Legislator Case Law & Legislation
1865/2024 AI generated

Supreme Court dismisses State's appeal against Bank's default judgment regarding guaranteed loan repayment.

Case Number 1865/2024
Court / Authority
Jurisdiction Greece (EL)
Decision Date
Outcome Dismissed

Legislator summary

AI generated

The Supreme Court dismissed the Greek State's appeal against a final judgment ordering it to repay a guaranteed loan to the National Bank of Greece. The State argued procedural errors and substantive misinterpretation of the law regarding the timing of its guarantee liability. The court ruled that the State's obligation arises only upon the bank's declaration of default, not from the debtor's delay, rendering the appeal grounds baseless.

Legislator headnote

AI generated

Articles 559(1), 559(8), 559(14) of the Code of Civil Procedure; The State's guarantee liability for a loan arises solely upon the lender's declaration of default against the primary debtor, not from the debtor's delay in payment, and thus a final judgment ordering repayment based on such a declaration is legally sound.

Keywords

AI generated
State guarantee liability loan default declaration civil procedure appeal substantive law error guarantee obligation timing

Cited Legislation

AI generated
Article 559(1) of the Code of Civil Procedure
Article 559(8) of the Code of Civil Procedure
Article 559(14) of the Code of Civil Procedure
Article 19(1) of the 1944 Judicial Regulations
Articles 176, 183, 191(2) of the Code of Civil Procedure
Article 22 of Law 3693/1957

Cited Case Law

AI generated
Supreme Court Case 731/2024
AI generated

Need to analyze how this precedent applies to your matter?

Cross-reference this judgment against statutes, commentaries, and subsequent citing case law inside Legislator AI.

Open in Legislator →

Full text

Απόφαση 1865 / 2024 (Α1, ΠΟΛΙΤΙΚΕΣ)

Αριθμός 1865/2024

ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΤΟΥ ΑΡΕΙΟΥ ΠΑΓΟΥ

Α1' Πολιτικό Τμήμα

Συγκροτήθηκε από τους Δικαστές: Μαρουλιώ Δαβίου, Αντιπρόεδρο του Αρείου Πάγου, Βρυσηίδα Θωμάτου, Βαρβάρα Πάπαρη, Μαρία Πετσάλη και Άλκηστη Σιάννου - Εισηγήτρια, Αρεοπαγίτες.

Συνεδρίασε δημόσια στο ακροατήριό του, στις 7 Οκτωβρίου 2024, με την παρουσία και του Γραμματέα Γεωργίου Φιστούρη, για να δικάσει την υπόθεση μεταξύ:

Του αναιρεσείοντος: Ελληνικού Δημοσίου, που εκπροσωπείται νόμιμα από τον Υπουργό Οικονομικών, κατοικοεδρεύοντα στην Αθήνα, το οποίο εκπροσωπήθηκε από την Ευτυχία Τσούντου, Πάρεδρο του Νομικού Συμβουλίου του Κράτους με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και δεν κατέθεσε προτάσεις.

Της αναιρεσιβλήτου: Ανώνυμης Τραπεζικής Εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ ΑΕ", που εδρεύει στην Αθήνα και εκπροσωπείται νόμιμα, η οποία εκπροσωπήθηκε από την πληρεξούσια δικηγόρο της Ανδριανή Παπαδοπούλου με δήλωση κατ' άρθρο 242 παρ. 2 ΚΠολΔ και κατέθεσε προτάσεις.

Η ένδικη διαφορά άρχισε με την από 27/12/2016 αγωγή της ήδη αναιρεσιβλήτου, που κατατέθηκε στο Πολυμελές Πρωτοδικείο Ξάνθης. Εκδόθηκαν οι αποφάσεις: 44/2017 οριστική του ίδιου Δικαστηρίου και 125/2020 του Τριμελούς Εφετείου Θράκης. Την αναίρεση της τελευταίας απόφασης ζητεί το αναιρεσείον με την από 27/9/2022 αίτησή του.

Κατά τη συζήτηση της αίτησης αυτής, που εκφωνήθηκε από το πινάκιο, οι διάδικοι παραστάθηκαν, όπως σημειώνεται πιο πάνω.

ΣΚΕΦΘΗΚΕ ΣΥΜΦΩΝΑ ΜΕ ΤΟ ΝΟΜΟ

Ι. Με την κρινόμενη από 27.9.2022 αίτηση αναίρεσης προσβάλλεται η υπ' αριθ. 125/2020 τελεσίδικη απόφαση του Τριμελούς Εφετείου Θράκης, που εκδόθηκε αντιμωλία των διαδίκων, κατά την τακτική διαδικασία, επί της από 8-11-2019 έφεσης του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου κατά της υπ' αριθ. 44/2017 οριστικής απόφασης του Πολυμελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία είχε γίνει δεκτή ως και κατ' ουσία βάσιμη η από 27.12.2016 αγωγή της αναιρεσίβλητης τραπεζικής εταιρείας με την επωνυμία "ΕΘΝΙΚΗ ΤΡΑΠΕΖΑ ΤΗΣ ΕΛΛΑΔΟΣ Α.Ε." κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου και υποχρεώθηκε το αναιρεσείον Δημόσιο να καταβάλει στην αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρία το ποσό των 590.506,06 ευρώ, την καταβολή του οποίου είχε το ίδιο εγγυηθεί δυνάμει εγγύησης, την οποία παρέσχε προς την τελευταία, κατ' εφαρμογή των αναφερόμενων σε αυτήν (αγωγή) Υπουργικών Αποφάσεων (Υ.Α.), για το δάνειο που αυτή χορήγησε στην εδρεύουσα στην Ξάνθη ανώνυμη εταιρεία, μη διάδικο στην δίκη αυτή, με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής και Πώλησης Συστημάτων Αλουμινίου, Συνθετικών Κουφωμάτων και Κρυστάλλων AL - VEK ΗΛΙΑΔΗΣ" με την καταρτισθείσα μεταξύ τους σύμβαση δανείου.

Με την προσβαλλόμενη απόφασή του το Εφετείο δέχθηκε τυπικά και απέρριψε κατ' ουσίαν την έφεση. Η ως άνω αίτηση αναίρεσης, που κατατέθηκε την 27.9.2022, έχει ασκηθεί νομοτύπως και εμπροθέσμως εντός της γνήσιας προθεσμίας των τριάντα (30) ημερών από την επίδοση της προσβαλλόμενης απόφασης στο αναιρεσείον, που έλαβε χώρα την 15.6.2022, όπως τούτο αναφέρεται στο αναιρετήριο και δεν αμφισβητείται από την αναιρεσίβλητη (ΑΠ 731/2024), ανεστάλη δε, κατ' άρθρο 11 του Κώδικα περί δικών του Δημοσίου, κατά το διάστημα των δικαστικών διακοπών, ήτοι από 1-7-2022 έως και 15-9-2022 και εξέπνευσε την 30-9-2022 (άρθρα 552, 553, 556, 558, 564 § 1 και 566 § 1 ΚΠολΔ,ΚΔ από 26.6/10-7-1944, ΦΕΚΑ'139).

Επομένως, η αίτηση αυτή είναι παραδεκτή (άρθρο 577 § 1 ΚΠολΔ) και πρέπει να ερευνηθεί περαιτέρω ως προς το παραδεκτό και το βάσιμο των λόγων της (άρθρο 577 § 3 ΚΠολΔ).

ΙΙ. Α. Με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995 "Παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση δανείων και πιστώσεων και άλλες διατάξεις", όπως ίσχυε κατά τον κρίσιμο, στην προκείμενη υπόθεση, χρόνο παροχής της επίδικης εγγύησης, πριν τα άρθρα 1 έως 12 αυτού καταργηθούν με το άρθρο 106 § 1 του Ν. 4549/2018 (ο οποίος στα άρθρα 91 επ.

αυτού θέσπισε αντίστοιχες διατάξεις), ρυθμίστηκαν η διαδικασία, οι προϋποθέσεις και οι όροι χορήγησης δανείων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Η εγγύηση παρέχεται με απόφαση του Υπουργού, η οποία δημοσιεύεται στην Εφημερίδα της Κυβέρνησης (άρθρο 12), άλλως είναι ανυπόστατη (ΟλΝΣΚ 39/2009, ΑΠ 731/2024, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 797/2023), εκδίδεται δε μετά από σύμφωνη γνώμη Τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με το άρθρο 5 του νόμου και επικουρείται από την υπό του άρθρου 6 προβλεπόμενη Υποεπιτροπή.

Ειδικότερα, στο άρθρο 1 § 1 του ανωτέρω νόμου ορίζεται ότι "Επιτρέπεται στον Υπουργό Οικονομικών να παρέχει με απόφασή του, που εκδίδεται μετά από σύμφωνη γνώμη τριμελούς Διυπουργικής Επιτροπής, που συνιστάται με τις διατάξεις του άρθρου 5 του παρόντος νόμου, την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε ημεδαπές ή αλλοδαπές τράπεζες, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς χρηματοπιστωτικούς οργανισμούς ή οίκους, ημεδαπούς ή αλλοδαπούς τεχνικούς οίκους, ημεδαπές ή αλλοδαπές εταιρίες χρηματοδοτικής μίσθωσης και εταιρίες γενικά, στο Ταμείο Παρακαταθηκών και Δανείων, στο Ταχυδρομικό Ταμιευτήριο και Οργανισμούς Δημοσίου Δικαίου, καθώς και σε ξένες Κυβερνήσεις:

α. Για την κάλυψη δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων, που χορηγούν προς: αα.ββ. Ομάδες φυσικών προσώπων ή βιώσιμων ιδιωτικών επιχειρήσεων και επαγγελματιών, για την προώθηση τη οικονομικής ανάπτυξης περιοχών, στις οποίες το βιοτικό επίπεδο είναι ασυνήθως χαμηλό ή στις οποίες επικρατεί σοβαρή υποαπασχόληση, καθώς και για την προώθηση της ανάπτυξης ορισμένων κλάδων και δραστηριοτήτων..."...4. (όπως αυτή αντικαταστάθηκε με το άρθρο 15 § 10 του Ν. 2469/1997) Για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου προς τράπεζες ή άλλα πιστωτικά ιδρύματα για τη δανειοδότηση των φορέων που αναφέρονται στις παρ. 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου δύναται να ζητηθούν κατά την κρίση του εγγυητή επαρκείς ασφάλειες, όπως εγγραφή υποθήκης υπέρ του Δημοσίου επί ακινήτων τους, εκχώρηση πόρων και δικαιωμάτων.

Οι λεπτομέρειες εφαρμογής της παρούσας παραγράφου καθορίζονται κάθε φορά στην απόφαση του Υπουργού Οικονομικών με την οποία παρέχεται η εγγύηση...6. (όπως η παράγραφος αυτή αντικαταστάθηκε από το άρθρο 15 § 1α του Ν. 2628/1998) Τα δάνεια χορηγούνται στους φορείς των παραγράφων 1, 2 και 3 του παρόντος άρθρου από τράπεζες, πιστωτικά ιδρύματα και κοινοπραξία τραπεζών.

Η διαδικασία επιλογής δανείστριας τράπεζας ή πιστωτικού ιδρύματος, ο ελάχιστος αριθμός τραπεζών που είναι απαραίτητος για την υποβολή προσφορών, καθώς και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια καθορίζονται με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών". Επίσης, σύμφωνα με την παράγραφο 7 του ιδίου ως άνω άρθρου "Σε περίπτωση κατάπτωσης των εγγυήσεων εξετάζονται από το Ελληνικό Δημόσιο (Υπουργείο Οικονομικών), που ως εγγυητής εξυπηρετεί πλέον τα δάνεια, οι λόγοι και οι ενδεχόμενες παραλείψεις που συνετέλεσαν στην αδυναμία κανονικής εξόφλησης του δανείου από τους υπόχρεους φορείς.

Το Υπουργείο Οικονομικών δύναται να θέσει σε ειδικό καθεστώς διαχείρισης τα πάσης φύσεως έσοδα και τις δαπάνες των φορέων και να επιβάλλει περιορισμούς στη διαχείριση της περιουσίας των φορέων αυτών, προς το σκοπό συνέχισης αποπληρωμής των δανείων από τους ίδιους και εξόφλησης των όσων έχει καταβάλει το Ελληνικό Δημόσιο...".

Εξάλλου, στην παράγραφο 8 του ιδίου ως άνω άρθρου 1 του Ν. 2322/1995 ορίζονται τα ακόλουθα: "8.α. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους, Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης, της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου. Το Συμβούλιο εισηγείται στον Υπουργό Οικονομικών ή στα όργανα, προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η αρμοδιότητα παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, για:

ί) την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος εγγύησης, σε επιχειρήσεις και φυσικά πρόσωπα που ασκούν επιχειρηματική δραστηριότητα των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α', της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, εξετάζοντας τη συνδρομή των προϋποθέσεων που τάσσονται από την υπουργική απόφαση που θεσπίζει το καθεστώς ενίσχυσης, ίί) την τροποποίηση των όρων και των προϋποθέσεων, υπό τους οποίους παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης υπό τη μορφή κρατικής εγγύησης, των υποπεριπτώσεων ββ' και γγ' της περίπτωσης α' της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, ύστερα από αίτημα του φορέα υπέρ του οποίου χορηγήθηκε η εγγύηση ή του πιστωτικού ιδρύματος έναντι του οποίου παρασχέθηκε αυτή........

γ. Η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, παρέχεται στο πλαίσιο υφιστάμενου καθεστώτος κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης, με απόφαση του Υπουργού Οικονομικών ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου". Επίσης, στο άρθρο 3 του παραπάνω νόμου (όπως η παράγραφος 1 είχε τροποποιηθεί με το άρθρο 1 § 36 του Ν. 3065/2007 και στη συνέχεια αντικαταστάθηκε με το άρθρο 6 του Ν. 3550/2007) ορίζεται ότι "1.

Με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, που εκδίδεται μετά από την ψήφιση του Προϋπολογισμού κάθε έτους, καθορίζεται το ανώτατο συνολικό ποσό των νέων εγγυήσεων του Ελληνικού Δημοσίου που είναι δυνατόν να παρασχεθούν μέσα στο έτος αυτό με βάση τις διατάξεις του παρόντος νόμου, πλην αυτών που αφορούν έκτακτα γεγονότα.

Το ποσό αυτό δεν μπορεί να υπερβαίνει το τρία τοις εκατό (3%) των δαπανών του Τακτικού Προϋπολογισμού. 2. Τα σχέδια περί χρηματοδότησης επιχειρήσεων ή κλάδων παραγωγής με την εγγύηση του Δημοσίου που δεν συμβιβάζονται με την κοινή Αγορά, κατά το άρθρο 92 της νέας Συνθήκης της Ευρωπαϊκής Ένωσης, τίθενται υπόψη της Επιτροπής της Ευρωπαϊκής Ένωσης για τον, κατά το άρθρο 93, έλεγχο και έγκριση...", ενώ στο άρθρο 5 του ιδίου νόμου ορίζονται ότι "1.

Συνιστάται Τριμελής Διυπουργική Επιτροπή από τους Υπουργούς Εθνικής Οικονομίας, Οικονομικών και τον Υπουργό που εποπτεύει τον υπό δανειοδότηση ή πιστοδότηση φορέα. 2. Η Επιτροπή: α. Εξετάζει τα θέματα χορήγησης δανείων, εγγυητικών επιστολών και πιστώσεων με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αξιολογεί τη σκοπιμότητα παροχής της από οικονομικής και κοινωνικής πλευράς στα πλαίσια των αποφάσεων του Υπουργικού Συμβουλίου, της Κυβερνητικής Επιτροπής και γενικά στα πλαίσια της ασκούμενης οικονομικής πολιτικής και αποφασίζει ομόφωνα για την παροχή της σύμφωνης γνώμης στον Υπουργό Οικονομικών....8.

Κατά τα λοιπά εφαρμόζονται οι γενικές διατάξεις για τα συλλογικά κυβερνητικά όργανα σύμφωνα με τις προβλέψεις του άρθρου 16 του π.δ. 63/2005". Περαιτέρω, με το άρθρο 6 του ιδίου ως άνω νόμου "1. Συνιστάται στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους Υποεπιτροπή...4. Η Υποεπιτροπή έχει τις ακόλουθες αρμοδιότητες: α) Εξετάζει κάθε συγκεκριμένη περίπτωση αίτησης παροχής της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου για να διαπιστώσει αν πληρούνται από τους ενδιαφερόμενους φορείς οι προϋποθέσεις που ορίζουν οι διατάξεις του άρθρου 1 του παρόντος νόμου.

β) Μελετά και επεξεργάζεται τα οικονομικά στοιχεία των φορέων αυτών με σκοπό να διαπιστώσει την προοπτική αυτών και κυρίως τη δυνατότητα εξυπηρέτησης των προς εγγύηση υποχρεώσεων από ίδια τους έσοδα με βάση συγκεκριμένο χρονοδιάγραμμα. Σε αντίθετη περίπτωση σταθμίζει το μέγεθος του αναλαμβανόμενου κινδύνου από το Ελληνικό Δημόσιο και την επίδραση που έχει ο κίνδυνος αυτός στη διαμόρφωση του Δημόσιου Χρέους...δ) Υποβάλλει τα πορίσματά της στη Διυπουργική Επιτροπή του άρθρου 5 του παρόντος νόμου και εισηγείται εγγράφως για την παροχή ή όχι της σχετικής σύμφωνης γνώμης της, προτείνοντας προϋποθέσεις και όρους παροχής της εγγύησης, καθώς και ασφάλειες που πρέπει να παραχωρηθούν από τους ενδιαφερόμενους, μεταξύ των οποίων περιλαμβάνεται και η εκχώρηση πόρων τους...5.

Τα αιτήματα υποβάλλονται στην Υποεπιτροπή μέσω της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Γ.Λ.Κ. (Δ25)...". Επίσης, με το άρθρο 9 του ιδίου ως άνω νόμου "Η Τράπεζα της Ελλάδος υποχρεούται να ενημερώνει την αρμόδια Υπηρεσία του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25) για τις εκάστοτε διαπιστούμενες παραβάσεις των δανειστριών τραπεζών και των δανειοληπτών που αφορούν δάνεια του ιδιωτικού τομέα που χορηγήθηκαν με την εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, προκειμένου να κρίνεται από την Υπηρεσία αυτή αν και σε ποια έκταση ισχύει η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου", ενώ στο άρθρο 11 του ιδίου ως άνω νόμου ορίζονται τα ακόλουθα: "1.

Το Ελληνικό Δημόσιο, ως εγγυητής, προβαίνει σε εξόφληση των υποχρεώσεών του, που απορρέουν από την κατάπτωση των εγγυήσεων, που έχει παράσχει, μετά από προηγούμενη βεβαίωση, ως εσόδων του, των σχετικών ποσών στις αρμόδιες Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες (Δ.Ο.Υ.) και με βάση τα δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάστασή του στα δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος ή άλλου φορέα που χορήγησε το δάνειο, την εγγυητική επιστολή ή την πίστωση γενικά, τόσο κατά των πρωτοφειλετών, όσο και κατά των εγγυητών και λοιπών συνυπόχρεων. 2.

Οι ασφάλειες που χορηγούνται από τους πρωτοφειλέτες, τους εγγυητές και άλλους συνυπόχρεους στο όνομα των πιστωτικών ιδρυμάτων και των λοιπών φορέων για την εξασφάλιση των δανείων, εγγυητικών επιστολών ή πιστώσεων, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου από τη βεβαίωση και μόνο ως εσόδων του, των εγγυημένων ανεξόφλητων οφειλών. 3.

Οι ασφάλειες αυτές, σε περιπτώσεις βεβαίωσης στις Δ.Ο.Υ. τμήματος των ανεξόφλητων απαιτήσεων των τραπεζών, λειτουργούν υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου αναλογικά κατά τη σχέση του ποσού των βεβαιωμένων οφειλών χωρίς προσαυξήσεις εκπρόθεσμης καταβολής, προς το συνολικό ποσό ανεξόφλητων οφειλών (βεβαιωμένων και μη). 4.

Αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλειπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης ανακαλούνται και εκπίπτονται από τις Δημόσιες Οικονομικές Υπηρεσίες, όπου έχουν βεβαιωθεί τα αντίστοιχα ποσά με μέριμνα της Δ/νσης Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών (Γ.Λ.Κ.-Δ25). 5.

Τα αναγκαία δικαιολογητικά, που καθιστούν δυνατή τη βεβαίωση και την πλήρη υποκατάσταση του Δημοσίου στα δικαιώματα των τραπεζών, ο χρόνος και ο τρόπος βεβαίωσης, οι περιπτώσεις έκπτωσης από την αρμόδια Δ/νση του Υπουργείου Οικονομικών (Γ.Λ.Κ.-Δ25), βεβαιωμένων ήδη οφειλών και κάθε άλλο σχετικό θέμα, καθορίζονται με αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών".

Τέλος, στο άρθρο 12 του Ν. 2322/1995, όπως αυτό αντικαταστάθηκε με το άρθρο 20 § 3 του Ν. 415/2013, ορίζεται ότι "1. Με την επιφύλαξη της επόμενης παραγράφου, οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως. 2. Οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών με τις οποίες θεσπίζεται καθεστώς κρατικής ενίσχυσης υπό τη μορφή εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου, σύμφωνα με τα οριζόμενα στις υποπεριπτώσεις ββ` και γγ` της περίπτωσης α` της παρ. 1 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου δημοσιεύονται στην Εφημερίδα της Κυβερνήσεως και κοινοποιούνται στην αρμόδια υπηρεσία της Ευρωπαϊκής Επιτροπής.

Οι αποφάσεις του Υπουργού Οικονομικών και των οργάνων προς τα οποία έχει μεταβιβασθεί η σχετική αρμοδιότητα, κατά τα οριζόμενα στην υποπαράγραφο γ` της παραγράφου 8 του άρθρου 1 του παρόντος νόμου, με τις οποίες παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου υπέρ συγκεκριμένου οφειλέτη ύστερα από εισήγηση του Συμβουλίου Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου, στο πλαίσιο θεσπισμένου καθεστώτος ενίσχυσης κατά το προηγούμενο εδάφιο κοινοποιούνται στον υπέρ ου η εγγύηση οφειλέτη, στα πιστωτικά ιδρύματα που χορήγησαν την πίστωση και ισχύουν από την ανάρτηση τους στο Πρόγραμμα Διαύγεια (ν. 3861/2010)." Β.

Ακολούθως, κατ` εξουσιοδότηση του άρθρου 11 § 5 του ως άνω Ν. 2322/1995 και του Ν. 2362/1995 "Περί Δημόσιου Λογιστικού", εκδόθηκε η υπ' αριθμόν 2/478/0025/4.1.2006 (ΦΕΚ τ. Β' 16/13.1.2006) Υπουργική Απόφαση "Διαδικασία βεβαίωσης και διαγραφής οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο", με την οποία ορίζονται, μεταξύ άλλων, και τα εξής:

Τα πιστωτικά ιδρύματα είναι υποχρεωμένα να αποστείλουν πλήρη φάκελο μαζί με τα προβλεπόμενα από την παρ. Β' της ίδιας Υπουργικής Απόφασης δικαιολογητικά στην 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομίας και Οικονομικών. Η τελευταία, αφού διενεργήσει το σχετικό έλεγχο δικαιολογητικών και τήρησης των όρων της απόφασης με βάση την οποία παρασχέθηκε η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, αποστέλλει πλήρη φάκελο με τον οικείο χρηματικό κατάλογο και τις τριπλότυπες περιληπτικές καταστάσεις βεβαίωσης στην αρμόδια Δ.Ο.Υ., η οποία προβαίνει στην εν στενή εννοία βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο έχει εγγυηθεί το Ελληνικό Δημόσιο, σε βάρος των υποχρέων φυσικών ή νομικών προσώπων και αποστέλλει άμεσα στην 25η Δ/νση το αντίγραφο της περιληπτικής κατάστασης βεβαίωσης.

Μόνο μετά την εν λόγω βεβαίωση, δύναται να διενεργηθεί η πληρωμή της εγγυημένης οφειλής προς το πιστωτικό ίδρυμα. Η Δ.Ο.Υ., η οποία, σε περίπτωση που κρίνει, ότι δεν της εστάλησαν επαρκή δικαιολογητικά για τη βεβαίωση του συνόλου του ποσού υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα ή τη βεβαιούσα Αρχή, αμέσως μετά τη βεβαίωση των ως άνω οφειλών, υποχρεούται να προβαίνει σε όλες τις προβλεπόμενες από τον Κώδικα Είσπραξης Δημοσίων Εσόδων (Κ.Ε.Δ.Ε) και λοιπές διατάξεις ενέργειες για τη διασφάλιση και είσπραξη των απαιτήσεων αυτών, καθώς και την πλήρη υποκατάσταση των δικαιωμάτων του Δημοσίου στις εμπράγματες και ενοχικές ασφάλειες.

Στις περιπτώσεις που έστω και εκ των υστέρων κριθεί, ότι, συντρέχουν οι προϋποθέσεις της παραγράφου 4 του άρθρου 11 του ν. 2322/1995, δηλαδή διαπιστωθεί, ότι από υπαιτιότητα του δανειστή ή του πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή εκ των υστέρων εξέλιπαν οι προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης, το Δημόσιο ελευθερώνεται και η 25η Διεύθυνση, ανακαλεί την εγγύηση του Ελληνικού δημοσίου, προβαίνει στη σύνταξη ΑΦΕΚ για την διαγραφή της βεβαιωμένης απαίτησης και τυχόν εντολές πληρωμής, λόγω κατάπτωσης της εγγύησης, ανακαλούνται.

Ειδικότερα, σύμφωνα με την ενότητα Β' της ως άνω αναφερόμενης ΥΑ 2/478/0025/4-1-2006, για την διενέργεια του απαιτούμενου ελέγχου από την 25η Διεύθυνση, σύμφωνα με τα προαναφερόμενα, όσο και για την διασφάλιση των δικαιωμάτων του Δημοσίου κατά την είσπραξη των απαιτήσεων, ο φάκελος που αποστέλλει το πιστωτικό ίδρυμα θα πρέπει απαραίτητα να περιέχει: 1) Αναλυτικές καταστάσεις οφειλών εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο, 2) αντίγραφα όλων των δανειακών συμβάσεων, των συμβάσεων πίστωσης με Ανοικτό Αλληλόχρεο λογαριασμό και των παρεπομένων αυτών συμβάσεων, ώστε να διασφαλίζεται η γνώση του συνόλου των συμβατικών σχέσεων και δικαιωμάτων, που στεγάζονται κάτω από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το Δημόσιο απαίτηση, 3) αντίγραφα όλων των τυχόν συμβάσεων ρύθμισης, που υπεγράφησαν, ώστε να γίνονται γνωστοί οι όροι τυχόν ρυθμίσεων (που εδράζονται σε διοικητικές ρυθμίσεις ή νόμους ή απλά αποτελούν "συμφωνίες" των πιστωτών με τα πιστωτικά ιδρύματα) και είναι εφικτή η διαπίστωση, αν στα πλαίσια των ρυθμίσεων αυτών έχουν παραβιασθεί οι διατάξεις των νομοθετικών - διοικητικών ρυθμιστικών πράξεων ή αν υφίστανται καταχρηστικοί όροι ή όροι, που βλάπτουν έμμεσα ή άμεσα τα συμφέροντα του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου, 4) ανάλυση της κίνησης των λογαριασμών που τηρήθηκαν για κάθε σύμβαση χωριστά, από την υπογραφή της μέχρι την ημερομηνία αποστολής των δικαιολογητικών.

Από την ανάλυση αυτή, θα πρέπει οπωσδήποτε να προκύπτουν με σαφήνεια: α) Τα ποσά που χορηγήθηκαν, β) Οι τόκοι που χρεώθηκαν, ενήμεροι και υπερημερίας, γ) Tα επιτόκια που εφαρμόσθηκαν εκ μέρους των πιστωτικών ιδρυμάτων, ανά χρονική περίοδο που αυτά ίσχυσαν και τα οποία χρησιμοποιήθηκαν για τον εκτοκισμό της εγγυημένης οφειλής.

δ) Τα έξοδα με τα οποία χρεώθηκαν και η αιτιολογία τους, ε) Οι καταβολές που πραγματοποιήθηκαν εκ μέρους των ενεχομένων έναντι της οφειλής, με αναφορά στις ημερομηνίες που αυτές διενεργήθηκαν και στον τρόπο που τις κατένειμε η τράπεζα έναντι των εξόδων, των τόκων, συμβατικών και υπερημερίας, και των δόσεων ενήμερων και ληξιπροθέσμων, αντίγραφα των αιτήσεων, αποφάσεων, περιλήψεων και πιστοποιητικών υποθηκοφυλακείου, αναφορικά με τα βάρη που ασφαλίζουν τις απαιτήσεις που προκύπτουν από την σύμβαση, με την οποία συνδέεται η εγγυημένη από το δημόσιο απαίτηση του πιστωτικού ιδρύματος, ή πρόσθετες πράξεις, εγγυήσεις (προσωπικές και εμπράγματες) που έχουν χορηγηθεί για την ίδια απαίτηση και ενημέρωση αναφορικά με τις τυχόν δίκες που διεξήχθησαν και ολοκληρώθηκαν ή εκκρεμούν, αναφορικά με την διασφάλιση της απαίτησης.

Γ. Κατ' εξουσιοδότηση του ως άνω Ν. 2322/1995, εκδόθηκε η έχουσα κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. 2/.49086/0025/3-7-2009 (ΦΕΚΒ'1396/14-7-2009) Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, στην οποία ορίστηκαν, κατά τα ενδιαφέροντα τον αναιρετικό έλεγχο σημεία, τα ακόλουθα: "Άρθρο 1. Προσωρινό πλαίσιο στήριξης. 1. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις που συνδέονται με συγκεκριμένη οικονομική συναλλαγή με τους όρους και τις προϋποθέσεις των άρθρων 2 και 3 της παρούσας απόφασης. 2.

Το ως άνω μέτρο εντάσσεται στο "Προσωρινό πλαίσιο στήριξης των επιχειρήσεων που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα για την αντιμετώπιση της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης" και είναι σύμφωνα με τα οριζόμενα στο προσωρινό κοινοτικό πλαίσιο που ανακοίνωσε η Επιτροπή στις 22.1.2009 (EE C 16/2009) για τη λήψη μέτρων κρατικής ενίσχυσης με σκοπό να στηριχθεί η πρόσβαση στη χρηματοδότηση κατά τη διάρκεια της τρέχουσας χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης.

Άρθρο 2. Δικαιούχοι. 1. Το Προσωρινό πλαίσιο στήριξης καλύπτει επιχειρήσεις όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι τη δημοσίευση της απόφασης αυτής. 2. Στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης μπορούν να συμμετέχουν όλες οι επιχειρήσεις της παραγράφου 1 του παρόντος άρθρου, υπό τον όρο ότι δεν ήταν προβληματικές κατά την 1.7.2008, σύμφωνα με τον ορισμό που περιέχεται στο άρθρο 4 της παρούσας απόφασης.

Ωστόσο, στο εν λόγω μέτρο μπορούν επίσης να συμμετέχουν επιχειρήσεις οι οποίες δεν ήταν προβληματικές κατά την ως άνω ημερομηνία αλλά στη συνέχεια κατέστησαν προβληματικές λόγω της χρηματοπιστωτικής και οικονομικής κρίσης. Άρθρο 3. Εγγυήσεις. 1. Α. Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι την 31.12.2010 μεταξύ των επιχειρήσεων του άρθρου 2 και των Πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της, ως Κεντρικής Τράπεζας της Ελλάδας και αφορούν τη χορήγηση:

α) κεφαλαίου κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κλπ.), β) πίστωσης για επενδυτικούς σκοπούς. Β. Οι ως άνω Εγγυήσεις παρέχονται και σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης. 2.

Για την παροχή των εγγυήσεων του παρόντος άρθρου καταβάλλεται ανάλογη προμήθεια ασφαλείας από τις επιχειρήσεις υπέρ του Ελληνικού Δημοσίου, όπως υπολογίζεται στο Παράρτημα Α της παρούσας, που αντιστοιχεί στο Παράρτημα της Ανακοίνωσης της Επιτροπής (EE C 16/2009) και με το οποίο προβλέπεται προσωρινό πλαίσιο για τις προμήθειες ασφαλείας σε μονάδες βάσης. 5.

Η εγγύηση δεν υπερβαίνει το 70% του δανείου. 6. Η εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών και μπορεί να παραταθεί αυτόματα για ένα ακόμη έτος, έναντι παροχής ανάλογης προμήθειας από τη δικαιούχο (δανειολήπτρια) επιχείρηση προς το Ελληνικό Δημόσιο με τη βεβαίωση του πιστωτικού ιδρύματος (δανειστή) ότι το δάνειο εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία.. 8.

Προς εξασφάλιση των συμφερόντων του Ελληνικού Δημοσίου λαμβάνονται οι συνήθεις ασφάλειες ενοχικής ή εμπράγματης φύσης της ελληνικής νομοθεσίας, σύμφωνα με τη διαδικασία που προβλέπεται για την εγγραφή τους. 9. Η εγγύηση καταπίπτει εάν υπάρξουν δύο συνεχόμενες ληξιπρόθεσμες και απαιτητές δόσεις για τις οποίες η δανειολήπτρια επιχείρηση καθίσταται υπερήμερη.

Η κατάπτωση και βεβαίωση των εγγυημένων οφειλών γίνεται σύμφωνα με τις διατάξεις της κείμενης νομοθεσίας. Άρθρο 5 Διαδικασία - Περιορισμοί 1. α. Για τη συμμετοχή των επιχειρήσεων στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης εφαρμόζεται η διαδικασία του ν. 2322/1995 (ΦΕΚ 143/Α') όπως ισχύει, β. Σε κάθε περίπτωση διασφαλίζεται η ισότιμη και μη διακριτική συμμετοχή των επιχειρήσεων όλων των κλάδων της οικονομίας στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης.

Για την ορθή και δημοσιονομικά χρηστή αξιοποίηση του ως άνω μέτρου αξιολογούνται κατά προτεραιότητα αιτήσεις των μικρομεσαίων επιχειρήσεων και ιδίως αυτών που αντιμετωπίζουν μεγαλύτερο πρόβλημα στην πρόσβαση στον τραπεζικό δανεισμό έως τη δημοσίευση της παρούσας απόφασης, λόγω της τρέχουσας χρηματοοικονομικής κρίσης.

Η διαδικασία υποβολής αιτήσεων, οι προθεσμίες υποβολής και κάθε άλλη αναγκαία λεπτομέρεια θα καθορισθούν με απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, γ. Τα πιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 αιτιολογημένη εισήγηση βάσει του αιτήματος της κάθε ενδιαφερόμενης επιχείρησης για ένταξη στο Προσωρινό πλαίσιο στήριξης, με πρόταση καθορισμού ύψους εγγύησης, σύμφωνα με το άρθρο 3 παρ. 7 και 5 της παρούσας.

Η ως άνω εισήγηση δεν δεσμεύει τις αρμόδιες υπηρεσίες του Ελληνικού Δημοσίου για τη χορήγηση της εγγύησης σε κάθε επιχείρηση". Ακολούθως, εκδόθηκε η ΥΑ 2/54979/0025/23-7-2009 (ΦΕΚ Β 1554/28-7-2009), σύμφωνα με την οποία: Α) Παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου, σε ποσοστό 70%, σε δανειακές συμβάσεις σε ευρώ που θα καταρτισθούν μέχρι 31.12.2010 μεταξύ επιχειρήσεων όλων των εταιρικών μορφών και μεγεθών που δραστηριοποιούνται στην Ελλάδα, ανεξαρτήτως κλάδου δραστηριότητας, οι οποίες έχουν συσταθεί μέχρι την 14.7.2009, και των πιστωτικών ιδρυμάτων που δραστηριοποιούνται νόμιμα στην Ελλάδα, έχουν λάβει άδεια λειτουργίας από την Τράπεζα της Ελλάδος και υπόκεινται στην εποπτεία της.

Οι ανωτέρω επιχειρήσεις δεν πρέπει να ήταν προβληματικές κατά την 1η Ιουλίου 2008, σύμφωνα με τον ορισμό που δίδεται στο άρθρο 4 της υπ' αριθμ. οικ. 2/49086/0025/3.7.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα εν λόγω δάνεια χορηγούνται για: α) κεφάλαια κίνησης με οποιαδήποτε μορφή πίστωσης (δάνειο, αλληλόχρεος λογαριασμός, κλπ.), β) επενδυτικούς σκοπούς, γ) για την εξόφληση λοιπών ληξιπρόθεσμων οφειλών, που δεν ξεπερνούν το 50% του εγγυημένου δανείου κατά την 14.7.2009.

Η ανωτέρω εγγύηση έχει περιορισμένη διάρκεια τεσσάρων (4) ετών. Εφόσον το δάνειο έχει διάρκεια μεγαλύτερη των τεσσάρων (4) ετών, εξυπηρετείται κανονικά και δεν έχει καταστεί ληξιπρόθεσμο ούτε ο πρωτοφειλέτης έχει περιέλθει σε υπερημερία, η εγγύηση παρατείνεται αυτοδίκαια, με τους ίδιους όρους, για ένα (1) ακόμα έτος, μετά από αίτηση του δανειολήπτη προς το πιστωτικό ίδρυμα.

Στην περίπτωση αυτή το πιστωτικό ίδρυμα υποχρεούται να ενημερώσει σχετικά το Γ.Λ.Κ. - Δ25. Κατά τη διάρκεια της παρεχόμενης εγγύησης, η εξόφληση του δανείου πραγματοποιείται εξαμηνιαία με ισόποσες χρεολυτικές δόσεις. Το μέγιστο ύψος του εγγυημένου δανείου αποτελεί συνάρτηση των οικονομικών μεγεθών της δανειολήπτριας επιχείρησης και δεν μπορεί να υπερβαίνει το ετήσιο μισθολογικό της κόστος του 2008.

Σε αυτό περιλαμβάνεται κάθε είδους παροχή προς τους εργαζομένους, δηλαδή μισθοί, ασφαλιστικές εισφορές ή τυχόν άλλες κοινωνικές παροχές που εξομοιώνονται με μισθό. Στους μισθωτούς συγκαταλέγονται και όσοι παρέχουν υπηρεσίες στο πλαίσιο εποχικών συμβάσεων ορισμένου χρόνου, καθώς και οι εργαζόμενοι τους οποίους η επιχείρηση έχει "διαθέσει" σε άλλο εταιρικό σχήμα (θυγατρική εταιρία).

Για δανειολήπτριες επιχειρήσεις που δημιουργήθηκαν την ή μετά την 1.1.2008 και μέχρι την 14.7.2009, το ανωτέρω μέγιστο ύψος του δανείου δεν μπορεί να υπερβαίνει το μισθολογικό κόστος που εκτιμάται για τα δύο πρώτα έτη λειτουργίας. Λόγω της παρεχόμενης εγγύησης καταβάλλεται στο Ελληνικό Δημόσιο η προβλεπόμενη στην παράγραφο 4 του άρθρου 3 και το συνημμένο "Παράρτημα Α" της υπ' αριθμ.

οικ. 2/49086/0025/3.7.2009 απόφασης του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών προμήθεια ασφαλείας σε ετήσια βάση Β) Τα πιστωτικά ιδρύματα αποστέλλουν στο Γενικό Λογιστήριο του Κράτους - Δ25 αιτιολογημένη εισήγηση για τη βιωσιμότητα και την πιστοληπτική ικανότητα κάθε επιχείρησης, βάσει του αιτήματος της για ένταξη στο προσωρινό πλαίσιο στήριξης.

Η εισήγηση της Τράπεζας συνοδεύεται από το ειδικό έντυπο του Γενικού Λογιστηρίου του Κράτους, το οποίο είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.mofglk.gr). Το Συμβούλιο Διαχείρισης και Αξιολόγησης της εγγυητικής ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου του άρθρου 37 του ν. 3458/2006 αποφασίζει για την παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου με βάση τα προβλεπόμενα από την εθνική και κοινοτική νομοθεσία (άρθρα 87 και 88 την Συνθήκης των Ε.Κ.).

Ως επιτόκιο ορίζεται το εκάστοτε ισχύον επιτόκιο της αγοράς για την κατηγορία της δανειοδότησης για την οποία παρέχεται η εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου. Για όλα τα ανωτέρω δάνεια λαμβάνονται ενοχικές ή/και εμπράγματες εξασφαλίσεις. Οι αιτήσεις των επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στο προσωρινό πλαίσιο υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 10/12/2010.

Ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να την κοινοποιήσουν στο Γ.Λ.Κ. (Δ 25). Σχέδιο αίτησης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.minfin.gr). Σε περίπτωση μη καταβολής δύο (2) συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων, το εγγυημένο ποσό του χορηγούμενου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, μετά την παρέλευση του τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην αριθ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ Β/16/13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών. Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν μέσα στον ανωτέρω οριζόμενο χρόνο των τριών (3) μηνών, για τον οποίο το Δημόσιο καλύπτει με την εγγύηση του τους τόκους υπερημερίας, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, με την ίδια επιμέλεια που επιδεικνύουν για τα δάνεια που χορηγούν χωρίς εγγύηση του Δημοσίου.

Το Ελληνικό Δημόσιο ως εγγυητής, αναλαμβάνει την υποχρέωση εξόφλησης των εγγυημένων απαιτήσεων των πιστωτικών ιδρυμάτων, που θα περιλαμβάνουν το ανεξόφλητο εγγυημένο ποσό κεφαλαίου, τους ανεξόφλητους τόκους, (συμβατικούς και υπερημερίας μέχρι τριμήνου), και τέλος τα έξοδα της αναγγελίας κλεισίματος του λογαριασμού...".

Στη συνέχεια, η προαναφερόμενη ΥΑ2/54979/0025/23-7-2009 τροποποιήθηκε από την ΥΑ 2/78586/1-11-2010 (ΦΕΚ Β' 1805/17-11-2010), στην οποία αναφέρονται τα ακόλουθα: "Τροποποιούμε και συμπληρώνουμε την αριθμ. οικ. 2/54979/0025/23-7-2009 (ΦΕΚ Β/1554/28.07.2009) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών ως ακολούθως: Η παράγραφος 5 του κεφαλαίου Β' τροποποιείται ως εξής: "Οι αιτήσεις των επιχειρήσεων προς τα πιστωτικά ιδρύματα για την υπαγωγή τους στο προσωρινό πλαίσιο υποβάλλονται στα πιστωτικά ιδρύματα μέχρι 10/12/2010.

Ταυτόχρονα με την υποβολή της αίτησης τα πιστωτικά ιδρύματα υποχρεούνται να την κοινοποιήσουν στο Γ.Λ.Κ. (Δ 25). Σχέδιο αίτησης είναι αναρτημένο στην ιστοσελίδα του Γ.Λ.Κ. (www.minfin.gr)". Οι παράγραφοι 7 και 8 του κεφαλαίου Β τροποποιείται και συμπληρώνεται ως εξής: "Σε περίπτωση μη καταβολής τριών (3) συνεχόμενων χρεωλυτικών δόσεων, το εγγυημένο ποσό του χορηγούμενου δανείου καθίσταται ληξιπρόθεσμο και απαιτητό.

Τα πιστωτικά ιδρύματα πρέπει να επιδιώκουν σύμφωνα με το άρθρο 11 του Ν. 2322/95, την είσπραξη από τους πρωτοφειλέτες και τους εγγυητές των ληξιπρόθεσμων εγγυημένων από το Ελληνικό Δημόσιο δόσεων, προβαίνοντας σε κάθε νόμιμη ενέργεια διασφάλισης των απαιτήσεων τους και κατ' επέκταση αυτών του εγγυητή Ελληνικού Δημοσίου.

Τα πιστωτικά ιδρύματα, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο, μετά την παρέλευση του τριμήνου από την ολοσχερή ρευστοποίηση των εξασφαλίσεων, υποβάλλουν τα δικαιολογητικά που ορίζονται στην αριθ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ Β/16/13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών." Δ. Σύμφωνα με όλα τα παραπάνω, η προαναφερόμενη εγγύηση του Ελληνικού Δημοσίου διέπεται, καταρχήν, από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995, σε συνδυασμό με τις υπουργικές αποφάσεις που εκδόθηκαν κατ' εξουσιοδότηση του άρθρου 1 αυτού και ρυθμίζουν τους όρους και προϋποθέσεις που πρέπει να τηρηθούν, ενώ οι διατάξεις του Αστικού Κώδικα, που διέπουν την εγγύηση (άρθρα 847 επ.

του ΑΚ), εφαρμόζονται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023), με την παροχή δε της εν λόγω εγγύησης γεννάται παρεπόμενη ενοχή που αποτελεί ιδιωτικού δικαίου διαφορά. Οι διατάξεις που ρυθμίζουν την παροχή της εγγύησης του Δημοσίου για την τραπεζική χρηματοδότηση των επιχειρήσεων αφορούν και θεραπεύουν το δημόσιο και γενικότερο συμφέρον, έχουν επιτακτικό χαρακτήρα και, ως εκ τούτου, συνιστούν κανόνες αναγκαστικού δικαίου, των οποίων η εφαρμογή δεν δύναται να αποκλεισθεί από την ιδιωτική βούληση.

Τα προβλεπόμενα στην οικεία νομοθεσία ως αναγκαίες προϋποθέσεις, είτε για την έγκυρη παροχή της εγγύησης του Δημοσίου, είτε για τη συνέχιση ισχύος της, αποτελούν το δικαιοπρακτικό θεμέλιο, με βάση το οποίο τα συμβαλλόμενα μέρη προχωρούν στην κατάρτιση των σχετικών συμβάσεων (δανειστή - εγγυητή και δανειστή - οφειλέτη), η δε συνδρομή τους ελέγχεται αρμοδίως.

Το Δημόσιο, ως εγγυητής, αναλαμβάνει με την σύμβαση εγγύησης την υποχρέωση να εξοφλήσει τις απαιτήσεις που αφορά η εγγύησή του, εφόσον οι οφειλόμενες από τον πρωτοφειλέτη δόσεις του χορηγηθέντος δανείου γίνουν ληξιπρόθεσμες. Σε αυτή την περίπτωση, η δανείστρια τράπεζα προβαίνει σε καταγγελία, καθιστώντας ολόκληρο το οφειλόμενο ποσό ληξιπρόθεσμο και απαιτητό και εν συνεχεία ζητά την κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου (δηλαδή την εκ μέρους του Δημοσίου εξόφληση των εγγυημένων οφειλών, σε εκπλήρωση της υποχρέωσής του από την εγγύηση), υποβάλλοντας στην αρμόδια υπηρεσία τα απαραίτητα δικαιολογητικά για έλεγχο.

Η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023, ΑΠ 181/2021).

Κατά συνέπεια, σε περίπτωση που δανείστρια τράπεζα απευθυνθεί στο Δημόσιο για την εξόφληση επικαλούμενης απαίτησής της συνεπεία κατάπτωσης εγγύησης του Δημοσίου, για δάνειο που αυτή χορήγησε σύμφωνα με τις διατάξεις του Ν. 2322/1995, το Δημόσιο δια των αρμοδίων οργάνων του κρίνει, εν πρώτοις, αν όντως συντρέχει περίπτωση κατάπτωσης της εγγύησής του, πριν δώσει την εντολή για την εξόφληση της σχετικής απαίτησης.

Στο πλαίσιο αυτού του ελέγχου εξετάζεται (άρθρα 1 § 7 και 11 § 4 του Ν. 2322/1995 καθώς και παρ. Α,6 της Υ.Α 2/478/0025/4.1.2006), αν από υπαιτιότητα του δανειστή ή πιστωτή δεν συνέτρεχαν ή αν εκ των υστέρων εξέλιπαν οι νόμιμες προϋποθέσεις χορήγησης της εγγύησης(άρθρο 11 § 4 του Ν. 2322/1995) ή αν από πταίσμα του δανειστή έγινε αδύνατη η ικανοποίησή του από τον οφειλέτη, κατ' εφαρμογή του άρθρου 862 ΑΚ (ΑΠ 1000/2006, ΑΠ 757/2003), που εφαρμόζεται συμπληρωματικά, εφόσον αυτό δεν αποκλείεται στην συγκεκριμένη περίπτωση από τις ειδικές ρυθμίσεις του Ν. 2322/1995 και των συναφών υπουργικών αποφάσεων.

Η διαπίστωση της μη τήρησης των όρων γίνεται από την 25η Δ/νση Κίνησης Κεφαλαίων, Εγγυήσεων, Δανείων και Αξιών του Υπουργείου Οικονομικών, που είναι αρμόδια κατά την παρ. 5 του Ν. 2322/1995 για τη βεβαίωση της πλήρωσης των όρων αυτών και την επακόλουθη πλήρη υποκατάσταση του Ελληνικού Δημοσίου στα έναντι του οφειλέτη δικαιώματα του πιστωτικού ιδρύματος (ΑΠ 1903/2022).

Αντιθέτως, σε περίπτωση υποβολής από τη δανείστρια τράπεζα, μετά τη συνδρομή των προϋποθέσεων κατάπτωσης της εγγύησης, ελλιπών δικαιολογητικών, για τη βεβαίωση υπέρ του Δημοσίου του ποσού αυτού για το οποίο αυτό έχει εγγυηθεί, το Δημόσιο δεν ελευθερώνεται, αλλά απλώς η αρμόδια υπηρεσία υποχρεούται να ζητήσει συμπληρωματικά στοιχεία από τη δανείστρια Τράπεζα (ΑΠ 797/2023, ΑΠ 738/2023), η αναφερόμενη όμως στην ανωτέρω υπ' αριθ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ Β/16/13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών πρόβλεψη ότι "πρέπει" τα πιστωτικά ιδρύματα να υποβάλουν στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών μέσα στον οριζόμενο στην απόφαση αυτή χρόνο των τριών (3) μηνών από τη λήξη της τρίτης δόσης, τα απαιτούμενα από την προπαρατεθείσα υπ' αριθ. 2/478/0025/4.1.2006 Υπουργική Απόφαση δικαιολογητικά, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, δεν επιφέρει, σε περίπτωση μη τήρησής της, έκπτωση αυτών από το δικαίωμά τους να αναζητήσουν από το Δημόσιο την εξόφληση του ποσού για το οποίο το τελευταίο εγγυήθηκε, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της σχετικής αγωγής τους, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 731/2024).

Με βάση τα ανωτέρω, για να είναι ορισμένο το δικόγραφο της αγωγής της τράπεζας κατά του Δημοσίου, ως εγγυητή, κατά το άρθρο 216 § 1 ΚΠολΔ, πρέπει να αναφέρονται σ' αυτό, τα προς εξατομίκευση της οφειλής του Δημοσίου αναγκαία στοιχεία και η συνδρομή των νομίμων προϋποθέσεων καταβολής της εγγύησης (ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 1674/2011).

Ήτοι, πρέπει να προσδιορίζονται στο αγωγικό δικόγραφο η σύναψη και οι όροι της δανειστικής σύμβασης, το αντικείμενο και η διάρκειά της, οι δόσεις και τα ποσά που τυχόν έχουν εξοφληθεί, το ανεξόφλητο υπόλοιπο του δανείου και ποίο το εγγυημένο τμήμα αυτού, όπως και η καθυστέρηση πληρωμής τριών τουλάχιστον δόσεων πριν από την προβολή αξίωσης για κατάπτωση της εγγύησης του και γενικά η τήρηση της διαδικασίας με την επιδίωξη είσπραξης της απαίτησης από τον πρωτοφειλέτη και τον τυχόν εγγυητή που προβλέπεται για τη λειτουργία της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου από την οικεία υπουργική απόφαση (ΑΠ 1254/2023, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 7382023, ΑΠ 1674/2011).

Τέλος, από το συνδυασμό των διατάξεων των άρθρων 111 § 2, 118 αρ. 4 και 216 § 1 του ΚΠολΔ, προκύπτει ότι το δικόγραφο της αγωγής πρέπει να περιέχει σαφή έκθεση των γεγονότων, τα οποία θεμελιώνουν κατά νόμο την αγωγή και δικαιολογούν την άσκηση αυτής από τον ενάγοντα κατά του εναγομένου, ακριβή περιγραφή του αντικειμένου της διαφοράς και ορισμένο αίτημα.

Η έκθεση στο δικόγραφο της αγωγής των πραγματικών περιστατικών, τα οποία πρέπει να είναι όσα είναι νομικώς ικανά και αναγκαία για τη θεμελίωση του δικαιώματος, η προστασία του οποίου ζητείται και τα οποία πρέπει να αναφέρονται με τέτοια σαφήνεια, ώστε να εξατομικεύουν την επίδικη έννομη σχέση και να μην καταλείπεται αμφιβολία περί της αξιώσεως, η οποία απορρέει από αυτά, είναι απαραίτητη για να υπάρχει η δυνατότητα, το μεν δικαστήριο να κρίνει τη νομική βασιμότητα της αγωγής και να διατάξει τις δέουσες αποδείξεις, ο δε εναγόμενος να μπορεί να αμυνθεί κατά της αγωγικής αξίωσης που θεμελιώνεται επ' αυτών με ανταπόδειξη ή ένσταση (ΑΠ 797/2023, AΠ 133/2022, ΑΠ 5/2020).

Η ανεπάρκεια των πραγματικών περιστατικών που συγκροτούν την ιστορική βάση της αγωγής ή της ένστασης και συνδέεται με την εκτίμηση του εφαρμοστέου κανόνα του ουσιαστικού δικαίου, χαρακτηρίζεται ως νομική αοριστία και ελέγχεται με τον αναιρετικό λόγο από τον αριθμό 1 του άρθρου 559 ΚΠολΔ ως παράβαση κανόνα ουσιαστικού δικαίου, εφόσον το δικαστήριο της ουσίας για τον σχηματισμό της κρίσης του για την νομική επάρκεια της αγωγής ή της ένστασης αξίωσε περισσότερα στοιχεία, από όσα απαιτεί ο νόμος προς θεμελίωση του ασκούμενου δικαιώματος ή αρκέστηκε σε λιγότερα (ΟλΑΠ 18/1998, ΑΠ 797/2023, ΑΠ 138/2022, ΑΠ 1597/2018).

Αντίθετα, η ποσοτική ή ποιοτική αοριστία της αγωγής, η οποία υπάρχει όταν δεν εκτίθενται σ' αυτήν όλα τα στοιχεία που απαιτούνται κατά νόμο για τη στήριξη του αιτήματος αυτής, τα πραγματικά, δηλαδή, περιστατικά που απαρτίζουν την ιστορική βάση της αγωγής και προσδιορίζουν το αντικείμενο της δίκης, δημιουργεί λόγους αναίρεσης από το άρθρο 559 αριθ. 8 και 14 του ΚΠολΔ (ΑΠ 133/2022).

Έτσι, αν το δικαστήριο έλαβε υπόψη θεμελιωτικά γεγονότα μη διαλαμβανόμενα στην αγωγή, ή δεν έλαβε υπόψη του τέτοια γεγονότα, μολονότι διαλαμβάνονταν, ιδρύεται ο λόγος του αριθμού 8 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, ενώ, αν κατά παράβαση του νόμου θεώρησε ή δεν θεώρησε επαρκή τα εκτιθέμενα για την περαιτέρω εξειδίκευση του κανόνα πραγματικά γεγονότα, ιδρύεται ο λόγος από τον αριθμό 14 του ίδιου άρθρου (ΑΠ 369/2023, ΑΠ 362/2011), ο οποίος υπάρχει αν το δικαστήριο παρά τον νόμο κήρυξε ή δεν κήρυξε ακυρότητα, έκπτωση από δικαίωμα ή απαράδεκτο (ΑΠ 797/2023).

Η αοριστία δε αυτή με την έννοια της ποιοτικής ή ποσοτικής αοριστίας δεν μπορεί να θεραπευτεί ούτε με τις προτάσεις ούτε με παραπομπή στο περιεχόμενο άλλου εγγράφου, εκτός εάν πρόκειται για έγγραφο ενσωματωμένο στην αγωγή, ούτε μπορεί σε αυτή να γίνει επιφύλαξη διόρθωσης ή συμπλήρωσης από την προσαγωγή ή εκτίμηση αποδείξεων, διότι αυτό αντίκειται στις διατάξεις για την προδικασία του άρθρου 111 ΚΠολΔ., των οποίων η τήρηση ερευνάται αυτεπαγγέλτως από το δικαστήριο (ΑΠ 878/2010).

Ο ισχυρισμός δε περί αοριστίας της αγωγής πρέπει να αναφέρει τις συγκεκριμένες αοριστίες, σε σχέση με τα αναγκαία προς στήριξη του αγωγικού δικαιώματος περιστατικά, εξαιτίας των οποίων δεν παρέχεται η δυνατότητα στο εναγόμενο να αμυνθεί, τα δε αναγκαία στοιχεία για την πληρότητα του δικογράφου της αγωγής είναι συνάρτηση του εφαρμοστέου κανόνα δικαίου (ΑΠ 59/2024, ΑΠ 369/2023, ΑΠ 1674/2011).

ΙΙΙ. Στην προκειμένη περίπτωση, όπως προκύπτει από την παραδεκτή, κατ' άρθρο 561 § 2 ΚΠολΔ, επισκόπηση του αγωγικού δικογράφου, εκτίθενται σε αυτό τα ακόλουθα: Με την υπ' αριθ. 4357022336/1-11-2010 σύμβαση που συνήφθη από το κατάστημα της Ξάνθης την 1.11.2010, η ενάγουσα τραπεζική εταιρεία και ήδη αναιρεσίβλητη χορήγησε στην, μη διάδικο στην δίκη αυτή, ανώνυμη εταιρία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής και Πώλησης Συστημάτων Αλουμινίου, Συνθετικών Κουφωμάτων και Κρυστάλλων AL - VEK ΗΛΙΑΔΗΣ", δάνειο, ποσού 900.000,00 ευρώ, για τέσσερα (4) έτη, που θα αποδιδόταν με οκτώ (8) εξαμηνιαίες χρεολυτικές δόσεις, καταβλητέες στις 30.6 και 31.12 κάθε έτους, η πρώτη στις 31.12.2010 και η τελευταία στις 30.6.2012.

Ότι με την από 18.11.2010 πρόσθετη πράξη συνομολόγησης επιτοκίου, συμφωνήθηκε ότι ο τόκος της οφειλής θα λογίζεται με επιτόκιο Overnight, το οποίο θα αντλείται από τον πίνακα επιτοκίων της Τράπεζας καθημερινά, προσαυξημένο με περιθώριο επιτοκίου 3,50 εκατοστιαίων μονάδων και τις εισφορές υπέρ τρίτων. Ότι ο Σπυρίδων Ηλιάδης του Αποστόλου, Πρόεδρος του Δ.Σ.

της δανειολήπτριας εταιρίας και κύριος μέτοχός της, εγγυήθηκε την εξόφληση του δανείου ως αυτοφειλέτης υπέρ της δανειολήπτριας και έναντι της ενάγουσας. Ότι με την υπ' αριθμ 11551/2-11-2010 σύμβαση, που καταχωρίστηκε στα βιβλία σύστασης ενεχύρου του ενεχυροφυλακείου Ξάνθης, η παραπάνω λήπτρια του δανείου παραχώρησε κυμαινόμενη ασφάλεια με την μορφή ενεχύρου μέχρι του ποσού των 990.000 ευρώ στα έτοιμα προϊόντα και στις πρώτες ύλες, που κατείχε στους αποθηκευτικούς χώρους του εργοστασίου της.

Ότι το εναγόμενο και ήδη αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο σύμφωνα με τις ΥΑ του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών με αριθμούς 2/49086/0025/14-7-2009 και 2/54979/0025/23-7-2009 παρείχε εγγύηση που κάλυπτε τμήμα ανερχόμενο σε 70% του προαναφερόμενου δανείου με τους όρους που αναφέρονται στην αγωγή. Ότι υπό τους όρους που εκτίθενται στην αγωγή εκ μέρους του εναγομένου εγκρίθηκε η μετάθεση του χρόνου καταβολής του 90% των χρεολυσίων των δόσεων που επιβαλλόταν να καταβληθούν την 30.6.2011 και 31.12.2011 για τις 30.6.2014 και 31-12-2014, αλλά η πρωτοφειλέτρια εταιρία δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις της.

Ότι η ενάγουσα απέρριψε την από 18-11-2011 αίτηση υπαγωγής στις ρυθμίσεις των ΥΑ 2/55608/0025/17-8-2011 και 2/64321/0025/19-9-2011, την οποία υπέβαλε η πρωτοφειλέτρια, δεδομένου ότι η τελευταία χαρακτηρίστηκε ως προβληματική επιχείρηση σύμφωνα με το άρθρο 5 της ΥΑ 2/49086/0025/14-7-2009. Ότι η πρωτοφειλέτρια δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις καταβολής των συμφωνημένων δόσεων κατά την 31-12-2010, την 30-6-2011, την 31-12-2011 και την 30-6-2012, ενώ υπέβαλε αίτημα μετάθεσης του χρόνου καταβολής που απορρίφθηκε.

Ότι την 6-9-2012, η ενάγουσα δήλωσε την καταγγελία της σύμβασης και κήρυξε ληξιπρόθεσμο το δάνειο, από το οποίο προέκυπτε συνολική οφειλή ύψους 857.234,57 ευρώ, ενώ επιμελήθηκε της έκδοσης της υπ' αριθμ 311/26-10-2012 διαταγής πληρωμής του Δικαστή του Μονομελούς Πρωτοδικείου Ξάνθης, με την οποία υποχρεώθηκαν η πρωτοφειλέτρια και το πρόσωπο που ανέλαβε ευθύνη ως εγγυητής να καταβάλουν εις ολόκληρον το ανωτέρω ποσό με τόκο από την 7-9-2012 και με ανατοκισμό κάθε έξι μήνες.

Ότι η διαταγή πληρωμής ανέπτυξε ισχύ δεδικασμένου και η ενάγουσα εκτέλεσε έλεγχο της ακίνητης περιουσίας των προαναφερομένων υπόχρεων, η οποία αποτελείται από βεβαρυμένα ακίνητα εκτός από το ποσοστό 1/2 εξ αδιαιρέτου ιδανικού μεριδίου συγκυριότητας του εγγυητή σε μια περιγραφόμενη στην αγωγή οριζόντια ιδιοκτησία, στην οποία με βάση τη διαταγή πληρωμής έχει εγγραφεί προσημείωση που την 16-6-2014 τράπηκε σε υποθήκη.

Ότι λόγω της απομείωσης του ενεχύρου η ενάγουσα υπέβαλε την από 7-2-2013 έγκληση αυτής εναντίον του Προέδρου του Διοικητικού Συμβουλίου της πρωτοφειλέτριας και με την από 26-3-2012 δήλωση, που καταχωρίσθηκε την 11-4-2012 στο βιβλίο ενεχύρων, ανακοίνωσε την σταθεροποίηση της κυμαινόμενης ασφάλειας. Ότι από τον έλεγχο που εκτελέστηκε προέκυψε, ότι η αξία των ειδών του ενεχύρου ανερχόταν σε 270.000 ευρώ και η πρωτοφειλέτρια κλήθηκε να τα αντικαταστήσει.

Ότι η ενάγουσα επέβαλε κατάσχεση των κινητών πραγμάτων, σε σχέση με τα οποία είχε συσταθεί ενέχυρο, των οποίων η αξία εκτιμήθηκε σε 270.000 ευρώ και με επιμέλεια αυτής επιχειρήθηκαν επτά πλειστηριασμοί οι οποίοι απέβησαν ατελέσφοροι. Ότι επιβλήθηκε κατάσχεση του ιδανικού μεριδίου του εγγυητή, αλλά οι τρεις πλειστηριασμοί που επιχειρήθηκαν απέβησαν επίσης άκαρποι.

Ότι είχε συσταθεί ενέχυρο σε σχέση με την αναφερόμενη στην αγωγή επιταγή ποσού 15.000 ευρώ, το οποίο δεν καταβλήθηκε και η ενάγουσα υπέβαλε έγκληση εναντίον της εκδότριας Νικολέτας Παυλίδου. Ότι την 11-12-2012, η ενάγουσα και ήδη αναιρεσίβλητη υπέβαλε αίτημα κατάπτωσης της εγγύησης και την βεβαίωση του ποσού των 590.506,06 ευρώ υπέρ του εναγομένου Ελληνικού Δημοσίου και ήδη αναιρεσείοντος και του ποσού των 273.668,15 ευρώ υπέρ της ιδίας.

Ότι, όπως προκύπτει από τα παραδεκτώς ενσωματωμένα στην αγωγή έγγραφα (ΑΠ 878/2010) και συγκεκριμένα α) την με ημερομηνία 11-12-2012 "Αναλυτική Κατάσταση" λογαριασμού χορηγηθέντος δανείου, στην οποία εκτίθεται αναλυτικά η κίνηση του λογαριασμού του επίμαχου δανείου από την ημερομηνία εκταμίευσής του (18-11-2010) μέχρι την ημερομηνία που η ενάγουσα αιτήθηκε για πρώτη φορά από το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο την κατάπτωση της εγγύησής του για το δάνειο αυτό (11-12-2012), με αναφορές στις καταβολές που έγιναν από την πρωτοφειλέτρια, τους ενήμερους τόκους καθώς και τους τόκους καθυστέρησης ανά εξάμηνο του έτους 2011 και 2012, τα έξοδα της δανείστριας, προμήθειες κλπ και β) την με ημερομηνία 11-12-2012 "Ανακεφαλαίωση ανεξόφλητων υπολοίπων και διαχωρισμός εγγυημένων και μη ποσών", στην οποία αναλυτικά εκτίθεται το κεφάλαιο του εγγυημένου από το Δημόσιο ποσού καθώς και το μη εγγυημένο από το Δημόσιο ποσό, οι ενήμεροι τόκοι, οι τόκοι υπερημερίας και τα έξοδα, το εναγόμενο της οφείλει συνολικά το ποσόν των 590.506,06 ευρώ, ως εγγυημένο κεφάλαιο του επίδικου δανείου.

Ότι το εναγόμενο δεν εκπλήρωσε τις υποχρεώσεις του από την ως άνω παρεχόμενη εκ μέρους του εγγύηση και δεν κατέβαλε στην ενάγουσα το παραπάνω οφειλόμενο ποσό. Με βάση το ιστορικό αυτό, η ενάγουσα ζήτησε να υποχρεωθεί το εναγόμενο να της καταβάλει το ποσό των 590.506,06 ευρώ με το νόμιμο τόκο από την επίδοση της αγωγής.

Με αυτό το περιεχόμενο και αίτημα η ένδικη αγωγή περιλαμβάνει, σύμφωνα με τα εκτιθέμενα στην προηγηθείσα μείζονα σκέψη, όλα τα κατά νόμο παραπάνω αναφερόμενα στοιχεία για τη νομική θεμελίωση του ασκούμενου δι' αυτής δικαιώματος και δη της εγγυητικής ευθύνης του Δημοσίου που ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης δανείων για την τραπεζική χρηματοδότηση επιχειρήσεων, καθόσον εκτίθεται σε αυτή, με σαφήνεια και πληρότητα, η κατάρτιση της ένδικης δανειστικής σύμβασης και αναλυτικά το περιεχόμενο και οι όροι αυτής, το αντικείμενο και η διάρκειά της, η παροχή της εγγύησης του Ελληνικού Δημοσίου και αναλυτικά οι όροι παροχής αυτής, με βάση τις αναφερόμενες στην αγωγή Υπουργικές αποφάσεις, η τήρηση των όρων αυτών εκ μέρους της τράπεζας, η μη καταβολή εκ μέρους της πρωτοφειλέτριας τριών (τουλάχιστον) δόσεων, η καταγγελία της επίμαχης δανειακής σύμβασης από την δανείστρια τράπεζα, όλες οι ενδεδειγμένες και δυνατές ενέργειες εναντίον της πρωτοφειλέτριας και του εγγυητή που διενεργήθηκαν από την τράπεζα για την είσπραξη των απαιτήσεών της μέσω της ολοσχερούς ρευστοποίησης των εξασφαλίσεών της, η πάροδος τριμήνου από την τελευταία από τις παραπάνω ενέργειες καθώς και αναλυτικά το υπόλοιπο της οφειλής, εγγυημένο ή μη.

Τα παραπάνω πραγματικά περιστατικά πληρούν το πραγματικό των ουσιαστικού δικαίου διατάξεων των άρθρων 1 §§ 1 και 11 του Ν. 2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών και εχουσών κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. 2/54979/0025/23-7-2009 και 2/78586/1-11-2010 Αποφάσεων του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, δια των οποίων παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία για την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου, που αυτή χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής και Πώλησης Συστημάτων Αλουμινίου, Συνθετικών Κουφωμάτων και Κρυστάλλων AL - VEK ΗΛΙΑΔΗΣ" και επομένως είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος της αναιρεσίβλητης.

Το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο με τον δεύτερο λόγο έφεσής του επανέφερε τον ισχυρισμό του περί αοριστίας της κρινόμενης αγωγής, τον ίδιο δε ισχυρισμό επαναφέρει και με τους ερευνώμενους λόγους αναίρεσης. Το Εφετείο με την προσβαλλόμενη απόφασή του δέχθηκε τα ακόλουθα: ".... η ευθύνη από την παροχή της ανωτέρω μορφής εγγύησης υφίσταται, εφόσον συντρέχουν οι όροι της νόμιμης σύστασης και εκπλήρωσης της σχετικής ενοχής, οι οποίοι σύμφωνα με τον κανόνα του άρθρου 216 παρ. 1 α ΚΠολΔ επιβάλλεται να περιγράφονται στην αγωγή που έχει ασκηθεί ώστε να υποχρεωθεί το εναγόμενο Ελληνικό Δημόσιο να εκπληρώσει την αντίστοιχη χρηματική, παροχή.

Επομένως, στην αγωγή αυτή, επιβάλλεται να αναφέρεται το είδος και το ύψος της οφειλής που καλύπτεται από την εγγύηση και επιπλέον να εκτίθεται ότι έχουν παραβιαστεί οι όροι εκπλήρωσης αυτής από τον πρωτοφειλέτη καθώς και ότι ο υπέρ ου η εγγύηση επεδίωξε την ικανοποίηση των απαιτήσεών του από τον πρωτοφειλέτη και τους λοιπούς εγγυητές με αναγκαστική εκτέλεση ή ότι αυτή είναι μάταιη" και με τις παραδοχές αυτές κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ο λόγος έφεσης με τον οποίο το αναιρεσείον είχε προβάλει απαράδεκτο της ένδικης αγωγής λόγω αοριστίας της, όπως και πρωτοδίκως, είναι ουσιαστικά αβάσιμος, δεχόμενο επί λέξει ότι "...Η ερευνώμενη αγωγή είναι ορισμένη, διότι διαλαμβάνει στην ιστορική της βάση του ισχυρισμούς από το περιεχόμενο των οποίων προκύπτει ότι συντρέχουν οι όροι, ώστε να συσταθεί νομίμως και να επιβάλλεται η εκπλήρωση των όρων την ενοχής που υφίσταται μεταξύ των διαδίκων.

Εκτός αυτού όμως στην αγωγή περιέχεται και κατάσταση από την οποία προκύπτει η εκταμίευση του ποσού του δανείου, τα οφειλόμενα ποσά κεφαλαίου και τόκων, τα χρονικά διαστήματα στα οποία ανάγονται οι αντίστοιχες χρεώσεις αλλά και οι καταβολές που πιστώθηκαν στο σχετικό λογαριασμό.". Με αυτά που δέχθηκε το Εφετείο, το οποίο έκρινε την αγωγή ορισμένη και νόμιμη, ορθά ερμήνευσε και εφάρμοσε τις ως άνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεις των άρθρων 1 §§ 1 και 11 Ν. 2322/1995 και των κατ' εξουσιοδότηση αυτού εκδοθεισών και εχουσών κανονιστική ισχύ υπ' αριθ. 2/54979/0025/23-7-2009 και 2/78586/1-11-2010 Αποφάσεων του Υφυπουργού Οικονομίας και Οικονομικών, με τις οποίες παρασχέθηκε η εγγύηση του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου προς την αναιρεσίβλητη τραπεζική εταιρεία για την αναφερόμενη στην αγωγή σύμβαση δανείου, που αυτή χορήγησε στην ανώνυμη εταιρεία με την επωνυμία "Ανώνυμη Εταιρία Παραγωγής και Πώλησης Συστημάτων Αλουμινίου, Συνθετικών Κουφωμάτων και Κρυστάλλων AL - VEK ΗΛΙΑΔΗΣ" καθόσον τα ανωτέρω διαλαμβανόμενα στο αγωγικό δικόγραφο, αληθή υποτιθέμενα, πληρούν το πραγματικό των ανωτέρω διατάξεων και, άρα είναι επαρκή για την νομική στήριξη του αιτήματος της αναιρεσείουσας.

Οι αιτιάσεις του αναιρεσείοντος ότι δεν αναφέρονται στην αγωγή α) εάν πληρώθηκαν, πότε και ποιά ποσά από το επίδικο δάνειο, ο τρόπος υπολογισμού του συνολικώς αιτούμενου εγγυημένου από το Δημόσιο ποσού, κατά κεφάλαιο και τόκους, β) εάν υπήρξε προηγούμενη μερική κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου, λόγω μη καταβολής έτερης ληξιπρόθεσμης δόσης (στο δικόγραφο αναφερόταν μόνο η μη καταβολή αιτούμενων με την αγωγή δόσεων, χωρίς να υπάρχει οποιαδήποτε μνεία ως προς τυχόν προγενέστερες ληξιπρόθεσμες δόσεις, για τις οποίες ζητήθηκε, τυχόν, με κάποιο νόμιμο τρόπο, η κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου) ενόψει του ότι το στοιχείο αυτό είναι καθοριστικό για την ενεργοποίηση της διαδικασίας κατάπτωσης της εγγύησης και συνακόλουθα της ευθύνης του Ελληνικού Δημοσίου και του χρόνου έναρξης της παραγραφής της απαίτησης, γ) η κατηγορία τόκων που περιλαμβάνεται στο αιτούμενο ποσό δοθέντος ότι με βάση τη με αριθ. 20403344/6250/0025/6.07.1995 απόφαση του Υπουργού Οικονομικών, ο συμβατικός τόκος που τυχόν συμφωνήθηκε μεταξύ των συμβαλλόμενων, κατά παρέκκλιση του γενικώς κατά νόμο ισχύοντος, δεν καλύπτεται από την εγγύηση του Δημοσίου, δ) ο τρόπος υπολογισμού των τόκων, καθώς και το ποσοστό κάθε κατηγορίας τόκων, ε) το χρονικό διάστημα στο οποίο αφορούν οι τόκοι αυτοί, προκειμένου να κριθεί εάν αυτοί αντιστοιχούν στο καλυπτόμενο με την εγγύηση του Δημοσίου χρονικό διάστημα, καθόσον σύμφωνα με την ανωτέρω Υ.Α., η εγγύηση του Δημοσίου καλύπτει τους τόκους υπερημερίας τριών μηνών για έκαστη ληξιπρόθεσμη δόση, στ) ότι δεν παρετίθετο στην ένδικη αγωγή, προς θεμελίωση του εννόμου συμφέροντος της ενάγουσας - αναιρεσίβλητης, εάν η ίδια υπέβαλε πλήρη φάκελο με τα αναγκαία, κατά την προαναφερόμενη Υ.Α.

έγγραφα δικαιολογητικά στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, ώστε η ένδικη απαίτησή της να ελεγχθεί, κατά την προσήκουσα διαδικασία και αντιμετώπισε την άρνηση των υπαλλήλων της ίδιας Διεύθυνσης να προβούν στην εξόφλησή της, ενώ, επιπλέον, δεν αναφερόταν ο λόγος για τον οποίο η αρμόδια Διεύθυνση αρνήθηκε την εξόφληση του καλυπτόμενου από την εγγύηση του Δημοσίου ποσού, ώστε να κριθεί η νομιμότητα ή μη της άρνησης καταβολής και, συνακόλουθα, η νόμιμη άσκηση των δικαιωμάτων της αναιρεσίβλητης, είναι απορριπτέοι ως αβάσιμοι και αλυσιτελείς.

Και τούτο διότι, στην αγωγή παραδεκτά (ΑΠ 878/2010) ενσωματώνονται ως αναπόσπαστο τμήμα αυτής α) "Αναλυτική Κατάσταση", η οποία εμφανίζει την κίνηση του λογαριασμού του επίδικου δανείου, όπου εμφαίνεται αναλυτικά η εξέλιξη της απαίτησης, και συγκεκριμένα η εκταμίευση του ποσού του δανείου, τα οφειλόμενα ποσά κεφαλαίου και τόκων, τα χρονικά διαστήματα στα οποία ανάγονται οι αντίστοιχες χρεώσεις, αλλά και οι καταβολές που πιστώθηκαν στο σχετικό λογαριασμό και β) πίνακας υπό τον τίτλο "Ανακεφαλαίωση ανεξόφλητων υπολοίπων και διαχωρισμός εγγυημένων και μη ποσών", όπου αναφέρεται το αιτούμενο από το αναιρεσείον ποσό και ότι αυτό συνίσταται σε εγγυημένο κεφάλαιο μόνον, ενώ προκύπτει ότι δεν περιλαμβάνονται στο αιτούμενο ποσόν τόκοι ούτε συμβατικοί, ούτε υπερημερίας.

Συνεπώς, για το λόγο αυτό είναι απορριπτέοι ως αλυσιτελείς οι περί αοριστίας ισχυρισμοί του αναιρεσείοντος αναφορικά με το κεφάλαιο των τόκων, καθώς με την αγωγή δεν ζητείται από το Δημόσιο η καταβολή τόκων και ως εκ τούτου, δεν τίθεται θέμα βεβαίωσής τους σε βάρος του Ελληνικού Δημοσίου. Σε κάθε περίπτωση δε στην αγωγή αναφέρεται ότι με την από 18/11/2010 πρόσθετη πράξη συνομολόγησης επιτοκίων συμφωνήθηκε ότι ο τόκος της οφειλής θα λογίζεται με επιτόκιο Overnight, το οποίο θα αντλείται από τον πίνακα επιτοκίων της τράπεζας, ανερχόμενο κατά την ημέρα συνομολόγησης της πρόσθετης πράξης σε 1,25%, πλέον περιθωρίου 3,50 %, πλέον εισφοράς του Ν. 128/1975 (0,60%) καθώς και ότι ο τόκος υπερημερίας θα υπολογίζεται με το ίδιο επιτόκιο προσαυξημένο κατά 2,50%.

Στην δε "Αναλυτική Κατάσταση" εμφαίνονται τόσο οι χρεωθέντες στο επίδικο δάνειο τόκοι, ενήμεροι και καθυστέρησης, υπολογισθέντες με το παραπάνω συμφωνηθέν επιτόκιο, όσο και τα χρονικά διαστήματα στα οποία αφορούν. Επίσης, τα ποσά που καταβλήθηκαν σε πίστωση του δανείου, για το οποίο το αναιρεσείον παρέσχε την εγγύησή του, αναγράφονται διεξοδικά στην παραπάνω "Αναλυτική Κατάσταση" κατά ποσό και ημερομηνία καταβολής και επίσης εκεί αναγράφονται με πλήρη αιτιολογία και τα ποσά των τόκων που χρεώθηκαν στο δάνειο αυτό.

Το δε οφειλόμενο από το Δημόσιο ποσό προκύπτει από το ποσοστό της παρασχεθείσας εγγύησής του (70%) επί του οφειλομένου στις 31-08-2012 υπολοίπου του λογαριασμού του δανείου 843.580,09 (843.580,09 X 70% = 590.506,06). Εξάλλου, το γεγονός ότι δεν υπήρξε προηγούμενη μερική κατάπτωση της εγγύησης του Δημοσίου προκύπτει από την ίδια παραπάνω "Αναλυτική Κατάσταση", που ενσωματώνεται στην αγωγή, καθώς και από την λεπτομερή παράθεση στην αγωγή της πορείας του δανείου, από την οποία προκύπτει ότι η πρωτοφειλέτρια δεν κατέβαλε εμπροθέσμως και προσηκόντως ούτε την πρώτη δόση αυτού και για το λόγο αυτό κατήγγειλε την επίμαχη σύμβαση δανείου, η καταγγελία δε αυτή αποτελεί και τον κρίσιμο χρόνο για την έναρξη της πενταετούς παραγραφής της απαίτησης της αναιρεσίβλητης τράπεζας κατά του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου (ΑΠ 738/2023).

Τέλος, η αναφερόμενη στην ανωτέρω υπ' αριθ. 2/478/0025/04.01.2006 (ΦΕΚ Β/16/13.01.2006) απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών Απόφαση του Υπουργού Οικονομίας και Οικονομικών πρόβλεψη ότι "πρέπει" τα πιστωτικά ιδρύματα να υποβάλουν στην αρμόδια 25η Διεύθυνση του Υπουργείου Οικονομικών, μέσα στον οριζόμενο στην απόφαση αυτή χρόνο των τριών (3) μηνών από τη λήξη της τρίτης δόσης, τα απαιτούμενα στην παραπάνω Υπουργική Απόφαση δικαιολογητικά, προκειμένου να εξοφληθούν από το Δημόσιο οι εγγυημένες απαιτήσεις τους, δεν επιφέρει, σε περίπτωση μη τήρησής της, έκπτωση αυτών από το δικαίωμά τους να αναζητήσουν από το Δημόσιο την εξόφληση του ποσού για το οποίο το τελευταίο εγγυήθηκε, ούτε αποτελεί προϋπόθεση για την άσκηση της σχετικής αγωγής τους, δεδομένου ότι, όπως προεκτέθηκε, η εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου, ανακύπτει με την καταγγελία της σύμβασης από την Τράπεζα, οπότε και δικαιούται αυτή να ζητήσει από το Δημόσιο την εξόφληση του οφειλομένου ποσού και όχι από την καθυστέρηση του πιστούχου να καταβάλει τις άνω δόσεις, η οποία προηγείται μεν της κήρυξης του δανείου ληξιπροθέσμου, αλλά δεν δημιουργεί από μόνη και την εγγυητική ευθύνη του Δημοσίου (ΑΠ 731/2024).

Συνεπώς, ο πρώτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο προσάπτεται στην προσβαλλόμενη απόφαση η ως άνω από το άρθρο 559 αρ. 1 του ΚΠολΔ πλημμέλεια της ευθείας παραβίασης των παραπάνω ουσιαστικού δικαίου διατάξεων με εσφαλμένη ερμηνεία και εφαρμογή, είναι αβάσιμος. Συνακόλουθα, με βάση τα ανωτέρω λεχθέντα, το Εφετείο ορθά έκρινε ορισμένη την αγωγή, λαμβάνοντας υπόψη της τα περιστατικά που αναφέρονταν σε αυτήν, τα οποία ήταν τα αναγκαία για τη θεμελίωσή της και την περιγραφή του αντικειμένου της δίκης, ώστε να δύναται να την ερευνήσει στη συνέχεια κατ' ουσία, αφού δεν ήταν αναγκαίο για το ορισμένο της αγωγής να παρατίθενται περαιτέρω πραγματικά περιστατικά.

Συνεπώς, και ο δεύτερος λόγος της αναίρεσης, από τον αριθμό 8 του άρθρου 559 του ΚΠολΔ, πρέπει να απορριφθεί ως αβάσιμος. Επίσης, το Εφετείο, που με την προσβαλλόμενη απόφασή του έκρινε την αγωγή ορισμένη δεν υπέπεσε στην πλημμέλεια της παρά το νόμο μη κήρυξης απαραδέκτου της αγωγής λόγω αοριστίας και συνεπώς και ο τρίτος λόγος αναίρεσης, με τον οποίο το αναιρεσείον υποστηρίζει τα αντίθετα, επικαλούμενο πλημμέλεια από τον αριθμό 14 του άρθρου 559 ΚΠολΔ, κατά τα αναφερόμενα στην οικεία νομική σκέψη, είναι αβάσιμος.

IV. Κατ' ακολουθίαν τούτων, μη υπάρχοντος άλλου αναιρετικού λόγου προς έρευνα, πρέπει η ένδικη αίτηση αναίρεσης να απορριφθεί. Διάταξη για παράβολο δεν διαλαμβάνεται, καθόσον το αναιρεσείον Ελληνικό Δημόσιο απαλλάσσεται της καταβολής του (άρθρο 19 § 1 του Κανονιστικού Διατάγματος της 26.6/10.7.1944 "Περί κώδικος των νόμων περί δικών του Δημοσίου"). Τέλος, τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, που κατέθεσε προτάσεις, πρέπει, κατόπιν σχετικού αιτήματός της, να επιβληθούν σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου λόγω της ήττας του (άρθρα 176, 183 και 191 § 2 ΚΠολΔ), αλλά αυτά θα ορισθούν μειωμένα, σύμφωνα με το άρθρο 22 Ν. 3693/1957, όπως ορίζεται ειδικότερα στο διατακτικό.

ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΛΟΓΟΥΣ ΑΥΤΟΥΣ

Απορρίπτει την από 27.9.2022 αίτηση του Ελληνικού Δημοσίου για αναίρεση της υπ' αριθ. 125/2020 απόφασης του Τριμελούς Εφετείου Θράκης.

Επιβάλλει σε βάρος του αναιρεσείοντος Ελληνικού Δημοσίου τα δικαστικά έξοδα της αναιρεσίβλητης, τα οποία ορίζει στο ποσό των τριακοσίων (300) ευρώ.

ΚΡΙΘΗΚΕ, αποφασίσθηκε στην Αθήνα, στις 18 Νοεμβρίου 2024.

ΔΗΜΟΣΙΕΥΘΗΚΕ σε δημόσια συνεδρίαση στο ακροατήριό του, στην Αθήνα, στις 10 Δεκεμβρίου 2024.

Η ΑΝΤΙΠΡΟΕΔΡΟΣ

Ο ΓΡΑΜΜΑΤΕΑΣ Σελίδα 36 της 1865/2024 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Σελίδα 35 της 1865/2024 πολιτικής απόφασης του Αρείου Πάγου Χ.Π.