designated Activity Company", ειδικής διαδόχου της ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΤΡΑΠΕΖΑ ΠΕΙΡΑΙΩΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, εκ των οποίων ο 1ος εκπροσωπήθηκε από τον πληρεξούσιο δικηγόρο της Νικόλαο Σιναδινάκη με δήλωση του άρθρου 242 παρ. 2 ΚΠολΔ, ενώ οι 2η, 3ος, 4η και 5η δεν παραστάθηκαν.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 31-5-2012 αίτηση του 1ου των ήδη αναιρεσιβλήτων, που κατατέθηκε στο Ειρηνοδικείο Ηρακλείου. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 1104/2015 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 164/2020 του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί η αναιρεσείουσα με την από 23-9-2020 αίτησή της.

Κατά τη συζήτηση της υπόθεσης αυτής, με Εισηγήτρια την Αρεοπαγίτη Ζωή Καραχάλιου, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, παραστάθηκαν μόνο η προσθέτως παρεμβαίνουσα και ο 1ος των αναιρεσιβλήτων όπως σημειώνεται πιο πάνω. Η πληρεξούσια της προσθέτως παρεμβαίνουσας ζήτησε την παραδοχή της αίτησης αναίρεσης.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Από τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι, αν κατά τη συζήτηση της αναίρεσης δεν εμφανισθεί ή εμφανισθεί αλλά δεν λάβει μέρος με τον τρόπο που ορίζει ο νόμος κάποιος από τους διαδίκους, ο Άρειος Πάγος ερευνά αυτεπαγγέλτως αν ο απολειπόμενος διάδικος επέσπευσε εγκύρως τη συζήτηση, οπότε συζητεί την υπόθεση σαν να ήταν παρόντες οι διάδικοι, ή, αν τη συζήτηση επέσπευσε ο αντίδικος του απολειπομένου διαδίκου, οπότε εξετάζει αυτεπαγγέλτως αν κλητεύθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα. Αν η κλήση για τη συζήτηση δεν επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα ο Άρειος Πάγος κηρύσσει απαράδεκτη τη συζήτηση και η υπόθεση επαναφέρεται για συζήτηση με νέα κλήτευση. Στην αντίθετη περίπτωση προχωρεί στη συζήτηση παρά την απουσία εκείνου που έχει κλητευθεί. Ακόμη, κατά τη διάταξη του άρθρου 226 παρ. 4 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη, κατ' άρθρο 575 εδ. β' Κ.Πολ.Δ., αν η συζήτηση αναβληθεί ο γραμματέας οφείλει αμέσως μετά το τέλος της συνεδρίασης να μεταφέρει την υπόθεση στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε. Κλήση του διαδίκου για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν χρειάζεται και η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων.

Προϋπόθεση όμως της κλήτευσης αυτής, λόγω αναβολής της υπόθεσης και της εγγραφής αυτής στο πινάκιο, είναι ότι ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή δικάσιμο διάδικος είτε είχε επισπεύσει εγκύρως τη συζήτηση ή είχε νομίμως και εμπροθέσμως κλητευθεί να παραστεί για τη δικάσιμο κατά την οποία αναβλήθηκε η υπόθεση είτε είχε παραστεί νομίμως κατά την πρώτη αυτή δικάσιμο και επομένως με τη νόμιμη παράσταση και τη μη εναντίωσή του καλύφθηκε η ακυρότητα της κλήτευσής του κατά την αρχική δικάσιμο. Αντίθετα, αν κατά την αρχική δικάσιμο ο απολειπόμενος κατά τη μετ' αναβολή συζήτηση διάδικος δεν επέσπευσε τη συζήτηση ή δεν είχε κλητευθεί νομίμως, κατά δε την αρχική αυτή δικάσιμο δεν παραστάθηκε νομίμως και επομένως δεν καλύφθηκε η έλλειψη ή η ακυρότητα της επίσπευσης της συζήτησης ή η μη νομιμότητα ή η έλλειψη της κλήτευσής του για την αρχική δικάσιμο, η αναβολή της υπόθεσης από το πινάκιο και η εγγραφή αυτής για τη νέα μετ' αναβολή δικάσιμο δεν ισχύει ως κλήτευσή του για τη νέα δικάσιμο και απαιτείται νόμιμη κλήτευσή του (Α.Π. 601/2024, Α.Π. 162/2011, Α.Π. 87/2011, Α.Π. 274/2010).

Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από τις προσκομιζόμενες και επικαλούμενες από την προσθέτως, υπέρ της αναιρεσείουσας, παρεμβαίνουσα, ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "CEPAL HELLAS", υπ' αριθμ. ...-2022, ...-2022, ...-2022 και ...-2022 εκθέσεις επίδοσης των αρμόδιων δικαστικών επιμελητών του Εφετείου Αθηνών, Κ. Γ. η 1η και 4η, Σ.

Τ. η 2η, Χ. Σ. η 3η , επικυρωμένο αντίγραφο της ένδικης από 23-9-2020 (αριθμ. έκθ. κατ. 319/30-9-2020) αίτησης για αναίρεση της υπ' αριθμ. 164/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, μαζί με την πράξη προσδιορισμού δικασίμου της Προέδρου του Δ' Πολιτικού Τμήματος του Αρείου Πάγου (αρθρ. 568 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.), και κλήση προς συζήτηση για την αρχική δικάσιμο της 19-5-2023, επιδόθηκε νόμιμα και εμπρόθεσμα από την αναιρεσείουσα, που επισπεύδει τη συζήτηση, στους απολειπόμενους 2η, 3ο, 4η και 5η των αναιρεσίβλητων.

Κατά την ως άνω δικάσιμο, η συζήτηση ματαιώθηκε, επειδή ανεστάλη η λειτουργία των δικαστηρίων, λόγω των βουλευτικών εκλογών της 21ης Μαΐου 2023 και με πράξη της Προέδρου του Δ' τμήματος του Αρείου Πάγου, Αντιπροέδρου του Αρείου Πάγου, Μυρσίνης Παπαχίου, με βάση τις διατάξεις του άρθρου 260 Κ.Πολ.Δ. και του με αριθμό πρωτοκόλλου ....2023 εγγράφου του Υπουργείου Δικαιοσύνης περί αναστολής της λειτουργίας των δικαστηρίων και εισαγγελιών της Χώρας, ενόψει των εκλογών της 21ης Μάιου 2023, ορίστηκε αυτεπαγγέλτως δικάσιμος για τη συζήτησή της η αναφερόμενη στην αρχή της παρούσας (10-1-2025).

Μετά τη ματαίωση της συζήτησης της υπόθεσης και τον αυτεπάγγελτο ορισμό της δικασίμου της 10ης.01.2025 για την εκδίκασή της, από το γραμματέα του δικαστηρίου έγινε εγγραφή της στο οικείο πινάκιο στη σειρά των υποθέσεων που πρέπει να συζητηθούν κατά την ημέρα που ορίσθηκε, συγχρόνως δε η ημερομηνία της νέας δικασίμου προς ενημέρωση των διαδίκων γνωστοποιήθηκε με ανάρτησή της στην πύλη ψηφιακών υπηρεσιών δικαστηρίων ...

στο site του Αρείου Πάγου ... και στη διαδικτυακή πύλη της Ολομέλειας των Δικηγορικών Συλλόγων ... Νέα κλήση των διαδίκων για εμφάνιση στη δικάσιμο αυτή δεν απαιτείται, αφού η αναγραφή της υπόθεσης στο πινάκιο ισχύει ως κλήτευση όλων των διαδίκων. Ωστόσο, όπως προκύπτει από τα ταυτάριθμα με την παρούσα απόφαση πρακτικά συνεδρίασης, κατά την εκφώνηση της υπόθεσης στη σειρά της από το οικείο πινάκιο, κατά την ως άνω δικάσιμο οι 2η, 3ος , 4η και 5η των αναιρεσίβλητων δεν παραστάθηκαν, ούτε εκπροσωπήθηκαν από πληρεξούσιο δικηγόρο, ούτε κατατέθηκε δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.

Συνεπώς, εφόσον αυτοί κλητεύθηκαν νόμιμα και εμπρόθεσμα, σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 576 παρ. 1 και 2 Κ.Πολ.Δ. η συζήτηση της υπόθεσης πρέπει να προχωρήσει παρά την απουσία τους.

Με τη διάταξη του άρθρου 577 Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι: "1. Το δικαστήριο πρώτα συζητεί για το παραδεκτό της αναίρεσης. 2. Αν η αναίρεση δεν ασκήθηκε νόμιμα ή αν λείπει κάποια προϋπόθεση για να είναι παραδεκτή, ο Άρειος Πάγος την απορρίπτει και αυτεπαγγέλτως. 3. Αν ο Άρειος Πάγος κρίνει νόμιμη και παραδεκτή την αναίρεση, εξετάζει το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της". Από τη διάταξη αυτή σαφώς συνάγεται ότι η αίτηση αναίρεσης υποβάλλεται από τον Άρειο Πάγο σε δικονομική αξιολόγηση πρώτα ως προς το παραδεκτό και το νόμω βάσιμο αυτής και ακολούθως, εφόσον αυτή ασκήθηκε παραδεκτά και νόμιμα, ερευνάται το παραδεκτό και το βάσιμο των κατ' ιδίαν λόγων της.

Κατά το άρθρο 68 Κ.Πολ.Δ., δικαστική προστασία έχει το δικαίωμα να ζητήσει όποιος έχει άμεσο έννομο συμφέρον, ενώ, κατά το άρθρο 70 Κ.Πολ.Δ., όποιος έχει έννομο συμφέρον να αναγνωριστεί η ύπαρξη ή η μη ύπαρξη κάποιας έννομης σχέσης, μπορεί να εγείρει σχετική αγωγή. Η νομιμοποίηση των διαδίκων (ενεργητική και παθητική) και το έννομο συμφέρον συνιστούν διακριτές διαδικαστικές προϋποθέσεις της δίκης και ουσιαστικές προϋποθέσεις παροχής δικαστικής προστασίας, η συνδρομή αυτών ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο σε κάθε στάση της δίκης με ελεύθερη απόδειξη, η δε έλλειψή τους συνεπάγεται την απόρριψη της σχετικής αίτησης δικαστικής προστασίας ως απαράδεκτης.

Περαιτέρω, από το άρθρο 216 παρ.1 περ. α' Κ.Πολ.Δ. συνάγεται ότι ως νομιμοποίηση των διαδίκων, νοείται η εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμα ή έννομη σχέση τους, δηλαδή για βιοτική σχέση αυτών με άλλο πρόσωπο ή αντικείμενο, η οποία καθορίζεται, κατά κανόνα, ως προς τους φορείς της και το αντικείμενό της, από το ουσιαστικό δίκαιο και έχει ως περιεχόμενο ή ως έννομη συνέπεια δικαίωμα ή υποχρέωση ή δέσμη δικαιωμάτων και υποχρεώσεων.

Την εν λόγω εξουσία διεξαγωγής ορισμένης δίκης για συγκεκριμένο δικαίωμά του ή έννομη σχέση αυτού, έχει, κατά κανόνα ο φορέας της επίδικης ουσιαστικής έννομης σχέσης κατά το ουσιαστικό δίκαιο, ενώ σε συγκεκριμένες περιπτώσεις ο νόμος παρέχει την εξουσία διεξαγωγής της δίκης σε πρόσωπα, που δεν είναι φορείς της ουσιαστικής έννομης σχέσης (μη δικαιούχοι ή μη υπόχρεοι διάδικοι), όπως λ.χ.

ο σύνδικος της πτώχευσης, ο εκτελεστής διαθήκης, ο εκκαθαριστής κληρονομιάς και ο αναγκαστικός διαχειριστής. Για τη νομιμοποίηση των διαδίκων αρκεί ο ισχυρισμός του ενάγοντος ότι αυτός και ο εναγόμενος είναι υποκείμενα της επίδικης έννομης σχέσης και η παράθεση στην αγωγή των περιστατικών που θεμελιώνουν τον ισχυρισμό του, ενώ επί αναίρεσης ο αναιρεσείων για την ενεργητική νομιμοποίηση του ιδίου και την παθητική νομιμοποίηση του αναιρεσίβλητου πρέπει να επικαλεστεί τη συνδρομή των προϋποθέσεων των άρθρων 556 και 558 Κ.Πολ.Δ., αντίστοιχα.

Ειδικότερα, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 556 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., δικαίωμα αναίρεσης έχουν, εφόσον νικήθηκαν ολικά ή εν μέρει στη δίκη που εκδόθηκε η προσβαλλόμενη απόφαση, ο ενάγων, ο εναγόμενος, ο εκκαλών, ο εφεσίβλητος, εκείνος που ζητεί την αναψηλάφηση, εκείνος κατά του οποίου στρέφεται η αναψηλάφηση, εκείνοι που είχαν ασκήσει κύρια ή πρόσθετη παρέμβαση, οι προσεπικληθέντες, οι καθολικοί διάδοχοι και οι ειδικοί διάδοχοι, εφόσον απέκτησαν την ιδιότητα αυτή μετά την άσκηση της αγωγής, καθώς και οι εισαγγελείς, μόνο αν ήταν διάδικοι.

Περαιτέρω, από το συνδυασμό της ανωτέρω διάταξης με τη διάταξη του άρθρου 225 Κ.Πολ.Δ. προκύπτει, ότι αναίρεση δύνανται να ασκήσουν αυτοτελώς και παραλλήλως τόσο ο μεταβιβάσας το επίδικο πράγμα ή δικαίωμα, αρχικός διάδικος, όσο και ο προς ον η μεταβίβαση, εφόσον αυτός έγινε ειδικός διάδοχος μετά την άσκηση της αγωγής, ενώ δικαίωμα αναίρεσης παρέχεται και στον καθολικό διάδοχο του αρχικού διαδίκου και στον οιονεί καθολικό διάδοχο αυτού (Ολ.ΑΠ 1/2023).

Στην προκειμένη περίπτωση, ο πρώτος αναιρεσίβλητος με τις από 20-12-2024 καταταθείσες προτάσεις του (ήτοι σε χρόνο μεγαλύτερο των 20 ημερών από τη δικάσιμο), πρότεινε παραδεκτά (άρθρο 570 Κ.Πολ.Δ., όπως ισχύει μετά την τροποποίησή του με το άρθρο 38 Ν. 4842/2021), ένσταση έλλειψης ενεργητικής νομιμοποίησης της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΑΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ Α.Ε.", διατεινόμενος ότι η ένδικη αίτηση αναίρεσης ασκείται απαραδέκτως, καθόσον η αναιρεσείουσα δεν απέδειξε, ως όφειλε, ως διαχειρίστρια των απαιτήσεων της αλλοδαπής εταιρείας με την επωνυμία "ORION X SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", την καθ' οιονδήποτε νόμιμο τρόπο μεταβίβαση της επίδικης απαίτησης εναντίον του από την αρχική δικαιούχο (Alpha Τράπεζα Α.Ε.) προς την ως άνω αλλοδαπή εταιρεία.

Ο ισχυρισμός αυτός είναι αβάσιμος και πρέπει ν' απορριφθεί, σύμφωνα με τα αναφερόμενα στην οικεία μείζονα νομική σκέψη, δεδομένου ότι από την παραδεκτή επισκόπηση των διαδικαστικών εγγράφων (άρθρο 561 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ.) και των νομίμως προσκομιζόμενων από την προσθέτως, υπέρ της αναιρεσείουσας, παρεμβαίνουσα ανώνυμη εταιρεία "CEPAL HELLAS", εγγράφων, προκύπτει ότι η οφειλή από την επίδικη υπ' αριθμ. ...

και υπ'αριθμ. λογαριασμού ... σύμβαση στεγαστικού δανείου του πρώτου αναιρεσίβλητου προς την "ΑLPHA ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΟΣ ΕΤΑΙΡΕΙΑ" είχε μεταβιβασθεί από την τελευταία, μεταξύ άλλων απαιτήσεων, προς την αλλοδαπή εταιρεία ειδικού σκοπού με έδρα το Δουβλίνο Ιρλανδίας και την επωνυμία "ORION X SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης πώλησης και μεταβίβασης επιχειρηματικών απαιτήσεων, αντίγραφο της οποίας έχει νομίμως καταχωρηθεί στο Δημόσιο Βιβλίο του Ν. 2844/2000 και ειδικότερα στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών, με αριθμό πρωτοκόλλου 159/30-4-2020 (τόμος 11, αύξ.

αριθμ. 107), έκτοτε δε δικαιούχος της ένδικης απαίτησης κατέστη η ανωτέρω εταιρεία ειδικού σκοπού, η οποία, ακολούθως, ανέθεσε τη διαχείριση των απαιτήσεων από δάνεια και πιστώσεις, στην αναιρεσείουσα ανώνυμη εταιρεία, δυνάμει της από 30-4-2020 σύμβασης διαχείρισης επιχειρηματικών απαιτήσεων, όπως νομίμως καταχωρήθηκε στο Ενεχυροφυλακείο Αθηνών με αριθμό πρωτοκόλλου 160/30-4-2020 (τόμος 11, αύξ.

αριθμ. 108), σύμφωνα με τις διατάξεις του άρθρου 10 παρ. 14 του Ν. 3156/2003, όπως ισχύει. Επομένως, η αναιρεσείουσα νομιμοποιείται ενεργητικά να ασκήσει αναίρεση.

Με την κρινόμενη αίτηση αναίρεσης, πλήττεται η υπ' αριθμ. 164/2020 απόφαση του, ως Εφετείου, δικάσαντος Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, η οποία εκδόθηκε κατά την ειδική διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας των άρθρων 739 επομ. του Κ.Πολ.Δ., με την οποία δικάζονται, σύμφωνα με το άρθρο 3 του Ν. 3869/2010, οι υποθέσεις για τη ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων, αντιμωλία των διαδίκων και των προσθέτως παρεμβαινουσών ανωνύμων εταιρειών "Eurobank FPS Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις" και "Intrum Hellas Ανώνυμη Εταιρεία Διαχείρισης Απαιτήσεων από Δάνεια και Πιστώσεις", ήδη 4ης και 5ης των αναιρεσίβλητων.

Έχει ασκηθεί παραδεκτά ως δικόγραφο, κατ' άρθρο 553 Κ.Πολ.Δ., περαιτέρω δε, έχει ασκηθεί νομότυπα και εμπρόθεσμα (άρθρα 552,553 παρ. 1β, 556,558,564 παρ. 3,586,741 και 769 Κ.Πολ.Δ.), ήτοι εντός διετίας από τη δημοσίευση της προσβαλλομένης, η οποία έλαβε χώρα στις 18-3-2020 και η αναίρεση κατατέθηκε στη γραμματεία του Πρωτοδικείου Ηρακλείου στις 30-9-2020, αφού δεν προκύπτει επίδοση αυτής. Επομένως, πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 παρ. 1 και 3 Κ.Πολ.Δ.). Από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 79, 80, 747 και 752 του Κ.Πολ.Δ., προκύπτει ότι κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας είναι δυνατή η άσκηση κυρίας ή πρόσθετης παρέμβασης, εφόσον βεβαίως συντρέχει η κατά το άρθρο 68 του ίδιου κώδικα διαδικαστική προϋπόθεση της ύπαρξης άμεσου έννομου συμφέροντος στο πρόσωπο του παρεμβαίνοντος.

Εξάλλου, από τις προσδιορίζουσες την έννοια της κυρίας και της πρόσθετης παρέμβασης διατάξεις των άρθρων 79 και 80 του Κ.Πολ.Δ., ερμηνευόμενες σε συνδυασμό προς τη φύση και το σύνολο των διατάξεων της διαδικασίας της εκούσιας δικαιοδοσίας, κατά την οποία κατά κανόνα δεν υπάρχει αντιδικία, προκύπτει ότι, αν ο παρεμβαίνων υποστηρίζει την αίτηση, η παρέμβαση είναι πρόσθετη, ενώ, αν αντιδικεί, ζητώντας είτε την απόρριψη της αίτησης είτε την παραδοχή δικού του αιτήματος, η παρέμβαση είναι κύρια (Α.Π. 457/2020, Α.Π. 1886/2013).

Εξάλλου, στην παρ. 2 του άρθρου 752 του Κ.Πολ.Δ. ορίζεται ότι η πρόσθετη παρέμβαση μπορεί να ασκηθεί και ενώπιον του Αρείου Πάγου, χωρίς προδικασία, με τις προτάσεις ή και προφορικά, κατά τη συζήτηση της υπόθεσης στο ακροατήριο, με δήλωση που καταχωρίζεται στα πρακτικά (Α.Π. 164/2021, Α.Π. 457/2020, Α.Π. 1549/2003). Ειδικότερα, στην αναιρετική διαδικασία ο προσθέτως παρεμβαίνων περιορίζεται σε μόνη την υποστήριξη ή αντίκρουση των λόγων αναίρεσης, στις οποίες εξαντλείται και το δικαίωμα των κυρίων διαδίκων (Α.Π. 424/2024, Α.Π. 164/2021, Α.Π. 1741/2012).

Περαιτέρω, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 83 Κ.Πολ.Δ., αν η ισχύς της απόφασης στην κύρια δίκη εκτείνεται και στις έννομες σχέσεις εκείνου που άσκησε πρόσθετη παρέμβαση προς τον αντίδικό του, εφαρμόζονται οι διατάξεις των άρθρων 76 έως 78. Από τη διάταξη αυτή συνάγεται ότι αποφασιστικό κριτήριο για το χαρακτηρισμό της πρόσθετης παρέμβασης ως αυτοτελούς είναι η επέκταση της ισχύος της απόφασης, δηλαδή των υποκειμενικών ορίων του δεδικασμένου, της εκτελεστότητας και της διαπλαστικής ενέργειας αυτής στις έννομες σχέσεις του τρίτου προς τον αντίδικό του. Η ασκούμενη κατά το άρθρο 83 Κ.Πολ.Δ. αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση δημιουργεί περιορισμένου περιεχομένου επιγενόμενη αναγκαία ομοδικία του παρεμβαίνοντος με το διάδικο υπέρ του οποίου η παρέμβαση, στο μέτρο που ο παρεμβαίνων θεωρείται κατά πλάσμα δικαίου ως αναγκαίος ομόδικος με τις παρεχόμενες δικονομικές εξουσίες αυτού, χωρίς όμως να έχει στη διάθεσή του διαδικαστικές ευχέρειες που προσιδιάζουν αποκλειστικά στο πρόσωπο του κυρίου διαδίκου (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017).

Ως αυτοτελής πρόσθετη παρέμβαση πρέπει να θεωρηθεί και εκείνη, την οποία ασκεί αυτός που έγινε διάδοχος του διαδίκου όσο διαρκούσε η δίκη ή μετά το πέρας αυτής, κατά το άρθρο 225 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ, το οποίο εφαρμόζεται και κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας (Α.Π. 877/2019, Α.Π.1978/2017), αφού το δεδικασμένο από τη δίκη ισχύει υπέρ και κατά αυτού κατά το άρθρο 325 αριθ. 2 Κ.Πολ.Δ (Α.Π. 368/2019, Α.Π. 1564/2017).

Εξάλλου, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 περ. γ' του Ν. 4354/2015 "Διαχείριση των μη εξυπηρετούμενων δανείων....", "τα δικαιώματα που απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες λόγω πώλησης απαιτήσεις δύνανται να ασκούνται μόνο μέσω των εταιριών διαχείρισης της παρούσας παραγράφου. Οι μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις από δάνεια και πιστώσεις λογίζονται ως τραπεζικές και μετά τη μεταβίβασή τους. Οι εταιρίες διαχείρισης απαιτήσεων ευθύνονται για όλες τις υποχρεώσεις απέναντι στο Δημόσιο και σε τρίτους, οι οποίες βαρύνουν τις εταιρίες απόκτησης απαιτήσεων και απορρέουν από τις μεταβιβαζόμενες απαιτήσεις".

Επίσης, σύμφωνα με τη διάταξη της παραγράφου 4 του άρθρου 2 του άνω νόμου 4354/2015, "οι Εταιρίες Διαχείρισης νομιμοποιούνται, ως μη δικαιούχοι διάδικοι, να ασκήσουν κάθε ένδικο βοήθημα και να προβαίνουν σε κάθε άλλη δικαστική ενέργεια για την είσπραξη των υπό διαχείριση απαιτήσεων, καθώς και να κινούν, παρίστανται ή συμμετέχουν σε προπτωχευτικές διαδικασίες εξυγίανσης, πτωχευτικές διαδικασίες αφερεγγυότητας, διαδικασίες διευθέτησης οφειλών και ειδικής διαχείρισης των άρθρων 61 επ. του ν. 4307/2014 (Α 246). Εφόσον οι Εταιρίες συμμετέχουν σε οποιαδήποτε δίκη με την ιδιότητα του μη δικαιούχου διαδίκου το δεδικασμένο της απόφασης καταλαμβάνει και τον δικαιούχο της απαίτησης".

Ενόψει των ανωτέρω, η ασκηθείσα προφορικά στο ακροατήριο, με δήλωση του πληρεξούσιου δικηγόρου της, η οποία καταχωρήθηκε στα πρακτικά συνεδρίασης και με τις προτάσεις που κατέθεσε, πρόσθετη παρέμβαση, της εδρεύουσας στη Νέα Σμύρνη Αττικής ανώνυμης εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ", που συνιστά, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα στη μείζονα νομική σκέψη, αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση υπέρ της αναιρεσείουσας ανώνυμης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "AΛΦΑ ΤΡΑΠΕΖΑ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΙΑ", η οποία επικαλούμενη ως έννομο συμφέρον να παρέμβει ως μη δικαιούχος και μη υπόχρεος διάδικος στην εκκρεμή αυτή κύρια δίκη, την ιδιότητά της ως νόμιμης διαχειρίστριας της αλλοδαπής εταιρείας ειδικού σκοπού με την επωνυμία "ORION X SECURITISATION DESIGNATED ACTIVITY COMPANY", ειδικής διαδόχου της ως άνω αναιρεσείουσας, υπέρ και κατά της οποίας ισχύει το δεδικασμένο από την παρούσα δίκη (άρθρ. 325 Κ.Πολ.Δ.), ζητώντας να γίνει δεκτή η αίτηση αναίρεσης, είναι παραδεκτή και νόμιμη (άρθρα 80, 752 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ.), πρέπει δε να ερευνηθεί περαιτέρω κατ' ουσίαν, συνεκδικαζόμενη με την αίτηση αναίρεσης, λόγω της προφανούς μεταξύ τους συνάφειας και προς διευκόλυνση της δίκης, σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 246 του Κ.Πολ.Δ.

που, κατ' αυτές των άρθρων 573 παρ. 1 και 741 του ίδιου κώδικα, εφαρμόζονται στην προκειμένη περίπτωση, ενώ εφόσον η αναιρεσείουσα, υπέρ ης η πρόσθετη παρέμβαση, η οποία επισπεύδει τη συζήτηση, δεν παραστάθηκε και δεν εκπροσωπήθηκε με οποιονδήποτε νόμιμο τρόπο κατά την εκφώνηση της υπόθεσης, θεωρείται ότι αντιπροσωπεύεται από την αναγκαία ομόδικό της, αυτοτελώς προσθέτως παρεμβαίνουσα και η συζήτηση θα χωρήσει ως εάν ήταν και αυτή παρούσα.

Από την παραδεκτή, κατ` άρθρο 561 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., επισκόπηση, για τις ανάγκες του αναιρετικού ελέγχου, των σχετικών διαδικαστικών εγγράφων της δίκης προκύπτει ότι, η διαδρομή της ένδικης υπόθεσης, που απέληξε στο προκείμενο στάδιο εκδίκασής της, είναι η εξής: Ο πρώτος αναιρεσίβλητος άσκησε ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου την από 22-5-2012 (αριθμ.

έκθ. κατ. Γ.Α 1828/ΕΚΟ/549/27-8-2012) αίτηση, με την οποία επικαλούμενος έλλειψη πτωχευτικής ικανότητας και μόνιμη αδυναμία πληρωμής των ληξιπρόθεσμων χρεών του ζήτησε την, κατά τις διατάξεις του Ν. 3869/2010, δικαστική ρύθμιση των οφειλών του και την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας του, σύμφωνα με το σχέδιο που υπέβαλε, λαμβανομένης υπόψη της περιουσιακής και οικογενειακής του κατάστασης.

Επί της αίτησης αυτής, εκδόθηκε η υπ' αριθμ. 1104/2015 απόφαση του ανωτέρω Δικαστηρίου, η οποία απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, λόγω ανειλικρινούς δηλώσεως του αιτούντος των περιουσιακών του στοιχείων και παράβασης του καθήκοντος της αλήθειας. Επί της από 20-11-2018 έφεσης που άσκησε ο αιτών, εκδόθηκε η προσβαλλόμενη υπ' αριθμ. 164/2020 τελεσίδικη απόφαση του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο, η οποία, αφού συνεκδίκασε, αντιμωλία των διαδίκων, την έφεση και τις αυτοτελείς πρόσθετες παρεμβάσεις που άσκησαν οι ήδη τέταρτη και πέμπτη των αναιρεσίβλητων, δέχθηκε τυπικά και κατ' ουσίαν την έφεση, εξαφάνισε την εκκαλούμενη υπ' αριθμ. 1104/2015 απόφαση του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου και, ακολούθως, δέχθηκε εν μέρει την αίτηση, ρύθμισε τα χρέη του αιτούντος προς τους μετέχοντες στη δίκη πιστωτές του και εξαίρεσε της εκποίησης την κύρια κατοικία του και την υπόλοιπη κινητή και ακίνητη περιουσία του.

Με τη διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010 (όπως αντικαταστάθηκε με την παρ. 1 άρθρου 17 Ν.4161/2013 και καταλαμβάνει και τις αιτήσεις που εκκρεμούσαν πριν την εν λόγω αντικατάσταση) ορίζεται ότι : 2. "Ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, που χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, εφόσον τούτο δεν υπερβαίνει το προβλεπόμενο από τις ισχύουσες διατάξεις όριο αφορολόγητης απόκτησης πρώτης κατοικίας, προσαυξημένο κατά πενήντα τοις εκατό.

Στην περίπτωση αυτή το δικαστήριο ρυθμίζει την ικανοποίηση απαιτήσεων των πιστωτών σε συνολικό ποσό που μπορεί να ανέρχεται μέχρι και στο ογδόντα τοις εκατό (80%) της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου της κύριας κατοικίας...". Με το άρθρο 14 παρ. 1 του Ν. 4346/2015 αντικαταστάθηκε η παρ. 2 του άρθρου 9 του Ν. 3869/2010 και ορίστηκε ότι : "Μέχρι την 31η Δεκεμβρίου 2018 ο οφειλέτης μπορεί να υποβάλει στο δικαστήριο πρόταση εκκαθάρισης και σχέδιο διευθέτησης οφειλών ζητώντας να εξαιρεθεί από την εκποίηση βεβαρημένο ή μη με εμπράγματη ασφάλεια ακίνητο, εφόσον, στο πρόσωπο του οφειλέτη, πληρούνται σωρευτικά οι εξής προϋποθέσεις:

α) το συγκεκριμένο ακίνητο χρησιμεύει ως κύρια κατοικία του, β) το μηνιαίο διαθέσιμο οικογενειακό του εισόδημα δεν υπερβαίνει τις εύλογες δαπάνες διαβίωσης, όπως αυτές προσδιορίζονται στην παράγραφο 3 του άρθρου 5 του παρόντος, προσαυξημένες κατά εβδομήντα τοις εκατό (70%), γ) η αντικειμενική αξία της κύριας κατοικίας κατά το χρόνο συζήτησης της αίτησης δεν υπερβαίνει τις εκατόν ογδόντα χιλιάδες (180.000) ευρώ για τον άγαμο οφειλέτη, προσαυξημένη κατά σαράντα χιλιάδες ευρώ (40.000) ευρώ για τον έγγαμο οφειλέτη και κατά είκοσι χιλιάδες (20.000) ευρώ ανά τέκνο και μέχρι τρία (3) τέκνα και δ) ο οφειλέτης είναι συνεργάσιμος δανειολήπτης, βάσει του Κώδικα Δεοντολογίας Τραπεζών, όπου αυτός εφαρμόζεται.

Το σχέδιο διευθέτησης οφειλών θα προβλέπει ότι ο οφειλέτης θα καταβάλλει το μέγιστο της δυνατότητας αποπληρωμής του και ότι θα καταβάλλει ποσό τέτοιο ώστε οι πιστωτές του δεν θα βρεθούν, χωρίς τη συναίνεσή τους, σε χειρότερη οικονομική θέση από αυτήν στην οποία θα βρίσκονταν σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης.

Με απόφαση της Τράπεζας της Ελλάδος η οποία θα εκδοθεί εντός τριάντα (30) ημερών από τη δημοσίευση του παρόντος ορίζονται η διαδικασία και τα κριτήρια που λαμβάνονται υπόψη για τον προσδιορισμό της μέγιστης ικανότητας αποπληρωμής του οφειλέτη και τον προσδιορισμό του ποσού το οποίο θα ελάμβαναν οι πιστωτές σε περίπτωση αναγκαστικής εκτέλεσης, καθώς και για τον προσδιορισμό της ενδεχόμενης ζημίας των πιστωτών".

Από τη σαφή έννοια της ανωτέρω διάταξης συνάγεται ότι η εξαίρεση της βεβαρημένης κύριας κατοικίας του οφειλέτη από τη ρευστοποίηση, εκπορεύεται κατ` αρχάς από την ανάγκη προστασίας του υπερχρεωμένου οφειλέτη, ώστε να αποκατασταθεί γενικά η κοινωνική συνοχή (που αποτελεί πάντοτε σκοπό του τεθειμένου δικαίου).

Εκπορεύεται, όμως, ειδικότερα και από την ανάγκη προστασίας της κύριας κατοικίας του από τη ρευστοποίηση, που ανάγεται και σε προστασία ως κοινωνικού αγαθού, συνταγματικά προστατευόμενου ως τέτοιου, κατ` άρθρο 21 του Συντάγματος, της οικογένειας και της οικογενειακής στέγης.

Ειδικότερα, για να εξαιρεθεί η κύρια κατοικία από την εκποίηση πρέπει να υποβληθεί αίτημα από τον οφειλέτη, οπότε το δικαστήριο εφόσον διαπιστώσει τη συνδρομή των όρων του νόμου, θα καθορίσει το ύψος και τη διάρκεια των καταβολών για τη διάσωσή της. Από το όλο πνεύμα της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 προκύπτει, ότι εφόσον συντρέχουν οι προϋποθέσεις του νόμου η εξαίρεση της κύριας κατοικίας από την εκποίηση είναι υποχρεωτική για το Δικαστήριο και όχι δυνητική (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 490/2021, Α.Π. 120/2020, Α.Π. 632/2019).

Εξάλλου, από τη διάταξη του άρθρου 533 παρ. 2 του Κ.Πολ.Δ., σύμφωνα με την οποία το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, προκύπτει ότι το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, προκειμένου να κρίνει την ορθότητα της εκκληθείσας πρωτόδικης απόφασης, εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε κατά το χρόνο της δημοσίευσης της πρωτόδικης απόφασης και όχι τον ισχύοντα κατά την κατ' έφεση δίκη νεότερο νόμο, εκτός αν με αυτόν ορίζεται διαφορετικά ως προς την αναδρομική έναρξη της ισχύος του.

Περαιτέρω, με το άρθρο 744 του Κ.Πολ.Δ. εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του ίδιου Κώδικα και έτσι καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, που παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και πρωτοβουλίας συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης των πραγματικών γεγονότων που ασκούν επίδραση. Η ειδική αυτή ρύθμιση καταλαμβάνει τόσο τις γνήσιες όσο και τις μη γνήσιες υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δηλαδή και εκείνες τις ιδιωτικές διαφορές, που ο νόμος παραπέμπει για εκδίκαση στην ειδική αυτή διαδικασία, λόγω της απλότητας και της συντομίας από την οποία κυριαρχείται (βλ. άρθρο 3 του Ν. 3869/2010). Το ανακριτικό αυτό σύστημα ισχύει και για το δευτεροβάθμιο δικαστήριο, ενώ η εξουσία του δικαστηρίου για λήψη κάθε πρόσφορου μέσου για την ανεύρεση της αλήθειας δεν οριοθετείται από το νόμο και άρα είναι απεριόριστη. Εξαιτίας του ανακριτικού αυτού συστήματος δεν εφαρμόζεται στην κατ' έφεση δίκη το άρθρο 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., ότι δηλαδή το δευτεροβάθμιο δικαστήριο εφαρμόζει το νόμο που ίσχυε όταν δημοσιεύθηκε η πρωτόδικη απόφαση, και συνεπώς το Μονομελές Πρωτοδικείο, ως Εφετείο, εφαρμόζει το νόμο που ισχύει κατά την έκδοση της δικής του απόφασης (Α.Π. 996/2023, Α.Π. 542/2022, Α.Π. 633/2018, Α.Π. 64/2017, Α.Π. 236/2015).

Περαιτέρω, κατά τη διάταξη του άρθρου 14 του Ν. 3869/2010, οι αποφάσεις του δικαστηρίου υπόκεινται σε έφεση και αναίρεση, σύμφωνα με το άρθρο 560 του Κ.Πολ.Δ. Κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμός 1 εδ. α' του Κ.Πολ.Δ., όπως ίσχυε πριν, ισχύει δε και μετά την αντικατάστασή του με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015, που εφαρμόζεται και στην παρούσα διαδικασία (άρθρο 14 του Ν. 3869/2010), κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων, που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση, αν παραβιάστηκε κανόνας του ουσιαστικού δικαίου, στον οποίο περιλαμβάνονται και οι ερμηνευτικοί κανόνες των δικαιοπραξιών.

Ο κανόνας δικαίου παραβιάζεται, αν δεν εφαρμοστεί ενώ συνέτρεχαν οι πραγματικές προϋποθέσεις για την εφαρμογή του ή αν εφαρμοστεί, ενώ δεν συνέτρεχαν οι προϋποθέσεις αυτές, καθώς και αν εφαρμοστεί εσφαλμένα, η δε παραβίαση εκδηλώνεται, είτε με ψευδή ερμηνεία, είτε με κακή εφαρμογή, δηλαδή με εσφαλμένη υπαγωγή (Ολ.Α.Π. 31/2009, Ολ.Α.Π. 7/2006, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 604/2021, Α.Π. 981/2020).

Με το λόγο αναίρεσης από τον αριθμό 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ., όπως γίνεται δεκτό και κατά την ερμηνεία και εφαρμογή της αντίστοιχης διάταξης του άρθρου 559 αριθ. 1 του Κ.Πολ.Δ., ελέγχονται τα σφάλματα του δικαστηρίου κατά την εκτίμηση του νόμω βάσιμου της αγωγής ή των ισχυρισμών των διαδίκων, καθώς και τα νομικά σφάλματα κατά την έρευνα της ουσίας της διαφοράς.

Ελέγχεται, δηλαδή, αν η αγωγή, ένσταση κ.λπ., ορθώς απορρίφθηκε ως μη νόμιμη ή αν, κατά παράβαση ουσιαστικού κανόνα δικαίου, έγινε δεκτή ως νόμιμη ή απορρίφθηκε ή έγινε δεκτή κατ' ουσίαν (Α.Π. 75/2022, Α.Π. 75/2022, Α.Π. 42/2020).

Στην περίπτωση που το δικαστήριο έκρινε κατ' ουσίαν, η παραβίαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου κρίνεται με βάση τα πραγματικά περιστατικά που ανέλεγκτα το δικαστήριο της ουσίας δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν και την υπαγωγή τους στο νόμο, ιδρύεται δε ο λόγος αυτός αναίρεσης, αν οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης καθιστούν φανερή την παραβίαση (Α.Π. 1559/2022, Α.Π. 1040/2022, Α.Π. 1106/2021, Α.Π. 123/2021).

Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 560 αριθμ. 6 του Κ.Πολ.Δ., όπως αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1, άρθρο τρίτο του Ν. 4335/2015 και ισχύει, κατ` άρθρο 1, άρθρο ένατο παρ. 2 και 4 του νόμου αυτού, για τα ένδικα μέσα που κατατίθενται από 1-1-2016, όπως είναι και η ένδικη αίτηση αναίρεσης, "Κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, αναίρεση επιτρέπεται αν η απόφαση δεν έχει νόμιμη βάση και ιδίως αν δεν έχει καθόλου αιτιολογίες ή έχει αιτιολογίες αντιφατικές ή ανεπαρκείς σε ζήτημα που ασκεί ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης".

Από τη διάταξη αυτή, που αποτελεί, όπως και εκείνη του άρθρου 559 αριθμ. 19 του ίδιου Κώδικα, κύρωση της παράβασης του άρθρου 93 παρ. 3 του Συντάγματος, προκύπτει ότι ο παρών λόγος αναίρεσης ιδρύεται, όταν στην ελάσσονα πρόταση του νομικού συλλογισμού δεν εκτίθενται καθόλου πραγματικά περιστατικά (έλλειψη αιτιολογίας) ή όταν τα εκτιθέμενα δεν καλύπτουν όλα τα στοιχεία, που απαιτούνται βάσει του πραγματικού του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου για την επέλευση της έννομης συνέπειας που απαγγέλθηκε ή την άρνησή της (ανεπαρκής αιτιολογία) ή όταν αντιφάσκουν μεταξύ τους (αντιφατική αιτιολογία).

Για να είναι ορισμένος ο λόγος αυτός, πρέπει να μνημονεύονται στο αναιρετήριο, εκτός από τον κανόνα δικαίου που φέρεται ότι παραβιάστηκε, προκειμένου να ελεγχθεί αν υπάρχει, σχετικά με την εφαρμογή του, έλλειψη αιτιολογιών ή αντίφαση ή, κυρίως, ανεπάρκεια αυτών και: α) έστω και συνοπτικά (Ολ.Α.Π. 14/2010, όπου και παραπομπές στις αποφάσεις του ΕΔΔΑ), οι πραγματικές παραδοχές της απόφασης ή μνεία ότι αυτή δεν έχει καθόλου αιτιολογίες, β) ο ισχυρισμός (αγωγικός, ένσταση) και τα περιστατικά που προτάθηκαν για τη θεμελίωσή του, ως προς τον οποίο η έλλειψη, η ανεπάρκεια ή η αντίφαση και η σύνδεσή του με το διατακτικό και γ) εξειδίκευση του σφάλματος του δικαστηρίου, δηλαδή, αν πρόκειται για παντελή έλλειψη αιτιολογίας, μνεία μόνο τούτου, αν πρόκειται για ανεπαρκή αιτιολογία, ποια, επιπλέον, περιστατικά έπρεπε να αναφέρονται ή ως προς τι υπάρχει έλλειψη νομικού χαρακτηρισμού και, αν πρόκειται για αντιφατικές αιτιολογίες, ποιες είναι αυτές, σε τι συνίσταται η αντίφαση και από πού προκύπτει (Ολ.

Α.Π. 20/2005).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον 1ο λόγο της ένδικης αίτησης αναίρεσης, η αναιρεσείουσα πιστώτρια τράπεζα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Δικαστήριο με το να εξαιρέσει από την εκποίηση την κύρια κατοικία του 1ου αναιρεσίβλητου, υποχρεώνοντας αυτόν να καταβάλει για τη διάσωσή της το συνολικό ποσό των 31.840,68 ευρώ, που αντιστοιχεί στο 30% της αντικειμενικής της αξίας και όχι στο ποσό των 84.910 ευρώ που αντιστοιχεί στο 80% αυτής, παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν. 3869/2010, αξιώνοντας περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος για την εφαρμογή της.

Επίσης, με το 2ο αναιρετικό λόγο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 6 Κ.Πολ.Δ., της εκ πλαγίου παραβίασης της ίδιας ως άνω ουσιαστικής διάταξης νόμου, όπως ορθά εκτιμάται, με την αιτίαση ότι το δικάσαν Δικαστήριο για να καταλήξει στο ανωτέρω αποδεικτικό του πόρισμα διέλαβε ανεπαρκείς και αντιφατικές αιτιολογίες και ειδικότερα ότι εξαιρώντας από την εκποίηση την κύρια κατοικία του 1ου αναιρεσιβλήτου, στέρησε την απόφασή του από νόμιμη βάση, διότι δεν είναι εφικτός ο αναιρετικός έλεγχος, εάν τα περιστατικά που δέχθηκε ότι αποδείχθηκαν πληρούσαν το πραγματικό της διάταξης του άρθρου 9 παρ. 2 του Ν.3869/2010.

Ειδικότερα ότι, η αναιρεσιβαλλόμενη απόφαση με ελλιπή και αντιφατική αιτιολογία έκρινε βεβαρημένη την προσωπική κατάσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου, χωρίς η κρίση αυτή να στηρίζεται σε κάποιο στοιχείο ή πραγματικό περιστατικό, ενώ δεν αναφέρει τους λόγους για τους οποίους ο πρώτος αναιρεσίβλητος εμπίπτει στην κατηγορία των επειγόντων και εξαιρετικών περιπτώσεων για τις οποίες δικαιολογείται ελαφρότερη οικονομική επιβάρυνση.

Ο 1ος αναιρετικός λόγος, για ευθεία παραβίαση του ουσιαστικής διάταξης του άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, πρέπει να απορριφθεί ως ουσιαστικά αβάσιμος, διότι, σύμφωνα με όσα αναπτύχθηκαν στη νομική σκέψη της παρούσας απόφασης, το ποσό των απαιτήσεων που μπορεί να ικανοποιηθεί με την εξαίρεση από την εκποίηση της κύριας κατοικίας κατ' άρθρ. 9 παρ. 2 Ν. 3869/2010, ως αντάλλαγμα, κατά την προϊσχύσασα εκδοχή του ως άνω άρθρου, πριν την τροποποίησή του με το Ν. 4346/2015, δύναται να ανέρχεται σε ποσοστό μέχρι και στο 80% της αντικειμενικής αξίας της κύριας κατοικίας, κατ' ανώτατο ύψος και όχι κατά κατώτατο, ενώ μετά την τροποποίηση του εν λόγω άρθρου με τον ως άνω νόμο, που ίσχυε κατά το χρόνο έκδοσης της προσβαλλόμενης απόφασης (18-3-2020) και εφαρμόζεται, κατά τα προεκτεθέντα, στην προκειμένη περίπτωση, κατ' εξαίρεση του άρθρου 533 παρ. 2 Κ.Πολ.Δ., δεν ορίζεται ανώτατο ή κατώτατο ποσοστό ικανοποίησης των πιστωτών για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του οφειλέτη.

Συνεπώς, το ως Εφετείο δικάσαν Δικαστήριο υποχρεώνοντας τον 1ο αναιρεσίβλητο οφειλέτη να καταβάλει για τη διάσωση της κύριας κατοικίας του ποσοστό 30% της αντικειμενικής αξίας αυτής, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ανωτέρω ουσιαστική διάταξη νόμου. Ο προαναφερθείς 2ος αναιρετικός λόγος, κρίνεται, πρωτίστως, απορριπτέος ως απαράδεκτος, λόγω της αοριστίας του, η οποία καθιστά, εν προκειμένω, ανέφικτο τον αναιρετικό του έλεγχο. Αυτό δε διότι, για τη θεμελίωσή του, δεν διαλαμβάνονται στο αναιρετήριο, με πληρότητα, όπως είναι αναγκαίο, σύμφωνα με την προαναφερθείσα νομική σκέψη, οι κρίσιμες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης, δηλαδή τα πραγματικά περιστατικά που δέχθηκε το εν λόγω δικαστήριο, ως θεμελιωτικά της κρίσης του, αναφορικά με την καταβολή από τον πρώτο αναιρεσίβλητο, προκειμένου να μην εκποιηθεί η κύρια κατοικία του, ποσοστού 30% της αντικειμενικής αξίας αυτής, παρά μόνο αποσπάσματα αυτής, τα οποία επέλεξε, κατά το δοκούν, η αναιρεσείουσα, αλλά με βάση αυτά και μόνο δεν είναι εφικτός ο έλεγχος της βασιμότητάς τους.

Σε κάθε περίπτωση, όμως, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθώς κατά τις αναιρετικά ανέλεγκτες παραδοχές της προσβαλλόμενης απόφασης (άρθρ. 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ.), το ως άνω Δικαστήριο, δεχόμενο ότι ο αιτών (ήδη 1ος αναιρεσίβλητος), ηλικίας ήδη 63 ετών, έγγαμος με την Σ. Μ. και πατέρας δύο τέκνων, 28 και 24 ετών, εκ των οποίων το δεύτερο τέκνο του, παρουσιάζει βαριά νοητική υστέρηση (ΔΝ<30), με ποσοστό αναπηρίας >80%, που οφείλεται σε ψυχιατρική πάθηση, έχει αποφοιτήσει από το Εργαστήριο Ειδικής Επαγγελματικής Εκπαίδευσης και ήδη παρακολουθεί πρόγραμμα εκπαίδευσης και απασχόλησης στο Κέντρο Κοινωνικής Πρόνοιας Περιφέρειας Κρήτης στην Ι.Μ.

Αγίας Ειρήνης Χρυσοβαλάντου αντί ετήσιων διδάκτρων 1.200 ευρώ, που καλύπτονται με δωρεές αντιστοίχου ύψους, ότι το τέκνο αυτό του αιτούντος, εξαρτάται από τους γονείς του για τη διαβίωσή του, γεγονός που αναμένεται να διαρκέσει καθ' όλη τη διάρκεια του βίου του, ότι ο αιτών είναι γεωργός, καλλιεργώντας τη δική του γη χωρίς επένδυση σημαντικού κεφαλαίου και πρόσληψη προσωπικού και ότι το ετήσιο εισόδημά του ανήλθε το έτος 2006 στο ποσό των 458,67 ευρώ, το έτος 2007 στο ποσό των 449,67 ευρώ, το έτος 2008 σε 271,49 ευρώ, το έτος 2009 σε 424 ευρώ, το έτος 2010 σε 424 ευρώ, το έτος 2011 σε 424 ευρώ, το έτος 2012 σε 417 ευρώ, πλέον 7.280,72 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση, το έτος 2013 σε 416,70 ευρώ, πλέον 7.144,93 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση, το έτος 2014 σε 415 ευρώ, πλέον 7.008,24 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση, το έτος 2015 σε 175 ευρώ πλέον 3.960,47 ως ενιαία ενίσχυση, το έτος 2016 σε 2.761,76 ευρώ πλέον 2.533,22 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση, το έτος 2017 σε 3.012,30 ευρώ πλέον 6.127,13 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση, και το έτος 2018 σε 3.182,41 ευρώ πλέον 3.273,52 ευρώ ως ενιαία ενίσχυση και περαιτέρω ότι, λαμβάνοντας υπόψη τα πάσης φύσης εισοδήματα του αιτούντος, τις βασικές βιοτικές ανάγκες αυτού, καθώς και τη δυσκολία προοπτικής βελτίωσης στο μέλλον της οικονομικής του κατάστασης και το γεγονός ότι η προσωπική του κατάσταση είναι ήδη εξαιρετικά βεβαρημένη, έκρινε ότι οι καταβολές του αιτούντος για τη διάσωση της οικίας του πρέπει να ανέλθουν στο 30% της αντικειμενικής αξίας του ακινήτου (106.135,20 ευρώ), ήτοι στο ποσό των 31.840,68 ευρώ, για την κρίση του δε αυτή, κατά τις παραδοχές, ελήφθη ιδίως υπόψη η ηλικία του αιτούντος σε συνδυασμό με το γεγονός ότι η εξόφληση του χρέους αναμένεται να διαρκέσει έως την ηλικία των 88 ετών σε συνδυασμό με το γεγονός ότι ο αιτών υπήρξε συνεπής καθ' όλη τη διάρκεια τα δανείου έως ότου η οικονομική αδυναμία λόγω της ραγδαίας μείωσης των εισοδημάτων του τον οδήγησε να μειώσει τις καταβολές προς τις πιστώτριες τράπεζες, διέλαβε επαρκείς, σαφείς και χωρίς αντιφάσεις αιτιολογίες, που στηρίζουν το διατακτικό της απόφασής του.

Η δε προβαλλόμενη αιτίαση ότι το, δικάσαν ως Εφετείο, Δικαστήριο έκρινε βεβαρημένη την προσωπική κατάσταση του πρώτου αναιρεσίβλητου, χωρίς η κρίση αυτή να στηρίζεται σε κάποιο στοιχείο ή πραγματικό περιστατικό, κρίνεται απαράδεκτη, καθόσον με την επίκλησή της πλήττεται η ανέλεγκτη, κατά το άρθρο 561 παρ. 1 Κ.Πολ.Δ., αναιρετικά αξιολόγηση και εκτίμηση των αποδεικτικών μέσων.

Κατά τη διάταξη του άρθρου 4 παρ. 2 εδ. β` του Ν. 3869/2010 ("Ρύθμιση των οφειλών υπερχρεωμένων φυσικών προσώπων..."), που δεν έχει θιγεί, κατά το σημείο αυτό, από τα άρθρα 12 παρ. 1 του Ν. 4161/2013, 1 παρ. 4 της υποπαραγράφου Α.4 του άρθρου 2 του Ν. 4336/2015 και 58 του Ν. 4549/2018, ο οφειλέτης υποχρεούται να προσκομίσει υπεύθυνη δήλωση, για την οποία ισχύει η παράγραφος 6 του άρθρου 22 του Ν. 1599/1986, όπως αντικαταστάθηκε με την παράγραφο 13 του άρθρου 2 του ν. 2479/1997, για την ορθότητα και πληρότητα των καταστάσεων που προβλέπονται στις περιπτώσεις α` και β` της προηγούμενης παραγράφου που αφορούν, μεταξύ άλλων, τόσο την κατάσταση της περιουσίας του, όσο και τα εισοδήματα από κάθε πηγή του ίδιου και του συζύγου του.

Εξάλλου, κατά τη διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 εδ. α` και β` του ίδιου νόμου 3869/2010, ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, τόσο κατά τη διαδικασία που αρχίζει με την υποβολή της αίτησης της παραγράφου 1 του άρθρου 4, όσο και κατά την περίοδο ρύθμισης των οφειλών.

Η παράβαση των υποχρεώσεων αυτών, εφόσον έγινε από δόλο ή βαριά αμέλεια, έχει ως συνέπεια, με την επιφύλαξη τυχόν ποινικής ευθύνης, την απόρριψη του αιτήματος για ρύθμιση οφειλών με απαλλαγή σύμφωνα με το άρθρο 8, ή την έκπτωση από τη ρύθμιση οφειλών και την απαλλαγή που έχει ήδη αποφασιστεί και μέχρι 2 έτη μετά την επέλευσή της, ενώ νέα αίτηση μπορεί να υποβληθεί μετά την πάροδο 2 ετών από την τελεσίδικη απόρριψη της προηγούμενης αίτησης ή την τελεσιδικία της απόφασης για την έκπτωση.

Την παράβαση αυτή μπορεί να επικαλεστεί οποιοσδήποτε πιστωτής μέσα σε ένα έτος από τη στιγμή που πληροφορήθηκε τη διάσταση της πραγματικής κατάστασης του οφειλέτη σε σχέση με εκείνη που δηλώθηκε. Μολονότι ο νόμος κάνει, λόγο για "αίτηση του πιστωτή", είναι δεδομένο ότι, αν βρίσκεται σε εκκρεμότητα η αίτηση του άρθρου 4 του εν λόγω νόμου, ο ισχυρισμός αυτός μπορεί να προβληθεί κατ' ένσταση μέχρι την περάτωση της συζήτησης ενώπιον του πρωτοβάθμιου δικαστηρίου κατά το άρθρο 745 του Κ.Πολ.Δ. (Α.Π. 120/2021, Α.Π. 438/2019, Α.Π. 1397/2019, Α.Π. 1384/2018).

Η παράβαση του καθήκοντος αυτού από δόλο ή βαριά αμέλεια συνεπάγεται την απόρριψη της αίτησης του οφειλέτη για υπαγωγή του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, εφόσον την επικαλεσθεί ρητά, με αίτηση ή και κατ' ένσταση, όπως προαναφέρθηκε, οποιοσδήποτε πιστωτής, που μετέχει στη διαδικασία μέσα σε προθεσμία ενός έτους από τότε που την πληροφορήθηκε.

Αυτεπαγγέλτως το δικαστήριο δεν δύναται να προβεί στον έλεγχο εκπλήρωσης της υποχρέωσης αυτής του οφειλέτη και σε έκπτωσή του από τη διαδικασία. Η ανειλικρίνεια της δήλωσης επιφέρει την απόρριψη της αίτησης για ουσιαστικούς λόγους, μετά από αίτημα (υποβαλλόμενο με αίτηση, ή και κατ' ένσταση), οποιουδήποτε μετέχοντος στη διαδικασία πιστωτή, η οποία υποβάλλεται μέσα σε ένα έτος από τότε που την πληροφορήθηκε (Α.Π. 277/2018).

Εξάλλου, από τις διατάξεις των άρθρων 744 και 759 παρ. 3 του Κ.Πολ.Δ. προκύπτει ότι το δικαστήριο, κατά τη διαδικασία της εκούσιας δικαιοδοσίας, μπορεί και αυτεπαγγέλτως να διατάξει κάθε μέτρο πρόσφορο για την εξακρίβωση πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων που δεν έχουν προταθεί και ιδιαίτερα γεγονότων που συντελούν στην προστασία των ενδιαφερομένων ή της έννομης σχέσης ή του γενικότερου κοινωνικού συμφέροντος (άρθρο 744 Κ.Πολ.Δ.) και ότι το δικαστήριο, ακόμη και αποκλίνοντας από τις διατάξεις που ρυθμίζουν την απόδειξη, διατάζει αυτεπαγγέλτως κάθε τι, που, κατά την κρίση του, είναι απαραίτητο για την εξακρίβωση της αλήθειας των πραγματικών γεγονότων (άρθρο 759 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.).

Με τις διατάξεις αυτές εισάγεται απόκλιση από τη ρύθμιση του άρθρου 106 του Κ.Πολ.Δ. και καθιερώνεται για τις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας το ανακριτικό σύστημα, το οποίο παρέχει στο δικαστήριο ελευθερία αυτεπάγγελτης ενέργειας και συλλογής του αποδεικτικού υλικού και εξακρίβωσης πραγματικών γεγονότων, ακόμη και εκείνων, που δεν έχουν προταθεί, τα οποία ασκούν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ωστόσο, η εξουσία, που παρέχει στο δικαστήριο, η καθιέρωση του ανακριτικού συστήματος στις υποθέσεις της εκούσιας δικαιοδοσίας, δεν αφικνείται μέχρι του σημείου να μπορεί το δικαστήριο να λάβει αυτεπαγγέλτως υπόψη αυτοτελείς ισχυρισμούς, για τους οποίους ο ίδιος ο νόμος ορίζει ότι για να ληφθούν υπόψη από το δικαστήριο πρέπει να προταθούν από το διάδικο (Α.Π. 632/2019, Α.Π. 1446/2018, Α.Π. 286/201717), όπως στην ανωτέρω περίπτωση του άρθρου 10 παρ. 1 εδ.

α` και β` του ίδιου νόμου 3869/2010, σύμφωνα με την οποία ο οφειλέτης έχει την υποχρέωση να υποβάλει ειλικρινή δήλωση για τα περιουσιακά στοιχεία και εισοδήματά του, την παράβαση δε της εν λόγω υποχρέωσης από δόλο ή βαριά αμέλεια, όπως ρητά ορίζεται με τη νομοθετική αυτή ρύθμιση, τη λαμβάνει υπόψη του το δικαστήριο μετά από "αίτηση του πιστωτή" ( ή, όπως προεκτέθηκε, και κατ' ένσταση) και όχι αυτεπαγγέλτως (Α.Π. 169/2022, Α.Π. 277/2018).

Περαιτέρω, κατά το άρθρο 560 αριθμός 5 Κ.Πολ.Δ., όπως το άρθρο αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 1 άρθρο τρίτο του ν. 4335/2015, κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, καθώς και των αποφάσεων των πρωτοδικείων που εκδίδονται σε εφέσεις κατά των αποφάσεων των ειρηνοδικείων, επιτρέπεται αναίρεση αν το δικαστήριο παρά το νόμο έλαβε υπ` όψη πράγματα που δεν προτάθηκαν ή δεν έλαβε υπόψη πράγματα που προτάθηκαν και έχουν ουσιώδη επίδραση στην έκβαση της δίκης.

Ως "πράγματα", κατά την έννοια της διάταξης αυτής, νοούνται οι νόμιμοι, παραδεκτοί, ορισμένοι και λυσιτελείς πραγματικοί ισχυρισμοί των διαδίκων, που έχουν αυτοτελή ύπαρξη και τείνουν στη θεμελίωση, κατάλυση ή παρακώλυση του ουσιαστικού ή δικονομικού δικαιώματος που ασκήθηκε είτε ως επιθετικό είτε ως αμυντικό μέσο και, συνακόλουθα, στηρίζουν το αίτημα της αγωγής, αίτησης, ανταγωγής, ένστασης, αντένστασης ή λόγου έφεσης, όχι, όμως, και οι μη νόμιμοι, απαράδεκτοι, αόριστοι και αλυσιτελείς ισχυρισμοί, οι οποίοι δεν ασκούν επίδραση στην έκβαση της δίκης και στους οποίους το δικαστήριο δεν υποχρεούται να απαντήσει, ούτε οι αιτιολογημένες αρνήσεις και οι ισχυρισμοί που αποτελούν επιχειρήματα ή συμπεράσματα των διαδίκων ή του δικαστηρίου, τα οποία συνάγονται από την εκτίμηση των αποδείξεων, έστω και αν προτείνονται ως λόγοι έφεσης (ΑΠ Ολομ. 14/2004, Α.Π. 883/2021).

Ο λόγος αυτός δεν ιδρύεται, αν το δικαστήριο που δίκασε έλαβε υπόψη τον ισχυρισμό και τον απέρριψε ρητά για οποιονδήποτε λόγο, τυπικό ή ουσιαστικό (Ολ. ΑΠ 25/2003, Α.Π. 98/2020), ή όταν το δικαστήριο αντιμετωπίζει και απορρίπτει εκ των πραγμάτων προβληθέντα ισχυρισμό, γεγονός που συμβαίνει και όταν η απόφαση περιέχει παραδοχές αντίθετες με τον ισχυρισμό (Ολ.

ΑΠ 11/1996, Α.Π. 883/2021, Α.Π. 409/2021), ή στην περίπτωση που το δικαστήριο τον απέρριψε ακόμη και σιωπηρώς, όταν είναι φανερό ότι όντως τον απέρριψε (Α.Π. 409/2021, Α.Π. 98/2020, Α.Π. 7/2020). Τέλος, κατά τη διάταξη του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ., είναι απαράδεκτος λόγος αναίρεσης που στηρίζεται σε ισχυρισμό ο οποίος δεν προτάθηκε νόμιμα στο δικαστήριο της ουσίας, εκτός αν πρόκειται α) για παράβαση που δεν μπορεί να προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας, β) για σφάλμα που προκύπτει από την ίδια την απόφαση και γ) για ισχυρισμό που αφορά τη δημόσια τάξη.

Η διάταξη αυτή, που αναφέρεται σε όλους τους λόγους αναίρεσης και αποτελεί εκδήλωση της θεμελιώδους αρχής ότι ο Άρειος Πάγος ελέγχει τη νομιμότητα της απόφασης του δικαστηρίου της ουσίας με βάση την πραγματική κατάσταση που όφειλε να λάβει υπόψη ο ουσιαστικός δικαστής, καθιερώνει ειδική προϋπόθεση του παραδεκτού των λόγων της αναίρεσης, η συνδρομή της οποίας πρέπει να προκύπτει από το αναιρετήριο.

Πρέπει, δηλαδή, ο ισχυρισμός που στηρίζει το λόγο αναίρεσης να παρατίθεται στο αναιρετήριο, όπως προτάθηκε στο δικαστήριο της ουσίας και να αναφέρεται ο τρόπος και ο χρόνος πρότασης ή επαναφοράς στο Εφετείο, εκτός αν συμβαίνει κάποια από τις προβλεπόμενες από τη διάταξη αυτή εξαιρέσεις υπό στοιχ. α' και β', ενώ για ισχυρισμό που αφορά στη δημόσια τάξη πρέπει και πάλι τα πραγματικά περιστατικά που τον στηρίζουν να έχουν προβληθεί στο δικαστήριο της ουσίας και να γίνεται στο αναιρετήριο επίκληση της υποβολής τους (Ολ. Α.Π. 15/2000, Α.Π. 386/2017).

Στην προκειμένη περίπτωση, με τον τρίτο αναιρετικό λόγο, η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 1α Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με το να δεχθεί κατ'ουσίαν τον πρώτο λόγο έφεσης του αιτούντος-πρώτου αναιρεσίβλητου, με τον οποίο παραπονείτο για την απόρριψη ως απαράδεκτης της αίτησής του ενώπιον του Ειρηνοδικείου Ηρακλείου, περί υπαγωγής του στο Ν. 3869/2010, κατά παραδοχή της ένστασης ανειλικρινούς δήλωσης περιουσιακής κατάστασης που προέβαλε ο πέμπτος των καθ' ων- πιστωτής, ήδη τρίτος αναιρεσίβλητος πιστωτικός συνεταιρισμός με την επωνυμία "ΠΑΓΚΡΗΤΙΑ ΣΥΝΕΤΑΙΡΙΣΤΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΣΥΝ ΠΕ", επειδή στην προσκομιζόμενη υπεύθυνη δήλωση του άρθρου 4 παρ. 2β του Ν. 3869/2010, απέκρυψε την είσπραξη ετήσιας επιδότησης από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., κρίνοντας ότι η ανακρίβεια της αίτησης και της συναφούς υπεύθυνης δήλωσης για την ορθότητα και πληρότητα της αίτησης, δεν αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της αίτησης και συγκεκριμένα με το να δεχθεί ότι "το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εκκαλούμενη απόφαση...έκρινε ότι στην κρινόμενη περίπτωση ο αιτών, παρότι δήλωσε στην προσκομιζόμενη υπεύθυνη δήλωση του άρ. 4, παρ. 2β ' του ως άνω νόμου, ότι η κατάσταση της περιουσίας του είναι αληθής, ορθή και πλήρης, εντούτοις, απέκρυψε την είσπραξη ετήσιας επιδότησης από τον Ο.Π.Ε.Κ.Ε.Π.Ε., ποσού 7.000 ευρώ.

Με βάση δε το σκεπτικό αυτό, δεχόμενο την ένσταση της ανειλικρινούς δηλώσεως περιουσιακής κατάστασης, ακολούθως, έκρινε την υπεύθυνη δήλωση αναληθή και απέρριψε την αίτηση ως απαράδεκτη, χωρίς να εισέλθει στην κατ' ουσίαν εξέταση της υπόθεσης, όπως θα έπρεπε, εφόσον η υπεύθυνη δήλωση, κατά τα ανωτέρω εκτιθέμενα, δεν αποτελούσε στοιχείο του παραδεκτού της αιτήσεως.

Συνεπώς, το πρωτοβάθμιο Δικαστήριο με την εν λόγω κρίση του έσφαλε κατά την ερμηνεία του νόμου...", παραβίασε ευθέως με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή την ουσιαστικού κανόνα δικαίου διάταξη του άρθρου 10 παρ. 2 του Ν. 3869/2010. Ο λόγος αυτός, πρέπει να απορριφθεί, προεχόντως, ως απαράδεκτος λόγω της αοριστίας του, αφού η αναιρεσείουσα δεν εκθέτει στο αναιρετήριο ότι, στον τυχόν νομοτύπως προβληθέντα ισχυρισμό περί ανειλικρινούς δήλωσης του αιτούντος στο πρωτοβάθμιο Δικαστήριο από τον ως άνω πιστωτή συνεταιρισμό, τον οποίο επανέφερε η αναιρεσείουσα στο δευτεροβάθμιο Δικαστήριο, ως εφεσίβλητη, με τις προτάσεις της, επικαλέσθηκε για τη θεμελίωσή του ότι ο αιτών- οφειλέτης, ήδη πρώτος αναιρεσίβλητος, κατά την υποβολή της φερόμενης ως ανειλικρινούς υπεύθυνης δήλωσης περιουσιακής κατάστασης, ενήργησε από δόλο ή βαριά αμέλεια, παραβιάζοντας το καθήκον της ειλικρινούς δήλωσης, ενώ δεν συντρέχει καμία από τις εξαιρετικές περιπτώσεις του άρθρου 562 παρ.2 Κ.Πολ.Δ.

Σε κάθε περίπτωση, ο λόγος αυτός είναι και αβάσιμος, καθώς, κατά τα εκτιθέμενα στην ανωτέρω νομική σκέψη, η ανειλικρίνεια της ανωτέρω δήλωσης που κατέθεσε ο αιτών κατά την έναρξη της διαδικασίας υπαγωγής του στη ρύθμιση του Ν. 3869/2010, δεν επιφέρει την απόρριψη της αίτησης ως απαράδεκτης, όπως ισχυρίζεται η αναιρεσείουσα, αλλά για ουσιαστικούς λόγους. Επομένως, το δικάσαν ως Εφετείο, Μονομελές Πρωτοδικείο Ηρακλείου, με την προαναφερθείσα κρίση του, ότι η ανακρίβεια της αίτησης και της συναφούς υπεύθυνης δήλωσης δεν αποτελεί στοιχείο του παραδεκτού της αίτησης και δεχόμενο κατ' ουσίαν το λόγο έφεσης, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε την ουσιαστική διάταξη του άρθρου 10 παρ. 1 του Ν. 3869/2010 και δεν υπέπεσε στην εκ του αριθμού 1 του άρθρου 560 Κ.Πολ.Δ. πλημμέλεια, απορριπτομένων όσων αντιθέτων υποστηρίζονται από την αναιρεσείουσα.

Περαιτέρω, απορριπτέος, ως αβάσιμος, είναι και ο συναφής τέταρτος αναιρετικός λόγος, με τον οποίο η αναιρεσείουσα αποδίδει στην προσβαλλόμενη απόφαση την πλημμέλεια εκ του άρθρου 560 αρ. 5β Κ.Πολ.Δ., με την αιτίαση, όπως εκτιμάται, ότι το, ως Εφετείο, δικάσαν Μονομελές Πρωτοδικείου Ηρακλείου, κατά την επανεξέταση της αίτησης του πρώτου αναιρεσίβλητου, δεν έλαβε υπόψη του την προαναφερόμενη ένσταση περί ανειλικρινούς δήλωσης της περιουσιακής του κατάστασης και δεν απέρριψε την αίτηση του τελευταίου περί υπαγωγής του στις διατάξεις του Ν. 3869/2010 ως απαράδεκτη, καθώς από τις προαναφερόμενες παραδοχές του προκύπτει ότι το Δικαστήριο έλαβε υπόψη του τον ισχυρισμό και, εκ των πραγμάτων, τον απέρριψε.

Μετά από αυτά, εφόσον δεν υπάρχει άλλος λόγος αναίρεσης προς έρευνα, η κρινόμενη αίτηση πρέπει να απορριφθεί στο σύνολό της και να διαταχθεί η εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε για την άσκησή της η αναιρεσείουσα στο Δημόσιο Ταμείο (άρθρ. 495 παρ. 3 Κ.Πολ.Δ.). Διάταξη περί δικαστικών εξόδων δεν ορίζεται, έστω και αν πρόκειται για υπόθεση που κρίνεται κατά τους κανόνες της εκούσιας δικαιοδοσίας (άρθρ. 3 εδάφ.

β' του Ν. 3869/ 2010), διότι η δικαστική διαδικασία του εν λόγω νόμου δεν επιτρέπει την εφαρμογή του άρθρου 746 Κ.Πολ.Δ., καθόσον επικρατεί η ειδικότερη ρύθμιση που προβλέπει η διάταξη του άρθρου 8 παρ. 6 εδάφ. β' του Ν. 3869/2010, κατά την οποία "...δικαστική δαπάνη δεν επιδικάζεται", που εφαρμόζεται και στην αναιρετική δίκη (Ολ.

ΑΠ 4/2023, Α.Π. 1053/2023, Α.Π. 1213/2023).

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Συνεκδικάζει την από 23-9-2020 (αριθμ. έκθ. κατάθ. 319/30-9-2020) αίτηση για αναίρεση της υπ' αριθμ. 164/2020 τελεσίδικης απόφασης του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ηρακλείου, που δίκασε ως Εφετείο και την αυτοτελή πρόσθετη παρέμβαση της εταιρείας με την επωνυμία "CEPAL HELLAS ΧΡΗΜΑΤΟΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΥΠΗΡΕΣΙΕΣ ΜΟΝΟΠΡΟΣΩΠΗ ΑΝΩΝΥΜΗ ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΔΙΑΧΕΙΡΙΣΗΣ ΑΠΑΙΤΗΣΕΩΝ ΑΠΟ ΔΑΝΕΙΑ ΚΑΙ ΠΙΣΤΩΣΕΙΣ".

Απορρίπτει την αναίρεση.

Διατάσσει την εισαγωγή του παραβόλου που κατέθεσε η αναιρεσείουσα για την άσκηση της αίτησης αναίρεσης στο Δημόσιο Ταμείο.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 10 Οκτωβρίου 2025.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 31 Οκτωβρίου 2025.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ